← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αντρέας Βασιλείου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9925/10, 30 Noεμβρίου  2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αντρέας Βασιλείου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9925/10, 30 Noεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9925/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Αντρέας Βασιλείου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Noεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος. Χρυσάνθου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ.3024 Μ.Kαβαλιέρο (ΜΚ1) και τον Παναγιώτη Αλεξάνδρου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Στις 5/3/10 και περί ώρα 23:00 διερεύνησε το δυστύχημα που επεσυνέβηκε στη συμβολή της Λεωφόρου Μακαρίου με την οδό Νιγρήτας στη Λάρνακα μεταξύ του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KLQ363 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφή KWB161 που οδηγείτο από τον Παναγιώτη Αλεξάνδρου (ΜΚ2). Φτάνοντας στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Στη σκηνή ήταν παρών ο κατηγορούμενος ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο ένεκα του τραυματισμού του κατά το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) και έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις. Σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων όπως το εντόπισε ο ίδιος και με το γράμμα Χ1 το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος, καθώς και με τα σημεία Α και Β τις πορείες των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές από το δυστύχημα, συγκεκριμένα στο όχημα του κατηγορουμένου απεκόπηκε ο μπροστινός δεξιός τροχός, βούλωσε ο μπροστινός προφυλακτήρας, το μπροστινό δεξί φτερό, το μπροστινό καπό στη δεξιά γωνία, έσπασε το δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι, ο μπροστινός ανεμοθώρακας και υπήρχε γδάρσιμο στην δεξιά μπροστινή πόρτα. Στη μοτοσικλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς το μπροστινό μέρος συγκεκριμένα απεκόπηκε το τιμόνι και ο μπροστινός τροχός, έσπασε το μπροστινό φανάρι και η μοτοσικλέτα έφερε εκδορές στην αριστερή πλευρά. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας όπου υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός από κολώνες οδικού φωτισμού που υπήρχαν στο δρόμο. Η Λεωφόρος Μακαρίου είναι δρόμος ευθύς και στο σημείο που έγινε το δυστύχημα σχηματίζει συμβολή τύπου Τ με την οδό Νιγρήτα. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να εξέλθει από την πάροδο επί της Λεωφόρου η ορατότητα του περιοριζόταν γύρω στα 10μ. λόγω της παρουσίας σταθμευμένων οχημάτων στην αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του ΜΚ
  2. Για να αποκτήσει ικανοποιητική ορατότητα προχώρησε από το ΑΛΤ της οδού Νιγρήτα και προχώρησε προς την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου οπόταν και είχε ορατότητα πέραν των 100μ. Με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  3. Η Λεωφόρος Μακαρίου είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διακεκομμένες γραμμές επί της ασφάλτου. Και τα δύο σημεία σύγκρουσης βρίσκονται εντός της τρίτης από τις τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης που ακολούθησε ο κατηγορούμενος αφού έστριψε δεξιά και εισήλθε στη Λεωφόρο Μακαρίου. Έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και στις 12/4/10 κατηγόρησε αυτόν γραπτώς (τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις αποστάσεις που κατέγραψε στο τεκμήριο 3 και επεξήγησε αυτές. Ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε γδάρσιμο στην άσφαλτο από το όχημα του κατηγορουμένου. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων ήταν σφοδρή και πως από αυτό προκύπτει πως υπήρχε αυξημένη ταχύτητα του ενός ή και των δύο ενεχόμενων οχημάτων αναφέροντας στη συνέχεια πως χαρακτήρισε σφοδρή τη σύγκρουση και ένεκα των ζημιών που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα. Στο σημείο Χ δεν εντόπισε στην άσφαλτο κομμάτια γυαλιών ή άλλων υλικών παρά μόνο γδάρσιμο στην άσφαλτο. Σε σχέση με την ορατότητα του κατηγορούμενου ανέφερε πως όταν ο τελευταίος εισήλθε στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου η ορατότητα του ήταν πέραν των 100 μέτρων. Στη σκηνή του δυστυχήματος δεν εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Συμφώνησε πως η μοτοσικλέτα καθώς οδηγείτο από τον ΜΚ2 κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Στο σημείο Χ με το οποίο συμφώνησε και ο παραπονούμενος κατέληξε από το σημάδι τριβής που υπήρχε στην άσφαλτο το οποίο ξεκινούσε από το σημείο Χ και κατέληγε στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας κατά την τελική της θέση, παρέλειψε όμως να μετρήσει την απόσταση μεταξύ των σημείων Χ και Χ
  4. Τέλος ο μάρτυρας συμφώνησε ότι και τα δύο σημεία σύγκρουσης βρίσκονται δεξιότερα των δύο πρώτων λωρίδων κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μακαρίου και συγκεκριμένα μέσα στη πορεία που ακολούθησε ο κατηγορούμενος αφού εισήλθε στη Λεωφόρο Μακαρίου. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 6) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι στις 5/3/10 περί ώρα 23:00 οδηγούσε την αναφερόμενη μοτοσικλέτα στη Λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση από τον αστυνομικό σταθμό Λάρνακας προς το λιμάνι. Σταμάτησε στα φώτα τροχαίας που υπήρχαν στην πορεία του διότι το φως ήταν κόκκινο. Ταυτόχρονα υπήρχαν δίπλα του και άλλες τρεις μοτοσικλέτες. Καθώς εκκίνησε από τα φώτα τροχαίας μία μοτοσικλέτα προπορευόταν της δικής του σε απόσταση 15 μέτρων. Επειδή στην αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα ο ίδιος εκινείτο στο κέντρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της πορείας του. Πλησιάζοντας την πάροδο της οδού Νιγρήτα είδε την προπορευόμενη μοτοσικλέτα να κάνει ελιγμό αριστερά και να αποφεύγει αυτοκίνητο το οποίο εξήλθε από την πάροδο της οδού Νιγρήτα και έστριψε δεξιά. Ο ίδιος όπως ανάφερε νομιζόμενος ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου τον είχε δει συνέχισε την πορεία του. Επειδή όμως το αυτοκίνητο συνέχισε να εισέρχεται στο δρόμο έκανε απότομη κίνηση δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αναφερόμενο αυτοκίνητο. Ο ΜΚ2 υπέδειξε επί του τεκμηρίου 3 το σημείο Χ ως το σημείο σύγκρουσης. Ισχυρίστηκε ότι είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου από απόσταση 8-10 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στο σημείο σύγκρουσης υπήρχαν λάδια από τη μοτοσικλέτα του καθώς και γδαρσίματα στην άσφαλτο και επανέλαβε ότι η μοτοσικλέτα που προπορεύετο της δικής του βρισκόταν σε απόσταση 15μ πιο μπροστά από τον ίδιο. Ισχυρίστηκε ότι η σύγκρουση ήταν ελαφριά ένεκα της χαμηλής ταχύτητας με την οποία εκινείτο. Δεν θυμόταν που κατέληξε μετά την σύγκρουση για το λόγο ότι έχασε τις αισθήσεις του. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και όταν είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου αυτό βρισκόταν μπροστά του εξερχόμενο από την πάροδο. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι λόγω της παρουσίας των σταθμευμένων οχημάτων ο ίδιος οδηγούσε στο δεξιό μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Αποδέχθηκε ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στη λωρίδα που εκινείτο ο κατηγορούμενος επί της Λεωφόρου Μακαρίου. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε για την υπόθεση (τεκμήριο 4) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ανέφερε ότι φτάνοντας στο αλτ της παρόδου σταμάτησε για να ελέγξει το δρόμο. Επειδή δεν είχε ορατότητα προς τα δεξιά λόγω σταθμευμένων οχημάτων στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου κινήθηκε πιο μπροστά και σταμάτησε για να ελέγξει ξανά το δρόμο. Αφού έλεγξε και έκρινε ότι ήταν ασφαλές προχώρησε και πέρασε τις δύο πρώτες λωρίδες της Λεωφόρου Μακαρίου. Μπαίνοντας στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας, η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του. Προηγουμένως δύο μοτοσικλέτες είχαν περάσει ευθεία από δεξιά του. Ισχυρίστηκε ότι μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του παρέμεινε στη θέση του χωρίς να μετακινηθεί. Διευκρίνησε ότι προχώρησε από το άλτ διασχίζοντας τη Λεωφόρο αφού έκρινε πρώτα ότι η τροχαία κίνηση ήταν τέτοια που του επέτρεπε να προχωρήσει, καθώς τα διερχόμενα αυτοκίνητα βρίσκονταν σε απόσταση πέραν των 100μ. Αναφερόμενος στη ταχύτητα του ισχυρίσθηκε ότι ήταν γύρω στα 15-20 χαω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση, σαν μάρτυρας. Έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Τούτο διότι η μαρτυρία του ως εμπειρογνώμονα ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο (βλ. Αιμιλία Ορφανίδου v. Αστυνομίας Π.Ε. αρ. 7902, 11.4.05). Ο μάρτυρας o oποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Η δε φύση, έννοια έκταση και οιαδήποτε σημασία του τριψίματος στην άσφαλτο, με βάση το οποίο καθόρισε το σημείο Χ παρέμειναν ανεξήγητα. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατά την προφορική του μαρτυρία ισχυρίσθηκε πως το σημείο Χ του το υπέδειξε ο ΜΚ2 δηλαδή ο παραπονούμενος και το σημείο Χ1 ο κατηγορούμενος. Αυτό άλλωστε αναφέρει και στο ευρετήριο του τεκμηρίου 3 που ετοίμασε ο ίδιος. Τα πιο πάνω υποδεικνύουν ότι δεν εντόπισε το ακριβές σημείο σύγκρουσης κατόπιν δικής του διερεύνησης. Επιπρόσθετα δεν μέτρησε την απόσταση μεταξύ των σημείων Χ και Χ1 και τούτο αφήνει ερωτηματικά κατά πόσο σημείωσε το σημείο Χ ενώ βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος κατόπιν δικής του διερεύνησης ή αργότερα κατόπιν υποδείξεως του παραπονούμενου. Συνεπώς εκείνο που μπορεί μόνο να εξαχθεί, από τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με το θέμα αυτό είναι πως το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται μέσα στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου σύμφωνα με τη πορεία που ακολούθησε ο κατηγορούμενος αφού εξήλθε από τη πάροδο και διέσχισε τη Λεωφόρο. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία η μαρτυρία του ΜΚ1 όσο αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του τεκμηρίου 3 δεν έχουν κλονισθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και τα αποδέχομαι στο σύνολο τους. O MK2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής, αόριστη και περιείχε αντιφάσεις σε σχέση με τις συνθήκες και άλλα γεγονότα που περιβάλλουν τη πρόκληση του δυστυχήματος. Ο ισχυρισμός του ότι είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου από απόσταση 7-8μ έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του σύμφωνα με τον οποίο είδε τη προπορευόμενη μοτοσικλέτα που εκινείτο 15μ. πιο μπροστά από τον ίδιο να περνά πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το οποίο εκείνη τη στιγμή εξήλθε από τη πάροδο και έστριβε δεξιά. Ανέφερε πως στο σημείο που η μοτοσικλέτα του συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπήρχαν λάδια στο οδόστρωμα κάτι που έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι πλην του τριψίματος δεν εντόπισε οτιδήποτε άλλο στην άσφαλτο. Ισχυρίσθηκε πως η σύγκρουση ήταν ελαφριά διότι ο ίδιος εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα κάτι που επίσης έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε πως η σύγκρουση ήταν σφοδρή κάτι που άλλωστε προκύπτει λογικά και από την έκταση των ζημιών. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει πως οδηγούσε στο κέντρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με τη πορεία του κατά την προφορική του μαρτυρία ισχυρίσθηκε πως οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε αντίφαση επίσης με τα όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του έρχεται και ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά την αντεξέταση του και σύμφωνα με τον οποίο όταν είδε το όχημα του κατηγορούμενου αυτό βρισκόταν μπροστά του. Toύτο διότι, στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει πως αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να εξέρχεται από τη πάροδο και να στρίβει δεξιά τη στιγμή που η προπορευόμενη μοτοσικλέτα εκινείτο 15μ μπροστά από τον ίδιο. Ενώ αποδέχθηκε ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στη πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου αφού αυτό είχε στρίψει δεξιά και διέσχισε τη Λεωφόρο και ενώ είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα που εκινείτο 15μ. μπροστά από τον ίδιο να αποφεύγει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και να περνά πίσω από αυτό, εν τούτοις δεν έδωσε σαφή και λογική εξήγηση πως ο ίδιος εκινήθηκε στην αντίθετη σύμφωνα με τη πορεία του κατεύθυνση με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του κατηγορούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 την οποία και απορρίπτω. Ο κατηγορούμενος μου έκανε εξαιρετική εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Η συμπεριφορά του από το εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου που εξέθετε τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν με σαφή, ξεκάθαρο και πειστικό τρόπο χωρίς η μαρτυρία του να κλονισθεί κατά την αντεξέταση. Επεξήγησε με καθαρότητα και σαφήνεια με ποιο τρόπο εισήλθε από τη πάροδο στο κύριο δρόμο αφού πρώτα έλεγξε το δρόμο και έκρινε ότι ήταν ασφαλές να το πράξει καθώς και το πώς έγινε η σύγκρουση της μοτοσικλέτας του παραπονούμενου με το αυτοκίνητο του χωρίς τούτο στη συνέχεια να μετακινηθεί. Η εκδοχή του κατηγορούμενου, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την μαρτυρία του, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα που προπορεύετο της μοτοσικλέτας του παραπονούμενου συνέχισε την πορεία της επί της Λεωφόρου χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία εξέθεσε τα γεγονός όπως τα περιγράφει και στη γραπτή κατάθεση του. Στο μόνο σημείο που η μαρτυρία του δεν συνάδει απόλυτα με τη γραπτή κατάθεση του είναι στο σημείο όπου ανέφερε ότι μετά που προχώρησε και εισήλθε στο κύριο δρόμο πέρασαν από δεξιά του δύο μοτοσικλέτες ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρεται σε μία μοτοσικλέτα. Τούτο όμως δεν κρίνεται αρκετό για να κλονίσει την αξιοπιστία του δεδομένης της πολύ καλής εντύπωσης που μου άφησε ο κατηγορούμενος σαν μάρτυρας της αλήθειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης αποδέχομαι ως ορθό αυτό που υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με το θέμα αυτό σε αντίθεση με τον ΜΚ1 ο οποίος, όπως διαφαίνεται πιο πάνω στην απόφαση μου, σημείωσε το σημείο Χ μόνο κατόπιν υποδείξεως του ΜΚ2 του οποίου η μαρτυρία δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά την 5/3/10 και ώρα 23:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚLQ363 στην οδό Νιγρήτα η οποία καταλήγει σε συμβολή με τη Λεωφόρο Μακαρίου. Η Λεωφόρος Μακαρίου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Η μία κατεύθυνση οδηγεί προς το λιμάνι και η άλλη προς τον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Οι τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διακεκομμένες γραμμές επί της ασφάλτου. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο ΑΛΤ της οδού Νιγρήτα με πρόθεση να εισέλθει στη Λεωφόρο Μακαρίου και να στρίψει δεξιά. Επειδή η ορατότητα του στα δεξιά εμποδίζετο από σταθμευμένα οχήματα προχώρησε πιο μπροστά από το ΑΛΤ της παρόδου και αφού έλεγξε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός έστριψε δεξιά πέρασε τις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μακαρίου και εισήλθε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση τον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Την ίδια μέρα και ώρα ο ΜΚ2 ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚWB161 επί της Λεωφόρου Μακαρίου με κατεύθυνση το λιμάνι εισήλθε στη πορεία που ακολούθησε ο κατηγορούμενος επί της Λεωφόρου Μακαρίου με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα που οδηγούσε να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε μέσα στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου η οποία βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που εκινείτο ο ΜΚ2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στην απόφαση Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR188 αποφασίσθηκε ότι το καθήκον άσκησης καλής παρατηρητικότητας είναι ιδιαίτερα ισχυρό για τον οδηγό που θα στρίψει δεξιά διασταυρώνοντας τον δρόμο. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και με βάση τις νομικές αρχές κρίνω ότι ο τρόπος οδήγησης του κατηγορούμενου δεν ξεφεύγει από το επίπεδο του συνετού οδηγού. Αναμφίβολα ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει στο ΑΛΤ. Η περιορισμένη ορατότητα τον ανάγκασε να προχωρήσει για να ελέγξει και πάλιν το δρόμο. Εισήλθε στο κύριο δρόμο μόνο όταν έκρινε ότι τούτο ήταν ασφαλές και ενώ τα διερχόμενα οχήματα βρίσκονταν σε απόσταση πέραν των 100μ. Η σύγκρουση με το μοτοποδήλατο επήλθε μέσα στη πορεία που ακολούθησε ο κατηγορούμενος δηλαδή στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας αφού πρώτα βγήκε από τη πάροδο και διέσχισε τον κύριο δρόμο και ενώ άλλα διερχόμενα επί του κύριου δρόμου οχήματα είχαν την ευχέρεια να προχωρήσουν ευθεία περνώντας από την δεξιά πλευρά του οχήματος του κατηγορούμενου. Μέσα από τις συνθήκες και τα περιστατικά της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν έχει αποδειχθεί έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής εκ μέρους του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος δεν βγήκε από τη πάροδο ξαφνικά αλλά βαθμιαία και αφού πρώτα έλεγξε το δρόμο και διαπίστωσε πως τα διερχόμενα οχήματα βρίσκονταν σε απόσταση πέραν των 100μ. Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με τα περιστατικά της υπόθεσης στην απόφαση Παρασκευάς Γεωργίου Μίσιης v. Αστυνομίας
(1997)ΑΑΔ
(2)σελ.421, όπου ο κατηγορούμενος εισήλθε βαθμιαία από τη πάροδο στο κύριο δρόμο προς εξασφάλιση μεγαλύτερης ορατότητας και όπου κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε έλλειψη της δέουσας προσοχής που απαιτείται για θεμελίωση του αδικήματος του άρθρου 8. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος εισήλθε βαθμιαία από τη πάροδο στο κύριο δρόμο και η σύγκρουση έγινε ενώ το όχημα του βρισκόταν στη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας του κύριου δρόμου και στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που εκινείτο η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.