← Κύπρος

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. George Σταυριανέα, Αρ. Υπόθεσης: 18464/09, 17.9.2010

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. George Σταυριανέα, Αρ. Υπόθεσης: 18464/09, 17.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:21 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18464/09 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α -ν- George Σταυριανέα Κατηγορουμένου ________________ Ημερομηνία: 17.9.2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Πασιαρδή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ι. Φράγκος Κατηγορούμενος: παρών Ενδιάμεση Απόφαση Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες σε σχέση με ποσότητα κατ' ισχυρισμό ρητίνης κάνναβης που κατ' ισχυρισμόν είχε στην κατοχή του σε δύο ταξιδιωτικές βαλίτσες. Η κατηγορούσα αρχή επεχείρησε να καταθέσει ως τεκμήρια την επίδικη ουσία και τις βαλίτσες, καθώς και άλλα αντικείμενα που σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου μετά την ανεύρεση της επίδικης ουσίας στα πλαίσια περαιτέρω ερευνητικού έργου. Η ανεύρεση της επίδικης ουσίας έγινε μετά από ανακοπή του κατηγορουμένου και έρευνα των εν λόγω βαλιτσών από δύο αστυνομικούς της ΥΚΑΝ ενόσω αυτός εκινείτο πεζός στην οδό Πολυγήρου στη Λάρνακα. Ακολούθησε η σύλληψη του για αυτόφωρο αδίκημα. Οι εν λόγω αστυνομικές ενέργειες έγιναν χωρίς δικαστική εξουσιοδότηση. Η Υπεράσπιση προέβαλε ένσταση στο να κατατεθεί οποιοδήποτε από τα 25 τεκμήρια τα οποία επεχείρησε η Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει, όπως αυτά απαριθμούνται σε «Κατάλογο Τεκμηρίων» που παρουσίασε ο ΜΚ2 αστ. 2228 Δ. Δημητρίου, χειριστής τεκμηρίων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι η ανακοπή, η έρευνα και η σύλληψη του κατηγορουμένου έγιναν κατά παράβαση των ΄Αρθρων 11 και 13 του Συντάγματος που διασφαλίζουν το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας και το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης αντίστοιχα, και ως εκ τούτου οποιαδήποτε μαρτυρία ήταν το αποτέλεσμα των αντισυνταγματικών αυτών ενεργειών, δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Κατά την εισήγηση της υπεράσπισης τέτοια μαρτυρία δεν είναι μόνο η επίδικη ουσία και οι βαλίτσες, αλλά όλα τα τεκμήρια. Η ένσταση εγέρθηκε, έτσι, για το σύνολο των τεκμηρίων και ως τέτοια θα εξεταστεί. ΄Όπως δε, διευκρινίστηκε από τον κ. Φράγκο συνίσταται ειδικότερα στο ότι οι αστυνομικοί δεν ενήργησαν στα πλαίσια εύλογης υποψίας. ΄Οντως, το κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις έγκειται στο κατά πόσο ο αστυνομικός εύλογα υποπτεύεται ότι το πρόσωπο που κατακρατεί και ερευνά, φέρει, μεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείμενο σε σχέση με το οποίο διαπράττεται ποινικό αδίκημα (άρθρο 25

(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). Το ίδιο κριτήριο ισχύει ειδικότερα και σε σχέση με ναρκωτικά. Το άρθρο 29
(2)(α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77 παρέχει εξουσία σε αστυνομικό ο οποίος έχει εύλογη αιτία να υποπτεύεται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο κατά παράβαση του νόμου να ερευνήσει το πρόσωπο αυτό και να το κατακρατήσει για τους σκοπούς του Νόμου. Τέλος, το άρθρο 28
(1)(α) του περί Αστυνομίας Νόμου, Ν.73(Ι)/2004προνοεί ότι οποιοδήποτε μέλος της αστυνομίας δύναται να ανακόπτει, κατακρατεί και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στην διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, όταν ο αστυνομικός εύλογα υποψιάζεται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει σε παράνομη πράξη ή έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο. Ως άνω, η υπεράσπιση επικαλέστηκε παραβίαση των ΄Αρθρων 11 και 13 του Συντάγματος. Όμως στην υπόθεση Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 ΑΑΔ 411, στην οποία τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο η ολιγόλεπτη ακινητοποίηση του κατηγορούμενου με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας των αποσκευών του από τον εξεταστή τελωνείου συνιστούσε στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας, διευκρινίστηκε ότι εφόσον η σχετική νομοθεσία παρέχει, γενικά στη βάση εύλογης υποψίας, εξουσία για διεξαγωγή έρευνας, η διασύνδεση του θέματος με το Σύνταγμα και ιδιαίτερα με το ΄Αρθρο 11 είναι άστοχη. Υπό την έννοια, όπως εξηγείται περαιτέρω, ότι «πέρα από την παραβίαση της κατοικίας που κατοχυρώνει το Άρθρο 16 του Συντάγματος, δεν υπόκειται σε συνταγματικό περιορισμό έρευνα αντικειμένων, διεξαγόμενη βεβαίως στη βάση Νόμου». Το ίδιο αποφασίστηκε σε σχέση με τις εν λόγω πρόνοιες του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμου στην υπόθεση Erbeksi v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 434. Το ζήτημα ακριβώς που τίθεται είναι κατά πόσο τα εντεταλμένα κάθε φορά όργανα ασκούν την εξουσία τους στα όρια που τους παρέχει ο νόμος και με σκοπό την εκπλήρωση των σκοπών του νόμου. Σημαντική απόφαση για τα ζητήματα αυτά είναι η απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατία v. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 ΑΑΔ 126 η οποία αφορούσε το ανάλογο θέμα της ανακοπής οχήματος. Εκεί, είχε τεθεί το ερώτημα κατά πόσο η ανακοπή και η έρευνα οχήματος χωρίς δικαστικό ένταλμα, αλλά με επίκληση πληροφορίας ότι «ενεχόταν» σε διακίνηση ναρκωτικών, συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας. Αποφασίστηκαν, με αναφορά στις εν λόγω νομοθετικές πρόνοιες, τα ακόλουθα: «Η ανακοπή οχήματος δεν επάγεται αναπόφευκτα τέτοια στέρηση. Σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τέμνει μεταξύ της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας που διασφαλίζει το άρθρο 5
(1)της Σύμβασης και του απλού περιορισμού των κινήσεων που σταθερά κρίνεται πως δεν συνιστά παραβίαση αυτού του δικαιώματος. (βλ. Engel and Others, Eur.Court H.R. Series A, Vol. 22, Guzzardi Eur.Court H.R. Series A. Vol. 39, Morphou Gendarmerie v. Michael 2 R.S.C.C. 103, Hojemeister v. Federal Republic of Germany European Commission Human Rights, ημερομηνίας 6 Ιουλίου 1981, που αναφέρεται στη μονογραφία του J.L. Murdoch - Article 5 of the European Convention of Human Rights - The protection of liberty and security of person
  1. ΄Όπως ακριβώς αποφασίστηκε και στην Morphou Gendarmerie v. Michael (ανωτέρω) σε σχέση με την ακινητοποίηση οχήματος από αστυνομικό εν στολή όπως την εξουσιοδοτούσε ο Κανονισμός 58.1(p) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Κανονισμών του
  2. Και επίσης στις ΗΠΑ κατά τον προσδιορισμό των δυνατοτήτων για διεξαγωγή έρευνας πάνω στη βάση «probable cause» στο πλαίσιο των διατάξεων της τέταρτης τροποποίησης του Συντάγματος τους. (βλ. Bailey v. United States
(1967)128 App. D.C. 354, Terry v. Ohio
(1968)392 U.S. 1 20 Λ. Εδ. 2d 889). Πολύ λιγότερο όταν, στην Κύπρο, οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα, το άρθρο 16 του οποίου θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας. . Η ανακοπή λοιπόν και η ακινητοποίηση οχήματος, με σκοπό την΄ερευνα, διενεργούμενη εντός των ορίων των πιο πάνω άρθρων, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας· όσο και εάν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων». ΄Οταν μια νομοθεσία παρέχει σε εκτελεστικό όργανο του Κράτους την εξουσία άσκησης, επί τη βάσει εύλογης υπόνοιας, περιοριστικών μέτρων χωρίς δικαστική εξουσιοδότηση, τότε εναπόκειται στο όργανο να καταδείξει ότι είχε εύλογους λόγους να ενεργήσει όπως ενήργησε, ζήτημα που θα κριθεί τελικά από το Δικαστήριο. Να καταδείξει δηλαδή, ότι υπήρχαν γεγονότα εκ των οποίων εύλογα δημιουργήθηκε υπόνοια και εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο τα γεγονότα όντως προκαλούσαν εύλογη υπόνοια. Η καλή πίστη του οργάνου, εν προκειμένω των αστυνομικών, δεν αρκεί. Ούτε το ζητούμενο μπορεί να κριθεί επί τη βάσει της δικής τους πεποίθησης ότι είχαν εύλογη αιτία (βλ. απόφαση του Lord Atkin στην υπόθεση Liversidge v. Anderson and another [1941] 3 All E.R. 338, 350-351). ΄Όπως σχετικά αναφέρεται και στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 11
(1), σελ. 491: «There must be some concrete basis for the officer's suspicion related to the individual person concern, which can be considered and evaluated by an objective third person.». Από την άλλη, όπως στο ίδιο σημείο αναφέρεται: «Reasonable suspicion does not require certainty that an unlawful article is being carried; nor does the officer concerned have to be satisfied of this beyond reasonable doubt. Reasonable suspicion in contrast to mere suspicion must be founded on fact.» Ενώ, ως άνω, η καλή πίστη του αστυνομικού δεν αρκεί, πάντως αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Πρέπει αφενός, ο ίδιος ο αστυνομικός ειλικρινά να πιστεύει ότι η ενέργεια του είναι αναγκαία για την διαλεύκανση των αδικημάτων που διερευνά, και αφετέρου οι πληροφορίες που έχει να δικαιολογούν αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του (βλ. Al - Hamad κ.α. v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117). Oι αστυνομικοί σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να ενεργούν με αλλότρια κίνητρα ή αυθαίρετα ή με κατάχρηση της εξουσίας που τους παρέχεται, ούτε κατά τρόπο που οι ενέργειες τους να είναι δυσανάλογες προς τις ανάγκες που προκύπτουν τη δεδομένη στιγμή (βλ. Αρέστης Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. 91/2008, ημερ. 12/7/2010, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Βαρνάβα Χριστοφή, Ποιν. ΄Εφ. 82/2009, ημερ. 21/4/2010). Εν προκειμένω, οι αστυνομικοί που ανέκοψαν τον κατηγορούμενο ήταν ο αστ. 2292 Κλεάνθης Γρηγορίου και ο αστ. 2946 Νικόλας Μεθοδίου. Κλήθηκαν και οι δύο ως μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή στην ενδιάμεση δίκη που ακολούθησε την ένσταση. Ανέφεραν και οι δύο ότι στις 12/10/09 και περί ώρα 06:00 που ανέλαβαν καθήκον, ενημερώθηκαν πως υπήρχε πληροφορία ότι στη Λάρνακα θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών. ΄Ηρθαν στη Λάρνακα με άλλους συναδέλφους τους και έλαβαν μέρος σε οργανωμένη επιχείρηση αφού χωρίστηκαν σε ομάδες. Οι δύο μάρτυρες ήταν μαζί, από η ώρα 07:00-07:30 κοντά στην περιοχή του ξενοδοχείου Sun Flower επί της οδού Πολυγήρου που είναι παράλληλος της λεωφ. Μακαρίου. Γύρω στις 18:00 ενώ κάθονταν σε ένα internet cafe στην αρχή της Πολυγήρου απέναντι από το εν λόγω ξενοδοχείο, είδαν τον κατηγορούμενο να μεταφέρει πεζός επί της Πολυγήρου δύο ταξιδιωτικές βαλίτσες. Εκινείτο ύποπτα, δηλαδή με γοργό βηματισμό και κοιτάζοντας ανήσυχος δεξιά, αριστερά και πίσω του. Οι αστυνομικοί, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία τους, ήθελαν να ελέγξουν τα προσωπικά του στοιχεία, σε συνάρτηση με την πληροφορία που είχαν. Όπως το έθεσε αντεξεταζόμενος ο αστ. 2292, σε ερώτηση κατά πόσο σε εκείνο το αρχικό στάδιο αν ο κατηγορούμενος επέλεγε να συνεχίσει την πορεία του θα τον άφηναν να φύγει, σκοπό είχαν να τον ανακόψουν για εξακρίβωση των στοιχείων του (ονοματεπώνυμο, διαμονή) βάσει δε, και της πληροφορίας που υπήρχε, να του υποβάλουν ερωτήσεις για το περιεχόμενο των βαλιτσών και για το πού τις έπαιρνε. Αν εξακρίβωναν, είπε, τα ακριβή του στοιχεία, αν δεν συμπεριφερόταν ανήσυχα και αν δεν έδινε ελλιπείς απαντήσεις θα τον άφηναν να συνεχίσει. Επί του ιδίου θέματος ο αστ. 2946 ανέφερε ότι η πρόθεση τους ήταν η εξακρίβωση των στοιχείων του (ονοματεπώνυμο, διαμονή) και αν δεν ικανοποιούνταν από τις απαντήσεις του θα προχωρούσαν και σε έρευνα. Τον πλησίασαν, του υπέδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα και ο αστ. 2946 του ζήτησε τα στοιχεία και την ταυτότητα του. Κύριο ρόλο, υπό την έννοια ότι αυτός συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο, είχε ο αστ. 2946. Ο κατηγορούμενος δεν είχε ταυτότητα και τους παρουσίασε μια αμερικάνικη άδεια οδήγησης στο όνομα τού Γεώργιου Σταυρινέα ηλικίας 32 ετών. Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο τόπος διαμονής του, ανέφερε ότι έμενε με κάποιο φίλο του, αλλά ερωτηθείς για την διεύθυνση του φίλου του δεν απάντησε. Δεν απάντησε, ούτε και όταν ρωτήθηκε πού μετέβαινε με τις δύο ταξιδιωτικές αποσκευές και πού τις βρήκε. Σ' αυτό το στάδιο οι αστυνομικοί και ειδικά ο αστ. 2946, έκριναν ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και οι «ελλιπείς απαντήσεις» που τους έδωσε τον καθιστούσαν ύποπτο ως το πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η πληροφορία τους. ΄Ετσι ο αστ. 2946 αφού τον ενημέρωσε για την πληροφορία αυτή και ότι τον θεωρούσε ύποπτο, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος και πάλι δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Αμέσως μετά ο αστ. 2946 τον ρώτησε τί περιείχαν οι ταξιδιωτικές αποσκευές. Αυτός απάντησε ότι ήταν κενές. Ο αστ. 2946 του ζήτησε να τις ανοίξει, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος έπραξε. Ήταν όντως κενές. Όταν ο αστ. 2946 προσπάθησε να κλείσει την μία αποσκευή αντιλήφθηκε ότι ήταν υπερβολικά βαρετή για κενή αποσκευή και ρώτησε σχετικά τον κατηγορούμενο για τούτο, ο οποίος και πάλι δεν απάντησε. Τότε ο αστ. 2292 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα προχωρούσε σε περαιτέρω έλεγχο σχίζοντας το κάλυμμα στο εσωτερικό μέρος των βαλιτσών. Τον ρώτησε αν έχει ένσταση και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι «δεν είχε πρόβλημα». ΄Ετσι ο αστ. 2292 με ένα μικρό μαχαιράκι τρύπησε ένα μικρό μέρος του εσωτερικού της βαλίτσας οπότε διαπίστωσαν πως κάτω από το κάλυμμα υπήρχε φαιά ουσία ομοιάζουσα με ρητίνη κάνναβης. Ο αστ. 2292 τον ρώτησε περί τίνος πρόκειται, ο κατηγορούμενος δήλωσε άγνοια και ο αστ. 2292 αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και τον συνέλαβε. Ο κατηγορούμενος δήλωσε και πάλιν άγνοια. Η αντεξέταση σκοπό είχε να καταδείξει πως οι αστυνομικοί δεν ήταν ειλικρινείς και ότι στην πραγματικότητα, όπως αποκρυσταλλώθηκε η θέση της υπεράσπισης στην τελική αγόρευση όχι μόνο δεν είχαν εύλογη υποψία, αλλά δεν είχαν καν τον χρόνο ή την πρακτική ευχέρεια να τους δημιουργηθεί οποιουδήποτε βαθμού υποψία. Σ' αυτά τα πλαίσια αντεξετάστηκαν σε σχέση με την απόσταση που είδαν τον κατηγορούμενο, για το γεγονός ότι τον είδαν από πίσω και άρα, όπως υποβλήθηκε, δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι ήταν ανήσυχος και για το χρόνο που χρειάστηκε για να τον προσεγγίσουν. Στην τελική αγόρευση ο κ. Φράγκος μας κάλεσε περιπλέον, να λάβουμε δικαστική γνώση ως προς την ώρα του εικοσιτετραώρου που αρχίζει να σκοτεινιάζει κατά το συγκεκριμένο χρόνο, εισηγούμενος πως δεν θα μπορούσαν και γι' αυτό τον λόγο οι αστυνομικοί να παρατηρήσουν τα όσα ανέφεραν. Δικαστική γνώση μπορούμε να λάβουμε για τον χρόνο ανατολής και δύσης του ηλίου. Πέραν τούτου όμως, σημειώνουμε εξ αρχής πως δεν μπορούμε σε τέτοια γενικά πλαίσια να λάβουμε υπόψη ζήτημα που δεν τέθηκε στους μάρτυρες και το οποίο συναρτάται όχι μόνο με τις συνθήκες φυσικού φωτισμού, αλλά και με παράγοντες που δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας, όπως είναι ο οδικός ή οποιοσδήποτε τυχόν άλλος τεχνητός φωτισμός στην περιοχή, έστω και αν θα μπορούσαμε να λάβουμε υπόψη ότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η τελική θέση της υπεράσπισης ήταν πώς από την πρώτη στιγμή είχαν πρόθεση να ανακόψουν τον κατηγορούμενο και από την πρώτη στιγμή τον ανέκοψαν κατά τρόπο που δεν βρίσκει έρεισμα στη νομιμότητα. Μια άλλη πτυχή της αντεξέτασης σχετίζεται με το γεγονός, που έγινε τελικά κοινώς αποδεκτό, ότι ο κατηγορούμενος πριν από την σύλληψη του είχε εξέλθει από το Sunflower. Σ' αυτά τα πλαίσια ρωτήθηκαν οι αστυνομικοί για τις κινήσεις του και η εισήγηση στην τελική αγόρευση του κ. Φράγκου ήταν πως οι αστυνομικοί, ενώ είχαν δει τον κατηγορούμενο να εξέρχεται του ξενοδοχείου, επέλεξαν να μην πουν την αλήθεια, εφόσον είπαν ότι δεν τον είδαν να εξέρχεται, γιατί γνώριζαν «ότι είναι απολύτως φυσιολογικό κάποιο πρόσωπο να εξέρχεται ενός ξενοδοχείου, κρατώντας ταξιδιωτικές αποσκευές». Αντεξετάστηκαν και ως προς τον τρόπο που πλησίασαν και σταμάτησαν τον κατηγορούμενο. Τους υποβλήθηκε ότι επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο από πίσω, τον έσπρωξαν και τον ακινητοποίησαν στο έδαφος και αμέσως εμφανίστηκαν και άλλοι συνάδελφοι τους. Τους υποβλήθηκε επίσης ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος που είχε ανοίξει τις βαλίτσες αλλά οι ίδιοι και ότι είχαν σχίσει το κάλυμμα χωρίς να τον ρωτήσουν και χωρίς να του επιστήσουν την προσοχή του στο νόμο. Γι' αυτές όμως τις υποβολές δεν προσφέρθηκε μαρτυρία, όπως γενικά δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης. ΄Αλλωστε, σε σχέση με την υποβολή περί επίθεσης από πίσω, άρα απροειδοποίητης ενέργειας, σημειώνουμε πως σε άλλο σημείο της αντεξέτασης τέθηκε στον αστ. 2946 πως ο κατηγορούμενος «δεν είχε ένσταση να σταματήσει». Αυτό προϋποθέτει ότι του ζητήθηκε να σταματήσει, κάτι που έρχεται σε αντίφαση με την άλλη, ως άνω, θέση. Για το αρχικό αυτό στάδιο, η υπεράσπιση περιορίστηκε να θέσει με την τελική αγόρευση, την εισήγηση πως ενώ ο ένας αστυνομικός είπε ότι τοποθετήθηκαν δεξιά και αριστερά του, ο άλλος ισχυρίστηκε ότι τοποθετήθηκαν μπροστά του, ο ένας ανέφερε ότι μίλησε στον κατηγορούμενο ευγενικά και χρησιμοποιώντας μάλιστα τη λέξη «συγνώμη» ενώ ο άλλος ανέφερε ότι του φώναξαν αστυνομία και στάθηκαν μπροστά του. Ο κ. Φράγκος εισηγήθηκε ότι οι διαφορές αυτές είναι ουσιαστικής σημασίας. Ζητήθηκε, περαιτέρω, από τους αστυνομικούς να εξηγήσουν για ποιο λόγο υπάρχουν αναφορές στη μαρτυρία τους οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στις αρχικές τους καταθέσεις στην αστυνομία. Λ.χ. ο αστ. 2946 ρωτήθηκε γιατί δεν είχε αναφέρει στην κατάθεση του πως ο κατηγορούμενος κοίταζε δεξιά, αριστερά και πίσω, αλλά περιορίστηκε να καταγράψει πώς εκινείτο ύποπτα. Ακολούθησε δε, η εισήγηση στο τέλος ότι είναι άξιο απορίας πώς καθοριστικά, για τους ίδιους, γεγονότα ως προς την δημιουργία της υποψίας τους «ελλείπουν εντελώς» από τις γραπτές καταθέσεις. Σε σχέση με αυτή την εισήγηση σημειώνουμε από τώρα πως δεν πρόκειται για περίπτωση προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης ούτε για περίπτωση παντελούς έλλειψης σχετικής αναφοράς. Αντίθετα και οι δύο αστυνομικοί αναφέρθηκαν εξ αρχής στο ζήτημα και μάλιστα ο αστ. 2292 κατέγραψε στην κατάθεση του πως ο κατηγορούμενος «κοίταζε ανήσυχα την περιοχή» και «φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχος». Με αυτές τις διευκρινίσεις, η εισήγηση της υπεράσπισης θα κριθεί στα πλαίσια της όλης αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η τελική εισήγηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ήταν πως οι ενέργειες των αστυνομικών που είχαν ως αρχικό σκοπό τον έλεγχο των στοιχείων του κατηγορούμενου, εξελίχθηκαν παράλληλα με την εξέλιξη των ίδιων των γεγονότων με τέτοιο τρόπο ώστε οι ενέργειες τους συνολικά αποτιμούμενες να εντάσσονται στα πλαίσια των εξουσιών που νομίμως μπορούσαν υπό τις περιστάσεις να ασκήσουν. Είχαν αποκρυσταλλώσει, στην πορεία των γεγονότων, εύλογη και καλόπιστη υποψία και γενικά δεν ενήργησαν τυχαία ή αυθαίρετα. Στις τελικές θέσεις της υπεράσπισης σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αστυνομικών, έχουμε ήδη κάμει αναφορά σε συσχετισμό με τα θέματα που επιχείρησε μέσα από την αντεξέταση ο κ. Φράγκος να αναδείξει. Σε σχέση με την εισήγηση πως η αστυνομία ενήργησε χωρίς εύλογες υπόνοιες, ο κ. Φράγκος προέβη σε συγκριτική αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοφή (ανωτέρω), στην οποία η πρωτόδικη απόφαση περί αντισυνταγματικής ανακοπής ανετράπη, εισηγούμενος ότι τα γεγονότα εν προκειμένω είναι διαφορετικά. Αναφέρθηκε λ.χ. στο ότι ο κατηγορούμενος σε εκείνη την υπόθεση οδηγούσε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού μεταφέροντας στην πλάτη του τσάντα γεγονός που αποτελούσε συνηθισμένο τρόπο διακίνησης ναρκωτικών και εκινείτο σε περιοχή για την οποία οι αστυνομικοί είχαν συγκεκριμένη πληροφόρηση για πιθανότητα διακίνησης ναρκωτικών. Ενώ εν προκειμένω, η μαρτυρία είναι πως ο κατηγορούμενος εκινείτο σε ένα δρόμο κρατώντας δύο ταξιδιωτικές βαλίτσες και η πληροφορία δεν αφορούσε την συγκεκριμένη περιοχή, αλλά την ευρύτερη περιοχή της Λάρνακας. ΄Ηταν γενικά η θέση του πως οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι δύο αστυνομικοί ως λόγους γενεσιουργούς της υπόνοιας τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν, εν πάση περιπτώσει, ως τέτοιοι. Εισηγήθηκε πως η πρόθεση τους να υπερβούν τα νομίμως επιτρεπόμενα καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι, ενώ είχαν μόνο εξουσία με βάση το άρθρο 76
(1)του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(Ι)/2002να απαιτήσουν από τον κατηγορούμενο να τους προσκομίσει δελτίο ταυτότητας, προχώρησαν σε ερωτήσεις και «άσκησαν εξουσίες που δεν διέθεταν με τρόπο που συνιστούσε κατ' ουσίαν στέρηση του δικαιώματος της ελευθερίας και διακίνησης του κατηγορουμένου». Απαρίθμησε δε, σειρά περιστάσεων που κατά την εισήγηση του υποδηλώνουν ότι κατά την ανακοπή οι αστυνομικοί δεν είχαν εύλογες υπόνοιες, αλλά προϋφιστάμενη πρόθεση να συλληφθεί ο κατηγορούμενος ή έστω να κρατηθεί σε έλεγχο με σκοπό να εμποδιστεί η διαφυγή του. ΄Εχουμε υπόψη μας το σύνολο της μαρτυρίας και το σύνολο των εισηγήσεων των ευπαιδεύτων δικηγόρων και ιδιαίτερα την εκτεταμένη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορουμένου. Βέβαια, το έργο του Δικαστηρίου δεν είναι η ειδική αναφορά ή η διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται, αλλά η αναφορά στα επιχειρήματα που μπορούν να έχουν επίδραση στην θεώρηση των επιδίκων θεμάτων, σε επιχειρήματα με τα οποία η ενασχόληση κρίνεται αναγκαία (Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 21/2008, ημερ. 14/7/2010). Για πρακτικούς λόγους θα περιοριστούμε σε τέτοιας φύσης επιχειρήματα, χωρίς τούτο καθόλου να σημαίνει έλλειψη του δέοντος σεβασμού προς το έργο και την προσπάθεια των δικηγόρων. Κατ' αρχάς, δεν θεωρούμε πως οι διαφορές στη μαρτυρία που υποδείχθηκαν, συνιστούν ουσιώδεις αντιφάσεις τέτοιες που να αποκαλύπτουν προσπάθεια συνειδητής απόκρυψης της αλήθειας. Η αντίφαση πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττει καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνει τη διάθεση του να ψευσθεί (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Εν προκειμένω δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Επί της ουσίας των πραγμάτων, οι αστυνομικοί ήταν σταθεροί στην θέση τους πως από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος φαινόταν ανήσυχος και τον γρήγορο τρόπο που βάδιζε μεταφέροντας δύο βαλίτσες, σε συνδυασμό με την γενική πληροφορία που είχαν, θεώρησαν σκόπιμο να εξακριβώσουν τα στοιχεία του και να διερευνήσουν το ζήτημα σε σχέση με την υπόνοια που στο μυαλό τους σχηματίστηκε. Αυτή είναι η εξήγηση που έδωσαν για την ενέργεια τους να σταματήσουν το συγκεκριμένο άτομο. Η υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε για ποιο άλλο λόγο τον είχαν σταματήσει. Αμφισβητήθηκε μεν η αναφορά τους περί ανήσυχης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, αλλά δεν υποβλήθηκε στους αστυνομικούς ότι ενήργησαν με κακή πίστη ή για αλλότριους σκοπούς ή, έστω, τυχαία ή στα πλαίσια γενικής έρευνας διερχομένων προσώπων. Βέβαια, επαναλαμβάνουμε πως το βάρος να στοιχειοθετήσει τη νομιμότητα των ενεργειών των αστυνομικών βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Η Υπεράσπιση, αντίθετα, δεν είχε οποιοδήποτε βάρος, αλλά με ό,τι στο τέλος έχει παραμείνει ως μαρτυρικό υλικό, κρίνουμε πως η εκδοχή που έδωσαν οι αστυνομικοί έχει λογική συνοχή και αποδίδει τα πραγματικά γεγονότα. ΄Εστω και στον χρόνο που είχαν να παρατηρήσουν τον κατηγορούμενο, μπόρεσαν να διαπιστώσουν τα όσα ανέφεραν. Δεν βρίσκονταν εκεί ως θαμώνες του internet café, αλλά ως μέλη ειδικής υπηρεσίας της αστυνομίας εντεταλμένης για τη διερεύνηση υποθέσεων ναρκωτικών, προς εκπλήρωση της συγκεκριμένης αποστολής που τους ανατέθηκε εκείνη την ημέρα. Εύλογα λοιπόν βρίσκονταν, όπως προκύπτει, σε εγρήγορση και ετοιμότητα. Τα όσα παρατήρησαν ήταν η αιτία που τους οδήγησε στην ενέργεια να σταματήσουν τον κατηγορούμενο. Το επόμενο ερώτημα, έγκειται στο κατά πόσο τα όσα παρατήρησαν όντως δημιουργούσαν εξ αντικειμένου εύλογη υπόνοια. Συγκριτική αντιπαραβολή των γεγονότων μεταξύ υποθέσεων δεν είναι ιδιαίτερα υποβοηθητική ώστε να απαντηθεί το ερώτημα αυτό. Κάθε υπόθεση κρίνεται επί τη βάσει των δικών της περιστατικών, αλλά βέβαια πάντα υπό το φως των σταθερών νομικών αρχών που διέπουν το θέμα. Επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σημειώνουμε πως οι αστυνομικοί ανέφεραν ότι η πληροφορία για την οποία ενημερώθηκαν αφορούσε την ευρύτερη περιοχή της Λάρνακας. Εξ αυτού έγινε εισήγηση στην τελική αγόρευση πως οι πληροφορίες που είχαν οι αστυνομικοί ήταν γενικές και αόριστες και ότι δεν αφορούσαν κάποια συγκεκριμένη περιοχή και ειδικά εκείνη την περιοχή. Όμως, είναι δεδομένο ότι στους αστυνομικούς ανατέθηκε να περιπολούν για το συγκεκριμένο σκοπό στη συγκεκριμένη περιοχή. Εκ του ρόλου και μόνο που τους ανατέθηκε η περιοχή πλέον εκείνη, ήταν περιοχή στην οποία περιπολούσαν σε σχέση με ενδεχόμενη διακίνηση ναρκωτικών και όχι μια τυχαία περιοχή. Είναι στα πλαίσια εκπλήρωσης του συγκεκριμένου καθήκοντος τους που είδαν τον κατηγορούμενο να κινείται με τον τρόπο που περιέγραψαν. Κρίνοντας εξ αντικειμένου τα πράγματα, θεωρούμε πως εύλογα οι αστυνομικοί θεώρησαν τον κατηγορούμενο ύποπτο σε σχέση με την πληροφορία που είχαν. Ως πρώτο βήμα ζήτησαν τα στοιχεία του. Η εξουσία της αστυνομίας να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο να προσάξει το δελτίο ταυτότητας του βρίσκει έρεισμα στο νόμο (Ν.141(Ι)/2002). Βέβαια, έχει εκφραστεί σοβαρός προβληματισμός ως προς το κατά πόσο η εξουσία αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ως απόλυτη εξουσία, χωρίς συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 411). Εν προκειμένω όμως, οι αστυνομικοί δεν ζήτησαν τα στοιχεία του κατηγορούμενου χωρίς αιτία και υπό περιστάσεις που να έθετε ζήτημα τέτοιου προβληματισμού, αλλά σε συγκεκριμένα πλαίσια. Σημειώνουμε εν πάση περιπτώσει, πως δεν προχώρησαν σε διαδικασία που να απέληγε στη σύλληψη του κατηγορούμενου για το αυτόφωρο αδίκημα της μη προσαγωγής ταυτότητας. Σύλληψη διενήργησαν μετά την ανεύρεση της επίδικης ουσίας και σε σχέση με την ουσία αυτή. Η αρχική τους υπόνοια ενδυναμώθηκε όταν ο κατηγορούμενος συνέχισε να δείχνει ανήσυχος και όταν αρνήθηκε να αποκαλύψει τον τόπο διαμονής του και να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικές με τις βαλίτσες. Τότε είναι πλέον που οι αστυνομικοί του επέστησαν την προσοχή του στον νόμο σε σχέση με την πληροφορία τους για διακίνηση ναρκωτικών και τον πληροφόρησαν περί της πρόθεσης τους να τον ερευνήσουν, χωρίς να φέρει ένσταση ή να απαντήσει οτιδήποτε. Ακολούθως είναι που ρωτήθηκε τι περιείχαν οι βαλίτσες και αυτός απάντησε ότι είναι κενές. Τις άνοιξε συμμορφούμενος στο τι είχε ζητήσει ο αστυνομικός και ήταν όντως κενές. Επί της περαιτέρω υποψίας, ως εκ του βάρους τους ενώ ήταν κενές, ο αστυνομικός τον ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε σε περαιτέρω έλεγχο με σχίσιμο του εσωτερικού των βαλιτσών και ο κατηγορούμενος ρητώς, πλέον, εξέφρασε την έλλειψη ένστασης. Η έρευνα που τελικά διενεργήθηκε, ήταν μια δυνατότητα που οι αστυνομικοί είχαν εξ αρχής κατά νου, χωρίς όμως να αποκλειόταν και διαφορετική μεταχείριση, αναλόγως της στάσης του κατηγορούμενου. Εξ αυτών προκύπτει πως ενήργησαν «κλιμακωτά», αντιδρώντας ακριβώς μπροστά στις εξελίξεις κατά τρόπο ανάλογο (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας, ανωτ.). Εν κατακλείδι, σημειώνουμε πως το γεγονός ότι του υποβλήθηκαν οι εν λόγω ερωτήσεις, δεν μπορεί καθόλου να θεωρηθεί στέρηση του δικαιώματος ελευθερίας και διακίνησης του, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Η εξουσία για ανακοπή και έρευνα προσώπου, εφόσον βέβαια ασκείται σε νόμιμα πλαίσια, δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει την δυνατότητα μιας προκαταρκτικής διερεύνησης στα πλαίσια της υποψίας επί της οποίας ο αστυνομικός ενεργεί. Όπως δεδομένη είναι και η δυνατότητα επιλογήσ του ερωτούμενου να μην απαντήσει, κάτι που ακριβώς έπραξε εν προκειμένω ο κατηγορούμενος. Σημειώνουμε περαιτέρω, πως ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε σε οποιοδήποτε στάδιο με τρόπο τέτοιο ώστε να χρειαστεί επίκληση εξουσίας από τους αστυνομικούς (βλ. Michael, ανωτ., σελ. 417) . Εν τέλει, κρίνοντας τη συμπεριφορά τους ως ενιαίο σύνολο, θεωρούμε πως οι αστυνομικοί ενήργησαν στα πλαίσια της νομιμότητας και κατά τρόπο που δεν ήταν δυσανάλογος προς τις ανάγκες που προέκυψαν την δεδομένη στιγμή. Ως εκ των άνω η ένσταση απορρίπτεται και τα τεκμήρια μπορούν να κατατεθούν ως Τεκμήρια 1 έως 25 όπως αυτά περιγράφονται στον εν λόγω κατάλογο τεκμηρίων. (Υπ)................ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.)............ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.).......... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.