← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Άντρης Χ΄΄Κώστα, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 5134/10, 25 Νοεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Άντρης Χ΄΄Κώστα, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 5134/10, 25 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 5134/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Άντρης Χ΄΄Κώστα Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κος. Χαραλάμπους Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 1731 Α. Μιχαηλά (ΜΚ1) και την Julie Ventura Tompap (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 αστ. 1731 Α. Μιχαηλάς υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 1) και απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε ότι την 18/12/09 προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας η Julie Ventura Tompap από τις Φιλιππίνες η οποία εργάζεται ως οικιακή βοηθός στη Λάρνακα και κατήγγειλε ότι την 22/11/09 και ώρα 19:00 ενώ επιχειρούσε να διασταυρώσει την οδό Δαφνίδος στη Λάρνακα, κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΝW383 με οδηγό την κατηγορούμενη. Στις 20/12/09 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4) και την ίδια μέρα επισκέφθηκε μαζί της τη σκηνή του δυστυχήματος όπου ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) στο οποίο τοποθέτησε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε η κατηγορούμενη και με το οποίο συμφώνησε στη συνέχεια και η παραπονούμενη. Με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3). Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση 1,60μ από το πεζοδρόμιο από το οποίο η πεζή (ΜΚ2) άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο. Η οδός Δαφνίδος είναι δρόμος παρά τη συμβολή με τη Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα. Είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση εκ των οποίων η λωρίδα σύμφωνα με τη πορεία της πεζής έχει πλάτος 4,90μ και η λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης 3,80μ. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια. Το σημείο σύγκρουσης απέχει από τη πιο πάνω συμβολή
  2. 30μ και η ορατότητα της κατηγορουμένης από την συμβολή ήταν 20μ. Το όχημα της κατηγορούμενης από τη σύγκρουση υπέστη βούλωμα στο αριστερό μέρος του μπροστινού καπό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σε πόση απόσταση μετά τη σύγκρουση σταμάτησε το όχημα της κατηγορούμενης καθώς επίσης ότι την ημερομηνία που επισκέφθηκε τη σκηνή, σχεδόν ένα μήνα μετά το συμβάν, δεν εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Η ΜΚ2 τραυματίστηκε ελαφρά και η ταχύτητα της κατηγορούμενης ήταν πολύ χαμηλή. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι εάν η πεζή κοίταζε δεξιά πριν αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο και έβλεπε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ερχόμενο από τη στροφή της συμβολής με τη Λεωφόρο, δεν θα προκαλείτο το δυστύχημα. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι έλεγξε το δρόμο πριν αρχίσει να διασταυρώνει και είδε από μακριά το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ερχόμενο από δεξιά σύμφωνα με την πορεία της. Όταν η ίδια έφτασε στο μέσο του δρόμου το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης την κτύπησε με το μπροστινό του μέρος. Αντεξεταζόμενη, ενώ συμφώνησε με το πρόχειρο και το τελικό σχεδιάγραμμα καθώς και με το σημείο σύγκρουσης ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης την κτύπησε ενώ αυτή βρίσκετο στο κέντρο του δρόμου. Ανέφερε ότι είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης από απόσταση 20μ. και κρίνοντας ότι αυτό βρισκόταν πολύ μακριά αποφάσισε να διασταυρώσει το δρόμο. Πριν αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι καθυστέρησε να καταγγείλει το δυστύχημα στην αστυνομία επειδή αρχικά θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να το κάνει. Σημειώνω ότι στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4) αυτή αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και ενώ οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα το αναφερόμενο όχημα, έστριψε από την Λεωφόρο Φανερωμένης για να εισέλθει στην οδό Δαφνίδος. Αφού έστριψε και το αυτοκίνητο της πήρε ευθεία πορεία είδε την παραπονούμενη να βρίσκεται στο πεζοδρόμιο στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της και να μιλά στο κινητό τηλέφωνο. Πλησιάζοντας η πεζή προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο μπαίνοντας στην πορεία της από αριστερά. Η κατηγορούμενη προσπάθησε να σταματήσει το αυτοκίνητο χωρίς όμως να τα καταφέρει με αποτέλεσμα η πεζή να κτυπήσει στο αυτοκίνητο της. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την κατηγορουμένη υπέβαλε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία, αφού δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της έλλειψης καταβολής της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι επιβάλλεται η απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Με βάση τα πιο πάνω, γεγονότα και νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη της κατηγορούμενης μια πραγματική δυνατότητα. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε ενέργεια της κατηγορουμένης που να συνιστά αμέλεια ούτε ότι η κατηγορούμενη οδήγησε σε οιανδήποτε στιγμή κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού. Συνεπώς η κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Υπό το φως των πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στη κατηγορία που αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.