← Κύπρος

Λουϊζας Χριστοδουλίδου ν. EMKIN CONSULTING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10403/2010, 27 Οκτωβρίου, 2010

Λουϊζας Χριστοδουλίδου ν. EMKIN CONSULTING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10403/2010, 27 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10403/2010 Μεταξύ: Λουϊζας Χριστοδουλίδου Παραπονούμενης - Κατηγόρου - και -

  1. EMKIN CONSULTING LTD
  2. Ανδρέα Στυλιανού
  3. Παναγιώτας Κωνσταντινίδου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την παραπονούμενη- κατήγορο: κ. Γ. Λουκαίδης για Δρ. Α. Π. Ποιητής & Σία Για κατηγορούμενους: κα Ραφαήλ για κ.Φράγκο Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι στη παρούσα υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε στις 16.06.2010 αντιμετωπίζουν έξι κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της ανέγερσης οικοδομής, ότι επέτρεψαν την ανέγερση οικοδομής, της ανοχής ανέγερσης οικοδομής, της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής, ότι επέτρεψαν την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης και ότι ανέχθηκαν την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής κατά παράβαση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.
  4. Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μεταξύ άλλων ακριβώς τις ίδιες κατηγορίες όπως αυτές εκτίθενται στη παρούσα υπόθεση στην υπόθεση με αριθμό 15335/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπου κατήγορος είναι ο Δήμος Λάρνακας ως η αρμόδια αρχή και η οποία υπόθεση ακόμη εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 16.11.
  5. Εκτός από το κατηγορητήριο που αφορά τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες δεν τέθηκε ενώπιον μου άλλο τροποποιηθέν κατηγορητήριο στο οποίο να έχουν προστεθεί και άλλες κατηγορίες όπως ανέφερε η κα Ραφαήλ. Σημασία έχει όμως για σκοπούς κρίσης επί της ειδικής απάντησης που προβάλλεται ότι οι έξι κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου συμπίπτουν απόλυτα με το κατηγορητήριο που παρουσιάστηκε της υπόθεσης 15335/
  6. Με αυτά τα δεδομένα οι κατηγορούμενοι πριν απαντήσουν στις κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου προέβαλαν ειδική απάντηση επικαλούμενοι τις διατάξεις του Άρθρου 69* του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ζητώντας την αναστολή της παρούσας διαδικασίας. Προς τούτο οι δύο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις θέσεις της για το ζήτημα που προβλήθηκε, αν δηλαδή η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να ανασταλεί εφόσον συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process). Η παραπονούμενη στη παρούσα υπόθεση όπως ανέφερε η κα Ραφαήλ είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου υποστατικού, η κατηγορούμενη 1 είναι η ενοικιαστής του, ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 και η κατηγορούμενη 3 είναι η μόνη μέτοχος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. *69

(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα. (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα. (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό αδίκημα.
(2)Αν καθένας από τους ισχυρισμούς των παραγράφων (β) ή (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό, ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής, ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. Δεν αμφισβητήθηκε η δυνατότητα εκ μέρους των κατηγορουμένων όπως προβάλουν τη συγκεκριμένη ειδική απάντηση σ΄αυτό το στάδιο πριν οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες, για το ζήτημα δες στον Archbold Criminal Pleadings and Evidence Practice, 2002*. Εκείνο το οποίο ανέφερε ο κ. Λουκαϊδης στην αγόρευση του είναι ότι θεωρεί πρόωρη την εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος σ΄αυτό το στάδιο χωρίς να δώσει περαιτέρω συνέχεια σ΄αυτή του τη θέση και χωρίς να αμφισβητήσει αυτό καθ΄αυτό το αίτημα. Είναι η θέση της κας Ραφαήλ με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες ότι με δεδομένη την ταύτιση των δύο κατηγορητηρίων όπου το παρών καταχωρήθηκε μεταγενέστερα παραβιάζεται η συνταγματική αρχή του Άρθρου 12 παρ. 2 όπου γίνεται η πρόνοια ότι: ¨Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προκλήθη θάνατος¨ και ως εκ τούτου η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να ανασταλεί. Κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του προς τούτο, καθώς η διαδικασία προώθησης και των δύο κατηγορητηρίων οδηγεί σε πολλαπλότητα διαδικασιών, επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός και ελλοχεύει ο κίνδυνος διπλής καταδίκης και έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και / ή αποφάσεων με διαφορετική αιτιολογία. Ο κ. Λουκαϊδης εξέφρασε την άποψη ότι το Δικαστήριο δεν έχει σύμφυτη εξουσία στις ποινικές υποθέσεις όπως συμβαίνει με τις πολιτικές για να απορρίψει μια αγωγή ως καταχρηστική και μάλιστα στο προκαταρτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η παρούσα υπόθεση. Εισηγήθηκε ότι το Άρθρο 35** της Ποινικής Δικονομίας δεν ισχύει σ΄αυτό το στάδιο και ότι η εγερθείσα ειδική απάντηση είναι πρόωρη. Ούτε διακινδύνευση των κατηγορουμένων να υποστούν διπλή τιμωρία συντρέχει, κατά την εισήγηση του, εφόσον εκείνο το οποίο επιδιώκεται είναι η άρση της παρανομίας με την έκδοση σχετικού διατάγματος το οποίο δεν συνιστά ούτε ποινή ούτε και τιμωρία. *An application to stay proceedings as an abuse of process is, in effect, a plea in bar and should be considered as a preliminary issue before plea, although there is nothing to prevent the issue being raised at a later stage". ** όποιος δικάστηκε μια φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε ή αθωώθηκε για αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη ή η αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα. Σε κάθε περίπτωση όπως εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Λουκαϊδης το ζήτημα της τιμωρίας των κατηγορουμένων αλλά και των εξόδων που δημιουργούνται θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης όταν και εφόσον αυτοί κριθούν ένοχοι. Ούτε όμως μπορεί να παραγνωριστεί το έννομο συμφέρον της κατηγόρου το οποίο προσπαθεί να διασφαλίσει εγείροντας αυτό το κατηγορητήριο το οποίο η κατήγορος όχι μόνο έχει το δικαίωμα να διασφαλίσει αλλά και υποχρέωση εφόσον ως εκ της ιδιότητας της θα μπορούσε και η ίδια να βρεθεί κατηγορούμενη. Στην απόφαση Διευθυντής των Φυλακών v. Περέλλα,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 217 σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της διαδικασίας του αναφέρθηκαν τα εξής: ¨Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι΄αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα˙ μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου¨. Στην υπόθεση Παμπόρη v. Maskinfabriken " 510" A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 στη σελ. 1041 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στη ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another
(1981)3 All E.R. 727,729, έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών : ¨...this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right - thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; it would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power". Η βασική αρχή είναι πως ένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να διατρέχει τον κίνδυνο δύο φορές για το ίδιο αδίκημα (βλ. D.P.P. v. Nasralla
(1967)2 All E.R. 161). Στην υπόθεση R. v. Georghi Andoni Yallouri, 3 C.L.R. 41 κρίθηκε ότι το ερώτημα που πρέπει να απαντάται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος διέτρεχε στην πρώτη υπόθεση τον κίνδυνο καταδίκης σε σχέση με το ίδιο αδίκημα που αντιμετωπίζει και αργότερα. Αναφέρθηκε πως οι αγγλικές αποφάσεις επί του θέματος τυγχάνουν εφαρμογής και στη Κύπρο (βλ. επίσης R v. Joseph Stylianou, 13 C.L.R. 74). Στην απόφαση Γεώργιος Χαραλάμπους Πουλλάουας v. Αστυνομία,
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, για το ζήτημα του δεδικασμένου σε ποινικές υποθέσεις δεν περιορίζεται η εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου στις περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί ή απαλλαγεί, αλλά επεκτείνει την εφαρμογή του στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, παραπέμποντας στις παρ. 4-149 του συγγράμματος του Archbold, 1995: " The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim memo debet bis vexari pro eadem cause, or memo debet bis puniri pro uno delicto - ‛no -one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence' (the rule against 'double jeopardy ') The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims". Σε μετάφραση: ¨Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος memo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto- ¨κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα¨ (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένος επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων¨. Ένας κατηγορούμενος δεν μπορεί να δικάζεται παράλληλα για τα ίδια αδικήματα με διάφορες δικαστικές διαδικασίες καθώς ενυπάρχει ορατός κίνδυνος για διπλή καταδίκη του, έτσι ώστε αυτό κατά το κοινό δίκαιο να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, η οποία όμως ξεφεύγει από το δόγμα του autrefois. Όπως επισημαίνεται στη παράγραφο 4-58 του συγγράμματος Archbold 'Criminal Pleadings and Evidence Practice' 2002: In Conelly v. DPP the HL approved the general rule explained by Lord Cockburn CJ in R v. Elrington
(1861)1 B & S 688 to the effect that no man should be punished twice for an offence arising out of the same or substantially the same set of facts and that to do so would offend the established principle that there should be no sequential trials for offences on an ascending scale of gravity. In R v. Beedie
(1997)2 Cr. App. R.167, the Court of Appeal confirmed that this general rule is not part of the doctrine of autrefois, but should, in the absence of special circumstances, give rise to the exercise of the wider discretionary power to stay proceedings which constitute an abuse of the process of the court". Επομένως το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αποτρέπει όχι μόνο την πολλαπλότητα των διαδικασιών, οι οποίες οδηγούν σε κίνδυνο διπλής καταδίκης του κατηγορουμένου, αλλά και οι διαδικασίες με τις οποίες επιδιώκεται όμοιος σκοπός, καταλήγουν σε καταπίεση του κατηγορουμένου και ελλοχεύουν κίνδυνο έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων. Στην αίτηση του Δώρου Γεωργιάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 604 επαναλήφθηκαν τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Περέλλα (πιο πάνω) αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας όπου στη σελ. 610 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσότερων δικαστικών διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν σε μια. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου¨. Στην απόφαση Thames Launches v. Trinity House
(1961)1 All E.R. 26, λέχθηκε ότι: ¨In principle the court discourages multiplicity of litigation in any form. if there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice will be served." Στην υπόθεση Connelly v. D.P.P.
(1964)2 All E.R. 401 αναφέρεται ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι αλάνθαστη και ότι δύο Δικαστές μπορούν να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα έχοντας βάση την ίδια μαρτυρία και ότι δεν θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι ο ένας Δικαστής είναι πιο κοντά από τον άλλο σε ένα ορθό συμπέρασμα. Πέραν αυτού η οποιαδήποτε διαφορά σε συμπεράσματα ενδεχομένως να δικαιολογείται και από διαφορές στη μαρτυρία. Καταλήγει ότι αν κανένα σύστημα δικαίου δεν είναι δυνατό να εγγυηθεί ότι κάθε απόφαση είναι ορθή μπορεί τουλάχιστον και θα πρέπει να προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί έτσι ώστε να εξασφαλίσει την αποφυγή συγκρουόμενων αποφάσεων αναφορικά με το ίδιο θέμα. Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Connelly στη σελ. 414 ο Λόρδος Devlin επαναδιατύπωσε το δόγμα του Autrefois Acquit λέγοντας πως για να εφαρμοστεί το δόγμα αυτό, ο κατηγορούμενος πρέπει να διατρέξει τον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά, για το οποίο είχε προηγουμένως κατηγορηθεί. Το αδίκημα πρέπει να είναι νομικά ακριβώς το ίδιο, διότι τα νομικά χαρακτηριστικά είναι ακριβή και είτε είναι τα ίδια είτε όχι. Στην ίδια υπόθεση ο Λόρδος Diplock, LJ, χαρακτήρισε το δόγμα υπό τον τύπο της διπλής διακινδύνευσης. Παρατηρώ ότι στις δύο υπό εξέταση υποθέσεις όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ταυτίζονται απόλυτα ακόμα και οι ημερομηνία διάπραξης τους (βλ. ακόμα U.S.A. Government v. Atkinson
(1969)2 All E.R. 1151 και ακολούθως
(1969)3 All E.R. 1317 (H.L) όπου κρίθηκε ότι το ερώτημα δεν είναι αν εξετάστηκαν τα ίδια γεγονότα, αλλά αν τα γεγονότα που απαιτούνται για να στηρίξουν καταδίκη είναι τα ίδια. Στην υπόθεση Περέλλα (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 224: ¨Η χρήση διαδικασιών που οδηγούν σε καταπίεση συνιστά μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας γιατί το αποτέλεσμα οποιασδήποτε απ΄αυτές παύει να είναι καθοριστικό για τα δικαιώματα του διαδίκου γενικά και, την ελευθερία του κατηγορουμένου, ειδικά. Η αναγκαιότητα υπεράσπισης της ελευθερίας του υποδίκου σε περισσότερες από μια διαδικασίες για το ίδιο θέμα, συνιστά καταπίεση. Στη Mills v. Cooper
(1967)2 All E.R. 100, ο Λόρδος Αρχιδικαστής Πάρκερ παρατήρησε ¨. every court has undoubtedly a right in its discretion to decline to hear proceedings on the ground that they are oppressive and an abuse of the process of the court.¨ (σ.104) Δεν αμφισβητήθηκε το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης εκ μέρους πολιτών όταν θεωρούν ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα πλήττουν προσωπικά τους συμφέροντα, εξάλλου όπως χαρακτηρίστηκε από τον λόρδο Wilberforce στην απόφαση Gourriet v. Union of Post Office Workers
(1977)3 All E.R. 70 σελ. 79 : ¨Η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο με ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι μια πολύτιμη συνταγματική προστασία ενάντια στην αδράνεια ή μεροληψία εκ μέρους των Αρχών¨. Στη κυπριακή απόφαση Ttofinis v. Loizos Theocharides and Another,
(1983)2 C.L.R. 363, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για έγερση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης για παραβιάσεις του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 όταν τα δικαιώματα του παραπονουμένου επηρεάζονται άμεσα από αυτές, αλλά τονίστηκε ότι σε περίπτωση πολλαπλότητας της διαδικασίας το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να ελέγχει τις διαδικασίες ενώπιον του προς αποφυγή πολλαπλότητας της διαδικασίας: " Lastly, to allay the fears of the learned trial judge that the acknowledgment of a private prosecution in respect of violation of Cap. 96, and regulations made there under, may lead to duplicity of proceedings, we may remind that the Court has inherent powers to control proceedings before it with a view to avoiding multiplicity". Είναι παραδεκτό ότι η αρμόδια αρχή δηλαδή ο Δήμος Λάρνακας εφόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου, έχει καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση και μάλιστα πριν από την παραπονούμενη στη παρούσα. Επομένως διακρίνεται πολλαπλότητα των διαδικασιών οι οποίες καταλήγουν σε κατάχρηση. Η δε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόπτει διαδικασίες ενώπιον του οι οποίες απολήγουν καταχρηστικές δεν περιορίζονται μόνο σε αστικές διαδικασίες αλλά και σε ποινικές και ως προς αυτό πλούσια είναι η νομολογία μας σε κάποιες δε από αυτές τις αποφάσεις έχει γίνει ήδη αναφορά πιο πάνω. Τέλος, με όλο το σεβασμό δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης η εισήγηση εκ μέρους του κ. Λουκαϊδη ότι η τυχόν έκδοση διατάγματος εναντίον των κατηγορουμένων δεν συνιστά τιμωρία ή ποινή εφόσον η δυνατότητα έκδοσης ενός διατάγματος είναι μια από τις δυνατότητες που παρέχονται στο Δικαστήριο αλλά ταυτόχρονα παρέχεται και η δυνατότητα επιβολής των προβλεπόμενων ποινών και αυτό δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω ότι δηλαδή υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασιών και διπλή διακινδύνευση καταδίκης των κατηγορουμένων για τα ίδια αδικήματα κατά τρόπο που απολήγουν σε κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου καταλήγω να απορρίψω την παρούσα υπόθεση και να απαλλάξω τους κατηγορούμενους από τις κατηγορίες με τις οποίες βαρύνονται. Οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται. Δεν φάνηκε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αν η παραπονούμενη στη παρούσα υπόθεση γνώριζε πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης για την προηγούμενη έγερση υπόθεσης εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του Δήμου Λάρνακας. Τα όσα ανέφερε η κα Ραφαήλ ότι και σε εκείνη την υπόθεση παραπονούμενη είναι η παρούσα κατήγορος, χωρίς άλλη μαρτυρία, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης με Αριθμό 15335/2009 δεν εμφανίζει κατάλογο μαρτύρων και έτσι δεν φαίνεται σ΄αυτό το όνομα της παρούσας κατηγόρου. Προκαλεί απορία όμως το γεγονός ότι εφόσον πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός σε προγενέστερη δικάσιμο αυτής της υπόθεσης γιατί να εξακολουθήσει να επιμένει στην προώθηση και της παρούσας, ο φόβος για πιθανή ποινική δίωξη της ίδιας, όταν αυτό δεν έγινε με την καταχώρηση της υπόθεσης με Αρ.15335/2009 δεν έχει έρεισμα. Σε κάθε περίπτωση αυτή η εμμονή της δεν επιδρά στην απόφαση μου για τα έξοδα για τα οποία καταλήγω να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ οποιασδήποτε πλευράς. (Υπ.) ................................. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.