Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Μάριου Νικολάου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1657/10, 7 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:1657/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Μάριου Νικολάου Κατηγορoύμενου Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Σαββίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία) και της οδήγησης χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστήριο έγγραφο (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος την 1/11/09 στην Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚSP959 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστήριο έγγραφο. Μετά την παραδοχή του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία παρέμεινε προς εκδίκαση η 1η κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας τον αστ.2935 Γ. Γεωργίου (ΜΚ1) και τον Hani Adel Ahmad (ΜΚ2). Οι μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2 υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων που έδωσαν για την υπόθεση σαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους και στη συνέχεια απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και την υπεράσπιση. Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο ΜΚ1 κατάθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στη διερεύνηση οδικών τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 2/11/09 ο Αdel Ahmad Hani (ΜΚ2) επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας και ανέφερε ότι την 1/11/09 και περί ώρα 18:00 ενώ οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής HAM269 στη Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSP959, το οποίο ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, εκκίνησε και εισήλθε στο δρόμο με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν μεταξύ τους. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Ο μάρτυρας την πιο πάνω ημερομηνία συνάντησε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου ο τελευταίος του επανέλαβε τα όσα του ανέφερε μέσω τηλεφώνου. Ακολούθως επιθεώρησε το μοτοποδήλατο του παραπονούμενου και κατέγραψε τις ζημιές που είχε υποστεί από το δυστύχημα. Επίσης έλεγξε και διαπίστωσε ότι τα φώτα πορείας του μοτοποδηλάτου λειτουργούσαν κανονικά. Μετά από έρευνα διαπίστωσε πως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος KSP959 ήταν ο πατέρας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι ο ίδιος οδηγούσε το όχημα την πιο πάνω αναφερόμενη ημέρα και ώρα ισχυριζόμενος ότι δεν ανέφερε το δυστύχημα επειδή είχε φοβηθεί. Ο μάρτυρας έλεγξε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και διαπίστωσε ότι σε αυτό υπήρχαν ζημιές στη δεξιά του πλευρά στο ύψος της θύρας του οδηγού. Στις 4/11/09 και ώρα 21:30 μετέβηκε με τον κατηγορούμενο στο τόπο όπου συνέβηκε το τροχαίο δυστύχημα. Εκεί ο κατηγορούμενος του υπέδειξε την θέση που ήταν σταθμευμένο το όχημα του την πορεία του καθώς και τη πορεία του μοτοποδηλάτου. Επίσης του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης το οποίο σύμφωνα με τη δική του υπόδειξη βρίσκεται μέσα στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας μετά την άσπρη συνεχή γραμμή που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της μιας από τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου. Ακολούθως ο μάρτυρας έλαβε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) στο οποίο τοποθέτησε και τα όσα πιο πάνω του υπέδειξε ο κατηγορούμενος ο οποίος συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε στην παρουσία του. Στη συνέχεια βάσει του πρόχειρου ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3). Στις 4/11/09 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 5). Ο μάρτυρας ανέφερε πως το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας και στο δρόμο υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Η Λεωφόρος Φανερωμένης είναι δρόμος άσφαλτος, καλής επιφάνειας, ευθύς και επίπεδος, διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση. Το μοτοποδήλατο του παραπονούμενου υπέστη ζημιές στο αριστερό καθρεφτάκι, γδαρσίματα στην αριστερή πλευρά καθώς και ζημιές στο μπροστινό μέρος. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος υπέστη ελαφριές ζημιές στη θύρα του οδηγού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1, ανέφερε πως δεν εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος οποιαδήποτε άλλα στοιχεία σχετικά με το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 μού έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος και παρέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα με ειλικρίνεια και θετικότητα. Η ειλικρίνεια του φαίνεται και από το γεγονός ότι κατά τη μαρτυρία του δήλωσε ευθέως ότι δεν ήταν κατορθωτό για τον ίδιο να εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία στη σκηνή του δυστυχήματος και ότι βασίσθηκε στα όσα του ανέφεραν οι ενεχόμενοι οδηγοί. Αρκέστηκε να πει ότι σημείωσε κατά προσέγγιση το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος λέγοντας πως με αυτό συμφώνησε και ο παραπονούμενος (ΜΚ2). Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τις μετρήσεις στις οποίες έχει προβεί ως αυτές εμφαίνονται στο τεκμήριο 3. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 6) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι οδηγούσε κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Αρτεμίου κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας καθώς στην αριστερή μεριά του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ενώ εκινείτο κανονικά τη πορεία του ξαφνικά ένα από τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στα αριστερά εκκίνησε απότομα εισήλθε στο δρόμο και του ανέκοψε την πορεία με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο που οδηγούσε να κτυπήσει στην αριστερή πόρτα του οδηγού και να ανατραπεί στην άσφαλτο. Ο ΜΚ2 παρόλο που δεν ήταν αρκετά σαφής σε όλα τα σημεία της μαρτυρίας του, εν τούτοις με έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια όταν ανεφέρετο στις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης καθώς και με τις πορείες των δύο ενεχόμενων οχημάτων όπως φαίνονται στο τεκμήριο 3, τα οποία σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Αναφορικά με την εισήγηση του συνήγορου της υπεράσπισης, ότι ο ΜΚ2 δεν πρέπει να γίνει πιστευτός, επειδή μεταξύ άλλων, κατά τη μαρτυρία του δεν ήταν σαφής σε θέματα όπως για παράδειγμα το κατά πόσο βρίσκονταν φίλοι του στη σκηνή του δυστυχήματος, το τι απέγινε μετά το δυστύχημα το κράνος που φορούσε καθώς και αναφορικά με την ημερομηνία που έδωσε την γραπτή κατάθεση του, θεωρώ ότι αυτά δεν κρίνονται αρκετά για να κλονίσουν την αξιοπιστία του σε ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τη πρόκληση του δυστυχήματος. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως προς το μέρος που αυτή αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, πλην της θέσης που πρόβαλε, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να κάνει επαναστροφή μέσα στο δρόμο, κάτι που αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα του μάρτυρα και δεν προκύπτει από την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του τεκμήριο 4, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ενώ ήταν σταθμευμένος στην αριστερή πλευρά του δρόμου εκκίνησε και εισήλθε στο δρόμο προχωρώντας μέχρι την διαχωριστική γραμμή. Αφού έλεγξε το δρόμο προς τα πίσω είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται στη δεξιά λωρίδα σύμφωνα με τη πορεία του και σταμάτησε για να περάσει. Στη συνέχεια δεν είδε τη μοτοσικλέτα η οποία εκινείτο στα δεξιά του και η οποία τελικά συγκρούσθηκε στη δεξιά πλευρά του οχήματος του στο ύψος της πόρτας του οδηγού. Η δήλωση του κατηγορούμενου ότι ενώ ήταν σταθμευμένος στα αριστερά του δρόμου εκκίνησε και εισήλθε στο δρόμο χωρίς προηγουμένως να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο του παραπονούμενου το οποίο εκινείτο ευθεία εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας είναι δυσμενής για τον ίδιο. Εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι αφού πρόκειται περί ενοχοποιητικής δήλωσης, ποιος ο λόγος, αν δεν ήταν αληθινή, να την κάνει ο κατηγορούμενος και μάλιστα στη αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό θεωρώ, ότι θα πρέπει να δεχθώ ως αληθινό το περιεχόμενο της πιο πάνω δήλωσης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ακόμα και τότε που βρισκόταν σε ισχύ ο αποκλειστικός κανόνας της εξ' ακοής μαρτυρίας, τέτοιες δηλώσεις προς την Αστυνομία, γίνονταν αποδεχτές ως μαρτυρία εναντίον του καταθέτοντος, ως εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Κακογιάννη, 1983 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 151: «αν τέτοιες καταθέσεις (του κατηγορουμένου προς την αστυνομία) είναι δυσμενείς για τον κατηγορούμενο, τότε, αν έγιναν θεληματικά, γίνονται δεχτές ως μαρτυρία εναντίον του». Δεν θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο για δηλώσεις που περιέχονται στην αρχική κατάθεση του κατηγορούμενου, οι οποίες αποτελούν μη ενοχοποιητικές ή ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Σύμφωνα με την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση R.V. Storey
(1968)52 Cr. App Rep. 334 όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα στη δίκη καταθέσει ενόρκως και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή όπως και η κατάθεση του . Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 1/11/09 το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής KSP959 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο βρισκόταν σταθμευμένο στη αριστερή πλευρά της Λεωφόρου Φανερωμένης. Ο κατηγορούμενος αφού εκκίνησε το όχημα που οδηγούσε στην προσπάθεια του να εισέλθει στο δρόμο για να κατευθυνθεί ευθεία προς τη Λεωφόρο Αρτέμιδος συγκρούσθηκε με το μοτοποδήλατο υπ' αριθμούς εγγραφής ΗΑΜ269 το οποίο οδηγείτο από τον ΜΚ2 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς την ίδια με τον κατηγορούμενο κατεύθυνση. Η Λεωφόρος Φανερωμένης είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται μέσα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αμέσως μετά τη γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της μιας εκ των δύο κατευθύνσεων του δρόμου. Από το δυστύχημα τραυματίσθηκε ο ΜΚ2 και τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στην απόφαση Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR188 αποφασίσθηκε ότι το καθήκον άσκησης καλής παρατηρητικότητας είναι ιδιαίτερα ισχυρό για τον οδηγό που θα στρίψει δεξιά διασταυρώνοντας τον δρόμο. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR29) και Σωκράτους (πιο πάνω). Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αναμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1CLR530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v.Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως προκύπτει από τη νομολογία, το κριτήριο για την διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Υπό το φως των πιο πάνω εύλογα συμπεραίνεται, ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για αμελή οδήγηση. Ενώ το όχημα του ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου εκκίνησε και εισήλθε στο δρόμο για να προχωρήσει ευθεία χωρίς προηγουμένως να ελέγξει κατά πόσο τούτο ήταν ασφαλές. Ο κατηγορούμενος όφειλε να αντιληφθεί το όχημα του παραπονούμενου (ΜΚ2) το οποίο εκινείτο στην ίδια με αυτό πορεία επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Η πιθανότητα του κινδύνου υπό τις περιστάσεις ήταν εύλογα αντιληπτή και η παράλειψη προφύλαξης του κατηγορούμενου συνιστά αμέλεια. Η ευθύνη του κατηγορούμενου συνδέεται με το γεγονός ότι παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα προσοχή πράγμα που τον εμπόδισε να δει έγκαιρα το όχημα του ΜΚ2 που οδηγείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ώστε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης και εισήλθε στο δρόμο χωρίς να ελέγξει επαρκώς ότι αυτό ήταν απόλυτα ασφαλές. Ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στο δρόμο καταλαμβάνοντας και μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας ενώ προηγουμένως το όχημα του ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, φράσσοντας έτσι την ελεύθερη πορεία του μοτοποδηλάτου, παρέλειψε να ασκήσει το καθήκον φροντίδας και μέριμνας που όφειλε στον ΜΚ2. Η πιο πάνω ενέργεια του υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης που ακολούθησε (βλ. Γιωργαλλή v. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 7453, ημ. 23.1.2004). Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο στη κατηγορία 1. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου,Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο