← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Mιχάλης Μιχαήλ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:12625/09, 26 Οκτωβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Mιχάλης Μιχαήλ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:12625/09, 26 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, .Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:12625/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Mιχάλης Μιχαήλ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος. Μπίσσας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος μετά την παραδοχή του στη 2η κατηγορία αντιμετωπίζει τη κατηγορία της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 7/10/08 και ώρα 06:00 στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού στη Μοσφιλωτή της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΥ932 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Kατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα μέρη κατάθεσαν από κοινού, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα τεκμήρια 1,2,3,4 και

  1. H Kατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 1260 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1) και τον Χρίστο Χαριδήμου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1, κατάθεσε και υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση τεκμήριο 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε πως είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στις 7/10/08 στο παλαιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας μεταξύ του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΖΥ932 και της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής LM
  2. Ο δρόμος που επεσυνέβηκε το δυστύχημα ήταν ευθύς ανηφορικός και μετά το σημείο σύγκρουσης καταλήγει σε ελαφρά στροφή δεξιά. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Ήταν νύκτα και στο δρόμο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας που χωρίζονταν με άσπρη διαχωριστική γραμμή. Μέτρησε την ορατότητα στο δρόμο η οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι 200μ και κατά τη διάρκεια της νύκτας, ένεκα της έλλειψης οδικού φωτισμού, είναι εντός των ορίων των φώτων του οχήματος δηλαδή περί τα 20μ. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο δρόμο είναι 80 χαω. Ανέφερε πως στη σκηνή του δυστυχήματος δεν εντόπισε στην άσφαλτο ίχνη τροχοπέδησης. Εντόπισε μέσα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ίχνη πλαγιολίσθησης 17 μέτρων τα οποία ανήκαν στο πίσω τροχό της μοτοσικλέτας και υποδείκνυαν τη πορεία που ακολούθησε αυτή μετά το σημείο σύγκρουσης. Έλαβε όλες τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 7) με βάση το οποίο ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 8) το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Στο τεκμήριο 8 τοποθέτησε τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων που βρίσκονταν στην ίδια κατεύθυνση, το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ και τα ίχνη πλαγιολίσθησης. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπέστη άμεση ζημιά στο αριστερό μπροστινό μέρος και έμμεση ζημιά στον μπροστινό ανεμοθώρακα. Η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιά στο πίσω μέρος αυτής και στο πίσω τροχό. Από το δυστύχημα τραυματίσθηκε σοβαρά ο οδηγός της μοτοσικλέτας και ο συνεπιβάτης του (ΜΚ2), οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος μετά τη σύγκρουση προχώρησε 150 με 200μ όπου και σταμάτησε το αυτοκίνητο σε παρακείμενο χωράφι παρασύροντας μαζί και τη μοτοσικλέτα η οποία σφηνώθηκε στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Υπέδειξε στις φωτογραφίες με αριθμούς 10 και 11 του τεκμηρίου 2 τη θέση στην οποία βρήκε το αυτοκίνητο κατά την άφιξη του στη σκηνή. Με βάση τα ευρήματα του κατέληξε πως η μοτοσικλέτα πριν τη σύγκρουση εκινείτο στην αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Κατά την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον οδηγό της μοτοσικλέτας αυτός του ανέφερε πως το πίσω φως της μοτοσικλέτας δεν άναβε ενώ το μπροστινό άναβε κατά διαστήματα. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι επιβάτες της μοτοσικλέτας φορούσαν ρούχα σκούρου χρώματος. Ο ΜΚ2, συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα, κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν. Ανέφερε πως ενώ ταξίδευαν στον προαναφερόμενο δρόμο η μοτοσικλέτα παρουσίαζε μηχανικά προβλήματα. Στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας δεν υπήρχε φως και τα ρούχα που φορούσε ήταν σκούρου χρώματος. Δεν θυμόταν τίποτε αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος κατάθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 10). Ανέφερε πως αντιλήφθηκε ξαφνικά τη παρουσία της μοτοσικλέτας από απόσταση 10μ. και δεν πρόλαβε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο ίδιος εκινείτο με ταχύτητα 80 χαω. Μετά τη σύγκρουση οδήγησε το όχημα του προς τα δεξιά για να μην περάσει πάνω από τους επιβάτες της μοτοσικλέτας στη συνέχεια όμως επανέφερε το όχημα του αριστερά διότι έρχονταν άλλα οχήματα από απέναντι. Κατά την αντεξέταση ο κατηγορούμενος ανέφερε πως μετά που πέρασε το σημείο που ο δρόμος ήταν ανηφορικός είδε τη μοτοσικλέτα 10-20μ μπροστά του. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε πως είδε κάτι αλλά λόγω της ταχύτητα του που ήταν 80 χαω πλησίασε πολύ για να αντιληφθεί πως επρόκειτο για μοτοσικλέτα. Δεν είδε όπως ισχυρίσθηκε κάτι να κινείται στο δρόμο παρά μόνο όταν έφτασε σε πολύ κοντινή απόσταση με τη μοτοσικλέτα. Τότε ελάττωσε ταχύτητα αλλά δεν πρόλαβε να αποφύγει τη σύγκρουση. Η εμβέλεια των φώτων του ήταν όπως ανέφερε πολύ μεγαλύτερη των δύο μέτρων αλλά δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα διότι στο πίσω μέρος αυτής δεν υπήρχε φως. Κατά την επανεξέταση ο κατηγορούμενος σε σχετική ερώτηση απάντησε πως αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα από απόσταση 3 μέτρων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Έθεσε και εξήγησε τόσο κατά τη προφορική του μαρτυρία όσο και με το τεκμήριο 8 τα ευρήματα στα οποία κατέληξε κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος με σαφή και αντικειμενικό τρόπο χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια προς όφελος οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Αντίθετα ο μάρτυρας αυτός μου έδωσε την εικόνα του αντικειμενικού και αμερόληπτου μάρτυρα και τα ευρήματα του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 8) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση επίσης πραγματική μαρτυρία που απεικονίζει την πραγματική κατάσταση της σκηνής και που βοήθησε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το υπό εξέταση δυστύχημα αποτελούν και οι φωτογραφίες του τεκμήριου 11, τις οποίες το Δικαστήριο επίσης εξέτασε με προσοχή. Στην απόφαση Κονναρή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε τα εξής σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία: «όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για την διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων . είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί, όπως επισημάναμε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα». Ο ΜΚ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Υπήρξε ειλικρινής και απέρριτος κατά τη μαρτυρία του λέγοντας ότι η μοτοσικλέτα στην οποία επέβαινε ως συνεπιβάτης δεν είχε φως στο πίσω μέρος και ότι ο ίδιος φορούσε σκούρα ρούχα. Δεν ήταν σε θέση όμως να πει οτιδήποτε περαιτέρω σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Μου έδωσε την εντύπωση ότι έδιδε μαρτυρία σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις δικές του ευθύνες για την πρόκληση του δυστυχήματος. Περιέπεσε περαιτέρω και σε αντιφάσεις κατά την μαρτυρία του. Eνδεικτικά αναφέρω ότι ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει πως αντιλήφθηκε τη παρουσία της μοτοσικλέτας από απόσταση δύο περίπου μέτρων κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε διάφορες και διαφορετικές εκδοχές για το θέμα αυτό. Όπως ότι αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα από απόσταση 10μ λέγοντας κατά την αντεξέταση πως είδε τη μοτοσικλέτα από απόσταση 10-20μ για να πει στη συνέχεια ότι είδε κάτι αλλά πλησίασε πολύ κοντά για να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για μοτοσικλέτα. Στη συνέχεια σε σχετική ερώτηση ο κατηγορούμενος ανέφερε πως είδε κάτι να κινείται στο δρόμο αλλά δεν αντιλήφθηκε πως αυτό ήταν μοτοσικλέτα. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε πως είδε μια σκιά από απόσταση 10-20μ. ισχυριζόμενος όμως πως ελάττωσε ταχύτητα όταν βρισκόταν σε απόσταση 2 μέτρων από τη μοτοσικλέτα. Κατά την αντεξέταση σε σχετική ερώτηση απάντησε πως από την απόσταση των 20 μ. δεν είχε δει ούτε την σκιά. Στο στάδιο δε της επανεξέτασης ισχυρίσθηκε πως αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα από απόσταση 3 μέτρων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του κατηγορούμενου πλην του ότι κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο και τόπο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΖΥ932 χρησιμοποιώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και εκινείτο με ταχύτητα 80 χαω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου ότι στις 7/10/08 και ώρα 6.00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΖΥ932 στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού κινούμενος στη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 80 χαω. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας που χωρίζονται με άσπρη διαχωριστική γραμμή. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Ήταν νύκτα, στο δρόμο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και η ορατότητα του κατηγορούμενου βρισκόταν μέσα στην εμβέλεια των φώτων του οχήματος του που ήταν περί τα 20μ. Την ίδια μέρα και ώρα μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου ταξίδευε στον δρόμο με την ίδια κατεύθυνση η μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής LM203 χωρίς φως στο πίσω μέρος, με οδηγό τον Βλαδίμηρο Παπαδόπουλο και συνεπιβάτη τον Χρήστο Χαριδήμου (ΜΚ2) οι οποίοι φορούσαν ρούχα σκούρου χρώματος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου που σημειώνεται στο τελικό σχέδιο με το γράμμα Χ το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου συγκρούσθηκε με τη μοτοσικλέτα με αποτέλεσμα οι δύο επιβάτες να τραυματιστούν σοβαρά. Στο σημείο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα ο δρόμος ήταν ευθύς ανηφορικός και μετά το σημείο σύγκρουσης κατέληγε σε ελαφρά στροφή δεξιά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 λέχθηκε σχετικά με την αμελή οδήγηση ότι: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, του γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Ότι διαφέρει είναι το βάρος της απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Στην υπόθεση Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140 το καθήκον του οδηγού διατυπώθηκε ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν». Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Η οδήγηση κατά τη διάρκεια της νύκτας με περιορισμένο φωτισμό στο δρόμο επιφορτίζει τον οδηγό με την υποχρέωση να οδηγεί με τέτοιο τρόπο που να μπορεί έγκαιρα να αντιληφθεί μη φωτεινά εμπόδια στο δρόμο, όπως ποδήλατα χωρίς φώτα, ή πεζούς με σκούρα ρούχα, η παρουσία των οποίων εύλογα θα μπορούσε να προβλεφθεί στο συγκεκριμένο δρόμο. Η παρατηρητικότητα του οδηγού σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αυξημένη (βλ. Hill v. Phillips,
(1963), 107 S.J. 890, Γ. Λοής κ.α. v. Χρ. Παύλου, ΑΑΔ
(1998)1 1662). Στην απόφαση στην υπόθεση Savva and Others v. Mylona 1958 23 CLR 210 αναφέρθηκε ότι την νύκτα ένας οδηγός πρέπει να ταξιδεύει με τέτοια ταχύτητα που να μπορεί να σταματήσει μέσα στο πεδίο των φώτων του. Έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή αλλά και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται, βρίσκω ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά τη διάρκεια της νύκτας στο συγκεκριμένο δρόμο στον οποίο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός, με τρόπο που φανερώνει έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής υπό τις περιστάσεις. Οι συνθήκες ήταν τέτοιες που εύλογα θα μπορούσε να προβλεφθεί η παρουσία άλλων οχημάτων στο δρόμο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα και ενώ η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν μέσα στην εμβέλεια των φώτων του οχήματος του δηλαδή περί τα 20μ. αυτός δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας παρά μόνο όταν βρέθηκε πολύ κοντά σε αυτήν. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, προκύπτει πως αν είχε τη προσοχή του στραμμένη στο δρόμο, θα μπορούσε να αντιληφθεί τη παρουσία της μοτοσικλέτας έγκαιρα μέσα στα πλαίσια της ορατότητας που του παρείχαν τα φώτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Όφειλε δε να οδηγά μέσα στα πλαίσια της ορατότητας αυτής που θα του επέτρεπαν να αντιδράσει αποτρέποντας τη σύγκρουση και με τέτοια ταχύτητα που να μπορεί να σταματήσει μέσα στο πεδίο των φώτων του οχήματος του σε περίπτωση που προέκυπτε οποιοσδήποτε κίνδυνος στο δρόμο. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δείχνει έλλειψη δέουσας παρατηρητικότητας. Ο τρόπος οδήγησης του κάτω από τις περιστάσεις δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί αμελής. (βλ. Μακρυγιάννης v. Αστυνομίας,
(1996)2 ΑΑΔ41, Συλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151). Σε αυτή την παράλειψη έγκειται η αμέλεια του. Θα έπρεπε σαν συνετός οδηγός υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν να οδηγά με τέτοιο τρόπο και η προσοχή του στο δρόμο να είναι τέτοια, ώστε να είναι σε θέση να σταματήσει έγκαιρα ή να πάρει άλλα μέτρα αποφυγής τυχόν σύγκρουσης με οποιοδήποτε τυχόν εμπόδιο παρουσιάζετο μπροστά του. Σύμφωνα με τη πραγματική μαρτυρία, που αποτελεί χρήσιμο υλικό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος, στη σκηνή του δυστυχήματος δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Τούτο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε καθόλου τα φρένα του οχήματος του. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις υποθέσεις οχήματος που απότομα πετάγεται μπροστά από άλλο όχημα με αποτέλεσμα να μην δίδονται περιθώρια στον οδηγό να αντιδράσει. Αντίθετα η μοτοσικλέτα βρισκόταν μπροστά από τον κατηγορούμενο στην ίδια κατεύθυνση με αυτόν. Η απόσταση ορατότητας του κατηγορούμενου με βάση τα φώτα του οχήματος του, που δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν περί τα 20μ, φανερώνουν την έλλειψη της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας του στο δρόμο που χρησιμοποιούσε. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR 18 λέχθηκε ότι το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο δρόμος δεν είχε οδικό φωτισμό και η ορατότητα του κατηγορούμενου περιορίζετο μόνο στην εμβέλεια των φώτων του οχήματος του. Συνεπώς τόσο η προσοχή στο δρόμο όσο και η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου θα έπρεπε να ήταν τέτοιες ώστε να καθιστούσαν δυνατή την έγκαιρη αντίληψη της παρουσίας της μοτοσικλέτας στο δρόμο ακόμα και αν αυτή δεν εφωτίζετο στο πίσω μέρος. Στην απόφαση στην υπόθεση Γιώργου Σαπαρίλα v. Αστυνομίας AAΔ
(2004)2 533 ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε το περιερχόμενο της κατάθεσης που έδωσε η εφεσείουσα στην αστυνομία. Αντίθετα αναφέρει ότι λήφθηκε υπόψη σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας. Εξάλλου στην κατάθεση αναφέρονται οι συνθήκες του δυστυχήματος και η παραδοχή της εφεσείουσας ότι ουδέποτε πριν από την σύγκρουση είδε ή αντελήφθηκε την παραπονούμενη. Και αυτή η παραδοχή αποτελεί ουσιαστικά και το εύρημα του Δικαστηρίου που οδήγησε στην ενοχή της.» Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση έδωσε διάφορες εκδοχές σε σχέση με τις περιστάσεις και την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα. Μεταξύ αυτών ήταν και ότι αντιλήφθηκε μια σκιά. Οι συνθήκες του δρόμου ήταν τέτοιες ώστε εύλογα μπορούσε να προβλεφθεί η παρουσία στο δρόμο άλλου οχήματος έστω και αν αυτό δεν εφωτίζετο στο πίσω μέρος. Υπό τις περιστάσεις και ενώ η ορατότητα του κατηγορούμενου δεν εμποδίζετο από άλλα εμπόδια εν τούτοις δεν αντιλήφθηκε πιο έγκαιρα την παρουσία της μοτοσικλέτας που εκινείτο στην ίδια κατεύθυνση μπροστά του. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα έγκαιρα μέσα στα πλαίσια των φώτων του οχήματος του που ήταν 20μ. απόσταση και να λάβει αποτρεπτικά μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης αλλά και το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος προέβη σε ελιγμό μετά τη σύγκρουση καταδεικνύουν τη μη λήψη οποιονδήποτε αποτρεπτικών μέτρων εκ μέρους του. Τόσο η προσήλωση στο δρόμο αφενός όσο και η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου, θα έπρεπε να ήταν τέτοιες ώστε να καθιστούσαν δυνατή από τον κατηγορούμενο την έγκαιρη αντίληψη της παρουσίας άλλου οχήματος στο δρόμο υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν ακόμα και αν το όχημα αυτό δεν είχε φως στο πίσω μέρος και ο συνεπιβάτης φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος (Savva and others πιο πάνω, Tavellis v. Evangelou and another
(1984)1 ΑΑΔ 460, Νικολάου κ.α. v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 938). Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences 13 edition σελ. 241 κάτω από τον τίτλο Headlights. The Court of Appeal in Hill v. Phillips
(1963)107 55 890 (a civil case) held that, when driving with dipped headlights in country roads, motorists should drive so that they could see unlighted obstructions the presence of which might be anticipated, eg cycles without lights or people in dark clothes. But whether the defendant who collides or fails to see something at night or in conditions of poor visibility is like any other case a guilty of careless driving is primarily a question of fact (see Jarvis V. Fuller and Webster v. Wall on p.239, and Hume v. Ingleby on r.238). Στην παρούσα υπόθεση, όλα τα πιο πάνω δεδομένα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τη μοτοσικλέτα η οποία εκινείτο στην ίδια κατεύθυνση μπροστά του, δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του, αλλά ούτε και έκανε οποιονδήποτε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν οδηγούσε μέσα στα πλαίσια των φώτων του αυτοκινήτου του και δεν είχε την δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο που χρησιμοποιούσε παραλείποντας να ασκήσει τον απαιτούμενο έλεγχο. Το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τη διάρκεια νύκτας σε δρόμο χωρίς οδικό φωτισμό επαύξησε το καθήκον του για επιμέλεια και προσοχή. Συνεπακόλουθα όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος παρέβη το καθήκον φροντίδας και μέριμνας προς τους άλλους χρήστες του δρόμου μεταξύ των οποίων και τους επιβαίνοντες στη μοτοσικλέτα χωρίς όμως να αποκλείω και τυχόν δική τους ευθύνη για το δυστύχημα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την μαρτυρία, αυτοί ταξίδευαν σε δρόμο σκοτεινό χωρίς οδικό φωτισμό με μοτοσικλέτα που δεν έφερε φως στο πίσω μέρος και φορώντας ρούχα σκούρου χρώματος. Τούτο έχοντας κατά νου πως στην παρούσα διαδικασία δεν εξετάζεται τυχόν αμέλεια άλλων παρά μόνο η ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου,Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.