Δημοκρατία ν. Χρίστου Τσεκούρα, Ποινική Υπόθεση Aρ.: 10863/09, 18 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:28 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαΐδου ‑ Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Ποινική Υπόθεση Aρ.: 10863/09 Δημοκρατία ν Χρίστου Τσεκούρα Κατηγορούμενου ---------‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑ Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Κάρνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, μετά από ακρόαση, βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: α) Αποπειράθηκε παράνομα να επιφέρει το θάνατο στον Κυριάκο Παναγή Κοσιάρη από την Περιστερώνα, κατά παράβαση του άρθρου 214 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή την δια βίου φυλάκιση. β) Προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στο ίδιο πρόσωπο, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή τη φυλάκιση 7 ετών. γ) Κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β, δηλαδή ένα πιστόλι του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 51, 55 και του Πρώτου Παραρτήματος του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 99(Ι)/05 και 56(Ι)/07 (τρίτη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 15 χρόνια, παράλληλα δε προβλέπει την δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής. δ) Μετέφερε ένα πιστόλι του οποίου η μεταφορά απαγορεύεται, ως άνω (τέταρτη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 15 χρόνια, παράλληλα δε προβλέπει την δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής. ε) Κατείχε εκρηκτικές ύλες, δηλαδή πέντε πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 9mm shot, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.54, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 19(Ι)/2005 και ΚΔΠ 617/03, 618/03, 145/05 και 179/05 (πέμπτη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 10 χρόνια, παράλληλα δε προβλέπει την δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής. στ) Χρησιμοποίησε εκρηκτικές ύλες χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, δηλαδή πυροβόλησε πέντε πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 5mm shot, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(ζ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.54, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 19(Ι)/2005 και ΚΔΠ 617/03, 618/03, 145/05 και 179/05 (έκτη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 10 χρόνια, παράλληλα δε προβλέπει την δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής. (ζ) Στις 11/06/2009, σε πάροδο της οδού Αγίας Σοφίας στην Αραδίππου, της επαρχίας Λάρνακας, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HKE293, περιουσία του Χαρίτωνα Βίκη, με αποτέλεσμα αυτό να καταστραφεί ολοσχερώς, κατά παράβαση του άρθρου 315 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 85(Ι)/2002 (όγδοη κατηγορία). Ο νόμος προβλέπει ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 14 χρόνια. Καταλήξαμε σε ετυμηγορία ενοχής για όλες τις κατηγορίες, επί περιστατικής μαρτυρίας. Kρίναμε επισφαλές να βασιστούμε στην άμεση μαρτυρία του εν λόγω παραπονούμενου. Παράλληλα όμως, απορρίψαμε ως πλήρως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου που έθετε ζήτημα «αυτοάμυνας και/ή ατυχήματος». Ήταν συγκεκριμένα η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος, ενόσω ήταν συνεπιβάτης σε σταθμευμένο αυτοκίνητο με οδηγό τον κατηγορούμενο, για κάποιο λόγο που ο κατηγορούμενος εξήγησε, επεχείρησε να τον πυροβολήσει ενόσω ο ίδιος δεν κρατούσε όπλο. Όταν ο παραπονούμενος πρόταξε πιστόλι προς το μέρος του, ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από το χέρι με το οποίο ο παραπονούμενος κρατούσε το πιστόλι και τελικά το γύρισε προς την κεφαλή του παραπονούμενου. Τότε ο παραπονούμενος πάτησε την σκανδάλη επανειλημμένα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο λαιμό και στην κεφαλή. Εν τέλει, χωρίς να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε το ελατήριο του κατηγορουμένου, καταλήξαμε πάντως στα ακόλουθα ευρήματα: α) Ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν γνωστοί και διευθέτησαν όπως συναντηθούν το βράδυ στις 10/6/2009 στο χώρο στάθμευσης του Νοσοκομείου Λάρνακας. Εκεί, ο παραπονούμενος επιβιβάστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος το οποίο ανήκε στον Χαρίτωνα Βίκη. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς την περιοχή όπου βρίσκεται η οικία του κατηγορούμενου, στην Αραδίππου όπου και στάθμευσαν σε ανοιχτό χώρο κοντά στην εν λόγω οικία. β) Εκεί έλαβε χώρα μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους, «πολλά άγρια» κατά τον χαρακτηρισμό του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ανέσυρε πιστόλι και πυροβόλησε εξ επαφής ή σχεδόν εξ επαφής τον παραπονούμενο, ρίχνοντας του πέντε σφαίρες, ήτοι στην μύτη, στην τραχηλική χώρα, στη στοματική χώρα μεταξύ άνω χείλους και ρινός και δύο σφαίρες στο στόμα. Το αποτέλεσμα ήταν ο κρίσιμος τραυματισμός του παραπονούμενου. Για τους λόγους που εξηγούμε στην απόφαση μας, ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παραπονούμενο έχοντας πρόθεση να επιφέρει το θάνατο του. γ) Παρά το σοβαρό τραυματισμό του, ο παραπονούμενος διέφυγε τρέχοντας. Ο κατηγορούμενος τον καταδίωξε αρχικά τρέχοντας και εκείνος. Μετά επέστρεψε στο αυτοκίνητο και τον καταδίωξε περαιτέρω, κινούμενος περιμετρικά του οικοδομικού τετραγώνου. Εντόπισε τον παραπονούμενο στο υπόγειο μιας οικίας, της οικίας της οικογένειας Λαππά. Για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση μας, αν και βρέθηκε ένας κάλυκας έξω από την εν λόγω οικία, δεν προβήκαμε σε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε εκεί ξανά τον παραπονούμενο. Ούτε μπορέσαμε να προβούμε σε ευρήματα για το τι έλαβε χώρα στο υπόγειο Λαππά, όσο και αν διαπιστώσαμε, ως λογική αναγκαιότητα εκ των περιστάσεων, ότι μια φυσιγγιοθήκη που βρέθηκε εκεί, άλλη από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για τους εν λόγω πυροβολισμούς, είχε μεταφερθεί από τον κατηγορούμενο. Σημειώσαμε σχετικά, ότι δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε εικασίες. ΄Ομως καταγράψαμε ότι, ενώ δεν είμασταν σε θέση να προβούμε σε εύρημα για περαιτέρω επίθεση και μάλιστα για επίθεση με πρόθεση θανάτωσης και κατ' εκείνο το στάδιο, ο κατηγορούμενος συνέχισε να έχει επιθετική και εχθρική διάθεση έναντι του παραπονούμενου, τον οποίο και εγκατέλειψε σοβαρά τραυματισμένο, αδιαφορώντας για το ορατό ενδεχόμενο θανάτου του. δ) Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έθεσε φωτιά στο εν λόγω αυτοκίνητο με σκοπό να καταστρέψει μαρτυρία και εξαφάνισε το όπλο με το οποίο πυροβόλησε τον κατηγορούμενο, όπως και ένα άλλο όπλο. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη ημερομηνίας 18/3/09, ήτοι για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στην οποία του επιβλήθηκε χρηματική ποινή €
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ασχολήθηκε τόσο με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όσο και με το ζήτημα των περιστάσεων που τον οδήγησαν στην διάπραξη του αδικήματος. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις υιοθέτησε κατά βάσιν σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 52 ετών σήμερα, γεννήθηκε στην Κύπρο, σε φτωχή οικογένεια. Η φτώχια οδήγησε τους γονείς του να μεταναστεύσουν στην Αγγλία το 1963 όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 5 ετών. Είχε ζήσει, ως μετανάστης, δύσκολα χρόνια βιώνοντας τον αγώνα επιβίωσης των γονέων του αλλά και τις δυσμενείς επιπτώσεις μέσα από ένα κλίμα ξενοφοβίας που, κατά τον κ. Ευσταθίου, χαρακτήριζε τη βρετανική κοινωνία. Φοίτησε σε δημόσιο σχολείο μέχρι το 15ο έτος της ηλικίας του και στην συνέχεια εισήλθε στην βιοπάλη. Αρχικά εργάστηκε σε εργοστάσιο ρούχων και στην συνέχεια ως κουρέας μέχρι την ηλικία των 40 ετών οπότε και επαναπατρίστηκε. Στην Αγγλία, σε ηλικία μόλις 17 ετών, είχε τελέσει γάμο και απέκτησε τρία παιδιά ηλικίας σήμερα 34, 22 και 21 ετών. Τα δύο τελευταία παιδιά σπουδάζουν στην Αγγλία και ο κατηγορούμενος κατέβαλλε εβδομαδιαίως για τις σπουδές τους €
- Ο πρώτος του γάμος διαλύθηκε. Τέλεσε δεύτερο γάμο στην Κύπρο από τον οποίο γεννήθηκαν άλλα δύο παιδιά ηλικίας σήμερα 6 ετών. Είναι ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του στην Κύπρο. Στην Κύπρο αρχικά εργάστηκε ως κουρέας, μετά άνοιξε πρακτορείο στοιχημάτων και στη συνέχεια εργοδοτήθηκε ως φρουρός ασφαλείας σε λέσχες, νυχτερινά κέντρα και κέντρα στοιχημάτων. Όμως, καθ' όλο του τον βίο, δεν εξετράπη της νομιμότητας ποτέ, με εξαίρεση το μεμονωμένο επεισόδιο με το οποίο σχετίζεται η προηγούμενη καταδίκη του για το οποίο του επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Είναι άτομο καλού χαρακτήρα, τον οποίον όλοι συμπαθούν, αγαπούν και σέβονται, κατέληξε ο κ. Ευσταθίου. Στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται περαιτέρω ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου, όταν ο τελευταίος ήταν παιδί, έκανε κατάχρηση αλκοόλ και τον κακοποιούσε σωματικά χτυπώντας τον με ζώνη. Σε ότι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του υπέδειξε το γεγονός ότι δεν έχει διαγνωσθεί το ελατήριο του κατηγορουμένου. Είναι όμως βέβαιο ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με προμελέτη και προσχεδιασμό. Η έλλειψη προσχεδιασμού οδηγεί στο συμπέρασμα, συνέχισε ο κ. Ευσταθίου, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό την έξαψη της στιγμής. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιος έφερε το όπλο μέσα στο αυτοκίνητο, σε ποιού την κατοχή βρισκόταν και πως περιήλθε στα χέρια του κατηγορουμένου. Αναφέρθηκε περαιτέρω στο εύρημα ότι είχε προηγηθεί έντονη συζήτηση. Αυτά, σε συνδυασμό με το ότι το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στην μαρτυρία του παραπονουμένου, δημιουργούν ασάφεια ως προς το τι προηγήθηκε των πυροβολισμών και ειδικότερα, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να προηγήθηκε πρόκληση (provocation). Παρέπεμψε σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, G. M. Pikis, 2η έκδοση, σελ. 59: «The threat to legal order from the conduct of one who acts with cool deliberation is far greater compared to that of one who acts impulsively on the spur of the moment; a factor to be reflected in the sentence to be imposed». Γι' αυτό το θέμα, κατέληξε εισηγούμενος ότι η ασάφεια θα πρέπει να λογιστεί προς όφελος του κατηγορούμενου. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Daniel Paul Tovey
(1993)14 Cr. App. R. 766, στην οποία θα επανέλθουμε. Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε περαιτέρω, ότι ενώ ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ολοκληρώσει την πράξη, δηλαδή να επιφέρει τον θάνατο του παραπονούμενου στην οικία Λαππά, δεν το έπραξε. Αυτό αποτελεί εκδήλωση ότι ανένηψε και μεταμελήθηκε. Εισηγήθηκε τέλος, ότι παρά το γεγονός πως ο κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε ανάμειξη στο επεισόδιο, σε «σύντομο χρονικό διάστημα» ζήτησε και έδωσε κατάθεση στην οποία ενέπλεξε τον εαυτό του στο επεισόδιο και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις. Αυτό πρέπει να λογιστεί υπέρ του γιατί έδωσε την ευκαιρία να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της διαδικασίας με την αποφυγή παρουσίασης περαιτέρω μαρτυρίας. Πριν προχωρήσουμε να εξετάσουμε τα όσα ελέχθησαν σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε στην υπόθεση Tovey. Στην Tovey ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία φόνου και παράνομου τραυματισμού με πρόθεση πρόκληση βαρείας σωματικής βλάβης. Τα γεγονότα ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε εμπλακεί σε πάλη κατά την οποία το θύμα δέχθηκε χτυπήματα με μαχαίρι. Ο κατηγορούμενος προέβαλε την υπεράσπιση της αυτοάμυνας επί τη βάσει του ότι ήταν το θύμα που είχε μεταφέρει το μαχαίρι στη σκηνή και ότι ο κατηγορούμενος τον αφόπλισε και χρησιμοποίησε το μαχαίρι σε αυτοάμυνα. Ήγειρε περαιτέρω ζήτημα πρόκλησης και έλλειψης πρόθεσης να προκαλέσει βαρεία σωματική βλάβη. Οι ένορκοι επέστρεψαν με ετυμηγορία ενοχής για ανθρωποκτονία και παράνομο τραυματισμό. Ακολούθως ο δικαστής, επέβαλε ποινή εκλαμβάνοντας, επί της δικής του κρίσης, ως δεδομένο ότι είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε μεταφέρει το μαχαίρι κρυμμένο στα ρούχα του, στη σκηνή του εγκλήματος. Έλαβε επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είχε χάσει την ψυχραιμία του μετά που το θύμα τον έσπρωξε. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο δέχθηκε την εισήγηση του κατηγορούμενου ότι το ζήτημα τού ποιος είχε μεταφέρει το μαχαίρι παρέμεινε ασαφές μέσα από τη μαρτυρία. Ως εκ τούτου το ευεργέτημα οποιασδήποτε αμφιβολίας που προέκυπτε από τέτοια ασάφεια ή σύγχυση θα έπρεπε να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια η ποινή μειώθηκε σε φυλάκιση 5 ετών. Τέτοιας φύσεως προβλήματα, όπως στην υπόθεση Tovey, ανακύπτουν συχνά στην Αγγλία συνήθως σε υποθέσεις όπου, ενώ ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πιο σοβαρή κατηγορία, οι ένορκοι καταλήγουν σε ετυμηγορία ενοχής για ήσσονης σοβαρότητας αδίκημα. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η ετυμηγορία για ανθρωποκτονία σε υποθέσεις φόνου. Το πρόβλημα δε, ανακύπτει ως εκ του γενικού τρόπου με τον οποίο διατυπώνεται η ετυμηγορία των ενόρκων που είναι συνυφασμένος με το ρόλο τους στο σύστημα της αγγλικής ποινικής δίκης. Το ζήτημα εξηγείται ως εξής στην υπόθεση R v. Solomon and Triumph
(1984)6 Cr. App. R. (S.) 120: "In a criminal case the jury cannot bring in a special verdict. The verdicts open to them are guilty or not guilty. The fact that they may in certain cases convict an accused of a lesser offence than that charged in the indictment in no way detracts from this statement. The traditional view is that it is for the jury to say whether the offence was committed and for the judge to decide upon the penalty. This division of the responsibility in the conduct of the criminal process is reinforced by the fact that it is generally regarded as improper for counsel when addressing the jury on behalf of an accused to refer to the question of sentence at all. This is sound rule imposed for the express purpose of ensuring that the jury is not distracted from its consideration of the general verdict by irrational, irrelevant or emotional consideration." Έτσι, όταν οι ένορκοι καταλήγουν σε ετυμηγορία για ολιγότερο σοβαρό αδίκημα από το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο χωρίς να είναι σαφές το πραγματικό υπόβαθρο της διαζευκτικής τους ετυμηγορίας, ο δικαστής, ως το όργανο που καθορίζει την ποινή (sentencer) έχει ευχέρεια να ζητήσει διευκρινίσεις από τους ενόρκους για τη βάση της ετυμηγορίας τους, ώστε να επιμετρήσει την ποινή αναλόγως. Τέτοια διαδικασία δεν είναι επιτακτική και αντίθετα αποθαρρύνεται. Ο δικαστής, έχοντας ακούσει τη μαρτυρία, μπορεί να μορφώσει τη δική του κρίση, έστω ακόμα και διαφορετική από εκείνη των ενόρκων (βλ. επίσης R. v. Wilcox
(1984)6 Cr. App. R (S.) 276 και R. v. Byrne
(2003)1 Cr. App. R. (S.) 338). ΄Οταν μάλιστα δεν είναι σε θέση να διακριβώσει ένα καθοριστικό για την ποινή ζήτημα, επιβάλλεται, έστω και μετά την ακρόαση, να προκαλέσει την προσαγωγή μαρτυρίας για το ζήτημα αυτό εν είδει δίκης τύπου Newton. ΄Αλλως, υποχρεούται να επιβάλει ποινή επί της ευνοϊκότερης για τον κατηγορούμενο εκδοχής (R. v. Finch
(1993)14 Cr. App. R. (S.) 226). Είναι συνεπώς ορθό ότι αν στο τέλος παραμένουν ως ανοικτά ενδεχόμενα διαζευκτικές βάσεις γεγονότων, η ποινή θα πρέπει να επιβληθεί επί της ευνοϊκότερης βάσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση R. v. Stosiek
(1982)4 Cr. App. R. (S.) 205: "In those circumstances, the court has to be extremely astute to give the benefit of any doubt to a defendant about the basis on which a jury has convicted." Συνεπώς το ερώτημα είναι κατά πόσο όντως εν προκειμένω παραμένει αμφιβολία ή ασάφεια για γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το ζήτημα της ποινής. Αδιευκρίνιστο παρέμεινε το ελατήριο. Αυτό θα το λάβουμε υπόψη υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, όπως θα ήταν η περίπτωση που αποκαλυπτόταν ένα ευτελές ή ένα ιδιαίτερης απαξίας ελατήριο, ένα ελατήριο τέτοιο που θα επέβαλλε αυστηρότερη μεταχείριση. Μετριαστικό, όμως, παράγοντα συνιστά η έλλειψη προσχεδιασμού για το λόγο που εξηγεί στο παραπάνω απόσπασμα ο Δικαστής Γ. Μ. Πικής. Το επόμενο ερώτημα είναι το κατά πόσο όντως η έλλειψη προσχεδιασμού εξυπακούει κατ' ανάγκη ενέργεια υπό την «έξαψη της στιγμής» όπως το έθεσε ο κ. Ευσταθίου. Η πρόκληση δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά μετριαστικό παράγοντα, με εξαίρεση την κατηγορία για φόνο, οπότε η στοιχειοθέτηση της οδηγεί σε καταδίκη για ανθρωποκτονία. Κατά τον κλασικό ορισμό, η πρόκληση συνίσταται σε κάποια πράξη, ή σειρά πράξεων του θύματος προς τον κατηγορούμενο, οι οποίες θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο και όντως προκάλεσαν στον κατηγορούμενο μια ξαφνική και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου, καθιστώντας τον τόσο υποκείμενο στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του (R. v. Duffy [1949] 1 All E.R. 932)[1]. Η ύπαρξη ή μη πρόκλησης είναι ζήτημα πραγματικό (Μωϋσίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 34), το οποίο «δεν αποτιμάται αόριστα, αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα» (Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 352). Οι συγκεκριμένες περιστάσεις είναι σχετικές όχι μόνο για την αποδοχή της «υπεράσπισης» της πρόκλησης, αλλά και για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής στην περίπτωση που το δικαστήριο θα προχωρήσει επί τη βάσει της πρόκλησης. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την έκταση της πρόκλησης, το χρόνο που είχε ο δράστης να επανακτήσει την ψυχραιμία του, την ενδεχόμενη υπαιτιότητα του στη δημιουργία της πρόκλησης και τα μέσα που χρησιμοποίησε για να διαπράξει το αδίκημα (Blackstone´s Criminal Practice 2003, σελ. 137, παρ. Β.1.31). Οι συγκεκριμένες περιστάσεις είναι αναγκαίες επίσης, για να είναι σε θέση το δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο βία, ήταν δυσανάλογη προς την πρόκληση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, R. v. Acott [1997] 1 All ER 706, HL). Ως προς το κατά πόσο υπήρξε ή όχι πρόκληση, το κριτήριο είναι διττό: αντικειμενικό και υποκειμενικό. Η συμπεριφορά του θύματος πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μπορούσε να προκαλέσει οποιοδήποτε λογικό άνθρωπο και όντως να έχει προκαλέσει στον κατηγορούμενο αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου ως αποτέλεσμα της οποίας να διαπράξει το αδίκημα (D.P.P. v. Camplin [1978] 2 All ER 168, H.L.). Η υπεράσπιση εν προκειμένω έθεσε κατά την ακρόαση την εκδοχή που περιγράψαμε ανωτέρω την οποία ο κ. Ευσταθίου χαρακτήρισε ως «μείγμα αυτοάμυνας και ατυχήματος». Εκφράσαμε τη θέση στην απόφαση μας, με αναφορά στην έννοια της αυτοάμυνας κατά το ΄Αρθρο 7.3 του Συντάγματος και το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 482, 494-495, πως ό,τι κατ' ουσίαν τέθηκε ήταν η υπεράσπιση του ατυχήματος. Εν πάση περιπτώσει, δεν τέθηκε από την υπεράσπιση ζήτημα πρόκλησης υπό την έννοια της υπόθεσης Duffy. Αυτό όμως δεν αποτελεί λόγο να μην εξεταστεί τώρα ζήτημα πρόκλησης, αν υπάρχει μαρτυρικό υλικό προς αυτή την κατεύθυνση. Τέτοια μαρτυρία μπορεί να υπάρχει ακόμα και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος προέβαλε, ανεπιτυχώς κατά την ακρόαση, άλλοθι (Archbold 2002, παρ. 4-382) εφόσον το ζήτημα της πρόκλησης μπορεί να εγερθεί μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας και ανεξάρτητα από την πηγή της και όχι κατ' ανάγκη μέσα από τη μαρτυρία που προσφέρει η υπεράσπιση (Camplin ανωτ., Bullard v. R. [1957] A.C. 635, P.D. βλ. Archbold 2002, παρ. 19-53). ΄Οταν δε, υπάρχει μαρτυρία που θέτει ζήτημα πρόκλησης, η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει πέραν λογικής αμφιβολίας ότι δεν υπήρξε πρόκληση (Woolmington v. D.P.P. [1935] All ER, Rep. 1). Το ειδικότερο ερώτημα συνεπώς, είναι κατά πόσον υπάρχουν στοιχεία μαρτυρίας που να θέτουν εγκύρως ζήτημα πρόκλησης ή, έστω ασάφειες που να αφήνουν τέτοιο ενδεχόμενο ανοικτό. Στα πλαίσια αυτού του ερωτήματος θα πρέπει κατ' αρχή να υποδείξουμε μια ουσιαστική διαφορά από την υπόθεση Tovey. Εκεί το πρόβλημα ανέκυψε λόγω της ασάφειας που παρέμεινε ως προς το ποιος είχε μεταφέρει το μαχαίρι στη σκηνή του επεισοδίου. Ασάφεια δημιουργούσε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έφερε κι ο ίδιος τραυματισμούς από μαχαίρι. Είναι υπό αυτές τις περιστάσεις που κρίθηκε ότι παρέμειναν αμφιβολίες σε σχέση με τις υπερασπίσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος. Εν προκειμένω απορρίψαμε τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι είναι ο παραπονούμενος που κατείχε το πιστόλι (όπως και το δεύτερο πιστόλι και τη φυσιγγιοθήκη). Στη σκηνή βρίσκονταν μόνο ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος και το επεισόδιο έλαβε χώρα μέσα στο αυτοκίνητο του οποίου τον έλεγχο και την κατοχή είχε ο κατηγορούμενος. Επί αυτών των δεδομένων προβήκαμε σε σαφές εύρημα ότι ήταν ο κατηγορούμενος που ανέσυρε το πιστόλι. Άρα, μετέφερε και κατείχε το πιστόλι το οποίο ανέσυρε. Ο αντίθετος ισχυρισμός του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου δεν είναι ορθός. Συνεπώς δεν υπάρχουν οι ασάφειες που χαρακτηρίζουν την περίπτωση της υπόθεσης Tovey. Περαιτέρω, θα πρέπει να εξετάσουμε το κατά πόσο η έλλειψη προσχεδιασμού εξυπακούει κατ' ανάγκη «έξαψη της στιγμής» («heat of the moment»). Η «έξαψη της στιγμής» ως αποτέλεσμα πρόκλησης δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με την «ενέργεια της στιγμής» ("on the spur of the moment") η οποία αντιδιαστελλόμενη από τη ψύχραιμη νοητική διεργασία (cool deliberation) δεν συνάδει με προσχεδιασμό. Είναι, όμως, έννοια ευρύτερη. Δεν αποκλείεται, μιλώντας γενικά, η «ενέργεια της στιγμής» να οφείλεται σε «έξαψη της στιγμής» συνεπεία πρόκλησης υπό την έννοια που θέσαμε ανωτέρω. Μπορεί όμως να οφείλεται σε άλλη κατάσταση πραγμάτων υπό το κράτος της οποίας να ενήργησε, χωρίς προσχεδιασμό ή, ακόμα και χάνοντας τον αυτοέλεγχο του, ο δράστης. Όπως εξηγεί ο Lord Hoffmann στην υπόθεση R. v. Smith [2000] 4 All ER 289, H.L. το γεγονός ότι ο δράστης έχασε για κάποιο λόγο τον αυτοέλεγχο του δεν επαρκεί, αποτελώντας μόνο το πρώτο προαπαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση πρόκλησης. Θα πρέπει, περαιτέρω, οι περιστάσεις να ήταν τέτοιες ώστε η απώλεια αυτοελέγχου να ήταν επαρκώς δικαιολογημένη για να μειωθεί η βαρύτητα του αδικήματος. Συνεπώς, έστω κι αν θα δεχόμασταν ότι η «ενέργεια της στιγμής» οφειλόταν σε απώλεια αυτοελέγχου θα πρέπει να εξετάσουμε αν υπάρχει μαρτυρία που να εξηγεί τις περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε τέτοια απώλεια. Η μόνη μαρτυρία είναι ότι προηγήθηκε έντονη συζήτηση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η μαρτυρία αυτή θέτει πραγματική πιθανότητα ενέργειας κατόπιν πρόκλησης, ή όπως τίθεται στο Phipson on Evidence, 30η έκδοση, παρ. 4-13 «such material as makes [the defence] a live issue fit and proper to be left to the jury». Στην υπόθεση R. v. Acott, ανωτ., αποφασίστηκε ότι πραγματικό ζήτημα τίθεται όταν υπάρχει τέτοια μαρτυρία για τη φύση της πρόκλησης, ώστε το δικαστήριο (στην Αγγλία οι ένορκοι) να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσον συντρέχουν το υποκειμενικό και το αντικειμενικό κριτήριο. Αφού σημειώνεται ότι η απώλεια αυτοελέγχου δεν επαρκεί, αναφέρονται τα ακόλουθα: "There must be some evidence tending to show that the killing might have been an uncontrolled reaction to provoking conduct rather than an act of revenge. Moreover, although there is no longer a rule of proportionality as between provocation and retaliation, the concept of proportionality is nevertheless still an important factual element in the objective inquiry. It necessarily requires of the jury an assessment of the seriousness of the provocation. It follows that there can only be an issue of provocation to be considered by the jury if the judge considers that there is some evidence of specific act or words of provocation resulting in a loss of self-control. It does not matter from what source that evidence emerges or whether it is relied on at trial by the defendant or not. If there is such evidence, the judge must leave the issue to the jury. If there is no such evidence, but merely the speculative possibility that there had been an act of provocation, it is wrong for the judge to direct the jury to consider provocation. In such a case there is simply no triable issue of provocation." Η αρχή αυτή ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος προβάλλει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, ή θα προσθέταμε, του ατυχήματος χωρίς να επικαλείται πρόκληση. Τότε, όπως σημειώνεται στον Archbold 2002, παρ. 4-382 με αναφορά την υπόθεση R. v. Jones (Robert James) [2003] 3 Archbold News 2, C.A.: ". the judge should not leave provocation to the jury where the evidence of provoking conduct by the deceased, or the evidence that such conduct caused a loss of self-control by the defendant is minimal or fanciful.». Υπό το φως των ανωτέρω η προαναφερθείσα μαρτυρία δεν επαρκεί ώστε έγκυρα να τεθεί ζήτημα πρόκλησης. Ζήτημα συναισθηματικής φόρτισης δεν έχει τεθεί ούτε στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής. Πρόκειται για έννοια που είναι ευρύτερη και ως τέτοια αντιδιαστέλλεται από τη παραπάνω νομική έννοια της πρόκλησης (βλ. Δημοκρατίας v. Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603). Το γεγονός όμως της έντονης συζήτησης δεν θεωρούμε ότι από μόνο του επαρκεί ώστε να εγείρεται πραγματικό ζήτημα συναισθηματικής φόρτισης. Η συναισθηματική φόρτιση είναι το ένα στοιχείο. Όπως και στην περίπτωση της πρόκλησης, οι περιστάσεις υπό τις οποίες προκλήθηκε η συναισθηματική φόρτιση θα πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογούν την επίδειξη επιείκειας. Τέτοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Ιωάννου ανωτ. στην οποία ο κατηγορούμενος πυροβόλησε ηθελημένα και προσχεδιασμένα τον γαμπρό του πλην όμως υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης μετά που πληροφορήθηκε από την θυγατέρα του ότι ο γαμπρός του την είχε χτυπήσει. Γενικά, οι περαιτέρω περιστάσεις που θα μπορούσαν να θέσουν θέμα πρόκλησης ή και συναισθηματικής φόρτισης, δεν έχουν τεθεί από τον κατηγορούμενο ο οποίος επέλεξε να προβάλει μια άλλη, εντελώς αναξιόπιστη εκδοχή, ούτε εντοπίζονται στην μαρτυρία στο σύνολο της και ανεξάρτητα από την πηγή της. Εφόσον δεν προκύπτει από τη μαρτυρία όπως την αξιολογήσαμε ζήτημα πρόκλησης, είναι αδιάφορο το γεγονός που ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου επικαλέστηκε, ότι δεν χρησιμοποιήσαμε τη μαρτυρία του παραπονουμένου. Βάρος να καταρρίψει, ως άνω, την πρόκληση η κατηγορούσα αρχή θα είχε, αν υπήρχε μαρτυρία που θα έθετε τέτοια πραγματική πιθανότητα. Δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση θέτοντας τον εαυτό του στο επεισόδιο. Η κατάθεση αυτή δεν είχε καθόλου την έννοια της μεταμέλειας και της συνεργασίας. Όπως διαπιστώσαμε στην απόφαση μας, δόθηκε όχι απλώς μετά που ο κατηγορούμενος είχε χρόνο να σκεφτεί, αλλά όταν πλέον είχε το μαρτυρικό υλικό και μετά που βρέθηκε το γενετικό του υλικό σε καπέλο στο υπόγειο Λαππά. Αυτό το γεγονός τέθηκε στον κατηγορούμενο σε περαιτέρω ανάκριση του (δεύτερη ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου) χωρίς, ακόμα και τότε, να δεχθεί ότι ήταν παρών. Είναι αργότερα σε θεληματική του κατάθεση που έθεσε τον εαυτό του στη σκηνή και ως μέρος του επεισοδίου. Αλλά, πέραν τούτου, η θεληματική κατάθεση του, δεν περιείχε, εν πάσει περιπτώσει, παραδοχή, αλλά αντίθετα την αθωωτική εκδοχή που και ενώπιον του δικαστηρίου προέβαλε. Τέλος, είναι ορθό ότι ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, δηλαδή δεν επέφερε στον παραπονούμενο το θάνατο στο υπόγειο Λαππά. Αυτό, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο του αποτελούσε εκδήλωση ανάνηψης και μεταμέλειας. Το θέμα μάς είχε απασχολήσει στην απόφαση μας και μάλιστα σε σχέση με το ζήτημα της πρόθεσης του κατηγορούμενου. Δηλαδή, θέσαμε στον εαυτό μας το ερώτημα γιατί ο κατηγορούμενος, αν η πρόθεση του ήταν να θανατώσει τον παραπονούμενο, δεν το έπραξε εκεί. ΄Οσο και αν δεν είμασταν σε θέση να προβούμε σε ευρήματα για το τι ακριβώς είχε γίνει στο υπόγειο Λαππά, πάντως δώσαμε απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θεωρώντας πως η μή θανάτωση του παραπονούμενου δεν εξουδετέρωνε την διαπιστωθείσα κατά τα άλλα πρόθεση θανάτωσης και ιδιαίτερα κατά τον προηγηθέντα ουσιώδη χρόνο. Εκείνο που τώρα έχει σημασία να επαναλάβουμε είναι η διαπίστωση μας ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε στην τύχη του, παρά τους φανερούς σοβαρούς τραυματισμούς του, τον παραπονούμενο, αδιαφορώντας για το ορατό ενδεχόμενο θανάτου. Το γεγονός ότι δεν προχώρησε σε περαιτέρω θετική ενέργεια για να προκαλέσει τον θάνατο του παραπονούμενου, θεωρούμε ότι θα είχε σημασία εάν υπήρχαν κάποια περαιτέρω στοιχεία που να στοιχειοθετούν, έστω σε βαθμό πραγματικού ενδεχομένου, ανάνηψη και μεταμέλεια, όπως θα ήταν στοιχεία που να υποδηλώνουν έμπρακτη εκδήλωση ενδιαφέροντος για την τύχη του σοβαρά τραυματισμένου θύματος. Για ό,τι όμως ενδιαφέρθηκε περαιτέρω ο κατηγορούμενος, ήταν η καταστροφή και εξαφάνιση τεκμηρίων. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, το να λάβουμε μετριαστικά υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν φόνευσε εν τέλει τον παραπονούμενο, θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση ότι η μη διάπραξη ενός άλλου, σοβαρότερου, αδικήματος συνιστά μετριαστικό παράγοντα για το αδίκημα που διαπράχθηκε. Κάτι τέτοιο δεν κρίνεται βάσιμο, δίκαιο και ορθό. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις έχουμε κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. Δεν θα πρέπει, όμως, να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής αναφορικά με την διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων και ειδικότερα εγκλημάτων βίας (βλ. Περικλέους v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 και Πισκόπου, ανωτ.). Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα λάβουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Τονίζουμε το γεγονός πως πρόκειται για πατέρα πέντε παιδιών ο οποίος συνεισέφερε για τις σπουδές των δύο, αλλά είχε και ως εξαρτώμενους τα μικρά του παιδιά και τη δεύτερη σύζυγο του. Σημειώνουμε επίσης την αναφορά για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, όμως θα πρέπει παράλληλα να πούμε πως δεν πρόκειται για εξαιρετικές ή τόσο ιδιαίτερες περιστάσεις, ώστε να έχουν ιδιαίτερη σημασία σε υπόθεση όπως η παρούσα. Σε σχέση με την προηγούμενη καταδίκη, σημειώνουμε ότι δεν έχει την έννοια ότι ο δράστης τιμωρείται για το παρελθόν του (Περικλέους v. Αστυνομία
(1996)2 ΑΑΔ 34). Η σημασία της προηγούμενης καταδίκης έγκειται στο ότι τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό των καταδικών, τον χρόνο και την φύση του αδικήματος ή των αδικημάτων, την επιείκεια που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Εν προκειμένω, στην προηγούμενη καταδίκη δεν θα δώσουμε μεγάλη σημασία, έστω και αν ήταν καταδίκη για αδίκημα βίας, έστω κι αν είχε προηγηθεί κατά τρεις μόνο μήνες της διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων. Αυτό γιατί ο κατηγορούμενος είναι 52 ετών έχοντας στο ποινικό του μητρώο μόνο αυτή την καταδίκη στην οποία καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή. Θα πρέπει όμως, να δώσουμε την αρμόζουσα σημασία στη σοβαρότητα, κατ' αρχήν εν γένει, των αδικημάτων. Οι προβλεπόμενες ποινές, ειδικά για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, είναι ενδεικτικές (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ότι για το αδίκημα της απόπειρας του άρθρου 214 Π.Κ. προβλέπεται, ως μέγιστο όριο, ποινή φυλάκισης δια βίου, όπως δηλαδή και στην περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας. Ο νομοθέτης, όπως έπραξε και σε άλλα σοβαρά εγκλήματα[2], ρύθμισε ειδικά το ζήτημα της απόπειρας κατά τρόπο αυστηρότερο από τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 368 Π.Κ. (φυλάκιση 7 χρόνων). Ο σκοπός είναι προφανής. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό. Η αφαίρεση της είναι το μέγιστο έγκλημα (Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 584). Αλλά, και κάθε εκ προθέσεως πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή, το ύψιστο αυτό αγαθό, ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία. Η αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα του αδικήματος της απόπειρας του άρθρου 214 Π.Κ. δεν εμποδίζει βέβαια το δικαστήριο να επιμετρήσει την ποινή στα πλαίσια που κρίνονται ότι αρμόζουν σε κάθε υπόθεση. Εν προκειμένω, δεν θα λάβουμε υπόψη μόνο τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουμε προσδιορίσει ανωτέρω, ήτοι την έλλειψη προσχεδιασμού και, στον αρμόζοντα βαθμό, τις προσωπικές περιστάσεις. Θα πρέπει να δώσουμε την αρμόζουσα σημασία στην εν γένει σοβαρότητα του εγκλήματος, αλλά και σε στοιχεία τα οποία θεωρούμε ότι αποτελούν ιδιαίτερα επιβαρυντικούς παράγοντες. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε πιστόλι, ένα εξαιρετικά επικίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή μέσο. Δεν το χρησιμοποίησε μια φορά, αλλά πυροβόλησε πέντε φορές τον παραπονούμενο. Τον πυροβόλησε δε, εξ επαφής ή σχεδόν εξ επαφής στο πρόσωπο και το λαιμό. Αυτές είναι βέβαια περιστάσεις που αποκαλύπτουν ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο είχε πρόθεση να θανατώσει το θύμα όπως ήταν το εύρημα μας, αλλά επεδίωξε να υλοποιήσει την πρόθεση του με βάναυσο και αποτρόπαιο τρόπο. Σχετικές είναι και οι περιστάσεις που ακολούθησαν όπως τις έχουμε προσδιορίσει ανωτέρω. ΄Οπως σαφώς προκύπτει από την ιατρική μαρτυρία, ο σκοπούμενος θάνατος, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι είναι ως εκ θαύματος που δεν επήλθε. Προκλήθηκαν πολλαπλοί σοβαροί τραυματισμοί. Δεν επρόκειτο απλώς για βαριές σωματικές βλάβες υπό τη συνήθη γραμματική έννοια όπως εξηγείται στην υπόθεση Αχτάρ v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 207/2008, 208/2008 και 209/2008 ημερ. 16/72010 αλλά για τραυματισμούς που προκάλεσαν άμεσο και κρίσιμο κίνδυνο για τη ζωή του παραπονούμενου. Όταν εντοπίστηκε από την αστυνομία τραυματισμένος στο υπόγειο Λαππά το πρόσωπο του ήταν παραμορφωμένο, «βασικά δεν ήταν πρόσωπο». Είχε «τρομερή αιμορραγία», η οποία κατά προτεραιότητα αντιμετωπίστηκε ιατρικώς για να σωθεί η ζωή του. Φέροντας βαριά τραύματα στο πρόσωπο, ήταν σε κρίσιμη κατάσταση και διασωληνώθηκε σε αναπνευστήρα με τραχειοτομία. Οι τραυματισμοί περιγράφονται με λεπτομέρεια στην ιατρική μαρτυρία. Προκλήθηκαν πολλαπλά κατάγματα κάτω γνάθου, κάταγμα σκληρής υπερώας, κάταγμα ρινικού οστού, παρεκτόπιση οδόντων σε βαθμό που το στόμα να ήταν γεμάτο από δόντια και συντριπτικό κάταγμα άτλαντα (πρώτου αυχενικού σπονδύλου). Υπήρχαν επίσης πολλαπλοί τραυματισμοί των μαλακών μορίων, μεταξύ των οποίων αλλαγή της αρχιτεκτονικής (λόγω πολλαπλών τραυμάτων) της γλώσσας με εξοίδηση (πρήξιμο). Ο παραπονούμενος υποβλήθηκε σε εγχείρηση και του αφαιρέθηκαν δύο σφαίρες από την αριστερή τραχηλική χώρα, ενώ μία σφαίρα παρέμεινε σφηνωμένη στον άτλαντα (πρώτο αυχενικό σπόνδυλο) μετά που η προσπάθεια νευροχειρουργού να την αφαιρέσει κατέστη αδύνατη. Περαιτέρω, έγινε ανάταξη συντριπτικών καταγμάτων της άνω και της κάτω γνάθου με τοποθέτηση πλακών οστεοσύνθεσης και περιποίηση - συρραφή τραυμάτων των μαλακών μορίων της στοματικής κοιλότητας. Τα παραπάνω αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2. Αλλά και σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 4, 5 και 6 το γεγονός ότι το όπλο και τα φυσίγγια χρησιμοποιήθηκαν με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν συνιστά επιβαρυντικές περιστάσεις. Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί και για την κατηγορία του εμπρησμού το γεγονός ότι ο εμπρησμός έγινε σε συνέχεια της διάπραξης σοβαρού εγκλήματος και με σκοπό την καταστροφή τεκμηρίων. Δεν παραβλέπουμε ότι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δήλωσε πως δεν έχει παράπονο. Αυτό όμως δεν εξουδετερώνει την ποινική πτυχή της εγκληματικής δραστηριότητας του κατηγορούμενου, ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη το όλο πλαίσιο μέσα στο οποίο προχώρησε στον εμπρησμό. Ένα τελευταίο ζήτημα αφορά το κατά πόσο θα πρέπει να επιβληθούν ποινές σε κατηγορίες που η αντικειμενική τους υπόσταση εμπεριέχεται σε άλλες κατηγορίες. Ως προς τούτο, δεν θα ήταν ορθό να επιβάλουμε, έστω και σωρευτικά, ποινές για τις κατηγορίες της κατοχής και της μεταφοράς όπλου αφενός ή για τις κατηγορίες της κατοχής και της χρήσης εκρηκτικών υλών, αφετέρου. Γι' αυτές τις κατηγορίες θα επιβάλουμε ποινή αφενός για την κατοχή του πιστολιού και αφετέρου για την χρήση εκρηκτικών υλών. Σε ότι όμως αφορά την απόπειρα θανάτωσης και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης θεωρούμε ότι θα πρέπει να επιβληθούν ξεχωριστές ποινές εφόσον το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας είναι αδίκημα ειδικής πρόθεσης. Αυτό, για το ενδεχόμενο ανατροπής κατ' έφεσιν του ευρήματος μας ότι υπήρχε πρόθεση θανάτωσης. Οι ποινές βέβαια, θα είναι σωρευτικές, όπως σωρευτικές θα είναι όλες οι ποινές εφόσον όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Ενόψει όλων των ανωτέρω επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: (α) Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 13 ετών. (β) Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών. (γ) Στην τρίτη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ετών. (δ) Στην τέταρτη κατηγορία, καμία ποινή. (ε) Στην πέμπτη κατηγορία, καμιά ποινή. (στ) Στην έκτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 5 ετών. (ζ) Στην όγδοη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στο χρόνο φυλάκισης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορουμένου. Από τα τεκμήρια οι βολίδες, οι κάλυκες, η φυσιγγιοθήκη και το ψεύτικο πιστόλι να επιστραφούν στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας και τα υπόλοιπα να επιστραφούν στους δικαιούχους τους. Τα έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας εκ €670 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ............................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. [1] «Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind.» [2] Λ.χ. απόπειρα βιασμού, άρθρο 146 Π.Κ.. Απόπειρα διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων, άρθρο 153
(2)Π.Κ.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο