← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Γεώργιος Γεωργίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1245/09, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Γεώργιος Γεωργίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1245/09, 24 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1245/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Γεώργιος Γεωργίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος. Γεωργίου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος κατηγορείται, για πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης (1η κατηγορία), για οδήγηση καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις το αίμα του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο (2η κατηγορία), για υπέρβαση ορίου ταχύτητας (3η κατηγορία), για ανοχή εις παράλειψη χρήσεως ζώνης ασφαλείας (4η κατηγορία), για επικίνδυνη κατάσταση εξαρτημάτων μηχανοκίνητου οχήματος (5η κατηγορία), για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με φθαρμένα ελαστικά (6η κατηγορία) και για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς σιγαστήρα ή άλλη συσκευή για τη μείωση του θορύβου από την διαφυγή των αερίων της μηχανής στην ατμόσφαιρα (7η κατηγορία). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο κατηγορούμενος μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες 4 και

  1. Σύμφωνα με αυτές στον ίδιο τόπο και χρόνο που διαπράχθηκε το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒΑΥ 321 και ανέχθηκε πρόσωπο κάτω των 16 ετών να μην φέρει ζώνη ασφαλείας ήτοι τη Μήνα Ηλιοπούλλου ηλικίας 13½ ετών και οδηγούσε το πιο πάνω όχημα χωρίς σιγαστήρα ή συσκευή ή άλλο μηχανικό μέσο κατάλληλο και επαρκή για τη μείωση στο μέτρο του εφικτού του θορύβου που δημιουργείται από την διαφυγή των αερίων της μηχανής του οχήματος στην ατμόσφαιρα. Σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος αφού εδόθηκε η σχετική άδεια του Δικαστηρίου δήλωσε επίσης παραδοχή στις κατηγορίες 2 και 3 του κατηγορητηρίου σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που διαπράχθηκε το αδίκημα της 1ης κατηγορίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΒΑΥ 321 καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο ήτοι 128 χιλιοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος ενώ το όριο είναι 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος και οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας δηλαδή με ταχύτητα 96,74 χαω. αντί 65 χαω. Με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 27.5.10 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στη κατηγορία
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 25.12.07 και ώρα 04:45 λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΒΑΥ321 στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας στη Λάρνακα, επέφερε το θάνατο της Μήνας Ηλιοπούλλου τέως από τη Λάρνακα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία οδηγούσε το αναφερόμενο όχημα του οποίου τα ελαστικά δεν ήταν από κάθε άποψη σε τέτοια κατάσταση που να μην προκαλούν ή ενδεχομένως προκαλούν κίνδυνο στα πρόσωπα που βρίσκονται στο όχημα ή στα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν κατά το δεδομένο χρόνο την οδό ή σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονταν στην οδό ή γειτόνευαν προς την οδό, δηλαδή με φθαρμένα ελαστικά. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους εκ συμφώνου τα τεκμήρια 1-
  3. - Στις 25/1/07 και περί ώρα 04:45 επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στο δρόμο Λάρνακας -Δεκέλειας της επαρχίας Λάρνακας με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒΑΥ321 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο έχοντας ως συνοδηγό την Μήνα Ηλιοπούλου, ηλικίας 13 ½ ετών και συνεπιβάτη τον Παναγιώτη Ευθυμίου. - Συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος τραυματίστηκε θανάσιμα η Μήνα Ηλιοπούλου όπου την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών από τον Γεννάδιο Γενναδίου ο οποίος εργάζετο ως οδηγός ασθενοφόρου στο νοσοκομείο Λάρνακας(γραπτή κατάθεση του τεκμήριο 1). Ο θάνατος της Μήνας Ηλιοπούλου πιστοποιήθηκε την ίδια ημέρα στο νοσοκομείο Λάρνακας από την Δρ. Φισεντζίδου Κωνσταντία, η οποία και έκδωσε πιστοποιητικό θανάτου (τεκμήριο 2). - Στις 27/12/07 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία στη σορό της θανούσας και αποφάνθηκε ότι ο θάνατος της προήλθε από κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Επίσης λήφθηκαν αίμα, ούρα, οφθαλμικό υγρό για τοξικολογικές εξετάσεις (μεταθανάτιος ιατροδικαστική έκθεση τεκμήριο 3). - Η σορός της θανούσης αναγνωρίστηκε από τον αδελφό της Γεώργιο Ηλιόπουλο στις 27/12/07 στο νεκροτομείο Λάρνακας στην παρουσία του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους και του Λοχ. 4601 Π. Κουρτελλή. - Ο κατηγορούμενος και ο Παναγιώτης Ευθυμίου ήταν στρατιώτες στο 419 Μ.Π.Α. που εδρεύει στο στρατόπεδο Ανδρέα Σουρουκλή στην Αλυκή Λάρνακας. Την 25/12/07 και περί ώρα 0400 κατόπιν ελέγχου από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας Χριστόδουλο Χριστοδούλου διεφάνη ότι και οι δύο απουσίαζαν αδικαιολόγητα από το στρατόπεδο χωρίς άδεια εξόδου (γραπτή κατάθεση του Χρ. Χριστοδούλου τεκμήριο 4). - Στις 30/12/07 και ώρα 1100 στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ο αστ. 1079 Α. Σαββίδης του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (γραπτή κατάθεση του αστ.1079 τεκμήριο 5). - Στις 22/10/08 και μεταξύ των ωρών 2000-2010 ο Λοχίας 882 Γ. Ιακωβίδης φ/δι Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι καμία κατηγορία» (γραπτή κατάθεση Λοχ. 882, τεκμήριο 6 και γραπτή κατηγορία τεκμήριο 7). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά 7 μάρτυρες τον αστ.2828 Ορθόδοξο Πέτρου (ΜΚ1), τον Λοχία 4330 Νίκο Παλατέ (ΜΚ2), τον Χαράλαμπο Ευαγγέλου (ΜΚ3), τον Λοχία4601 Παναγιώτη Κουρτελλή (ΜΚ4), τον Χρίστο Ππασή (ΜΚ5), τον Γεώργιο Ηλιόπουλλο (ΜΚ6) και την Μαρία Αυξεντίου (ΜΚ7). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 1 και 6 με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε σαν μάρτυρα υπεράσπισης τον Παναγιώτη Ευθυμίου (ΜΥ1). Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αναπτύσσοντας ο καθένας τις δικές του θέσεις. Η μαρτυρία όπως έχει δοθεί είναι καταγραμμένη στα πρακτικά γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω στην ολότητα της αλλά θα παραθέσω συνοπτικά το μέρος αυτής που αφορά κυρίως τις κατηγορίες 1 και 6 για τις οποίες παρέμεινε να αποφασιστεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί ή όχι η ενοχή του κατηγορούμενου, μετά και την αλλαγή απάντησης του από μη παραδοχή σε παραδοχή στις υπόλοιπες πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες. Ο ΜΚ1 Αστ. 2828 Ορθόδοξος Πέτρου κατέθεσε και υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε σχετικά με την υπόθεση (τεκμήριο 8) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας στο Κλάδο Διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι ειδικευμένος στη σχεδιαγράφηση σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων επί κλίμακος όπως επίσης και εξουσιοδοτημένος χειριστής της συσκευής SKIDMAN που υπολογίζει το συντελεστή τριβής, με δοκιμή τροχοπέδησης. Την 25/12/07 και ώρα 5:12 επισκέφθηκε τη σκηνή του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, που συνέβηκε περί η ώρα 4:45 στο κύριο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας, με ενεχόμενο όχημα το σαλούν αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής BAY321 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και ενώ επέβαιναν σε αυτό στη θέση του συνοδηγού η Μήνα Ηλιοπούλου και στο πίσω κάθισμα ο Παναγιώτης Ευθυμίου. Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε το ενεχόμενο όχημα στην τελική του θέση. Ο κατηγορούμενος και ο Παναγιώτης Ευθυμίου παρελήφθησαν από ασθενοφόρο και μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ενώ η συνοδηγός Μήνα Ηλιοπούλου επειδή βρισκόταν εγκλωβισμένη στο εν λόγω όχημα, χρειάσθηκε να απεγκλωβιστεί από τη Πυροσβεστική Υπηρεσία για να μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο μάρτυρας, στην απουσία του κατηγορούμενου, αφού εντόπισε τα σημεία πρόσκρουσης καθώς και τη πορεία του ενεχόμενου οχήματος έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο τοποθέτησε το σημείο πρόσκρουσης, τα ίχνη πλαγιολίσθησης του ενεχόμενου οχήματος καθώς και τα υπόλοιπα ευρήματα που εντόπισε στη σκηνή. Ο μάρτυρας περιέγραψε τη μέθοδο που εφάρμοσε χρησιμοποιώντας τη συσκευή skidman και τους σχετικούς μαθηματικούς υπολογισμούς με βάση τους οποίους χρησιμοποιώντας μετρήσεις από το ίχνος πλαγιολίσθησης που εντόπισε στη σκηνή και σημειώνεται στο τελικό σχέδιο με το γράμμα Α2 υπολόγισε ότι η ελάχιστη ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου πριν από την σύγκρουση ήταν 96,74 χαω. Δεδομένης της μετέπειτα παραδοχής του κατηγορούμενου στην 3η κατηγορία δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΚ
  1. Ο δρόμος που επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι ο κύριος δρόμος Λάρνακας-Δεκέλειας. Είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας επίπεδος με ικανοποιητική ορατότητα. Στο μέρος του δυστυχήματος στο δρόμο σχηματίζεται ελαφριά στροφή προς τα αριστερά σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου. Ο δρόμος ήταν ξηρός και σε καλή κατάσταση. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός προερχόμενος από κολώνες οδικού φωτισμού που βρίσκονται εντός της διαχωριστικής νησίδας. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας προς κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις πλάτους 7μ. έκαστη χωρίζονταν από διαχωριστική νησίδα τεχνητή με πέτρες ύψους 0,50εκ. και πλάτους 4,50μ.. Ο δρόμος βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας 65 χαω. Ο ΜΚ1 σε μεταγενέστερο στάδιο, βάσει του πρόχειρου σχεδίου και από συμπληρωματικά μέτρα που λήφθησαν ετοίμασε σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακος, το οποίο κατάθεσε ως τεκμήριο 9 και επεξήγησε στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας υπέδειξε στο τεκμήριο 9 την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου που σημειώνεται με το γράμμα Α με κατεύθυνση τη Λάρνακα, τα σημεία πρόσκρουσης και τα ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος που εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος, τα ίχνη τριψίματος του οχήματος εντός της διαχωριστικής νησίδας το τελικό σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται με το γράμμα Χ και βρίσκεται πάνω στη κολώνα οδικού φωτισμού επί της διαχωριστικής νησίδας καθώς και τη τελική θέση του οχήματος. Για να καταλήξει στο εύρημα σε σχέση με την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο μέχρι την τελική του θέση καθοδηγήθηκε από τα ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος, τις εκδορές εντός της διαχωριστικής νησίδας, το σημείο σύγκρουσης που ήταν η θέση που βρίσκετο η κολώνα οδικού φωτισμού, η οποία αποκόπηκε από τη βάση της ένεκα της σύγκρουσης, όπως επίσης και από τις ζημιές του οχήματος. Αναφερόμενος ο μάρτυρας στην ορατότητα του δρόμου στο σημείο που έγινε το δυστύχημα ανέφερε ότι είναι πολύ ικανοποιητική διότι δεν υπάρχει φυσικό η τεχνητό εμπόδιο που να την περιορίζει αλλά και ένεκα της ύπαρξης ικανοποιητικού οδικού φωτισμού. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα ίχνη πλαγιολίσθησης δείχνουν προσπάθεια αποφυγής σύγκρουσης επί της διαχωριστικής νησίδας η οποία στο σημείο που έγινε το δυστύχημα έχει ύψος 50cm. Σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι τα μαυρίσματα που εντόπισε στην άσφαλτο από τα ίχνη πλαγιολίσθησης δείχνουν ότι ο οδηγός δεν χρησιμοποίησε τα φρένα αλλά μόνο το τιμόνι του οχήματος του. Όπως εξήγησε όταν γίνεται χρήση του τιμονιού και το όχημα αναγκαστεί να κινηθεί, δηλαδή οι τροχοί κινούνται κάθετα με τον άξονα του, τότε δημιουργούνται ίχνη πλαγιολίσθησης. Όλα τα ίχνη πλαγιολίσθησης που εντόπισε στη σκηνή καταλήγουν στο σημείο σύγκρουσης του οχήματος. Στο σημείο 0 από το οποίο ξεκινά το ίχνος πλαγιολίσθησης Α1 υπήρχε ελαφρύ τρίψιμο στη λίνια της νησίδας δηλαδή μαύρισμα που άφησε ο τροχός του οχήματος. Με το Α1 σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος τα ίχνη πλαγιολίσθησης των δεξιών τροχών του ενεχόμενου αυτοκινήτου τα οποία ήταν μήκους 30 μέτρων και 20 εκατοστών, με το Α2 τα ίχνη πλαγιολίσθησης του μπροστινού αριστερού τροχού μήκους 20 μέτρων και 30 εκατοστών και το σημείο πρόσκρουσης επί της νησίδας, με το Α3 τα ίχνη πλαγιολίσθησης του πισινού δεξιού τροχού μήκους 12 μέτρων και 70 εκατοστών και το σημείο πρόσκρουσης επί της νησίδας, με το Α4 τα ίχνη πλαγιολίσθησης του πισινού αριστερού τροχού μήκους 15 μέτρων και 80 εκατοστών και το σημείο πρόσκρουσης επί της νησίδας, με το Α5 τα ίχνη τριψίματος του αυτοκινήτου εντός της διαχωριστικής νησίδας, με το Α6 σημείωσε τα ίχνη τριψίματος του αυτοκινήτου πάνω σε ανθώνα εντός της διαχωριστικής νησίδας, και με το Α7 τη τελική θέση του αυτοκινήτου. Όλα τα πιο πάνω ίχνη που κατέληγαν στο τελικό σημείο σύγκρουσης είχαν πλάτος ίσο με το πλάτος του πέλματος των ελαστικών του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Το αυτοκίνητο κατά την πλαγιολίσθηση τα ίχνη της οποίας σημειώνονται στο σχέδιο με το Α3, κινήθηκε αριστερόπλευρα γι' αυτό και η πρώτη πρόσκρουση έγινε με το αριστερό μέρος του οχήματος. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας λόγω της κλίσης του οχήματος, το βάρος του κινήθηκε προς τα αριστερά και γι' αυτό το λόγο στη περίπτωση αυτή δεν άφησε ίχνη πλαγιολίσθησης ο μπροστινός δεξιός τροχός. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στο δρόμο σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου υπάρχει ελαφριά στροφή προς τα αριστερά η οποία συνεχίζεται μέχρι περίπου το σημείο σύγκρουσης όπου ο δρόμος γίνεται ευθύς. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι με τον οδικό φωτισμό που διαθέτει ο συγκεκριμένος δρόμος είναι δύσκολο ένας οδηγός να τυφλωθεί από τα φώτα άλλου οχήματος ερχόμενου από απέναντι. Στα ευρήματα του αναφορικά με το κατά πόσο τα ίχνη πλαγιολίσθησης ανήκαν στον δεξί ή τον αριστερό τροχό κατέληξε με βάση την κλίση που πήρε το όχημα κατά τη σύγκρουση. Ανέφερε τέλος ότι το όχημα στη τελική του θέση ήταν ανασηκωμένο προς τα δεξιά και πλήρως κατεστραμμένο. Το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης του ΜΚ1 αφορούσε τη μέθοδο με την οποία μετρήθηκε η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το όχημά του κατηγορούμενου πριν το δυστύχημα στην οποία όμως, δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ αναλυτικά μετά και τη παραδοχή του κατηγορούμενου στη κατηγορία
  2. Σε υποβολή του συνηγόρου της υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος στο σημείο που ξεκινούν τα ίχνη πλαγιολίσθησης Α2, Α3 και Α4 τυφλώθηκε από τα φώτα εξ' αντιθέτου ερχομένου αυτοκινήτου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο δρόμος είναι φωτεινός και είναι δύσκολο κάποιος οδηγός να τυφλωθεί από τα φώτα άλλου οχήματος ούτως ώστε να μην μπορεί να δει το δρόμο μπροστά του. Ο μάρτυρας επανέλαβε κατά την αντεξέταση ότι τα ίχνη που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου είναι ίχνη πλαγιολίσθησης και όχι τροχοπέδησης, κάτι που υποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε καθόλου τα φρένα του οχήματός του. Ο ΜΚ2 Λοχίας 4330 Νίκος Παλατές κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 10) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ο μάρτυρας διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ
  3. Έλαβε 24 φωτογραφίες της σκηνής τις οποίες κατέθεσε σε δέσμη ως τεκμήριο 11 και εξήγησε στο Δικαστήριο. Μεταξύ άλλων ο μάρτυρας υπέδειξε στις φωτογραφίες τα ίχνη πρόσκρουσης και πλαγιολίσθησης που σημειώθηκαν επί του σχεδιαγράμματος (τεκμήριο 9). Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στη σκηνή δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι κατά την εξέταση του δυστυχήματος και την ετοιμασία του σχεδιαγράμματος συνεργάστηκε με τον ΜΚ1 ο οποίος κατέχει και το δίπλωμα του εξεταστού τροχαίων δυστυχημάτων όπως και ο ίδιος. Σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της υπεράσπισης, απάντησε ότι ο δρόμος σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου είχε ελαφριά κλίση προς τα αριστερά. Εξήγησε πως στις φωτογραφίες 1,2 και 3 η στροφή φαίνεται έντονη διότι αυτές λήφθησαν 200 μέτρα περίπου πριν την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 έλεγξε τα σημεία πρόσκρουσης προσεκτικά και διαπίστωσε ότι ήταν φρέσκα και ανήκαν στο ενεχόμενο όχημα. Υπέδειξε στη φωτογραφία 3 το σημείο που άφησε ο δεξιός τροχός του οχήματος στη λίνια της διαχωριστικής νησίδας αναφέροντας ότι πρόκειται για το πρώτο σημείο πρόσκρουσης του. Διαπίστωσε ότι το ίχνος αυτό ήταν μαύρο και φρέσκο διότι αγγίζοντας το του άφησε μαύρισμα στο δάκτυλο. Ακολούθως εντόπισε τα υπόλοιπα ίχνη τα οποία όλα κατέληγαν στη τελική θέση του οχήματος. Ο μάρτυρας υπέδειξε στις φωτογραφίες με αριθμούς 7 και 8 και στο τεκμήριο 9 τα ίχνη πλαγιολίσθησης, το σημείο πρόσκρουσης στη λίνια και στη συνέχεια το σημείο σύγκρουσης του οχήματος στην κολώνα οδικού φωτισμού. Σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε πως από τις φωτογραφίες που έλαβε δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο τα ελαστικά του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν φθαρμένα λέγοντας ότι αν διαπίστωνε κάτι τέτοιο προφανώς θα ελάμβανε σχετική φωτογραφία. Ο ΜΚ3 Χαράλαμπος Ευαγγέλου από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών εξέτασε το επίδικο όχημα και ετοίμασε σχετική έκθεση, (τεκμήριο 12), την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ανέφερε ότι κατά τον έλεγχο διαπίστωσε ότι ο αριθμός πλαισίου της μηχανής του αυτοκινήτου που ήταν πλήρως κατεστραμμένο συνάδει με το πιστοποιητικό εγγραφής του. Περαιτέρω διαπίστωσε ότι στη μηχανή υπήρχε εφαρμοσμένο φίλτρο αέρα αγωνιστικού τύπου, ότι στο σύστημα εξώς δεν υπήρχε σιγαστήρας και ότι το μέγεθος των ελαστικών ήταν 195/50R15 αντί 175/70R13 λέγοντας όμως ότι αυτή η διαφορά είναι ασήμαντη. Από τον έλεγχο που διενήργησε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ελαστικά ήταν φθαρμένα σε βαθμό τέτοιο που δεν μπορούσαν να προσφέρουν το ιδανικό κράτημα στο δρόμο. Όπως ανέφερε σύμφωνα με τους κανονισμούς ένα ελαστικό για να είναι κατάλληλο θα πρέπει να φέρει στο πέλμα του πρωτεύουσες αυλακώσεις τουλάχιστον πέραν του 1,6 χιλιομέτρου και να είναι όλο το κάλυμμα ομοιόμορφο. Ο μάρτυρας ανέφερε πως τα φθαρμένα ελαστικά δεν επηρεάζουν την ταχύτητα του οχήματος ούτε και το φίλτρο αέρος, σκοπός του οποίου είναι να καθαρίζει τον αέρα της μηχανής. Κατά την αντεξέταση, επανέλαβε ότι τα ελαστικά του ενεχόμενου οχήματος ήταν φθαρμένα αναφέροντας όμως ότι δεν σημείωσε στις μετρήσεις του το βάθος των πρωτευουσών αυλακώσεων, ισχυριζόμενος ότι αφού κατέγραψε στο τεκμήριο 12 ότι αυτά ήταν φθαρμένα, σημαίνει ότι βρίσκονταν κάτω από το όριο που καταχωρεί ο κατασκευαστής ή θα ήταν ανομοιόμορφα φθαρμένα κάτι που σύμφωνα με το εγχειρίδιο ελέγχου σημαίνει ότι ήταν ακατάλληλα. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του (τεκμήριο 13) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι απεσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Την ημέρα του δυστυχήματος περί η ώρα 07:30 παρέλαβε από τον Αστυφύλακα Σίμο Γερασίμου της Τροχαίας Λάρνακας ένα φιαλίδιο με δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο για ανάλυση αλκοόλης και το οποίο παρέδωσε στον Αστυφύλακα 2638 Μ. Χρυσόστομο για να τα μεταφέρει στο Κρατικό Χημείο μαζί με φιαλίδια δειγμάτων αίματος, οφθαλμικού υγρού και ούρων του θύματος που παράλαβε από τον ιατροδικαστή Σ. Σοφοκλέους. Έλαβε φωτογραφίες της σορού του θύματος τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  4. Στις 30.12.07 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 15). Κατέθεσε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση τα αποτελέσματα του Κρατικού Χημείου σχετικά με την ανάλυση αίματος του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Ο ΜΚ5 Χρήστος Ππασής κατέθεσε και υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 16) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Στο τεκμήριο 16 αναφέρει ότι στις 25/12/07 και η ώρα 04:54 οδηγούσε στο δρόμο Λάρνακας- Δεκέλειας το όχημα με αριθμούς εγγραφής CAM967 με κατεύθυνση τη Δεκέλεια. Είδε από απόσταση περίπου 100 με 150μ. στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται στον αέρα πάνω από τη διαχωριστική νησίδα, το οποίο πίστεψε ότι θα αναποδογυριζόταν διότι ενώ βρισκόταν ανασηκωμένο έκανε κλίση προς τα αριστερά. Ακολούθως πλησίασε και διαπίστωσε ότι το όχημα προσέκρουσε σε κολώνα οδικού φωτισμού και κάλεσε την αστυνομία που έφθασε στη σκηνή μαζί με την πυροσβεστική και ασθενοφόρο. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα, διότι, όταν το είδε για πρώτη φορά ήδη βρισκόταν ανασηκωμένο στον αέρα. Την ώρα του δυστυχήματος δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο μπροστά από το δικό του και για όση απόσταση είχε ορατότητα δεν αντιλήφθηκε να κινείται στο δρόμο άλλο όχημα. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε πως ο οδικός φωτισμός στο δρόμο ήταν ικανοποιητικός και γι' αυτό τα φώτα του οχήματος του βρίσκονταν στην κανονική τους στάση. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας σε σχετικές ερωτήσεις ισχυρίσθηκε ότι ήταν σε θέση να αναφέρει την ώρα που επεσυνέβηκε το δυστύχημα διότι την είχε παρατηρήσει από το ρολόϊ που βρίσκεται στο ταμπλό του αυτοκινήτου του. Επίσης σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν τον είχαν προσπεράσει άλλα οχήματα στον κυκλικό κόμβο Δεκέλειας. Σε υποβολή εκ μέρους της υπεράσπισης, ότι τη συγκεκριμένη ώρα και πριν δει το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου να βρίσκεται στον αέρα ήταν ο μοναδικός που εκινείτο στο δρόμο και είχε τα φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα στη ψηλή τους στάση με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να τυφλωθεί από αυτά, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι τα φώτα του οχήματος του βρίσκονταν στη κανονική τους στάση. Τέλος εξήγησε ότι αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, από απόσταση περίπου 100-150μ. επειδή στο δρόμο υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο ΜΚ6 Γιώργος Ηλιόπουλος, αδελφός του θύματος, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε για την υπόθεση σαν μέρος της κυρίως εξέτασής του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ο ΜΚ6 αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε ο ίδιος και η θανούσα με το κατηγορούμενο και το φίλο του σε συγκεκριμένο μπαράκι στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στο μπαράκι κατανάλωσε μαζί με το φίλο του (ΜΥ1) αλκοόλ και συγκεκριμένα ένα μεγάλο και ένα μικρό μπουκάλι ούζο, με αποτέλεσμα να έρθει σε κατάσταση ευθυμίας. Αντεξεταζόμενος μεταξύ άλλων, ανέφερε, ότι ο κατηγορούμενος μετά την κατανάλωση του αλκοόλ ήταν ολοκόκκινος και περπατούσε με ασταθή βηματισμό λέγοντας αυτολεξεί "όταν σηκώστηκε περπατούσε από εδώ και από εκεί "πήγαινε μια ποτζιή μια ποδά". Αυτός ήταν και ο λόγος που ζήτησε να μεταφέρει ο ίδιος την αδελφή του στο σπίτι, η οποία όμως επέμενε να επιστρέψει με τον κατηγορούμενο. Για σκοπούς πληρέστερης εικόνας της υπόθεσης, αναφέρω συνοπτικά ότι με την ΜΚ7 Μαρία Αυξεντίου, χημικό που εργάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους, η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο τα αποτελέσματα της εξέτασης αίματος του κατηγορούμενου τα οποία κατέδειξαν αλκοόλη στο αίμα του 128 χιλιοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος ήτοι μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο όριο που είναι 50 χιλιοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης. Οι λόγοι ένστασης εξετάσθηκαν μέσα στα πλαίσια διεξαγωγής δίκης εντός δίκης, όπου με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30/3/10 αποφασίστηκε από το Δικαστήριο ότι η λήψη αίματος από τον κατηγορούμενο ήταν νόμιμη αφού έγινε με τη συγκατάθεση του και χωρίς να παραβιαστεί κανένα συνταγματικό του δικαίωμα. Στη συνέχεια η υπεράσπιση αποδέχθηκε τη κατάθεση του αποτελέσματος της αιματολογικής εξέτασης του κατηγορούμενου, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 18, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι το περιεχόμενο του γίνεται αποδεκτό. Η ΜΚ7 δεν αντεξετάσθηκε από το συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι γύρω στις 2:45 πήγε με το φίλο του Παναγιώτη Ευθυμίου στο αναφερόμενο μπαράκι «Απόφασις» στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας όπου συνάντησε την Μήνα Ηλιοπούλλου, με τον αδελφό της Γιώργο και κάποιους φίλους του. Αφού κάθησαν όλοι μαζί, παράγγειλε με το φίλο του ένα τέταρτο μπουκάλι ούζο από το οποίο δεν ήπιε πολύ. Ακολούθως όμως παράγγειλαν και δεύτερο μπουκάλι πιο μεγάλο από το πρώτο λέγοντας, σε σχετική ερώτηση που του ετέθηκε κατά την αντεξέταση, ότι το παρήγγειλε επειδή ένοιωθε καλά και δεν ήταν μεθυσμένος. Φεύγοντας από το μπαράκι γύρω στις 4:30 οδηγούσε ο ίδιος με τη Μήνα συνοδηγό ενώ στο πίσω κάθισμα βρισκόταν ο φίλος του Παναγιώτης. Κατά τη διαδρομή μιλούσε με τη Μήνα και τον Παναγιώτη ο οποίος ήταν μεθυσμένος. Ισχυρίσθηκε ότι η ταχύτητα του ήταν περίπου 80 χαω, ερωτηθείς όμως κατά την αντεξέταση, κατά πόσο μπορούσε να ήταν και μεγαλύτερη, απάντησε «περίπου ναι». Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου τυφλώθηκε από τα «μεγάλα» φώτα αυτοκινήτου ερχόμενου από την αντίθετη κατεύθυνση. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι φώναξε «Παναγία μου εστράβωσε μας τούτος». Ακολούθως σε ελάχιστα δευτερόλεπτα άκουσε ένα θόρυβο έχασε τις αισθήσεις του και ξύπνησε στο νοσοκομείο. Πιστεύει ότι ο οδηγός του αναφερόμενου οχήματος ήταν ο ΜΚ5 ο οποίος ήταν και ο μόνος που εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση εκείνη την ώρα. Ο ίδιος όταν τυφλώθηκε από τα φώτα δεν έκανε προσπάθεια να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του και δεν θυμάται κατά πόσο είχε την δυνατότητα να αποφύγει την τύφλωση από τα φώτα, επειδή μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα άκουσε το θόρυβο και στη συνέχεια ξύπνησε στο νοσοκομείο. Τέλος προέβαλε την εκδοχή ότι ο μόνος λόγος που έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ήταν επειδή τυφλώθηκε από τα φώτα του αυτοκινήτου που εκινείτο απέναντι. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υπέβαλε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι από το πρώτο μπουκάλι κατανάλωσε μόνο ένα ποτήρι και από το δεύτερο, που ήταν πιο μεγάλο, ένα με δύο ποτήρια ούζο, ισχυριζόμενος ότι ένοιωθε ευθυμία αλλά ήταν λόγω της παρέας και όχι του αλκοόλ που κατανάλωσε. Όταν θα έφευγε ο αδελφός του θύματος από το μπαράκι βγήκε μαζί του μέχρι την πόρτα για να τον αποχαιρετήσει. Ανέφερε επίσης ότι οδηγούσε με κατεύθυνση προς τη Λάρνακα και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ενώ οδηγούσε και μιλούσε με τον Παναγιώτη (ΜΥ1) για μια στιγμή γύρισε πίσω προς το μέρος του και συγκεκριμένα αυτό έγινε όπως είπε πριν φτάσει στον κυκλικό κόμβο του Ναυτικού Ομίλου. Αποδέχθηκε τη θέση ότι στο δρόμο υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός ισχυριζόμενος όμως πως τον τύφλωσαν τα φώτα του εξ' αντιθέτου ερχόμενου οχήματος το οποίο είδε από απόσταση 50μέτρων. Ο ΜΥ1, φίλος του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι εκείνη τη νύκτα στο μπαράκι διασκέδασαν, χόρεψαν και ήπιαν ούζο. Ο ίδιος ήπιε μέχρι τα 5 ποτήρια ενώ ο κατηγορούμενος έπινε σιγά-σιγά και κατανάλωσε συνολικά μέχρι 2 ποτήρια. Ισχυρίσθηκε ότι από τα μπουκάλια που παρήγγειλαν, έπιναν και οι υπόλοιποι της παρέας. Αρχικά ανέφερε ότι φύγανε από το μπαράκι μαζί με τον αδελφό της Μήνας και τους φίλους του, λέγοντας όμως στη συνέχεια ότι αυτοί έφυγαν πιο μπροστά. Ο ίδιος, κατά τη διαδρομή, καθόταν γυρμένος στο πίσω κάθισμα του οχήματος με το χέρι του στο μέτωπο, είχε όμως τις αισθήσεις του και άκουε ότι ο κατηγορούμενος με το θύμα μιλούσαν μεταξύ τους χωρίς όμως να ακούει τι έλεγαν. Ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε κανονικά και όχι με μεγάλη ταχύτητα τον άκουσε ξαφνικά να φωνάζει δυνατά "Παναγία μου εστράβωσε μας τούτος" και μέσα σε κάποια δευτερόλεπτα ένοιωσε ένα κτύπημα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι νομίζει πως ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει δύο ποτήρια ούζο και δεν αντιλήφθηκε να ήταν ζαλισμένος. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου δεν άκουε τη συνομιλία του κατηγορούμενου με τη Μήνα, εντούτοις άκουσε το κατηγορούμενο να λέει "Παναγία μου εστράβωσε μας τούτος" διότι το είπε κάπως φωναχτά. Δεν είδε όμως το εξ αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο επειδή τη στιγμή που φώναξε ο κατηγορούμενος δεν σήκωσε το κεφάλι του για να κοιτάξει, διότι όπως ισχυρίσθηκε, δεν είναι περίεργος. Συμπέρανε ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα διότι ο ίδιος δεν είχε τάση για εμετό ενώ ήταν «πιωμένος». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός και μόνο τα σημεία που πιο κάτω εκτίθενται. Κατέθεσε στο Δικαστήριο με απλό, σταθερό και θετικό τρόπο εκθέτοντας τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να διακρίνω οποιανδήποτε προσπάθεια να αλλοιώσει την αλήθεια. Το ύφος του, η όλη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα, καταδείκνυαν τη γνησιότητα της πρόθεσης του να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό. Μου έδωσε την εντύπωση του αμερόληπτου μάρτυρα και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας του, που αφορά τη μέτρηση της ταχύτητας του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας έδωσε σαφείς εξηγήσεις και ανέφερε στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια τα οποία έλαβε υπόψη. Εν όψει όμως της αλλαγής απάντησης του κατηγορούμενου από μη παραδοχή σε παραδοχή στη 3η κατηγορία, που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος εκινείτο με ταχύτητα 96,76 χαω αντί 65 χαω που ήταν το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, δεν θα προβώ σε περαιτέρω ανάλυση του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Το μόνο σημείο από τη μαρτυρία του που δεν αποδέχομαι είναι η θέση του ότι σε ένα δρόμο που φωτίζεται από οδικό φωτισμό ένας οδηγός δεν επηρεάζεται από τα φώτα εξ αντιθέτου ερχόμενου οχήματος όταν αυτά βρίσκονται στη ψηλή στάση. Και αυτό γιατί η θέση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα εμπειρογνωμοσύνης αλλά όπως με ειλικρίνεια ανέφερε ήταν η προσωπική του άποψη και όχι αποτέλεσμα σχετικής έρευνας στη σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης δεν γίνεται αποδεκτό από τη μαρτυρία του το σημείο όπου ενώ ρωτήθηκε από την υπεράσπιση, κατά πόσο είναι επικίνδυνη ή αμελής οδήγηση όταν ένας οδηγός παραλείψει να φρενάρει, απάντησε ότι όταν υπάρχει πλαγιολίσθηση υπάρχει και αμελής οδήγηση. Τούτο διότι η πιο πάνω αναφορά του μάρτυρα αποτελεί προσωπική του άποψη και μαρτυρία γνώμης που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν αμελής ή επικίνδυνη είναι θέμα που θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο αφού πρώτα εξετάσει τα γεγονότα της υπόθεσης και μέσα από αυτά καταλήξει στα ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αυτός, του οποίου η μαρτυρία συνάδει με τα όσα ανέφερε και ο ΜΚ1 μαζί με τον οποίο εξέτασε το δυστύχημα, παράθεσε στο Δικαστήριο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του χωρίς οποιανδήποτε προσπάθεια να αλλοιώσει την αλήθεια. Στο μόνο σημείο που η μαρτυρία του δεν συνάδει απόλυτα με αυτή του ΜΚ1 είναι σε σχέση με το σημείο Α1 επί του τεκμηρίου 9 όπου ο ΜΚ1 άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτό να δημιουργήθηκε από άλλο όχημα και όχι από το όχημα του κατηγορούμενου, κάτι όμως που απέκλεισε ο ΜΚ2 ο οποίος επέμεινε στη θέση του ότι ανήκε στο όχημα του κατηγορούμενου, εξηγώντας με απλό, σταθερό και πειστικό τρόπο το πώς εξέτασε το μαύρισμα που εντόπισε πάνω στη λίνια της νησίδας από όπου ξεκινά το ίχνος Α1 και κατέληξε στο πιο πάνω εύρημα, το οποίο και αποδέχομαι ως ορθό. Ο ΜΚ2 υπέδειξε και επεξήγησε στις φωτογραφίες τα ίχνη πλαγιολίσθησης και πρόσκρουσης που άφησε στη σκηνή του δυστυχήματος το όχημα του κατηγορούμενου αναφέροντας, όπως και ο ΜΚ1, ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης, κάτι που υποδεικνύει, ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός του. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 9) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση επίσης πραγματική μαρτυρία που απεικονίζει την πραγματική κατάσταση της σκηνής και που βοήθησε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το υπό εξέταση δυστύχημα αποτελούν και οι φωτογραφίες του τεκμήριου 11, τις οποίες το Δικαστήριο επίσης εξέτασε με προσοχή. Στην απόφαση Κονναρή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε τα εξής σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία: «όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για την διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων . είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί, όπως επισημάναμε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα». Ο ΜΚ3 παρά το ότι δεν μου έκανε κακή εντύπωση σαν μάρτυρας, εντούτοις δεν μπορώ να βασίσω στην μαρτυρία του οποιονδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το αδίκημα της 6ης κατηγορίας σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της οποίας ο κατηγορούμενος οδηγούσε με φθαρμένα ελαστικά. Τούτο διότι ενώ ανέφερε πως σύμφωνα με τους κανονισμούς ένα ελαστικό για να είναι κατάλληλο θα πρέπει να φέρει αυλακώσεις τουλάχιστον πέραν του 1,6 χιλιομέτρων, εντούτοις, κατά την εξέταση που διενήργησε δεν σημείωσε και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το βάθος των αυλακώσεων των ελαστικών του οχήματος του κατηγορούμενου, υποστηρίζοντας γενικά και αόριστα ότι τούτα ήταν φθαρμένα βασιζόμενος απλά στο γεγονός ότι αυτό κατέγραψε στην έκθεση του τεκμήριο
  1. Αμφιβολίες για τη πιο πάνω θέση του ΜΚ3 δημιουργεί και η μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε ότι εάν διαπίστωνε φθαρμένα ελαστικά θα ελάμβανε σχετική φωτογραφία. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 σε σχέση με τη θέση του ότι τα ελαστικά του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν φθαρμένα σε βαθμό που αυτά να είναι ακατάλληλα. Ο ΜΚ4 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και γι' αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Παράθεσε στο Δικαστήριο τα όσα διενήργησε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και δεν αντεξετάσθηκε από την υπεράσπιση. Ο ΜΚ5 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κατάθεσε στο Δικαστήριο με ευθύτητα τα όσα περιέπεσαν στην αντίληψη του σχετικά με το δυστύχημα χωρίς να διακρίνω οποιανδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του να αλλοιώσει την αλήθεια προς όφελος οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση και δεν γίνεται αποδεκτή η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν πρέπει να γίνει πιστευτός από το Δικαστήριο επειδή ισχυρίσθηκε ότι αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου από απόσταση 100-150μ., ενώ ταυτόχρονα σε σχετική ερώτηση απάντησε πως τα φώτα του οχήματος του όταν βρίσκονται στη κανονική στάση παρέχουν ορατότητα περί τα 50μ. Τούτο διότι ο ΜΚ5 όταν απαντούσε την πιο πάνω ερώτηση, αναφέρετο στη ακτίνα των φώτων του οχήματός του και όχι στην ορατότητα που είχε κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο δρόμο, όπου, σύμφωνα με τη αναντίλεκτη μαρτυρία υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει άλλωστε και από τη πραγματική μαρτυρία του τεκμηρίου 11, υπήρχαν επί της διαχωριστικής νησίδας συνεχόμενοι διπλοί πυλώνες οδικού φωτισμού. Ο ΜΚ6 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και γι΄ αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Εξέθεσε με απλό και σταθερό τρόπο τα γεγονότα όπως διαδραματίσθηκαν στο μπαράκι όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο με το φίλο του. Η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση κατά την οποία παρέμεινε σταθερός παρά το γεγονός ότι αναγκάσθηκε να αναφερθεί σε τραγικά για τον ίδιο γεγονότα. Το ύφος και η συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα καταδείκνυαν τη γνησιότητα της πρόθεσης του να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αλήθεια. Επίσης η μαρτυρία της ΜΚ7, η οποία καθόλου δεν αντεξετάσθηκε από την υπεράσπιση γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Παρακολούθησα τον κατηγορούμενο όπως και όλους τους μάρτυρες με προσοχή ενώ κατέθετε ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Αυτός δεν μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και δεν με έπεισε για τη γνησιότητα της εκδοχής του. Ο τρόπος και το ύφος που μαρτύρησε αποφεύγοντας να βλέπει προς το Δικαστήριο την ώρα που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, δεν με έπεισαν ότι ήταν ειλικρινής και ότι κατάθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αντίθετα, η γενικότερη εντύπωση που μου άφησε, ήταν ότι μοναδικός του σκοπός ήταν να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται για τις συνέπειες των πράξεων του. Δεν υπήρξε σταθερός και πειστικός και σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικότερα κατά την αντεξέταση, καθυστερούσε να δώσει απάντηση στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ενώ σε άλλες απέφευγε να απαντήσει ευθέως και με σαφήνεια. Ο τρόπος που εξέθεσε τα γεγονότα, έδειχναν την προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι οδηγούσε νόμιμα και κανονικά και πως ο λόγος της απώλειας του ελέγχου του οχήματος του και η ανεξέλεγκτη πορεία του ήταν επειδή τυφλώθηκε από τα φώτα του αυτοκινήτου που εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Η εκδοχή αυτή του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή διότι έχει καταρριφθεί από τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Επιπρόσθετα θα πρέπει να λεχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο δεν εξήγησε τι μέτρα έλαβε για να σταματήσει είτε για να κάνει οποιονδήποτε άλλο ελιγμό ή ενέργειες π.χ. να μειώσει την ταχύτητα του έτσι που να διατηρήσει τον έλεγχο του οχήματός του και να αποφευχθεί το δυστύχημα. Εκτός των πιο πάνω ο κατηγορούμενος περιέπεσε και σε αντιφάσεις κατά τη μαρτυρία του. Παρά την προηγηθείσα παραδοχή του στη 3η κατηγορία, σύμφωνα με την οποία οδηγούσε με ταχύτητα 96,74 χαω, κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι εκινείτο με 80 χαω για να πει στη συνέχεια στο στάδιο της αντεξέτασης με ασαφή τρόπο ότι η ταχύτητα του μπορεί να ήταν και μεγαλύτερη. Ισχυρίσθηκε ότι κατανάλωσε μόνο δύο ποτήρια ούζο ενώ στη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 15) δεν αναφέρει κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα αναφέρει ότι παρήγγειλαν με το φίλο του και δεύτερο πιο μεγάλο μπουκάλι ούζο και έπιναν ενώ κουβέντιαζαν. Επίσης ισχυρίσθηκε πως από το ούζο που παρήγγειλαν έπιναν και οι υπόλοιποι της παρέας σε αντίθεση με την γραπτή κατάθεση του ίδιου και του μάρτυρα υπεράσπισης όπου αναφέρουν ότι οι υπόλοιποι της παρέας έπιναν ουίσκι κάτι που επίσης ανέφερε και ο ΜΚ6 ο οποίος είπε κατά την μαρτυρία του ότι ούζο έπιναν μόνο ο κατηγορούμενος με το φίλο του. Όλα τα πιο πάνω δεν πείθουν για την αλήθεια και την ειλικρίνεια της θέσης του κατηγορούμενου ότι δεν επηρεάσθηκε από το οινόπνευμα που είχε καταναλώσει, κάτι που άλλωστε έρχεται σε αντίφαση με τα αποτελέσματα της εξέτασης στο αίμα του τεκμήριο 18 με βάση την οποία το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο καθώς και με τη μαρτυρία του ΜΚ6, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, και σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος μετά που κατανάλωσε αλκοόλ παραπατούσε και ήταν κατακόκκινος. Η θέση του κατηγορούμενου ότι είδε τα φώτα του αυτοκινήτου που τον τύφλωσαν από απόσταση περίπου 50μ. έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ5 ο οποίος είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου από απόσταση 100-150μ. να είναι ήδη ανασηκωμένο, αλλά επιπρόσθετα αφήνει και εύλογα ερωτηματικά, πως ήταν δυνατόν, ενώ σύμφωνα με τον ισχυρισμό του είχε τυφλωθεί από τα φώτα, μπόρεσε να υπολογίσει την απόσταση από την οποία είδε το αυτοκίνητο που τον τύφλωσε. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του κατηγορούμενου σε πολλά σημεία έρχεται σε αντίφαση και με τη μαρτυρία του ΜΥ1 όπως θα διαφανεί πιο κάτω στην απόφασή μου. Όλα τα πιο πάνω με έκαναν να σχηματίσω την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος δεν εξέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια τα πραγματικά γεγονότα και γι αυτό απορρίπτω τη μαρτυρία του, πλην του ότι, κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΒΑΥ 321 στο οποίο επέβαιναν στη θέση του συνοδηγού τη Μήνα Ηλιοπούλου και στο πίσω κάθισμα ο ΜΥ
  3. Ο ΜΥ1 επίσης δεν με έπεισε για τη γνησιότητα των όσων ανέφερε αλλά αντίθετα, με την όλη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα, μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο απλά για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αυτός απέφευγε να δώσει σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και παράλληλα προέβαλε ισχυρισμούς που δεν έπεισαν το δικαστήριο ότι έλεγε την αλήθεια. Ενδεικτικά αναφέρομαι στο συμπέρασμα του ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα επειδή ο ίδιος δεν είχε τάση για εμετό, όπως και στον ισχυρισμό του ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει πως τυφλώθηκε αλλά δεν σήκωσε το κεφάλι του να κοιτάξει επειδή δεν είναι περίεργος. Κατά την μαρτυρία του περιέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις οι οποίες σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω με έκαμαν να σχηματίσω γι΄ αυτόν την πιο πάνω εντύπωση. Ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος κατανάλωσε περί τα πέντε ποτήρια ούζο και ο κατηγορούμενος μέχρι δύο ποτήρια, σε αντίθεση με τα λεγόμενα του κατηγορούμενου ο οποίος ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι κατανάλωσε ένα ποτήρι από το πρώτο μπουκάλι και μέχρι δύο ποτήρια από το δεύτερο και που στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι παρήγγειλαν και δεύτερο μπουκάλι ούζο από το οποίο έπιναν κουβεντιάζοντας. Ισχυρίσθηκε επίσης αόριστα ότι από τα μπουκάλια αυτά έπιναν και οι υπόλοιποι της παρέας, κάτι που δεν αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του, στην οποία αναφέρει ότι οι υπόλοιποι έπιναν ουίσκι, αλλά βρίσκεται και σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ΜΚ6 σύμφωνα με τον οποίο ούζο έπιναν μόνο ο κατηγορούμενος και ο ΜΥ
  4. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά τη διαδρομή δεν συμμετείχε στη συνομιλία του κατηγορούμενου με το θύμα, ενώ αντίθετα από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής μιλούσαν και γελούσαν όλοι μεταξύ τους. Τέλος ο ισχυρισμός του ότι δεν βιάζονταν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο αφήνει ερωτηματικά αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη νύκτα έφυγαν από το στρατόπεδο χωρίς άδεια. Επίσης ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι μετά τη σύγκρουση είδε τον κατηγορούμενο μέσα στο αυτοκίνητο να κτυπά για να τους απεγκλωβίσουν, βρίσκεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση έχασε τις αισθήσεις του και ξύπνησε στο νοσοκομείο. Όλοι οι πιο πάνω λόγοι αλλά και η γενικότερη εικόνα που μου άφησε ο μάρτυρας αυτός δεν μου επιτρέπουν να αποδεχτώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, πλην του ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ενώ προηγουμένως ήταν μαζί του στο μπαράκι «Απόφασις» που βρίσκεται στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας, και κατανάλωσαν αλκοόλ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 25.12.07 περί η ώρα 04:45 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής BAY321 στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Στη θέση του συνοδηγού βρίσκετο η Μήνα Ηλιοπούλλου και στο πίσω κάθισμα ο Παναγιώτης Ευθυμίου (ΜΥ1). Ο κατηγορούμενος πριν αρχίσει να οδηγά κατανάλωσε οινόπνευμα με αποτέλεσμα η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του να υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο και να ανέρχεται σε 128 χιλιοστά του γραμμαρίου, το χρώμα του να είναι κατακόκκινο και να μην έχει σταθερό βηματισμό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ το όχημα του κατηγορούμενου εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 96,74 χαω ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του το οποίο κτύπησε στη λίνια της διαχωριστικής νησίδας του δρόμου και στη συνέχεια αφήνοντας ίχνη πλαγιολίσθησης αφού προσέκρουσε σε διάφορα σημεία επί της διαχωριστικής νησίδας συγκρούσθηκε βίαια σε κολώνα οδικού φωτισμού η οποία αποκόπηκε ένεκα της σύγκρουσης. Κατά τη τελική του θέση μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου βρισκόταν επί της διαχωριστικής νησίδας και μέρος μέσα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Από τη σύγκρουση η Μήνα Ηλιοπούλου ηλικίας 13 ½ ετών η οποία βρίσκετο στη θέση του συνοδηγού και δεν έφερε ζώνη ασφαλείας τραυματίσθηκε θανάσιμα και αφού απεγκλωβίσθηκε από τα συντρίμμια του αυτοκινήτου μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου η Δρ. Φισεντζίδου Κωνσταντία διαπίστωσε το θάνατο της. Στις 27/12/07 στο νεκροτομείο του νοσοκομείου και αφού ο ΜΚ6 ανεγνώρισε το θύμα ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενέργησε στη σορό του θύματος νεκροψία και διαπίστωσε ότι ο θάνατος της προήλθε από κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα. Ο θάνατος της ήταν αποτέλεσμα του πιο πάνω τροχαίου δυστυχήματος. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος ο δρόμος Λάρνακας - Δεκέλειας ήταν άσφαλτος καλής επιφάνειας, επίπεδος με ικανοποιητική ορατότητα. Στο μέρος που έγινε το δυστύχημα υπήρχε ελαφριά στροφή προς τα αριστερά σύμφωνα με τη πορεία που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν νύκτα, ο δρόμος ήταν ξηρός και σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση με ικανοποιητικό οδικό φωτισμό, ο οποίος προερχόταν από κολώνες οδικού φωτισμού. Η τροχαία κίνηση ήταν πολύ αραιή. Ο δρόμος βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας 65 χαω. Πρόκειται για δρόμο διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας προς κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις πλάτους 7 μέτρων η κάθε μία χωρίζονται από διαχωριστική νησίδα ύψους 0,50 εκ. και πλάτους 4,50μ.. Το σημείο τελικής σύγκρουσης βρίσκεται στη κολώνα οδικού φωτισμού επί της διαχωριστικής νησίδας που σημειώνεται στο τελικό σχεδιαγράφημα με το γράμμα Χ και σε αυτό καταλήγουν όλα τα ίχνη πρόσκρουσης, πλαγιολίσθησης και τριβής του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΒΑΥ321 τα οποία σημειώνονται στο τελικό σχεδιάγραμμα με τα σημεία Α1, Α2, Α3, Α4, Α5 και Α
  5. Υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση και προωθήθηκε με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και του ΜΥ1, ότι πριν το δυστύχημα ο κατηγορούμενος τυφλώθηκε από τα μεγάλα φώτα αυτοκινήτου που εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Με βάση τις νομολογημένες αρχές, εκδοχή του κατηγορούμενου, που δεν είναι φανταστική, αν δεν αναιρεθεί ή διαψευστεί από την Κατηγορούσα Αρχή, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας (Butty v. Davey
(1972)Crim. L.R. 48, R v. Spurge
(1961)2 All E.R. 688 και Wilkinson´s Road Trafic Offences 10η έκδοση σελ. 228). Στην παρούσα όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από την μαρτυρία, η Κατηγορούσα Αρχή αναίρεσε και διέψευσε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου με τη μαρτυρία του ΜΚ5 η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σε αντίθεση με την μαρτυρία του κατηγορούμενου και του μάρτυρα υπεράσπισης η οποία απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Ο ΜΚ5, που σύμφωνα με τον ίδιο αλλά και τη θέση της υπεράσπισης, ήταν ο μόνος που κινείτο πριν από το δυστύχημα στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση του δρόμου, είχε τα φώτα του οχήματος του αναμμένα στην κανονική τους στάση και από απόσταση 100-150μ. αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου να βρίσκεται ήδη ανασηκωμένο πάνω από τη διαχωριστική νησίδα. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί προβλέπει ως ακολούθως: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Με την τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» και «απρόσεκτη» και «επικίνδυνη» πράξη. ΄Ετσι, για να βρεθεί κάποιος ένοχος σε τέτοια κατηγορία, πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά και επαφίεται στο Δικαστήριο να διακρίνει αν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης καταδεικνύουν ή όχι μια τέτοια συμπεριφορά (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 409, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Στη παρούσα περίπτωση ότι με το κατηγορητήριο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, είναι η επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Θα πρέπει λοιπόν να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου η οποία να μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς σύμφωνα με το νόμο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ. 2)
(2002)2 ΑΑΔ 518, δεκαπεντάχρονος βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αφού κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του να οδηγήσει αυτοκίνητο χωρίς άδεια, εν καιρώ νυκτός σε κατοικημένη περιοχή, με πολλές στροφές και ενώ ήταν εντελώς άσχετος στην οδήγηση στοιχειοθετούσε απερισκεψία με την έννοια του άρθρου 210. Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με πιο σημαντικές τις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473 και την παλαιότερη Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233. Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης με την έννοια της οδήγησης που εξ΄ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με την συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην περίπτωση μας, την οδήγηση. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, που πιο πάνω αναφέρθηκε, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία, και δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ΄ αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με τον τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά την λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μία ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απερίσκεπτη οδήγηση δεν εδικαιολογείτο κάτω από τις συνθήκες που έγινε το δυστύχημα και κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη πρόθεσης (mens rea) που απαιτείται για την απερίσκεπτη (reckless) οδήγηση. Η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή, στην περίπτωση εκείνη, που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, μπορεί να μην ενέπιπτε στον ορισμό της απερίσκεπτης οδήγησης, κρίθηκε όμως ότι ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και σαν αποτέλεσμα η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σε σχέση με το τι αποτελεί απερίσκεπτη οδήγηση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «΄Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης». Σχετική είναι η απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 1974, όπου αποφασίσθηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλ. R . v. Caldwell
(1981)1 All ER 961) (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18).» Στην υπόθεση Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΔΔ 300 λέχθηκε: «..διότι απερίσκεπτη οδήγηση σημαίνει να παίρνει ένα αδικαιολόγητο κίνδυνο για τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε..». Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μία περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502, η οδηγός κατεύθυνε το αυτοκίνητο της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ΄ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγοντας από μαρτυρία που έδειχνε πως δεν έφταιγε γι΄ αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη σήμανση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ο αποκλεισμός της μαρτυρίας αυτής ήταν λανθασμένος. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: «..εμπεριέχει αποτυχία∙ πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία.» (βλ. R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. Hill v. Baxter,
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat,
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, δεν σημαίνει, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αποτυχία του εφεσείοντα να δει το θύμα ενώ όφειλε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να το πράξει και η πράξη του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του εκεί που βρισκόταν το θύμα ενώ ο δρόμος προς τα δεξιά ήταν ελεύθερος, συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίσθηκε ότι η μαρτυρία για κατανάλωση αλκοόλ και η συμπεριφορά του εφεσείοντα αποδείκνυαν χωρίς καμία αμφιβολία τη μειωμένη ικανότητα οδήγησης του οχήματος του λόγω του οινοπνεύματος. Ελέχθηκε επίσης πως το κατά πόσο ο οδηγός είναι αρνητικά επηρεασμένος από οινόπνευμα αποτελεί στοιχείο με αποδεικτική αξία σε κατηγορία για επικίνδυνη οδήγηση διότι η οδήγηση υπό την επήρρεια οινοπνεύματος έχει αποφασιστική επίπτωση σε σχέση με τη κατηγορία αυτή. Στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453, ο εφεσείοντας ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο, επεχείρησε να στρίψει δεξιά και ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου με αποτέλεσμα το θάνατο του οδηγού του. Ο εφεσείοντας δεν είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση παρά μόνο όταν άκουσε το θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η έφεση που ακολούθησε αφορούσε μόνο την επιβληθείσα ποινή. Όπως έχει προκύψει από τα γεγονότα της υπόθεσης και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος αφού κατανάλωσε αλκοόλ σε μπαράκι όπου βρισκόταν με τη παρέα του, οδήγησε το αυτοκίνητο του, ενώ το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο και ανερχόταν συγκεκριμένα στα 128 χιλιοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του αίματος ενώ το επιτρεπόμενο όριο είναι 50 χιλιοστά του γραμμαρίου. Επιπρόσθετα και παρά το γεγονός αυτό, οδήγησε παραβιάζοντας το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, οδηγώντας με ταχύτητα 96,74 χαω αντί 65 χαω. Άξιον είναι να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τόσο τη 2η όσο και τη 3η κατηγορία που είναι σχετικές. Χωρίς να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε κίνδυνο στο δρόμο, ο οποίος ήταν ελεύθερος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, ξέφυγε από την πορεία του και κτυπώντας αρχικά στη λίνια της διαχωριστικής νησίδας του δρόμου στη συνέχεια χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του ακολούθησε μια ανεξέλεγκτη πορεία για να συγκρουστεί βίαια σε κολώνα οδικού φωτισμού εντός της διαχωριστικής νησίδας. Το ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη προκύπτει λογικά από τη μαρτυρία τόσο την προφορική όσο και τη πραγματική και με βάση την οποία διαφάνηκε ότι από τη σύγκρουση αποκόπηκε η κολώνα οδικού φωτισμού και το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολότελα. Οι πράξεις αυτές του κατηγορούμενου να οδηγήσει υπό τις πιο πάνω συνθήκες δεν μπορεί παρά να κριθούν ότι αποτελούν επικίνδυνη οδήγηση. Πέραν της παραδοχής του κατηγορούμενου ότι η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο κατά 78 χιλιοστά του γραμμαρίου και η λοιπή μαρτυρία δείχνει προς μία και μόνο κατεύθυνση. Το ότι ο κατηγορούμενος κατανάλωσε οινόπνευμα πριν οδηγήσει, το ότι παραπατούσε και ήταν κατακόκκινος, ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε το αυτοκίνητο του και γενικά η οδική του συμπεριφορά χωρίς αμφιβολία απέδειξαν ότι η ικανότητα του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος με συνέπεια να μην επιδείξει την προσοχή και φροντίδα που αναμένετο από το μέσο συνετό οδηγό. Οι ενέργειες του κατηγορούμενου ήταν λανθασμένες και καθοριστικές αιτίες για την απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Η απώλεια αυτή με τις μετέπειτα συνέπειες, οφείλεται σε σφάλμα του κατηγορούμενου, το οποίο δεν ήταν ασύνδετο προς τη μειωμένη ικανότητα του να οδηγεί λόγω της κατανάλωσης οινοπνεύματος αλλά και της αυξημένης ταχύτητας με την οποία εκινείτο, εξ' αντικειμένου επικίνδυνες ενέργειες που έχουν αποφασιστική επίπτωση σε σχέση με την κατηγορία για επικίνδυνη οδήγηση. Όλες οι ενέργειες του ακόμα και το γεγονός ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του, ήταν λανθασμένες και καθοριστικές αιτίες απώλειας του ελέγχου του αυτοκινήτου που οδηγούσε και πρόκλησης του δυστυχήματος. Η ενέργεια του κατηγορούμενου να οδηγήσει υπό τις πιο πάνω συνθήκες εμπεριείχε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς στα πρόσωπα που μετέφερε με το αυτοκίνητο του αλλά και σε άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο εκείνη τη στιγμή. Χωρίς αμφιβολία παρέλειψε να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα αψηφώντας οποιουσδήποτε κινδύνους εμπεριείχαν οι πράξεις του. Οδηγούσε παραλείποντας να έχει την προσοχή του στο δρόμο καθ' ον χρόνο οδηγούσε και να λάβει υπόψη του την ύπαρξη της διαχωριστικής νησίδας παρά το ότι του το επέτρεπε η ορατότητα του. Παρέλειψε να ασκήσει και διατηρήσει τον πρέποντα έλεγχο του αυτοκινήτου του, όπως ήταν υποχρέωση του. Τόσο το αλκοόλ όσο και η ταχύτητα υπήρξαν καθοριστικές αιτίες απώλειας του ελέγχου του αυτοκινήτου του. Η αποτυχία του κατηγορούμενου να διατηρήσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του καθώς οδηγούσε σε δρόμο πλάτους εφτά μέτρων με επαρκή οδικό φωτισμό και ενώ δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην πορεία του συνιστά περαιτέρω σφάλμα του κατηγορούμενου. Όλες οι ενέργειες, λάθη και παραλείψεις του που είχαν σαν αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη πορεία του αυτοκινήτου του, την πρόσκρουση αυτού σε διάφορα σημεία της διαχωριστικής νησίδας και την τελική βίαιη σύγκρουση επί της κολώνας οδικού φωτισμού, με κατάληξη την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, συνιστούν σφάλμα του κατηγορούμενου και εμπίπτουν στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης ή συμπεριφοράς του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Όπως πιο πάνω έχει αναφερθεί (βλ. R.V.Gosney) το σφάλμα που απαιτείται για στοιχειοθέτηση του αδικήματος αποδεικνύεται επαρκώς από τα γεγονότα και μόνο της κάθε υπόθεσης. Η δημιουργία μιας επικίνδυνης κατάστασης δημιουργεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα (inference) πτώσης από το επίπεδο της φροντίδας ή δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού και εναπόκειται στην υπεράσπιση να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την προκληθείσα κατάσταση. Στην παρούσα υπόθεση αποδείχθηκε ότι οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου δημιούργησαν μια επικίνδυνη κατάσταση αλλά δεν αποδείχθηκε ότι δεν ευθύνεται γι' αυτή, δεδομένης της απόρριψης της εξήγησης που δόθηκε από την πλευρά του. Παρά το ότι στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στο στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης και ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να εξεταστεί θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να λεχθεί ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου να οδηγήσει με αυξημένη ταχύτητα και ενώ προηγουμένως είχε καταναλώσει αλκοόλ, δεν θα μπορούσε παρά να ενταχθεί και στην έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης. Η οδήγηση με τον πιο πάνω τρόπο δεν είναι τέτοια που θα πρέπει να κριθεί μέσα στα πλαίσια του άρθρου 8 του Ν.86/72 και όχι του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, που ας σημειωθεί δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τις συνθήκες πρόκλησης της επίδικης σύγκρουσης αλλά την αιτία της πρόκλησης του δυστυχήματος, εισηγούμενη πως αυτή oφείλετο στο γεγονός της τύφλωσης του κατηγορουμένου από τα φώτα εξ' αντιθέτου ερχόμενου οχήματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι η υπεράσπιση του αναπόφευκτου ατυχήματος που προέβαλε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να συνυπάρξει με την πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης. Τούτο διότι, με βάση τις νομολογημένες αρχές, το ένα αποκλείει το άλλο και στη περίπτωση που εγίνετο αποδεκτή η υπεράσπιση του κατηγορούμενου για αναπόφευκτο ατύχημα δεν θα ήταν νομικά επιτρεπτό ταυτόχρονα να εξεταστεί και να κριθεί η ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου για το αδίκημα της αμέλειας. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος στη 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση με την 6η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της οδήγησης με φθαρμένα ελαστικά, δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου σε αυτή. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην 6η κατηγορία. (Υπ.)................ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.