Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αντώνης Τσικκούρης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10084/09, 27 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B72 ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10084/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Αντώνης Τσικκούρης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Αγγελίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 20.10.08 στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής ΚΤΡ463 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω με την απόφαση μου κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ στην διαπίστωση μου ότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν συμπεριλαμβάνεται η οδός στην οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και στην οποία επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα με το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155 δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο κατηγορητήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Η παράλειψη πλήρους συμμόρφωσης με τα όσα προνοούνται στο άρθρο 39(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, τότε μόνο επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου, όταν πρόκειται για ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του. [Βλ. Constantinides v. Republic
(1978)2 C.L.R.337, Fourri and Others v. Repupblic
(1980)2 C.L.L 152, A.G.Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, Begonia Fashions Ltd κ.α.v. Aστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451 και Ξυδιά κ.α.v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 179]. Στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου v. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 33, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «..Κρίθηκε, ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του. Και θα πρέπει να δίδεται σημασία σε οποιεσδήποτε περιστάσεις που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην πραγματικότητα γνώση των ουσιωδών συστατικών στοιχείων του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται [βλ. ακόμα Chrysostomou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 176]. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη στη διασταύρωση της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου με την οδό Λουκή Πιερίδη και τη Λεωφόρο Νικοδήμου Μυλωνά, γεγονός που όπως προέκυψε από τις θέσεις που προβλήθησαν από την Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν εν γνώση του κατηγορουμένου και δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η πιο πάνω παράλειψη δεν αποτελεί ουσιώδη παρατυπία η οποία επηρέασε δυσμενώς τον κατηγορούμενο κάτι που ούτε ο συνήγορος του εισηγήθηκε. Γι' αυτό θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε συνολικά 3 Μάρτυρες Κατηγορίας τον Μιχάλη Κυριάκου (ΜΚ1), τον Γεώργιο Γεωργίου (ΜΚ2) και τον Χριστοφή Μιχαήλ (ΜΚ3). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης και αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τα μέρη κατάθεσαν από κοινού παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του το τεκμήριο
- Όλα τα πιο πάνω είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο ΜΚ1, κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στις 20.10.08 μεταξύ της μοτοσικλέτας υπ' αριθμούς εγγραφής ΚΤΡ463 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚΚΤ007 που οδηγούσε ο Χριστοφής Μιχαήλ (ΜΚ3). Ανέφερε ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Λουκή Πιερίδη κατευθυνόμενος προς τη διασταύρωση που ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Μπροστά από το δικό του εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγείτο από το ΜΚ
- Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας στα οποία το φως ήταν αναμμένο πράσινο προχώρησαν και εισήλθαν στο κέντρο της διασταύρωσης με σκοπό τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΚ3 να στρίψουν δεξιά προς το παλαιό νοσοκομείο. Εκεί σταμάτησαν και περίμεναν για να περάσουν τα ερχόμενα από απέναντι οχήματα. Καθώς περίμεναν το φως στη πορεία τους άναψε κόκκινο και τα ερχόμενα από απέναντι οχήματα σταμάτησαν. Τότε και χωρίς το αυτοκίνητο του ΜΚ3 να κάνει οποιαδήποτε κίνηση η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου εισήλθε στη διασταύρωση ενώ το φως στη πορεία του άναψε κόκκινο με πορτοκαλί και κτύπησε πάνω στην αριστερή μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου του ΜΚ
- Ο μάρτυρας αυτός δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Ο ισχυρισμός του ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ3 δεν κινήθηκε καθόλου από τη θέση όπου βρισκόταν πριν συγκρουστεί με τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ2 με βάση την οποία ο ΜΚ3 εκκίνησε για να στρίψει δεξιά μετά που το φως της πορείας του έγινε κόκκινο. Ο ισχυρισμός αυτός έρχεται επίσης σε αντίφαση και με τη γραπτή κατάθεση της ανεξάρτητης μάρτυρα Κούλλας Δημητρίου (τεκμήριο 8) το περιεχόμενο της οποίας έγινε παραδεκτό και η οποία αναφέρει ότι είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ3 ενώ βρισκόταν σταματημένο να εκκινά και να συγκρούεται με τη μοτοσικλέτα η οποία προηγουμένως εκκίνησε και κατευθύνθηκε ευθεία από τα φώτα της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου. Στο στάδιο της αντεξέτασης διαφάνηκε ότι ο ΜΚ1 δεν είδε με οποιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στη διασταύρωση με κόκκινο ή πορτοκαλλί φως, όπως ισχυρίσθηκε. Αντίθετα διαφάνηκε ότι το συμπέρασμα αυτό το βάσισε σε υποθέσεις και εικασίες και στην προσπάθεια του να πείσει για την πιο πάνω θέση, αναφέρθηκε με ασάφεια και αοριστία στο τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας που ελέγχουν τη διασταύρωση. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός αυτός ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωση με πορτοκαλλί ή κόκκινο φως βρίσκεται σε αντίφαση και με τη μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε ότι κατά την διερεύνηση που έκανε διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος εκκίνησε από τα φώτα τροχαίας και εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αλλά και ένεκα της γενικότερης εικόνας που μου άφησε ο ΜΚ1, κατά τη προφορική του μαρτυρία, όπου, οι πλείστες απαντήσεις του υπήρξαν ασαφείς και αόριστες, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο ΜΚ2 ο οποίος ήταν ο αστυφύλακας που εξέτασε το δυστύχημα, κατάθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 2)σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Φτάνοντας στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Αφού ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 3) τοποθέτησε σε αυτό τις πορείες και τις τελικές θέσεις των δύο ενεχόμενων οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο ΜΚ3 και στη συνέχεια έλαβε τα αναγκαία μέτρα. Τοποθέτησε με το γράμμα Χ1 το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο ΜΚ3 και με το γράμμα Χ δεύτερο σημείο σύγκρουσης το οποίο εντόπισε ο ίδιος και από το οποίο επίσης έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις. Στη συνέχεια εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας της διασταύρωσης τα οποία ανέφερε ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή λειτουργούσαν κανονικά. Επίσης ανέφερε τις ζημιές που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα και οι οποίες ήταν στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου και στη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας. Μετά από σχετικές ερωτήσεις διευκρίνισε ότι το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθέτησε ο ίδιος στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος ήταν κατά προσέγγιση και κατέληξε σε αυτό αντλώντας βοήθεια από τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων αλλά και από τον ισχυρισμό του ΜΚ3 ότι μετά που άναψε το κόκκινο φως στην πορεία του εκκίνησε για να στρίψει δεξιά. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 5) και τον κατήγγειλε γραπτώς (τεκμήριο 6). Στο στάδιο της αντεξέτασης, σε σχετική ερώτηση, απάντησε πως εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος προσαχθεί στο Δικαστήριο για αμελή οδήγηση, βασιζόμενος στις καταθέσεις των ενεχόμενων οδηγών και των δύο ανεξάρτητων μαρτύρων καθώς και στις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων. Διευκρίνισε ότι με βάση τη διερεύνηση του, ο κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωση όταν το φως στα φώτα τροχαίας της πορείας του άναψε πράσινο, και ενώ το φως της πορείας του ΜΚ3 ήταν κόκκινο. Παρά το γεγονός ότι πιστεύω ότι ο ΜΚ2 προσπάθησε να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, εν τούτοις η μαρτυρία του στιγματίστηκε από την προχειρότητα με την οποία φάνηκε ότι αντιμετώπισε το όλο θέμα. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι τοποθέτησε στο σχέδιο που ετοίμασε στη σκηνή του δυστυχήματος το σημείο σύγκρουσης το οποίο εντόπισε ο ίδιος βασιζόμενος στις τελικές θέσεις των δύο ενεχόμενων οχημάτων χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση και χωρίς να εξηγήσει στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο κατέληξε στο εύρημα αυτό. Εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος προσαχθεί στο Δικαστήριο για αμελή οδήγηση βασιζόμενος, όπως ανάφερε, στις καταθέσεις των οδηγών και των δύο ανεξάρτητων μαρτύρων οι οποίες όμως σε πολλά σημεία βρίσκονται σε αντίφαση μεταξύ τους. Ήταν η θέση του πως ο κατηγορούμενος παρά το γεγονός ότι άναψε το πράσινο φως της πορείας του αυτός όφειλε να παραμείνει στη θέση του μέχρι να βεβαιωθεί ότι η διασταύρωση ήταν καθαρή, λέγοντας όμως ταυτόχρονα ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σε ποιά θέση βρισκόταν το αυτοκίνητο του ΜΚ3 όταν ο κατηγορούμενος προχώρησε ευθεία και εισήλθε στη διασταύρωση. Υπό τις περιστάσεις και δεδομένης και της γραπτής κατάθεσης της ανεξάρτητης μάρτυρα (τεκμήριο 8) θεωρώ ότι ο ΜΚ2, ενώ είχε τη δυνατότητα, παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση σε σχέση με το σημείο στο οποίο βρισκόταν το όχημα του ΜΚ3 μέσα στη διασταύρωση. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι, σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε πως το καθήκον ενός οδηγού διαφοροποιείται ανάλογα με τη θέση που βρίσκεται μέσα σε διασταύρωση σε σχέση με την απόσταση του από τη γραμμή του ΑΛΤ. Τέλος ο ΜΚ2 παρέλειψε να λάβει οποιεσδήποτε μετρήσεις των αποστάσεων της διασταύρωσης. Τούτων δεδομένων, επί των πιο πάνω σημείων δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΚ2 την οποία αποδέχομαι όμως ως προς τα υπόλοιπα σημεία. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ3, οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚΚΤ 007 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 7) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθησαν. Ο ΜΚ3 δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του ότι δηλαδή πριν τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του δεν κινήθηκε καθόλου από τη θέση που βρισκόταν μέσα στη διασταύρωση. Τούτο διότι, ο ισχυρισμός του αυτός έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση του στην οποία αναφέρει ότι όταν το φως στη πορεία του άναψε κόκκινο εκκίνησε για να στρίψει δεξιά και συγκρούσθηκε με τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου, κάτι που άλλωστε ανέφερε και στον ΜΚ2 όταν αυτός έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του έρχεται και σε αντίφαση με το παραδεκτό περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της ανεξάρτητης μάρτυρα (τεκμήριο 8) η οποία αναφέρει ότι μετά που το φως της πορείας του ΜΚ3 άναψε κόκκινο, αυτός εκκίνησε για να στρίψει δεξιά και συγκρούσθηκε με τη μοτοσικλέτα. Ο ΜΚ3 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο πως το όχημα του δεν κινήθηκε καθόλου μετά που το φως της πορείας του άναψε κόκκινο και ότι παρά το γεγονός αυτό η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου προχώρησε ευθεία και κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίσθηκε πως παρά το γεγονός ότι το φως στη πορεία του άναψε κόκκινο, ο ίδιος έπρεπε να προχωρήσει για να φύγει από τη διασταύρωση. Θεωρώ πως ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του ΜΚ3 ήταν απλά εκ των υστέρων σκέψη, ενώ στη πραγματικότητα μετά που το φως της πορείας του άναψε κόκκινο εκκίνησε για να στρίψει δεξιά κάτι που άλλωστε ενισχύεται και από τη γραπτή κατάθεση της ανεξάρτητης μάρτυρα (τεκμήριο 8). Επίσης ο ΜΚ3 ισχυρίσθηκε ότι δεν είδε καθόλου τον κατηγορούμενο πριν τη σύγκρουση κάτι που έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση του όπου αναφέρει ότι τον είδε να έρχεται από τα δεξιά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΚ3 η οποία σε πολλά σημεία ήταν δυσνόητη και αντιφατική. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 20.10.08 περί η ώρα 14.20 οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου με κατεύθυνση από τη παραλία των Φοινικούδων προς τη Λευκωσία. Φτάνοντας στα φώτα τροχαίας παρά την Αμερικάνικη Ακαδημία σταμάτησε στο κόκκινο φως όπου παρέμεινε μέχρι που άναψε πράσινο. Όταν βεβαιώθηκε ότι το τετράγωνο της διασταύρωσης ήταν καθαρό από διερχόμενα αυτοκίνητα εκκίνησε κανονικά και κατευθύνθηκε ευθεία με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Αφού διένυσε λίγα μέτρα ξαφνικά ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από αριστερά πέρασε από μπροστά του και έστριψε δεξιά. Αμέσως ελάττωσε ταχύτητα αλλά πριν το αντιληφθεί δεύτερο αυτοκίνητο ερχόμενο από τα αριστερά τον κτύπησε στην αριστερή πλευρά του οχήματος του. Από το κτύπημα η μοτοσικλέτα έπεσε στην άσφαλτο δεξιά και ο ίδιος τραυματίσθηκε στο αριστερό πόδι. Προτού εισέλθει στη διασταύρωση και αφού άναψε το πράσινο φως της πορείας του έλεγξε και διαπίστωσε ότι τα αυτοκίνητα στην πορεία των οποίων είχε ανάψει κόκκινο φως είχαν σταματήσει. Παρά το γεγονός ότι κάποια από αυτά σταμάτησαν μετά την γραμμή του ΑΛΤ των φώτων τροχαίας, εντός του τετραγώνου της διασταύρωσης υπήρχε αρκετός χώρος ούτως ώστε ο ίδιος να συνεχίσει την ευθεία πορεία του. Ο κατηγορούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Κατέθεσε με φυσικό τρόπο, ήταν ήρεμος, σαφής και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε καθόλου από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι τη μαρτυρία του και κρίνω τη δική του εκδοχή ως την πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τη θέση του οχήματος του ΜΚ3 εντός της διασταύρωσης, τις σχετικές αποστάσεις αυτής αλλά ούτε και με το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Συνεπώς, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης στα μόνα ευρήματα που μπορώ να καταλήξω είναι ότι στις 20.10.08 και περί η ώρα 14.20 στη διασταύρωση της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου με τη οδό Λουκή Πιερίδη η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας τα οποία λειτουργούσαν κανονικά, επεσυνέβηκε δυστύχημα μεταξύ του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΚΚΤ007 που οδηγείτο από τον ΜΚ3, και της μοτοσικλέτας με αριθμό εγγραφής ΚΤΡ463 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 οδηγούσε στην οδό Λουκή Πιερίδη και περνώντας τα φώτα τροχαίας με πράσινο φως με σκοπό να στρίψει δεξιά σταμάτησε σε κάποιο σημείο της διασταύρωσης για να περάσουν τα εξ' αντιθέτου ερχόμενα οχήματα. Ενόσω περίμενε το φως της πορείας του άναψε κόκκινο. Την ίδια μέρα και ώρα ο κατηγορούμενος οδηγούσε στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Όταν το φως της πορείας του άναψε πράσινο και αφού προηγουμένως διαπίστωσε ότι τα οχήματα με κόκκινο φως στη πορεία τους είχαν σταματήσει και υπήρχε χώρος διέλευσης του κατευθυνόμενος ευθεία εισήλθε στη διασταύρωση. Τότε το αυτοκίνητο του ΜΚ3 εκκίνησε για να στρίψει δεξιά με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν μεταξύ τους. Ο δρόμος ήταν άσφαλτος καλής επιφάνειας καθαρός και ξηρός. Από τη σύγκρουση τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές και τραυματίσθηκε ο κατηγορούμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στην απόφαση Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR188 αποφασίστηκε ότι το καθήκον άσκησης καλής παρατηρητικότητας είναι ιδιαίτερα ισχυρό για τον οδηγό που θα στρίψει δεξιά διασταυρώνοντας τον δρόμο. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω). Αναφορικά με τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας δεν υπάρχει κανόνας δικαίου και η αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ.Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84, Φοινικαρίδης κ.α. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, Eva v. Reeves
(1938)1 ALL E.R.115). Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ο κατηγορούμενος προχώρησε ευθεία και εισήλθε στη διασταύρωση ενώ το φως της πορείας του άναψε πράσινο. Προηγουμένως έλεγξε και διαπίστωσε ότι είχαν σταματήσει τα οχήματα που στην πορεία τους είχε ανάψει κόκκινο φως. Περαιτέρω έλεγξε και διαπίστωσε ότι, παρά το γεγονός ότι κάποια από τα οχήματα αυτά σταμάτησαν μετά τη γραμμή του ΑΛΤ των φώτων τροχαίας, στη διασταύρωση υπήρχε χώρος ούτως ώστε ο ίδιος να συνεχίσει την ευθεία πορεία του. Δεν θεωρώ, συνεπώς, ότι καταδείχθηκε από τη μαρτυρία οποιαδήποτε πράξη του κατηγορούμενου η οποία να θέτει αυτόν σε επίπεδο χαμηλότερο από αυτό του μέσου συνετού οδηγού. Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο