← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ελευθέριος Παναγή, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 737/10, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ελευθέριος Παναγή, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 737/10, 28 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 737/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ελευθέριος Παναγή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος κατηγορείται για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών (1η κατηγορία), για άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής σε αστυνομικό (2η) κατηγορία), για το ότι ενώ ήταν κάτοχος οδήγησης μαθητευόμενου οδηγούσε χωρίς να επιβαίνει στη θέση του συνοδηγού πρόσωπο που να κατείχε άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο δύο χρόνων της ίδιας κατηγορίας (3η κατηγορία) και για αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση (4η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 2612 Πανίκο Αγαθοκλέους (ΜΚ1) και τον αστ.2638 Μάριο Χρυσοστόμου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για τη υπόθεση (τεκμήριο 1) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθησαν. Ανέφερε ότι την 19/9/09 και η ώρα 03.00 ενώ βρισκόταν για έλεγχο άλκοτεστ στη οδό Ζήνωνος Κιτιέως στη Λάρνακα με τον αστ.2638 αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕPZ701 να πλησιάζει προς το μέρος τους. Του έκανε το κατάλληλο σήμα για να σταματήσει αλλά ο οδηγός, αντί να σταματήσει στο σημείο που του υπέδειξε, έστριψε απότομα αριστερά και εισήλθε στο παρακείμενο χώρο στάθμευσης του Δήμου Λάρνακας. Ο μάρτυρας τον ακολούθησε στο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν σε απόσταση περίπου 10 μέτρων. Εκεί είδε τον οδηγό του πιο πάνω οχήματος να προσπαθεί να βρει έξοδο διαφυγής. Πλησιάζοντας του φώναξε να σταματήσει. Τότε ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα και γύρισε το αυτοκίνητο προς το μέρος του αναγκάζοντας τον να κάνει απότομη κίνηση προς τα δεξιά για να αποφύγει το κτύπημα. Στη συνέχεια αφού πέρασε από δίπλα του κατευθύνθηκε προς την έξοδο του χώρου στάθμευσης εκεί όπου στεκόταν ο αστ.2638(MK2), ο οποίος επίσης του έκανε σήμα για να σταματήσει, αλλά και πάλι ο οδηγός αντί να σταματήσει προσπάθησε να τον κτυπήσει με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί προς το πεζοδρόμιο για να αποφύγει το κτύπημα. Στη συνέχεια το εν λόγω αυτοκίνητο εγκατέλειψε το μέρος με ιλιγγιώδη ταχύτητα χωρίς να λάβει υπόψη την τροχαία κίνηση και τους πεζούς που διακινούνταν εκείνη την ώρα στο δρόμο. Ανέφερε ότι οδηγός του πιο πάνω αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος τον οποίο αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Στις 21/9/09 και περί ώρα 17.00, αφού προηγουμένως ειδοποίησε τη μητέρα του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επικοινώνησε μαζί του και όταν τον ρώτησε ποιος οδηγούσε στις 19/9/09 και ώρα 03.00 στη Λάρνακα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕPZ701, αυτός απάντησε ότι οδηγούσε ο ίδιος λέγοντας αυτολεξεί: «ο λόγος που δεν σταμάτησα ήταν γιατί είχα πάνω μου ποτό». Στις 23/9/09 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στη Τροχαία Λάρνακας και αφού ρωτήθηκε από τον μάρτυρα κατά πόσο αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί τη συγκεκριμένη μέρα αυτός απάντησε «Σου είπα και προχθές. Ο λόγος που δεν σταμάτησα ήταν γιατί είχα πιει πολύ ποτό και δεν ήθελα να μου κάνετε άλκοτεστ». Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να αναφέρει οτιδήποτε στην ανακριτική κατάθεση που του ελήφθηκε. Ο ΜΚ2 κατάθεσε ως τεκμήριο 2 σχετικό πιστοποιητικό επί του οποίου εμφαίνονται τα στοιχεία του οχήματος EPZ 701 με ιδιοκτήτη τον κατηγορούμενο. O μάρτυρας αυτός καθόλου δεν αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 αστ.2638 Μ. Χρυσοστόμου κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 5) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 19/9/09 σε σχέση με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής EPZ701 όπως ακριβώς ετέθηSαν και από τον ΜΚ1, αναφέροντας ότι, όταν προσπάθησε και ο ίδιος να ανακόψει το αυτοκίνητο, ο οδηγός προσπάθησε να τον κτυπήσει και του φώναξε ταυτόχρονα «έλα κάμε μου άλκοτεστ τζιαί σου». Ούτε και ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο. Και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο φορούσαν στολή και φωσφορούχο γιλέκκο. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή έχει παραμείνει αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Συνεπακόλουθα καταλήγω στα ανάλογα ευρήματα με βάση τα γεγονότα όπως αυτά έχουν προκύψει από την προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. 1η κατηγορία Η κατηγορία 1 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος βασίζεται στο άρθρο 9
(1)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «πας όστις καθ' ον χρόνο οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος δια το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τίνος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισις δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακόσιας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο, το στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών, δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει καταδίκη του κατηγορούμενου. Θα πρέπει επιπρόσθετα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι, ένεκα της οδήγησης υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών, η ικανότητα του κατηγορουμένου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή που να καταδεικνύει ότι η ικανότητα του κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη, συστατικό στοιχείο του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Αυτό είναι ουσιώδους σημασίας για τη τύχη της κατηγορίας διότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου, έτσι ώστε να τον καλέσει σε απολογία. Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 215 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στο Wilkinson΄s στον οποίο αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ.1/230 παράγραφος 4.63) εξηγείται και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλακόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Η πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, αναφορικά με τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου, δεν θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ικανότητα του κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη λόγω κατανάλωσης οινοπνεύματος ούτε και ικανή με βάση τις νομικές αρχές να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου όσον αφορά τη 1η κατηγορία. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο δεν αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να ήταν ελαττωμένη. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνακόλουθα η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. 2η κατηγορία Το άρθρο 6 εδάφιο
(5)του Νόμου 174/86 προνοεί ότι όποιος χωρίς εύλογη αιτία αρνείται ή αποφεύγει για οποιοδήποτε λόγο να παράσχει δείγμα εκπνοής όταν τούτο του ζητηθεί είναι ένοχος αδικήματος. Το εδάφιο
(5)του άρθρου 8 του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι στη περίπτωση που αστυνομικός ζητά από πρόσωπο τη παροχή δείγματος εκπνοής, τούτος υποχρεούται να επιστήσει την προσοχή του προσώπου αυτού ότι η άρνηση ή αποφυγή παροχής του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής όταν αυτό του ζητήθηκε. Από τη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής αλλά ούτε και ότι δόθηκε σ΄αυτόν η προνοούμενη από το νόμο προειδοποίηση. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την 2η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. 3η κατηγορία Με βάση τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι ενώ ήταν κάτοχος οδήγησης μαθητευόμενου οδηγούσε το αναφερόμενο αυτοκίνητο χωρίς να επιβαίνει στη θέση του συνοδηγού πρόσωπο που κατείχε ισχύουσα άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο δύο χρόνων της ίδιας κατηγορίας. Ο ΜΚ1 ανάφερε ότι από έλεγχο διαπίστωσε ότι κατηγορούμενος ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος δεν είχε συνοδηγό στο αυτοκίνητο που οδηγούσε. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 3ης κατηγορίας στην οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. 4η Κατηγορία Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ποινικοποιείται από το άρθρο 7 του Νόμου 86/72, και προνοεί τα ακόλουθα. «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Aστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε τη λεωφόρο από τα δεξιά προς τα αριστερά με αποτέλεσμα το θάνατο της. Ο εφεσείοντας κατά τη στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα την ορατότητα στη σκηνή καθώς και τη μεγάλη απόσταση που διήνυσε η πεζή περνώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι τη σύγκρουση, αποφάσισε, ότι η αποτυχία του να την δει, ενώ θα έπρεπε να την δει και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και επικύρωσε τη καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου, παρεξέκλινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με το αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητο του θα έπρεπε να παραμείνει στη δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη πλευρά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Αναφορικά με την έννοια της αλόγιστης πράξης, αυτή δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και σαν τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All ER 974, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με το τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Σύμφωνα με το νόμο, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατηγορίας, πρέπει ο τρόπος της οδήγησης του κατηγορούμενου, να είναι αλόγιστος ή επικίνδυνος για το κοινό. Στην εξεταζόμενη υπόθεση ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΡΖ701 παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού και έστριψε απότομα αριστερά εισερχόμενος σε χώρο στάθμευσης. Στη συνέχεια και ενώ ο αστυνομικός (ΜΚ1) τον πλησίασε αυτός ανέπτυξε ταχύτητα οδηγώντας το αυτοκίνητο προς το μέρος του με κίνδυνο να τον κτυπήσει. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει και στο σήμα δεύτερου αστυνομικού, δηλαδή του ΜΚ2, τον οποίο επίσης προσπάθησε να κτυπήσει με αποτέλεσμα αυτός να εκτιναχθεί προς το πεζοδρόμιο για να αποφύγει το κτύπημα από το όχημα του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το μέρος με ιλιγγιώδη ταχύτητα παραγνωρίζοντας την τροχαία κίνηση και τους πεζούς που σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία διακινούνταν στο δρόμο εκείνη την στιγμή. Ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε ο κατηγορούμενος και που έγινε χωρίς να λάβει υπόψη το σήμα των αστυνομικών και τη παρουσία τους στο δρόμο αλλά και άλλων οχημάτων και πεζών, δημιούργησε στο δρόμο μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία μπορούσε να προκληθεί δυστύχημα κάτι που ευτυχώς δεν έγινε λόγω ακριβώς των προφυλάξεων των αστυνομικών. Η οδήγηση του κατηγορούμενου, όπως περιγράφεται πιο πάνω, ήταν επικίνδυνη αφού οδήγησε το όχημα του επικίνδυνα προς το μέρος των αστυνομικών που του έκαναν σήμα να σταματήσει και προέβηκε σε ενέργειες που συνιστούν απαράδεκτη οδική συμπεριφορά. Ελλείψη μαρτυρίας εκ μέρους του κατηγορούμενου, που να υποστηρίζει ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση οφείλεται σε κάποιο γεγονός, ώστε να μπορεί να υποστηρικτεί ότι η συγκεκριμένη οδήγηση δεν οφείλεται σε σφάλμα του κατηγορούμενου, τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε από σφάλμα του κατηγορούμενου αλλά και από εσκεμμένη συμπεριφορά και πρόθεση για οδήγηση που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου κρίνω ότι συνιστούν επικίνδυνη αλλά και αλόγιστη οδήγηση, αφού ο τρόπος της οδήγησης του δεν ήταν ούτε λογικός, ούτε ο αναμενόμενος από ένα λογικό και σώφρονα οδηγό. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 4ης κατηγορίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 4η κατηγορία. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.