← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Kοσμάς Κοσμά, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20042/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Kοσμάς Κοσμά, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20042/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20042/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Kοσμάς Κοσμά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τoν κατηγορούμενo: κος. Κορφιώτης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, μετά τη παραδοχή του στη 2η κατηγορία, αντιμετωπίζει τη κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ154 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, κατηγορείται ότι στις 23.12.08 και περί η ώρα 13:00 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Κοφίνου στην επαρχία Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚQZ260 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο εις την GANKA KOEVA GEORGIEVA από τη Βουλγαρία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία σαν τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. - Στις 23.12.08 επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα στο δρόμο Λάρνακας-Κοφίνου με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚQZ260 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο Κοσμά Κοσμά. - Στο όχημα επέβαινε ως συνοδηγός το θύμα GANKA KOEVA GEORGIEVA. - Από το δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα η GANKA KOEVA GEORGIEVA, 45 ετών τέως από τη Βουλγαρία. - Η GANKA KOEVA GEORGIEVA μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας με ασθενοφόρο από τον ΜΚ5 στο κατηγορητήριο Γιάννη Μπαρή, οδηγό ασθενοφόρου. - Ο Δρ. Βάσος Παντελίδης, ιατρικός λειτουργός, στις 23.12.08 στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας διαπίστωσε το θάνατο της GANKA KOEVA GEORGIEVA. - Στις 24.12.08 η ΜΚ7 στο κατηγορητήριο Δρ. Ελένη Αντωνίου διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σωρό της GANKA KOEVA GEORGIEVA και διαπίστωσε ότι αιτία θανάτου ήταν βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 10. - Στις 24.12.08 και ώρα 8:30 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας η ΜΚ1 στο κατηγορητήριο Δήμητρα Δήμοβα αναγνώρισε τη σωρό της GANKA KOEVA GEORGIEVA στην παρουσία της Μ7 Δρ Ελένη Αντωνίου. Περαιτέρω οι συνήγοροι κατάθεσαν από κοινού παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους ως τεκμήριο 10 την ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου και ως τεκμήριο 11 την έκθεση επιθεώρησης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚQZ260. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατάθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. O Georgi Nikolov Georgier (ΜΚ1), ο Λοχίας Αντώνης Μαυρή (ΜΚ2) και ο Λοχίας Ντίνος Άνιφτος (ΜΚ3). Μετά τη κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει άλλη μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν σε σχέση με τις θέσεις τους. Η μαρτυρία όπως έχει δοθεί είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Και οι τρείς μάρτυρες κατηγορίας δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.32

(1)/04 κατάθεσαν και υιοθέτησαν σαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους τις γραπτές καταθέσεις τις οποίες ετοίμασαν σχετικά με την υπόθεση και στη συνέχεια απάντησαν σε ερωτήσεις. Ο ΜΚ1 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατάγεται και διαμένει στη Βουλγαρία. Στις 23.12.08 ήρθε στη Κύπρο για να δει τη γυναίκα του, το θύμα, που εργοδοτείτο από το πατέρα του κατηγορούμενου. Από το αεροδρόμιο τον παρέλαβαν η σύζυγος του με τον κατηγορούμενο ο οποίος θα τους μετέφερε με το αυτοκίνητο του στη Κοφίνου. Η σύζυγος του καθόταν στη θέση του συνοδηγού και ο ίδιος στο πίσω κάθισμα πίσω από τη θέση του συνοδηγού. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους έβρεχε και ο ίδιος από την αρχή ένοιωθε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα. Είδε από το ταχύμετρο του αυτοκινήτου ότι αυτό εκινείτο με ταχύτητα 130 χ.α.ω. Σε κάποια στιγμή τους προσπέρασε ένα όχημα με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Τότε ο κατηγορούμενος αύξησε τη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε για να το φτάσει με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να κινηθεί απότομα προς τα δεξιά να κτυπήσει στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα και να αναποδογυριστεί. Σε σχετικές ερωτήσεις, κατά την αντεξέταση, απάντησε πως ο κατηγορούμενος κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και δεν θυμόταν κατά πόσο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο άλλο όχημα. Ο μάρτυρας αυτός, περιέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατά την οποία για τα ίδια γεγονότα έδωσε σε διάφορα σημεία διαφορετικές εκδοχές. Αναφορικά με το χρόνο που πέρασε από τη στιγμή που τους προσπέρασε το άλλο όχημα μέχρι τη σύγκρουση, ο ΜΚ1 αρχικά ανέφερε ότι πέρασαν περίπου 5 λεπτά. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίσθηκε ότι η προσπάθεια του κατηγορούμενου να φτάσει το άλλο όχημα διήρκεσε 2 με 3 λεπτά πριν το δυστύχημα και σε κάποιο άλλο σημείο ανέφερε πως το δυστύχημα έγινε τη στιγμή που ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εισέλθει από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να καταδιώξει το όχημα που τους είχε προσπεράσει. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθησαν, ισχυρίσθηκε πως λίγα δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου εκινείτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του στην προσπάθεια του να αλλάξει πορεία από την αριστερή προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αμέσως μόλις τους προσπέρασε το άλλο όχημα. Το τελευταίο αυτό σημείο έρχεται σε αντίφαση με τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι από το σημείο που τους προσπέρασε το άλλο όχημα μέχρι το σημείο της σύγκρουσης διένυσαν περίπου 300 με 500 μ. αλλά και με τον ισχυρισμό του ότι παρά τη καταδίωξη του άλλου οχήματος ο κατηγορούμενος δεν κατόρθωσε να το φτάσει και πριν τη σύγκρουση αυτό είχε προχωρήσει τόσο ώστε να μην βρίσκεται στο πεδίο ορατότητας του. Σε σχέση με τη ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος, ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει μόνο μία περίπτωση κατά την οποία κοίταξε τη ταχύτητα στο ταχύμετρο του οχήματος, που ήταν 130 χαω, στο στάδιο της αντεξέτασης ισχυρίσθηκε ότι παρακολουθούσε το ταχύμετρο σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού μέχρι που έγινε η σύγκρουση. Αντίθετα, σε άλλο σημείο, της μαρτυρίας του ανέφερε πως δεν είδε με ποιά ταχύτητα οδηγούσε ο κατηγορούμενος όταν προσπαθούσε να φτάσει το άλλο όχημα αλλά αντιλήφθηκε από το θόρυβο της μηχανής του αυτοκινήτου ότι η ταχύτητα του είχε αυξηθεί. Ο πιο πάνω ισχυρισμός, ότι δηλαδή παρακολουθούσε συνέχεια τη ταχύτητα από το ταχύμετρο του αυτοκινήτου, έρχεται σε αντίφαση όχι μόνο με τη γραπτή κατάθεση του αλλά και με τον ισχυρισμό του ότι πριν την σύγκρουση ο ίδιος κοίταζε κάποιες συσκευές που βρίσκονταν στο πίσω μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα ούτως ώστε να φτάσει το όχημα που τον είχε προηγουμένως προσπεράσει, έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο, το όχημα του κατηγορούμενου σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού εκινείτο με τη ίδια ταχύτητα. Ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, απάντησε πως, δεν γνωρίζει με ποια ταχύτητα εκινήθηκε ο κατηγορούμενος όταν τους προσπέρασε το άλλο όχημα, επειδή εκείνη τη στιγμή ο ίδιος μετά από υπόδειξη του θύματος γύρισε και κοίταζε κάποιες συσκευές στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Mια άλλη εκδοχή που έδωσε ο μάρτυρα απαντώντας σε ερωτήσεις που του υπέβαλλε ο συνήγορος της υπεράσπισης, ήταν ότι η σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου στο κιγκλίδωμα προκλήθηκε από το γεγονός ότι αυτό πάτησε μέσα σε νερά της βροχής με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να χάσει τον έλεγχο. Δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει κατά πόσο πριν τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι του αυτοκινήτου του δεξιά. Τέλος σε σχετική υποβολή του συνηγόρου της υπεράσπισης ότι η απότομη κίνηση του κατηγορούμενου προς τα δεξιά οφείλετο στο γεγονός ότι άλλο όχημα που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου για άγνωστο λόγο κινήθηκε απροειδοποίητα προς τα δεξιά, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν γνωρίζει επειδή λίγο πριν τη σύγκρουση ο ίδιος κοιτούσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Όλα τα πιο πάνω αλλά και η γενικότερη εικόνα την οποία μου άφησε ο ΜΚ1 δεν μου επιτρέπουν να αποδεκτώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, πλην του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. O MK2 o οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας μεταξύ άλλων ανέφερε ότι είναι ειδικευμένος φωτογράφος της αστυνομίας και ειδικός στη σχεδιαγράφηση σχεδίων επί κλίμακος. Στις 23.12.08 και περί η ώρα 14:15 μαζί με άλλα μέλη της αστυνομίας επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που έγινε στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Κοφίνου με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQZ260 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Κατά την άφιξη του έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Στη συνέχεια έλαβε διάφορα μέτρα της σκηνής του δυστυχήματος. Εντόπισε το πρώτο σημείο πρόσκρουσης στο κιγκλίδωμα καθώς και ακόμα τέσσερα κτυπήματα μέχρι τη τελική θέση του οχήματος. Στις 15.1.09 επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή του δυστυχήματος και έλαβε επιπρόσθετα μέτρα του δρόμου. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο σε δύο σελίδες ως τεκμήρια 5α και 5β βάση των οποίων στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχέδιο επί κλίμακος το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή ο καιρός ήταν βροχερός και ο δρόμος ήταν βρεγμένος. Επεξήγησε στο Δικαστήριο τις φωτογραφίες και το τελικό σχέδιο και υπέδειξε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου που βρίσκετο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, το πρώτο σημείο πρόσκρουσης πάνω στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα καθώς και τα υπόλοιπα κτυπήματα πάνω σε αυτό μέχρι τη τελική του θέση τα οποία τοποθέτησε με τα σημεία Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ
  3. Εντόπισε στην άσφαλτο δύο μικρά ίχνη τροχοπέδησης τα οποία οδηγούσαν στο σημείο της πρώτης πρόσκρουσης του οχήματος επί του κιγκλιδώματος. Το δεξιό ίχνος τροχοπέδησης ήταν μήκους 5.50μ. και το αριστερό μήκους 6.70μ.. Με βάση τα ευρήματα του, κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, το όχημα μετά το πρώτο κτύπημα ανατράπηκε επανειλημμένα αφήνοντας τα υπόλοιπα κτυπήματα στο κιγκλίδωμα που τοποθέτησε στο τελικό σχεδιαγράφημα με τα σημεία Χ2, Χ3, Χ4 και Χ
  4. Επίσης ανέφερε πως στο δρόμο 200μ. πριν το σημείο που έγινε το δυστύχημα υπάρχει μεγάλη στροφή. Στο στάδιο της αντεξέτασης ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην πείρα του λέγοντας ότι υπηρετεί στο τμήμα Τροχαίας για 20 χρόνια τα περισσότερα από τα οποία στο τμήμα Διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Μετά από σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι, στη περίπτωση που ένα αυτοκίνητο αλλάζει λωρίδα κυκλοφορίας η κίνηση των τροχών του είναι ανεπαίσθητη, εκτός και εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού κάνει απότομη κίνηση. Τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου σε σχέση με το κιγκλίδωμα είχαν κλίση 30 μοιρών κάτι που υποδηλώνει ηθελημένη προσπάθεια του οδηγού να κινηθεί απότομα δεξιά. Τούτο διότι όπως ανέφερε ένα αυτοκίνητο, που κινείται με ταχύτητα μεταξύ 80 με 150 χαω, για να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας προς τα δεξιά πρέπει να προσεγγίσει μια γωνία οκτώ με εννέα μοίρες, καθώς εαν το τιμόνι στρίψει περισσότερο, το αυτοκίνητο θα ανατραπεί. Συμφώνησε ότι η γωνία των ιχνών τροχοπέδησης που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου υπερβαίνει τα πιο πάνω όρια, κάτι που όπως ανέφερε, υποδεικνύει πως στην προκειμένη περίπτωση για κάποιο λόγο δεν ενδιέφερε πλέον τον οδηγό η ανατροπή του οχήματος. Ανέφερε πως κάτι που μπορεί να αναγκάσει ένα οδηγό να στρίψει το τιμόνι του αυτοκινήτου δεξιά πιο πολύ από όσο του επιτρέπει η ταχύτητα με την οποία κινείται, είναι και η περίπτωση που άλλο όχημα που προπορεύεται στα αριστερά αλλάξει απροειδοποίητα πορεία προς τα δεξιά. Τέλος ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε πως με βάση τα ευρήματα του τα δεδομένα του δυστυχήματος υποδεικνύουν ότι ο οδηγός του ενεχόμενου αυτοκινήτου έκανε προσπάθεια να αποφύγει κάποιο κίνδυνο που παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο μάρτυρας αρνήθηκε σχετική υποβολή της υπεράσπισης πως ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα όταν βρέχει μαζεύει νερό με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα στους οδηγούς λέγοντας πως το νερό της βροχής συσσωρεύεται σε αυλάκια που υπάρχουν δεξιά και αριστερά του δρόμου. Δεν ήταν όμως σε θέση να απαντήσει, κατά πόσο, μετά την ημερομηνία του δυστυχήματος το τμήμα δημοσίων έργων στο συγκεκριμένο δρόμο διενήργησε οποιαδήποτε έργα για τη συλλογή και απομάκρυνση των ομβρίων υδάτων. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και πλην μόνο του σημείου που αναφέρεται πιο κάτω αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Παρέθεσε στο Δικαστήριο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια να αλλοιώσει οτιδήποτε προς όφελος οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Επεξήγησε στο Δικαστήριο με σαφή και σταθερό τρόπο πως κατέληξε στα ευρήματα του τα οποία θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά από την υπεράσπιση. Το μόνο σημείο που δεν γίνεται αποδεκτό από τη μαρτυρία του είναι η άρνηση του πως στο συγκεκριμένο δρόμο όταν βρέχει μαζεύονται νερά της βροχής, κάτι που όπως θα διαφανεί πιο κάτω έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ3,. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 6) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση επίσης πραγματική μαρτυρία που απεικονίζει την πραγματική κατάσταση της σκηνής και που βοήθησε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το υπό εξέταση δυστύχημα αποτελούν και οι φωτογραφίες του τεκμήριου 4, τις οποίες το Δικαστήριο επίσης εξέτασε με προσοχή. Στην απόφαση Κονναρή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε τα εξής σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία: «όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για την διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων . είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί, όπως επισημάναμε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα». Ο ΜΚ3, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Ήταν μεταξύ των αστυνομικών που διερεύνησαν το δυστύχημα. Ανέφερε ότι ο αυτοκινητόδρομος Λάρνακας - Κοφίνου είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Μέτρησε την ορατότητα του κατηγορούμενου από το σημείο σύγκρουσης σε σχέση με τη πορεία του η οποία ήταν 400μ. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο είναι 100 χαω. Από το δυστύχημα προκλήθησαν ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου και στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Στο όχημα του κατηγορούμενου υπήρχαν εγκατεστημένες ζώνες ασφαλείας. Έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 9 και στις 20.10.09 τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 8). Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αρχικά αρνήθηκε ότι στο συγκεκριμένο δρόμο στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε πρόβλημα συσσώρευσης ομβρίων υδάτων, στη συνέχεια όμως συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης λέγοντας αυτολεξεί ότι «όταν υπάρχει έντονη βροχή, που υπήρχε τη μέρα του δυστυχήματος, στην άσφαλτο του συγκεκριμένου δρόμου υπάρχουν πολλά νερά». Στη περίπτωση αυτή, ανέφερε, δημιουργείται πρόβλημα στους οδηγούς που κινούνται με ταχύτητα μεγαλύτερη των 60 χαω. Ο μάρτυρας δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τον οποίο, αυτοκίνητο που προπορευόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς εμφανή λόγο κινήθηκε απότομα προς τη δεξιά λωρίδα όπου εκινείτο ο ίδιος. Σε σχετική υποβολή του συνήγορου της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος έδωσε την εκδοχή αυτή στη σκηνή του δυστυχήματος από την πρώτη στιγμή ο μάρτυρας απάντησε πως ο ίδιος δεν ήταν παρών στο αρχικό στάδιο των εξετάσεων. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Κατέθεσε, όπως και ο ΜΚ2, με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και υπήρξε ειλικρινής λέγοντας πως δεν εξέτασε την εκδοχή που πρόβαλε ο κατηγορούμενος αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος αλλά και καθώς εξηγούσε πως στο συγκεκριμένο δρόμο δημιουργείται πρόβλημα από τα όμβρια νερά. O κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 9) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε στο συγκεκριμένο δρόμο και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα γύρω στα 85 με 90 χαω άγνωστο αυτοκίνητο τύπου σαλούν χρώματος ασημί το οποίο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με πιο χαμηλή ταχύτητα κινήθηκε απροειδοποίητα προς τη δεξιά λωρίδα 10 με 15μ. μπροστά του καταλαμβάνοντας το ένα τρίτο περίπου της δικής του λωρίδας. Τη στιγμή εκείνη και βλέποντας το αυτοκίνητο να κινείται απροειδοποίητα προς τα δεξιά φοβήθηκε να πατήσει φρένα λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου και μετακινώντας το πόδι του από το πεντάλ του πετρελαίου έστριψε το τιμόνι του δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ως αποτέλεσμα της κίνησης του αυτής ήταν το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του να ξεφύγει από τη πορεία του και να κτυπήσει στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου. Αναφορικά με το γεγονός ότι στη σκηνή του δυστυχήματος βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, ενώ ο ίδιος στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει πως δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του ο κατηγορούμενος απάντησε πως δεν θυμάται, μη αποκλείοντας όμως το ενδεχόμενο, ενστικτωδώς να έκανε χρήση των φρένων. Ισχυρίσθηκε πως τη δεδομένη στιγμή, υπήρχε χώρος προς τα δεξιά και ο ίδιος στρίβοντας το τιμόνι του έκανε την κίνηση που έκρινε πως θα βοηθούσε να αποφύγει τη σύγκρουση του οχήματος του με το άγνωστο αυτοκίνητο που κινήθηκε προς τη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά την αντεξέταση σε σχετική ερώτηση ο κατηγορούμενος αρνήθηκε πως ανέπτυξε ταχύτητα με σκοπό να καταδιώξει κάποιο αυτοκίνητο που τον είχε προηγουμένως προσπεράσει και επανέλαβε τη θέση του πως κινήθηκε δεξιότερα για να αποφύγει τον κίνδυνο να συγκρουστεί με το άγωνστο αυτοκίνητο που κινήθηκε απροειδοποίητα προς τη λωρίδα που χρησιμοποιούσε ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι στο σημείο του συγκεκριμένου δρόμου μερικούς μήνες μετά το δυστύχημα διεξήχθησαν οδικά έργα που σκοπό είχαν τη συλλογή και απομάκρυνση των ομβρίων υδάτων. Συγκεκριμένα στη μέση του δρόμου δίπλα από το διαχωριστικό κιγκλίδωμα ανοίχτηκαν αυλάκια για να συλλέγουν τα λιμνάζοντα νερά από το οδόστρωμα. Τα έργα αυτά έγιναν 500μ. πριν και 500μ. μετά το σημείο του δρόμου όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Προς τούτο κατάθεσε, χωρίς ένσταση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, σχετικό απόσπασμα εφημερίδας ημερομηνίας 17.3.09 στο οποίο αναφέρεται η διεξαγωγή των πιο πάνω οδικών έργων. Ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με πειστικό, σταθερό και θετικό τρόπο, στοιχεία που με πείθουν για τη γνησιότητα της εκδοχής του. Η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει πως δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του ενώ στη σκηνή εντοπίσθηκαν μικρά ίχνη τροχοπέδησης, δεν είναι στοιχείο ικανό να επηρεάσει την αξιοπιστία του, ενόψει της γενικότερης καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν, αλλά και της εξήγησης που έδωσε ο ίδιος για την αντίφαση αυτή, λέγοντας δηλαδή πως δεν θυμάται κατά πόσο χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του, κάτι που με βάση τη λογική δεν μπορεί να αποκλεισθεί λαμβάνοντας υπόψη την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή. Όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη θέση της υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος προέβαλε την πιο πάνω εκδοχή από την αρχή. Επιπρόσθετα, η εκδοχή αυτή του κατηγορούμενου υποστηρίζεται και ενισχύεται από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή . Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η κλίση των ιχνών τροχοπέδησης που άφησε το όχημα του κατηγορούμενου, γωνίας 30 μοιρών, υποδηλώνει ηθελημένη προσπάθεια του οδηγού να κινηθεί απότομα δεξιά. Ανέφερε πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στη περίπτωση όπου όχημα που κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας εισέλθει απροειδοποίητα στη δεξιά λωρίδα όπου κινείται άλλο όχημα αναγκάζοντας έτσι τον οδηγό του οχήματος αυτού να στρίψει το τιμόνι πιο πολύ από όσο του επιτρέπει η ταχύτητα του. Ανέφερε ότι τα ευρήματα στα οποία κατέληξε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος υποδεικνύουν ότι ο οδηγός του ενεχόμενου αυτοκινήτου έκανε προσπάθεια για να αποφύγει κάποιο κίνδυνο που παρουσιάσθηκε μπροστά του. Eπιπρόσθετα ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στο συγκεκριμένο δρόμο όταν υπάρχει έντονη βροχή, όπως και την ώρα του δυστυχήματος, στην άσφαλτο μαζεύονται όμβρια νερά που δημιουργούν πρόβλημα στους οδηγούς που κινούνται με ταχύτητα πέραν των 60 χαω. Στην υπόθεση R. V. Spurge
(1961)2 All E.R.688 κρίθηκε ότι εκδοχή του κατηγορούμενου που δεν είναι φανταστική αν δεν αναιρεθεί ή διαψευστεί από την κατηγορούσα Αρχή, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Στην υπόθεση Butty v. Davey
(1972)Crim L.R. 48 όπου ο κατηγορούμενος σε ελαφριά στροφή γλίστρησε στην αντίθετη μεριά του δρόμου και συγκρούσθηκε με επερχόμενο φορτηγό ισχυρίστηκε πως το δυστύχημα έγινε λόγω αναπάντεχης διολίσθησης του αυτοκινήτου του λόγω βροχής και ο ισχυρισμός του επικυρώθηκε αφού κρίθηκε ότι η εξήγηση του δεν ήταν φανταστική. Στην υπόθεση αυτή αποφασίσθηκε πως ο κατηγορούμενος δεν είχε το βάρος να δείξει ότι είχε διολισθήσει χωρίς φταίξιμο (βλ. WILKINSON´S Road Traffic Offences 10η έκδοση σελ.228). Στη παρούσα υπόθεση, η εκδοχή του κατηγορούμενου, όχι μόνο δεν έχει αναιρεθεί ή διαψευστεί από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά αντίθετα όπως πιο πάνω αναφέρεται υποστηρίζεται και ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του κατηγορούμενου γίνεται αποδεκτή. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 23.12.08 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQZ260 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Κοφίνου με κατεύθυνση την Κοφίνου και εκινείτο με ταχύτητα περί τα 85 με 90 χαω. Στο αυτοκίνητο που οδηγούσε βρίσκονταν στη θέση του συνοδηγού η GANKA KOEVA GEORGIEVA και στο πίσω κάθισμα ο Georgi Nikolov Georgier. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας είχε πλάτος 3.40 μέτρα. Το οδόστρωμα της δεξιάς λωρίδας σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου επεκτεινόταν με βοηθητική λωρίδα πλάτους 2 μέτρων. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ ο κατηγορούμενος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, άγνωστο αυτοκίνητο το οποίο εκινείτο με χαμηλότερη ταχύτητα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας απροειδοποίητα κινήθηκε προς τα δεξιά καταλαμβάνοντας μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας 10 με 15 μέτρα μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου. Τότε ο κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιότερα με αποτέλεσμα το όχημα του να συγκρουστεί στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου και στη συνέχεια να ανατραπεί επανειλημμένα κτυπώντας σε διάφορα σημεία του κιγκλιδώματος και να καταλήξει στη τελική του θέση όπως αυτή φαίνεται επί του τελικού σχεδιαγράμματος τεκμηρίου
  2. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν βροχερός και στην άσφαλτο υπήρχε νερό της βροχής. Από το δυστύχημα τραυματίσθηκε θανάσιμα η GANKA KOEVA GEORGIEVA η οποία μεταφέρθηκε στο γενικό νοσοκομείο Λάρνακας. Εκεί διαπιστώθηκε ο θάνατος της από τον Δρ. Βάσο Παντελίδη. Στις 24.12.08 η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό της GANKA KOEVA GEORGIEVA και διαπίστωσε ως αιτία θανάτου βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Στις 24.12.08 και ώρα 8:30 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας η Δήμητρα Δήμοβα στην παρουσία της ιατροδικαστού Δρ Ελένη Αντωνίου, αναγνώρισε τη σωρό της GANKA KOEVA GEORGIEVA. Ο θάνατος της προκλήθηκε από το δυστύχημα. Η υπεράσπιση προέβαλε περαιτέρω τη θέση ότι η απότομη και απροειδοποίητη κίνηση του άγνωστου αυτοκινήτου προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οφείλετο στη συσσώρευση νερού της βροχής στο δρόμο. Παρά τα όσα έχει αναφέρει ο ΜΚ3 αναφορικά με το πρόβλημα που δημιουργείται στον συγκεκριμένο δρόμο από τα όμβρια νερά αλλά και την αναντίλεκτη θέση του κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία στο συγκεκριμένο δρόμο μερικούς μήνες μετά το δυστύχημα διενεργήθηκαν σχετικά οδικά έργα, το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η προσκομισθείσα αυτή μαρτυρία δεν είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την αιτία για την οποία το άγνωστο αυτοκίνητο κινήθηκε απροειδοποίητα προς τα δεξιά. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο στο Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα όσο εύλογα και αν είναι αυτά. (Βλ. Γ.Ε. v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ252, Μακρίδης v. Dharanghji
(1990)1 ΑΑΔ 1013, Αντώνης Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου Π.Ε.11744, ημ. 15.6.2005). Στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει και αυτό βάση της μαρτυρίας του ΜΚ3 είναι πως στο συγκεκριμένο δρόμο, όπως αυτολεξεί ανέφερε ο μάρτυρας «όταν υπάρχει έντονη βροχή, όπως την ώρα του δυστυχήματος, στη άσφαλτο υπάρχουν πολλά νερά». ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί προβλέπει ως ακολούθως: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Με την τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» και «απρόσεκτη» και «επικίνδυνη» πράξη. ΄Ετσι, για να βρεθεί κάποιος ένοχος σε τέτοια κατηγορία, πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά και επαφίεται στο Δικαστήριο να διακρίνει αν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης καταδεικνύουν ή όχι μια τέτοια συμπεριφορά (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 409, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Θα πρέπει λοιπόν να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου η οποία να μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς σύμφωνα με το νόμο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ. 2)
(2002)2 ΑΑΔ 518, δεκαπεντάχρονος βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αφού κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του να οδηγήσει αυτοκίνητο χωρίς άδεια, εν καιρώ νυκτός σε κατοικημένη περιοχή, με πολλές στροφές και ενώ ήταν εντελώς άσχετος στην οδήγηση στοιχειοθετούσε απερισκεψία με την έννοια του άρθρου 210. Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με πιο σημαντικές τις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473 και την παλαιότερη Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233. Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης με την έννοια της οδήγησης που εξ΄ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με την συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην περίπτωση μας, την οδήγηση. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, που πιο πάνω αναφέρθηκε, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία, και δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ΄ αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με τον τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά την λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μία ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απερίσκεπτη οδήγηση δεν εδικαιολογείτο κάτω από τις συνθήκες που έγινε το δυστύχημα και κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη πρόθεσης (mens rea) που απαιτείται για την απερίσκεπτη (reckless) οδήγηση. Η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή, στην περίπτωση εκείνη, που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, μπορεί να μην ενέπιπτε στον ορισμό της απερίσκεπτης οδήγησης, κρίθηκε όμως ότι ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και σαν αποτέλεσμα η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σε σχέση με το τι αποτελεί απερίσκεπτη οδήγηση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «΄Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης». Σχετική είναι η απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E.R. 1974, όπου αποφασίσθηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλ. R . v. Caldwell
(1981)1 All ER 961) (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18).» Στην υπόθεση Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΔΔ 300 λέχθηκε: «..διότι απερίσκεπτη οδήγηση σημαίνει να παίρνει ένα αδικαιολόγητο κίνδυνο για τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε..». Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μία περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502, η οδηγός κατεύθυνε το αυτοκίνητο της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ΄ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγοντας από μαρτυρία που έδειχνε πως δεν έφταιγε γι΄ αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη σήμανση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ο αποκλεισμός της μαρτυρίας αυτής ήταν λανθασμένος. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: «..εμπεριέχει αποτυχία∙ πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία.» (βλ. R v. Gosney,
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. Hill v. Baxter,
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat,
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, δεν σημαίνει, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αποτυχία του εφεσείοντα να δει το θύμα ενώ όφειλε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να το πράξει και η πράξη του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του εκεί που βρισκόταν το θύμα ενώ ο δρόμος προς τα δεξιά ήταν ελεύθερος, συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση. Στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453, ο εφεσείοντας ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο, επεχείρησε να στρίψει δεξιά και ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου με αποτέλεσμα το θάνατο του οδηγού του. Ο εφεσείοντας δεν είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση παρά μόνο όταν άκουσε το θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η έφεση που ακολούθησε αφορούσε μόνο την επιβληθείσα ποινή. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οφείλει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου που να εμπίπτει στην έννοια της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Όπως προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο κατηγορούμενος για να αποφύγει τη σύγκρουση με άγνωστο αυτοκίνητο που κινήθηκε απροειδοποίητα προς τα δεξιά καταλαμβάνοντας μέρος της λωρίδας στην οποία εκινείτο ο ίδιος, οδήγησε το αυτοκίνητο του δεξιότερα με αποτέλεσμα αυτό να κτυπήσει στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα και να ανατραπεί. Γι' αυτό και θα πρέπει να εξετασθεί αν ο τρόπος που ενήργησε ο κατηγορούμενος συνιστά υπό τις περιστάσεις επικίνδυνη πράξη. Όπως αναφέρθηκε στη υπόθεση Σάββα v. Αστυνομία, (πιο πάνω) είναι αναγκαίο για στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης να αποδειχθεί και σφάλμα του οδηγού και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Στην παρούσα υπόθεση η ενέργεια του κατηγορούμενου ενώ εκινείτο ευθεία στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου να στρίψει το τιμόνι του δεξιότερα συνιστά εξ' αντικειμένου, πράξη επικίνδυνη. Όμως οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη σφάλματος εκ μέρους του. Αυτός μαρτύρησε και έγινε πιστευτός ότι η ενέργεια του αυτή ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι άγνωστο αυτοκίνητο που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κινήθηκε απροειδοποίητα προς την δεξιά λωρίδα αναγκάζοντας τον να λάβει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης μαζί του. Ενεργώντας κάτω από την αγωνία της στιγμής έστριψε το τιμόνι του δεξιά και οδήγησε το αυτοκίνητο του προς την άκρη της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας πλάτους 3.40μ. στην οποία εκινείτο εκείνη τη στιγμή, που ας σημειωθεί ότι με βάση τη πραγματική μαρτυρία (τεκμήριο 6) επεκτεινόταν με βοηθητική λωρίδα ακόμα 2 μέτρα. Ο τρόπος αντίδρασης του κατηγορούμενου όταν είδε το άγνωστο αυτοκίνητο να κινείται προς τα δεξιά μπροστά του και η ενέργεια του να στρίψει το τιμόνι του δεξιότερα θα πρέπει να κριθεί με βάση τα γεγονότα που επικρατούσαν στη σκηνή του δυστυχήματος, την πίεση της στιγμής και την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο κατηγορούμενος όταν το άγνωστο αυτοκίνητο κινήθηκε προς τη δική του λωρίδα (βλ. Κωνσταντίνου v. Φιλή
(1991)1 ΑΑΔ 1110, Νικολαίδης v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422). Όπως είναι νομολογημένο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας «αν στην αγωνία της στιγμής δεν πάρει την καλύτερη δυνατή αποφευκτική ενέργεια νοουμένου ότι ακολουθεί μια λογική πορεία». (Βλ. Αντωνίου v. Ιορδάνους κ.α.α
(1976)1 ΑΑΔ 341, Χ΄Γεωργίου v. Ροδίνης
(1978)1 ΑΑΔ 175, Καρικάτου v. Σωτηρίου
(1979)1 ΑΑΔ 150, Γεωργιάδης v. Χ΄Σάββα
(1984)1 ΑΑΔ 597, Παπαχριστοδούλου v. Χατζηνεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426 και Adamis and another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746. Αν δε η αντίδραση του οδηγού είναι τέτοια που παρ' όλη την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα από το μέσο συνετό οδηγό, τότε ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (βλ. Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1ΑΑΔ 642). Σημειώνω συναφώς, ότι όπως έχει νομολογηθεί οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. Στην υπόθεση Ε. Κασιέρη κ.α. v. Γ. Κυριάκου
(1997)
(1)(Β) ΑΑΔ 1246, κρίθηκε ότι και λανθασμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό, κάτω από την αγωνία της στιγμής δεν αποτελεί κατ' ανάγκη μέτρο αμέλειας. Στην υπόθεση Socratous v. Loizou and another
(1988)1CLR 299, ο οδηγός φορτηγού ο οποίος στην προσπάθεια του να αποφύγει μοτοσικλετιστή που έπεσε στο δρόμο συγκρούσθηκε με όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση απηλλάγηκε ευθύνης και το δυστύχημα θεωρήθηκε αναπόφευκτο. Στη παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι τη στιγμή εκείνη, που αντιμετώπισε δηλαδή τον κίνδυνο μπροστά του, έκανε τη κίνηση με την οποία έκρινε ότι θα απέφευγε τη σύγκρουση με το άγνωστο αυτοκίνητο. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να στρίψει το τιμόνι και να οδηγήσει το αυτοκίνητο του δεξιότερα προς την άκρη του δρομου με αποτέλεσμα αυτό να κτυπήσει στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα και να ανατραπεί επιφέροντας το θάνατο της άτυχης GANKA KOEVA GEORGIEVA δεν οφείλεται σε σφάλμα του κατηγορούμενου, στοιχείο που είναι απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης. Δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία ότι υπήρξε πτώση από το επίπεδο φροντίδας ή δεξιότητας ενός ικανού και έμπειρου οδηγού κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση (Σάββα v. Αστυνομίας, πιο πάνω). Παρά το ότι στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στο στοιχείο της αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδήγησης και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εξεταστεί, εν τούτοις η πράξη του κατηγορούμενου να οδηγήσει το αυτοκίνητο του δεξιότερα δεν μπορεί να κριθεί ότι συνιστούσε υπό τις περιστάσεις αλόγιστη ή απερίσκεπτη ενέργεια και αυτό γιατί η μαρτυρία κατέδειξε ότι η ενέργεια του αυτή έγινε κάτω από την αγωνία της στιγμής, όταν είδε το άγνωστο αυτοκίνητο να κινείται απροειδοποίητα προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος ενήργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής και χωρίς τη δεδομένη αυτή στιγμή να είναι σε θέση να υπολογίσει τους κινδύνους που εγκυμονούσε η ενέργεια του αυτή. Ούτε η ταχύτητα με την οποία ο κατηγορούμενος οδηγούσε και που εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν ήταν πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, θα μπορούσε να κριθεί ότι συνετέλεσε στην πρόκληση του δυστυχήματος και καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε προς τη κατεύθυνση αυτή. Όπως έχει επαναληφθεί στην υπόθεση Αντρέας Θεοδούλου Μιχαήλ v. Γιαννάκη Ηλία κυριάκου 2004
(1)(Γ) 1825, παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός εάν οι υπόλοιπες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας και κάτι τέτοιο στη παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί. Είναι νομολογημένο ότι η απόδειξη κάθε κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v.Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18) και στην παρούσα περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάποια ενέργεια ή πράξη του κατηγορούμενου που να εμπίπτει στην έννοια της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τη νομολογία. Συνακόλουθα η 1η κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη και ο κατηγορούμενος σε αυτήν αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)................ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.