← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Χάρης Έλληνας κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 16772/09, 20 Οκτωβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Χάρης Έλληνας κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 16772/09, 20 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 16772/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. Χάρης Έλληνας
  2. Karim Ellina Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος μετά τη παραδοχή του στη 1η κατηγορία αντιμετωπίζει την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης (2η κατηγορία) και της παράλειψης να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 1/7/09 και ώρα 23.15 οδηγούσε στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ922 επικινδύνως για το κοινό και κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη δηλαδή πέρασε ενώ το κόκκινο φως ήταν αναμμένο. Για τη Κατηγορούσα Αρχή κατάθεσαν συνολικά δύο μάρτυρες κατηγορίας ο αστ.2702 Λεωνίδας Λεωνίδα (ΜΚ1) και ο Ανδρέας Γιαννή (ΜΚ2). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση χωρίς να προσκομίσει οποιανδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Η μαρτυρία όπως έχει δοθεί είναι καταγραμμένη στα πρακτικά γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Αυτές προβλήθηκαν ουσιαστικά από το ΜΚ2 και τον κατηγορούμενο, αφού ο ΜΚ1, δεν ήταν παρών όταν έλαβαν χώρα τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα, αλλά η εμπλοκή του στα γεγονότα της υπόθεσης, περιορίσθηκε στο να λάβει καταθέσεις και να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του γιατί μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, αφού κατάθεσε με αντικειμενικότητα και αμεροληψία τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα από την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς σε καμία περίπτωση να διακρίνω οποιανδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να αλλοιώσει την αλήθεια προς όφελος οποιουδήποτε των διαδίκων. Όπως διαφάνηκε μέσα από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ο κατηγορούμενος ήλθε σε αντιπαράθεση με το ΜΚ2. Τούτο έγινε επειδή ο ΜΚ2 εισήλθε, κατά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, απροειδοποίητα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μακαρίου όπου εκινείτο ο ίδιος αναγκάζοντας τον έτσι να εισέλθει σχεδόν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να αποφύγει τη σύγκρουση. Όπως επίσης διαφάνηκε, από τα κοινά σημεία της μαρτυρίας και των δύο, ο λόγος που ο ΜΚ1 εισήλθε στη δεξιά λωρίδα ήταν η παρουσία σταθμευμένου οχήματος μέσα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έξω από παρακείμενο πρατήριο βενζίνης. Μετά από το γεγονός αυτό ο κατηγορούμενος ακολούθησε το όχημα του ΜΚ2 ο οποίος σε κάποιο σημείο του δρόμου σταμάτησε. Τότε ο κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο του και αφού πλησίασε τον ΜΚ2 ακολούθησε αντιπαράθεση μεταξύ τους την οποία προκάλεσε ο ίδιος. Οι λεπτομέρειες της αντιπαράθεσης αυτής δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο για το λόγο ότι δεν αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ2 δεν με έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν από τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σε σχέση με το θέμα αυτό, ο ισχυρισμός του ότι πριν εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας κοίταξε από το καθρεφτάκι του και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν πίσω του αυτοκίνητα έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ότι αφού εισήλθε στη δεξιά λωρίδα αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσε το όχημα του κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά τα επίδικα θέματα αποδέχομαι όμως από τη μαρτυρία του, ότι ο κατηγορούμενος στη συνέχεια τον ακολούθησε ανάβοντας συνεχώς τα φώτα του οχήματος του αναγκάζοντας τον να σταματήσει το αυτοκίνητο του σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου και ήλθαν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους την οποία προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε μπαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Τούτο διότι δεν διευκρίνισε σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο ο ίδιος μετά που πέρασε το κυκλικό κόμβο του λιμανιού. Ο κατηγορούμενος μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Κατάθεσε με απλοϊκό και πειστικό τρόπο, απαντώντας στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με ευθύτητα και αμεσότητα και δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Δεν αρνήθηκε ότι μετά που ο ΜΚ2 εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, τον ακολούθησε ανάβοντας τα φώτα του οχήματος μέχρι που να σταματήσει. Επίσης δεν αρνήθηκε ότι ήρθε σε αντιπαράθεση μαζί του κάτι όμως που όπως ανέφερα πιο πάνω δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην υπό εξέταση υπόθεση. Παρενθετικά όμως τονίζω πως η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου ήταν απαράδεκτη. Αυτός όφειλε και μπορούσε να υποβάλει το παράπονο του με σχετική καταγγελία στην αστυνομία και όχι να ακολουθήσει τον ΜΚ2 και να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ΜΚ2 σύμφωνα με τον οποίο ο κατηγορούμενος πέρασε από τα φώτα τροχαίας με κόκκινο φως ο κατηγορούμενος ανέφερε πως πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και προχώρησε ευθεία αφού άναψε το πράσινο φως. Την ίδια ώρα ο ΜΚ2 βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σταματημένος πιο πίσω διότι υπήρχε ουρά αυτοκινήτων μπροστά του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δεν αρνήθηκε πως όταν πλησίαζαν τα φώτα τροχαίας ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα πιο μπροστά ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας πιο πίσω με ουρά αυτοκινήτων μπροστά του. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης στα μόνα ευρήματα που μπορώ να καταλήξω είναι ότι στις 1/7/09 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ 922 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μακαρίου με κατεύθυνση προς το κυκλικό κόμβο του λιμανιού. Την ίδια ώρα ο ΜΚ2 που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΚΚV286 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αναγκάζοντας τον κατηγορούμενο να εισέλθει σχεδόν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Τότε ο κατηγορούμενος ακολούθησε με το όχημα του το όχημα του ΜΚ2 αναγκάζοντας τον σε κάποιο σημείο του δρόμου να σταματήσει. Εκεί ήλθαν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους η οποία προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κατηγορίας 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ποινικοποιείται από το άρθρο 7 του Νόμου 86/72, προνοεί τα ακόλουθα. «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Aστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου, παρεξέκλινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με το αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητο του θα έπρεπε να παραμείνει στη δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη πλευρά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Αναφορικά με την έννοια της αλόγιστης πράξης, αυτή δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και σαν τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All ER 974, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με το τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο δεν έχει καταδείξει ότι δημιουργήθηκε οποιαδήποτε επικίνδυνη κατάσταση από τον κατηγορούμενο και ότι αυτή προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του τελευταίου. Ο ΜΚ2 δεν ισχυρίσθηκε πως ενώ τον ακολούθησε ο κατηγορούμενος τον πλησίασε επικίνδυνα. Αντίθετα σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον ακολουθούσε από κάποια απόσταση. Πέραν δε από τον αόριστο ισχυρισμό του ΜΚ2 πως κινδύνεψε από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου. Συνεπώς με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάποια ενέργεια ή πράξη του κατηγορούμενου που να μπορεί να ενταχθεί στην έννοια της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς η οποία του αποδίδεται με την 2η κατηγορία. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται σε αυτήν. Αναφορικά με την 3η κατηγορία δεδομένου ότι ο ΜΚ2 πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας πιο πίσω από το όχημα του κατηγορούμενου και με ουρά αυτοκινήτων μπροστά του, θεωρώ ότι δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτός μπορούσε να είναι βέβαιος κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο χρόνο είχε περάσει από τα φώτα τροχαίας με κόκκινο φως. Ως εκ τούτου κρίνω πως δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η 3η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.