← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Βασίλης Τζιαμάς, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:18107/09, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Βασίλης Τζιαμάς, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:18107/09, 29 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:18107/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Βασίλης Τζιαμάς Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος. Δαμιανού Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος μετά από παραδοχή στη δεύτερη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 7

(1),19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 6.6.09 στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής KLR046 επικινδύνως για το κοινό, δηλαδή οδηγούσε στον ένα τροχό. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής παρά το ότι δεν έγινε εισήγηση από το συνήγορο του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και αν πρέπει αυτός να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορoύμενου. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Azinas and Another v. Police, (πιο πάνω)). Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στην μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Για το σκοπό αυτό κλήθηκαν και κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο Σωτήρης Βροντής (ΜΚ1)και ο αστ.2378 Ηλίας Αντρέου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι στις 6.6.09 περί η ώρα 18.00 περπατούσε επί του πεζοδρομίου της Λεωφόρου Μακαρίου με κατεύθυνση προς το λιμάνι. Όπως περπατούσε είδε μία μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να κατευθύνεται προς το μέρος του με μεγάλη ταχύτητα και να σηκώνεται στον ένα τροχό. Στη συνέχεια είδε ένα αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση να στρίβει δεξιά. Πίστεψε ότι θα εγίνετο δυστύχημα και επειδή δεν επιθυμούσε να δει γύρισε το κεφάλι του προς άλλη κατεύθυνση. Στη συνέχεια άκουσε θόρυβο και όταν κοίταξε από μακριά χωρίς όμως να πλησιάσει αντιλήφθηκε ότι έγινε δυστύχημα. Η διάρκεια που είδε τη μοτοσικλέτα στον ένα τροχό ήταν για ένα με δύο δευτερόλεπτα και από απόσταση 10-20μ. Δεν την είδε να κατεβαίνει από τον ένα τροχό ούτε την είδε να φρενάρει. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Ατυχημάτων και στις 6.6.09 διερεύνησε το δυστύχημα που έγινε στη Λεωφόρο Μακαρίου μεταξύ της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφή KLR046 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και του οχήματος με αρ. εγγραφής CAK624 που οδηγείτο από τον αλλοδαπό Αντρέϊ Φούρτου Τουτόρ. Το δυστύχημα προκλήθηκε όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής CAK624 επιχειρώντας να στρίψει δεξιά ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου η οποία άφησε στην άσφαλτο ίχνη τροχοπέδησης 24,60μ. Κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για επικίνδυνη οδήγηση επειδή όπως ανέφερε εξασφάλισε ανεξάρτητη μαρτυρία η οποία «φωτογράφιζε» τον κατηγορούμενο. Με βάση την μαρτυρία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Βασικό στοιχείο το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν, κατά το χρόνο που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, ο οδηγός της μοτοσικλέτας και αυτός ο οποίος την οδήγησε με τον τρόπο που αναφέρεται στη κατηγορία. Ο ΜΚ2 τίποτα δεν ανέφερε για το θέμα. Όποια μαρτυρία προσκομίσθηκε για το ζήτημα προήλθε από τον ΜΚ1 ο οποίος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίστηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί τη μοτοσικλέτα και να τη σηκώνει στον ένα τροχό ούτε ότι η μοτοσικλέτα αυτή ήταν η μοτοσικλέτα με τους αριθμούς εγγραφής που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Εκείνο που ο ΜΚ1 ανάφερε είναι ότι στη Λεωφόρο Μακαρίου είδε για ένα με δύο δευτερόλεπτα μια μοτοσικλέτα να οδηγείται στον ένα τροχό. Στη συνέχεια από κάποια απόσταση και χωρίς να πλησιάσει αντιλήφθηκε ότι επεσυνέβηκε κάποιο τροχαίο δυστύχημα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Μακαρίου, ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής KLR046 δεν καταδεικνύει ότι η μοτοσικλέτα που αυτός οδηγούσε ήταν η μοτοσικλέτα που ανέφερε ο ΜΚ1 ότι είδε να οδηγείται στον ένα τροχό στην αναφερόμενη Λεωφόρο λίγο πριν το δυστύχημα. Τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 και εκτίθενται πιο πάνω δεν αποτελούν ικανή μαρτυρία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύρημα ότι η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου ήταν πράγματι αυτή που είδε ο ΜΚ1 να οδηγείται στον ένα τροχό κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Σαν αποτέλεσμα όλων όσων έχουν τεθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν θα καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία βασιζόμενο μόνο στην μαρτυρία που εκτίθεται πιο πάνω την οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογήσει. Σαν αποτέλεσμα του ότι δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο και/ή τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚLR046 με τη μοτοσικλέτα που οδηγείτο με τον τρόπο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, η κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση τα πιο πάνω δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή Δικαίου. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.