← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Αντωνάκη Σάββα Ηλία, Αρ. Υπόθεσης: 15663/10, 4 Νοεμβρίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Αντωνάκη Σάββα Ηλία, Αρ. Υπόθεσης: 15663/10, 4 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15663/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Αντωνάκη Σάββα Ηλία, από τη Λάρνακα Κατηγορούμενου ---------------------------------- Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών γι΄ αυτόν: κ. Δ. Κακουλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις τρεις από τις τέσσερεις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι σε άγνωστη ημερομηνία μέχρι και τις 12.9.2010, προμηθεύτηκε από άλλο άγνωστο πρόσωπο 20,1383 γραμμάρια ηρωίνης (1η Κατηγορία), ότι στις 12.9.2010 έκανε χρήση άγνωστης ποσότητας ηρωίνης (2η Κατηγορία) και ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία κατείχε την εν λόγω ποσότητα ηρωίνης (3η Κατηγορία). Δεν παραδέχθηκε όμως ότι κατείχε την εν λόγω ποσότητα με σκοπό την προμήθεια της σ΄ άλλα πρόσωπα (4η Κατηγορία). Για να αποδείξει την υπό κρίση Κατηγορία η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρα κατηγορίας τον Αρχ/Αστ 2733 Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου, (Μ.Κ.1) υπηρετών κατά τον ουσιώδη χρόνο στην ΥΚΑΝ Λάρνακος. Ο Μ.Κ.1 Αρχ/Αστ. 2733 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2010, υπήρχε ροή πληροφοριών στην ΥΚΑΝ Λάρνακος ότι ο κατηγορούμενος (τον οποίο ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά) είχε στην κατοχή του ποσότητα ηρωίνης την οποία προμήθευε σε χρήστες που τον επισκέπτοντο στην οικία του. Στις 8.9.10, μεταξύ των ωρών 09.30 - 13.30 ο ίδιος μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ, έθεσαν υπό παρακολούθηση την οικία του Κατηγορούμενου στην περιοχή Μακένζυ, στη Λάρνακα. Ο ίδιος, ο οποίος είχε οπτική επαφή με την οικία, είδε πέντε πρόσωπα (δύο εκ των οποίων ήσαν γνωστοί χρήστες ηρωίνης καθότι είχαν συλληφθεί στο παρελθόν από την ΥΚΑΝ για χρήση ηρωίνης), να ανεβαίνουν σε εξωτερική σκάλα που βρίσκεται στη νότια μεριά της οικίας και να παραμένουν εκεί για διάστημα ενός με δέκα λεπτών και ακολούθως να φεύγουν από το μέρος. Κάποια από τα πρόσωπα αυτά (που κατά το χρόνο που πλησίαζαν και αποχωρούσαν από την οικία έπαιρναν προφυλάξεις) εθεάθησαν να συνομιλούν με τον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος βρισκόταν συνεχώς εντός της οικίας του όταν κάποιο πρόσωπο βρισκόταν εκεί. Στις 10.9.2010, μεταξύ των ωρών 08.30 - 13.00 ετέθη εκ νέου υπό παρακολούθηση η οικία του Κατηγορούμενου. Αυτή τη φορά οκτώ πρόσωπα επισκέφθηκαν την οικία του, παίρνοντας και πάλι προφυλάξεις τόσο κατά την άφιξη όσο και κατά την αναχώρηση τους. Στις 12.9.2010 οργανώθηκε επιχείρηση έρευνας της οικίας του Κατηγορούμενου αφού είχε ήδη εξασφαλιστεί σχετικό ένταλμα έρευνας. Η οικία τέθηκε υπό παρακολούθηση περίπου η ώρα 09.
  2. Γύρω στις 09.30, είδε γνωστό χρήστη ηρωϊνης, (το όνομα του οποίου ανέφερε στο Δικαστήριο) να φθάνει στην οικία και να βγαίνει στην εξωτερική σκάλα, όπου παρέμεινε για δέκα λεπτά. Στη συνέχεια το πρόσωπο αυτό απεχώρησε από το μέρος. Ακολούθως ο ίδιος μαζί με τους Αρχ/Αστ 2448, 412, 1850, Αστ. 1011, 1406 και τον Ε/Αστ 7042 ερεύνησαν την οικία. Κατά την έρευνα ανευρέθησαν από τον Αστ. 3365 πάνω σε τραπεζάκι στο υπνοδωμάτιο του Κατηγορούμενου ποσότητα ηρωϊνης, μια χρησιμοποιημένη σύριγγα, μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας με ίχνη ηρωϊνης, ένα αλουμινένιο δοχείο με ίχνη καμένης ουσίας και επτά αχρησιμοποίητες σύριγγες. Σε κάλαθο αχρήστων, ανευρέθη ένα κουτί με την επιγραφή "Johnson΄s Cotton Buds" το οποίο περιείχε τέσσερα σακουλάκια με ηρωίνη και στην σακούλα του καλάθου, ποσότητα ηρωίνης. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, έγγραφο στο οποίο κατέγραψε τις λεπτομέρειες της παρακολούθησης της οικίας του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος περιέγραψε επί μακρόν την οικία του Κατηγορούμενου. Κατέθεσε ότι κατά το στάδιο της παρακολούθησης στις 8.9.2010, ο ίδιος βρισκόταν απέναντι από την οικία και είχε οπτική επαφή με τη σκάλα που οδηγεί στην ταράτσα. Είδε ένα πρόσωπο το οποίο οδηγούσε όχημα με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, να παρκάρει μπροστά από κέντρο αναψυχής, πίσω από το οποίο βρίσκεται η οικία του Κατηγορούμενου. Είδε επίσης πρόσωπο, γνωστό χρήστη ναρκωτικών (το όνομα του οποίου ανέφερε στο Δικαστήριο) να περνά μπροστά από το εν λόγω κέντρο. Είδε τέλος ένα πρόσωπο που φορούσε μπεζ παντελονάκι και μπεζ φανέλα να ανεβαίνει τη σκάλα που οδηγεί στην οικία του Κατηγορούμενου, να παραμένει εκεί για πέντε λεπτά και μετά να φεύγει. Μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνήθηκαν ως Παραδεκτά Γεγονότα τα εξής: «Στις 12.9.2010 και μεταξύ των ωρών 11:00 - 12:40 ο Μ.Κ.1 Α/Αστ 2733 Κ. Κωνσταντίνου, ο Α/Αστ 2448 Ε. Κωνσταντίνου (Μ7 επί του Κατηγορητηρίου), μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ Λάρνακος, ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, παρόντος του Κατηγορούμενου, την οικία του. Εντόπισαν και παρέλαβαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στην Έκθεση (Τεκμήριο 3) και σημειώνονται με τα κεφαλαία γράμματα (Λ.Ε.1, 2, 3, 4, 9 και 10)». Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε από κοινού, η Έκθεση του Κρατικού Χημείου. Ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε επίσης από κοινού, η κατάθεση του Παναγιώτη Σοφοκλέους η οποία έχει ως ακολούθως: «Είμαι ιδιοκτήτης του καφεστιατορίου Μαρκί μαζί με το Γιώργο Ιωακείμ. Το χώρο τον ενοικιάζουμε από τον Αντωνάκη Ηλία από τον Οκτώβρη τον περασμένο. Έβλεπα τον Αντωνάκη γιατί μένει πίσω που το εστιατόριο μας αλλά τι κάνει δεν ξέρω. Για την υπόθεση που τον επιάσετε δεν ξέρω τίποτε. Δεν κατάλαβα καμιά φορά να γίνεται κάτι έξω. Εγώ δεν καταλαβαίνω από ναρκωτικά». Ως Τεκμήριο 5 τέλος, κατατέθηκε επίσης από κοινού η κατάθεση του Γιώργου Ιωακείμ η οποία έχει ως ακολούθως: «Είμαι συνιδιοκτήτης του καφεστιατορίου Μαρκί το οποίο το ενοικιάζουμε από τον Αντωνάκη Ηλία από τον περασμένο Οκτώβρη. Το ενοικιάζουμε για το ποσό των €4,500 ευρώ το μήνα. Τον Αντωνάκη τον γνωρίζω μόνο γι΄ αυτό το λόγο. Ξέρω ότι έκαμε φυλακή για ναρκωτικά. Δαμέ στο μαχαζί μου ο Αντωνάκης δεν έρκετουν, κάποτε εθώρουντον δαμέ έξω που του εδίουν τα ενοίκια τζιαι κάποτε τα έδινα στην αδελφή του Μαργαρίτα. Για την υπόθεση που τον επιάσετε εγώ δεν γνωρίζω τίποτε ούτε εκατάλαβα καμιά φορά να γίνεται κάτι έξω.» Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στην 4η Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αφού επεξηγήθηκαν σ΄ αυτόν τα δικαιώματα του δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο ίδιος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως έδωσε τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα και την ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή του. Όπως ανέφερε είναι χρήστης ηρωϊνης εδώ και 30 χρόνια. Σ΄ όλο αυτό το χρονικό διάστημα έκαμε πολλές προσπάθειες για απεξάρτηση χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνήθως αγοράζει 10 γραμμάρια κάθε φορά, πάντοτε για δική του χρήση. Την τελευταία φορά όμως αναγκάστηκε να αγοράσει 20 γραμμάρια, λόγω του ότι ο προμηθευτής του θα απουσίαζε εκτός Κύπρου για ένα μήνα. Δεν είχε πρόθεση να πωλήσει την εν λόγω ποσότητα. Ήταν η θέση του ότι την ζυγαριά ακριβείας που βρέθηκε στο υπνοδωμάτιο του, την είχε για δύο λόγους. Αφενός μεν για να ζυγίζει την ποσότητα που θα έκαμνε χρήση κάθε φορά, τη δόση του δηλαδή και αφετέρου για να «ελέγχει» εάν ο προμηθευτής, του πωλούσε πράγματι την συγκεκριμένη ποσότητα την οποία ο ίδιος πλήρωνε. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι γνώριζε συγκεκριμένο πρόσωπο, γνωστό χρήστη ναρκωτικών. Όπως είπε, μαζί έκαναν χρήση ναρκωτικών για πολλά χρόνια. Είχαν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία. Αρνήθηκε, σε ερώτηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσης Αρχής, ότι ο ίδιος προμήθευε το εν λόγω πρόσωπο με ναρκωτικές ουσίες. Ήταν η θέση του ότι γινόταν το αντίθετο. Όταν το εν λόγω πρόσωπο είχε στην κατοχή του ναρκωτικά, τον προμήθευε. Εάν δεν είχε, τότε πήγαιναν και οι δύο Λευκωσία για να αγοράσουν από τον προμηθευτή του πρώτου. Παραδέχθηκε ότι στις 12.9.2010 προτού έρθει η αστυνομία στο σπίτι του, τον επισκέφθηκε πρόσωπο (άλλο από το προαναφερόμενο) επίσης γνωστός χρήστης ναρκωτικών τον οποίο κατονόμασε. Αρνήθηκε όμως ότι προμήθευσε το εν λόγω πρόσωπο με ναρκωτικά. Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν τη συγκεκριμένη μέρα στο υπνοδωμάτιο του ήταν σε δύο σακουλάκια επειδή δεν ήταν της ιδίας ποιότητας. Η μία ποιότητα ήταν κατάλληλη για ενδοφλέβια χρήση και η άλλη για χρήση από τη μύτη. Ήταν η θέση του τέλος ότι πάντα έπαιρνε προφυλάξεις καθότι η αστυνομία τον επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά. Γι΄ αυτό έκρυβε τα ναρκωτικά σε χώρο εκτός της οικίας του. Όταν ήθελε να κάμει χρήση, έπαιρνε «λίγο» για τη δόση του (1/10 του γραμμαρίου) και την υπόλοιπη ποσότητα των ναρκωτικών την φύλαγε. Κάθε μέρα, όπως είπε, «κάμνει 10 χρήσεις» δηλαδή η ημερήσια δόση του είναι 1 γραμμάριο. Κατηγορούσα Αρχή και Υπεράσπιση συμφώνησαν επίσης ως Παραδεκτό Γεγονός, ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ασθένειες που αναφέρονται στα Ιατρικά Πιστοποιητικά, τα οποία κατατέθηκαν, επίσης από κοινού, ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ακρόασης να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο το Μ.Κ.1 Αρχ/Αστ. 2733 Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου, όσο και τον Κατηγορούμενο, ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν. (Βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1199 ΚΑΙ Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση αρ. 10705, ημερ. 8.02.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). Ο Μ.Κ.1 Αρχ/Αστ. 2733 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της ειλικρίνειας και της αλήθειας. Δεν διαπίστωσα να υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1) και της δια ζώσης μαρτυρίας του. Η μόνη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στη γραπτή του κατάθεση περιέλαβε και γεγονότα τα οποία δεν περιήλθαν στην προσωπική του γνώση αλλά τα πληροφορήθηκε από άλλους συναδέλφους του. Έδωσε όμως πειστικές απαντήσεις για ποιο λόγο περιέλαβε στην γραπτή του κατάθεση την εν λόγω μαρτυρία. Τα όσα κατέθεσε δια ζώσης δεν κλονίστηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης και ο ίδιος παρέμεινε σταθερός στη θέση και την εκδοχή του. Η οποιαδήποτε υπάρχουσα αντίφαση μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας του κρίνεται επουσιώδης. Είναι καλά γνωστό ότι για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος, θα πρέπει οι οποιεσδήποτε υπάρχουσες στη μαρτυρία του αντιφάσεις, να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο [Βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 535, 536]. Μικρές και ασήμαντες αντιφάσεις δεικνύουν ότι δεν υπάρχει προσχεδιασμός στη μαρτυρία και καταδεικνύουν τη γνησιότητα και την ειλικρίνεια του μάρτυρα (Βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320, 322 και Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, 222]. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν ήταν τέτοια. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι τα όσα περιήλθαν στην δική του προσωπική γνώση όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Η εν λόγω μαρτυρία συνιστά ταυτόχρονα και τα ευρήματα μου. Τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου τη σύγκρινα και τη συσχέτισα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και τη μελέτησα σε βάθος. Δεν αποδέχομαι όμως τη θέση και την εκδοχή του ότι κατείχε τα ναρκωτικά για προσωπική του χρήση. Οι απαντήσεις και οι εξηγήσεις που έδωσε επί τούτου δεν ήσαν καθόλου πειστικές. Δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση για ποιο λόγο τη συγκεκριμένη ημέρα είχε τα ναρκωτικά στο υπνοδωμάτιο του εφόσον, όπως ο ίδιος κατάθεσε, τα ναρκωτικά πάντοτε τα είχε εκτός της οικίας του (λόγω του ότι η αστυνομία τον παρακολουθούσε συνεχώς), έπαιρνε λίγη ποσότητα κάθε φορά για τη δόση του και την υπόλοιπη ποσότητα την έκρυβε. Η θέση του ότι τη ζυγαριά ακριβείας την είχε για να ζυγίσει την ποσότητα των ναρκωτικών που αγόραζε έτσι ώστε να «ελέγχει» εάν ο προμηθευτής τον ξεγέλασε, έρχεται κατά την κρίση μου σε αντίθεση τόσο με την κοινή λογική όσο και με δικές του προηγούμενες απαντήσεις και παραδοχές ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει. Σ΄ όση έκταση η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία, την απορρίπτω. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος της υπό κρίση Κατηγορίας είναι, σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 όπως τροποποιήθηκε, (α) η κατοχή, (β) ελεγχομένου φαρμάκου και (γ) με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία, καλύπτονται από την παραδοχή του Κατηγορούμενου. Αποτελεί επίσης Παραδεκτό Γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε την ποσότητα και το είδος των ναρκωτικών που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο, ήτοι 20,1383, γραμμάρια ηρωϊνης. Το τρίτο συστατικό στοιχείο είναι ο σκοπός ή η πρόθεση της προμήθειας των ναρκωτικών σε άλλο ή άλλα πρόσωπα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανειλημμένα έκρινε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, η υπόθεση R. v. Steane
(1947)1 All E.R. 813, παρέχει την κλασσική καθοδήγηση αναφορικά με την προσέγγιση του στοιχείου της «πρόθεσης» ως απαραίτητου συστατικού του αδικήματος. (Βλ. Pefkos & Others v. The Republic,
(1961)C.L.R. 340, Protopapas v. The Police,
(1962)C.L.R. 27, Hinis v. The Police
(1963)1 C.L.R. 14, Aristidou v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 43, Stavrinou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 97, Tattari v. The Republic
(1970)2 C.L.R. 6, Andreou v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 81, Katelaris v. The Police
(1980)2 C.L.R. 230). To σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Lord Goddard στην υπόθεση R v. Steane, ανωτέρω, έχει σε μετάφραση, ως ακολούθως: «Ενώ χωρίς αμφιβολία το κίνητρο της πράξης ενός ανθρώπου και η πρόθεση με την οποίαν προβαίνει σ΄ αυτή την πράξη είναι, κατά νόμο, διαφορετικά πράγματα, είναι εντούτοις ορθό ότι στις περιπτώσεις πολλών αδικημάτων η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης είναι αναγκαίο συστατικό και οι ένορκοι πρέπει να ικανοποιούνται ότι η συγκεκριμένη πράξη έγινε με αυτή τη συγκεκριμένη πρόθεση αν και οι φυσικές συνέπειες της πράξης θα μπορούσε να λεχθεί, αν δεν αποδεικνυόταν οτιδήποτε άλλο, ότι δείχνουν την πρόθεση για την οποία έγινε. Για να πάρουμε ένα απλό παράδειγμα, κάποιος κατηγορείται για τραυματισμό με πρόθεση να προκαλέσει οδυνηρή σωματική βλάβη. Αποδεικνύεται ότι πραγματικά τραυμάτισε σοβαρά τον Παραπονούμενο. Παρόλο τούτο, εκτός αν το Στέμμα μπορεί να αποδείξει ότι η πρόθεση ήταν να προκαλέσει στον Παραπονούμενο οδυνηρή σωματική βλάβη δεν μπορεί να καταδικαστεί γι΄ αυτό το κακούργημα. Είναι πάντα ανοικτό για τους ενόρκους να απορρίψουν με την ετυμηγορία τους την ύπαρξη πρόθεσης και να καταδικάσουν μόνο για το πλημμέλημα του παράνομου τραυματισμού. Πάλι, κάποιος μπορεί να κατηγορείται για πυροβολισμό με πρόθεση να σκοτώσει. Και εδώ πάλι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να αποτύχει να ικανοποιήσει τους ενόρκους αναφορικά με την πρόθεση, αν και η φυσική συνέπεια του πυροβολισμού, ίσως από κοντινή απόσταση, θα ήταν ο θάνατος. Οι ένορκοι μπορούν να βρουν σε τέτοια περίπτωση πρόθεση για πρόκληση οδυνηρής σωματικής βλάβης ή μπορεί να βρουν, αν το πρόσωπο που πυροβολήθηκε ήταν αστυνομικός, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ένοχος για την κατηγορία που του αποδίδει πρόθεση να σκοτώσει αλλά ένοχος για πρόθεση να αποφύγει τη σύλληψη του. Εκείνο που είναι σημαντικό να προσεχθεί σχετικά είναι ότι όπου η πρόθεση περιλαμβάνεται στην κατηγορία, το βάρος της απόδειξης αυτής της πρόθεσης παραμένει πάντα πάνω στην Κατηγορούσα Αρχή. Αναμφίβολα, αν η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει πράξη, η φυσική συνέπεια της οποίας θα ήταν ορισμένο αποτέλεσμα και δεν δίδεται μαρτυρία ή εξήγηση, τότε οι ένορκοι μπορούν, αφού καθοδηγηθούν κατάλληλα, να βρουν τον Κατηγορούμενο ένοχο για τη τέλεση αυτής της πράξης με την ισχυριζόμενη πρόθεση, αλλά αν από το σύνολο της μαρτυρίας υπάρχει χώρος για περισσότερες από μία απόψεις αναφορικά με την πρόθεση του Κατηγορούμενου, οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγηθούν ότι εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την πρόθεση προς ικανοποίηση των ενόρκων και αν κατά την εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας, είτε νομίζουν ότι η πρόθεση δεν υπήρχε είτε διατηρούν αμφιβολία αναφορικά με την πρόθεση, ο Κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί».* · Το Αγγλικό κείμενο παρατίθεται σε παράρτημα. Ο όρος «προμήθεια» (supply) έχει την έννοια της παροχής σε κάποιον ενός αντικειμένου που ο δεύτερος το χρειάζεται ή το ζητά για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις του. Για να υπάρχει προμήθεια (με την έννοια του νόμου) πρέπει να υπάρχει μεταβίβαση του φυσικού ελέγχου προς όφελος του παραλήπτη του αντικειμένου. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο το ναρκωτικό που προμηθεύεται να προέρχεται από τις προσωπικές πηγές του προμηθευτή. (R. v. Maginnis
(1987)1 All E.R. 908). Είναι καλά γνωστό ότι στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ομολογία, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται η πρόθεση ή ο σκοπός ενός Κατηγορουμένου. Η νομολογία υποδεικνύει ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει την πρόθεση από τις περιστάσεις όπως αποκαλύπτονται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, (περιστατική) (Βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 A.A.Δ. 41, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560, Μενελάου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, Ποινική Έφεση 103/2008 ημερ. 3.4.2009). Βέβαια, η περιστατική μαρτυρία τότε μόνο μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη, όταν η αιτιώδης σχέση μεταξύ της και της ενοχής του Κατηγορούμενου είναι αφενός άμεση και αφετέρου δεν μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. Pefkos and Others v. Republic
(1961)C.L.R. 340, Stavrinou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 97, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230 και Παφίτης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102. Παράλληλα όμως, με την παραδοχή της κατοχής, έχει ενεργοποιηθεί το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30 (Α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ότι εάν αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε οποιοδήποτε ελεγχόμενο φάρμακο, βάρους 20 ή περισσοτέρων γραμμαρίων, θεωρείται ότι κατείχε το εν λόγω φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός εάν ικανοποιήσει το δικαστήριο για το αντίθετο. Στην υπόθεση Salablaku v. France
(1991)13 EHRR 379 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι είναι θεμιτή η μετάθεση του αποδεικτικού βάρους υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε πραγματικά ή νομικά τεκμήρια περιορίζονται σε εύλογα πλαίσια. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις που θεσπίζονται τεκμήρια από τη νομοθεσία η οποία αποσκοπεί στην καταπολέμηση των ναρκωτικών, θα πρέπει να εξισορροπούνται, αφενός τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και αφετέρου η ανάγκη για προστασία της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών ώστε να αποφεύγεται αθέμιτη δυσαναλογία. Το κριτήριο δε, της αναλογικότητας δεν ικανοποιείται όταν η πρόνοια που εισάγει το τεκμήριο ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του προς ανατροπή του τεκμηρίου (legal burden of proof). Αντίθετα, όταν η σχετική πρόνοια έχει την έννοια ή ερμηνεύεται, όπως και πρέπει να ερμηνεύεται, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, αλλά μόνο να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες (evidential burden of proof), τότε δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (R. v. Lambert [2001] UKHL 37, [2001] 3 All E.R. 577). Tα ίδια έχουν εξηγηθεί μέσα από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 30 Α, υποδείχθηκε, με αναφορά στην υπόθεση Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 87, ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο το οποίο παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά θέτει στον κατηγορούμενο το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Όπως είχε εξηγήσει ο Πογιατζής Δ. στην Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σε τέτοιες περιπτώσεις ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι, αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα παραβίαζε, εξηγεί περαιτέρω, το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 12.4 του Συντάγματος (βλ. επίσης Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211). Ο τρόπος που λειτουργεί ένα εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο εξηγείται στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2004 σελ. 2054, F. 3.32 ως εξής: «If the prosecution rely upon a rebuttable presumption of law and adduce prima facie evidence of the basic facts, an evidential burden is placed on the defence which may be discharged by the adduction of such evidence as might leave a jury in reasonable doub; and if the defence do discharge the evidential burden, the effect is as if the presumption had never come into play - the prosecution are still required to prove the presumed fact beyond reasonable doubt." Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 133, παρ. 6 - 14 κάτω από τον τίτλο «Satisfying the evidential burden" αναφέρονται τα εξής: «Discharge of the evidential burden by the defence is not a prerequisite to an acquittal. The accused is entitled to be acquitted "if at the end of and on the whole of the case, there is a reasonable doubt created by the evidence given by either the prosecution or the prisoner". Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργηθεί λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον κατηγορούμενο, είτε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Cross on Evidence, 6η έκδοση, σελ. 140). Στην υπόθεση L. v. Director of Public Prosectuions [2001] EWHC Admin 882 [2002] 2 All E.R. 854 ο κατηγορούμενος είχε εκ του νόμου το βάρος να αποδείξει ότι είχε «καλό λόγο» («good reason») για να μεταφέρει ένα απαγορευμένο μαχαίρι. Εξετάστηκε και πάλιν το κατά πόσο το τεκμήριο ήταν συμβατό με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και ο Pill LJ είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Notwithstanding the adversarial nature of the English proceedings, a defendant was entitled, under art 6 of the convention, to expect the court to scrutinize the evidence with a view to deciding if a good reason existed. That applied whether the defendant gave evidence or not." Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση, ξεκινώντας από το παραδεκτό γεγονός της κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας των ναρκωτικών. Με βάση την αποδεχθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα μου, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε τα ναρκωτικά για να τα προμηθεύσει σ΄ άλλα άτομα. Τα πρόσωπα τα οποία εθεάθησαν από το Μ.Κ.1 Αρχ/Αστυφ 2733 Κωνσταντίνου, στις 8.09.2010 να ανεβαίνουν την σκάλα έξω από το σπίτι του Κατηγορούμενου, η επίσκεψη που δέχθηκε ο Κατηγορούμενος, , σύμφωνα με τη δική του παραδοχή, στις 12.9.2010 και πριν την έφοδο της αστυνομίας, από πρόσωπο (γνωστό χρήστη ηρωίνης), το γεγονός ότι τα ναρκωτικά βρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο του ενώ σύμφωνα με τον ίδιο τα έκρυβε εκτός της οικίας του (λόγω του ότι παρακολουθείτο από την αστυνομία), η ύπαρξη της ζυγαριάς ακριβείας στο υπνοδωμάτιο του, οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε τα ναρκωτικά με πρόθεση να τα προμηθεύσει σ΄ άλλα άτομα. Τα δεδομένα έτσι όπως έχουν παρατεθεί καταλήγουν με βεβαιότητα στο πιο πάνω συμπέρασμα. Βάσει των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα και έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει και την 4η Κατηγορία, στον απαιτούμενο βαθμό. Δια ταύτα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην 4η Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.