← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Παύλος Στεφάνου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3689/10, 14 Δεκεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Παύλος Στεφάνου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3689/10, 14 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3689/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Παύλος Στεφάνου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Βρυωνίδου Κατηγορούμενος : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 3/1/10 στο νέο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού στη Σκαρίνου της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΜΤ214 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας δηλαδή με ταχύτητα 152χαω αντί 100χαω και ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή, παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε μέχρι ο αστυνομικός του επιτρέψει να συνεχίσει την πορεία του. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας το αστυφύλακα 3186 Μ. Χ΄΄Αναστάση (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι στις 3/1/10 διενεργούσε έλεγχο της τροχαίας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, όπου μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του διενεργούσε και έλεγχο ταχύτητας χρησιμοποιώντας το ταχύμετρο με αριθμό 14149 τύπου Lazer. Από απόσταση 450-500μ. με τη χρήση του ταχυμέτρου εγκλώβισε την ταχύτητα του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΜΤ 214 το οποίο εκινείτο με ταχύτητα 152 χαω. Τη στιγμή που κατέγραφε τη ταχύτητα του αναφερόμενου αυτοκινήτου τούτο εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Από απόσταση 400-500μ και ενώ φορούσε στολή και φωσφορούχο γιλέκο του έκανε σήμα για να σταματήσει. Ο οδηγός του οχήματος παρέλειψε να σταματήσει και συνέχισε τη πορεία του αλλάζοντας λωρίδα κυκλοφορίας. Είδε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος και μετά από σχετική έρευνα διαπίστωσε ότι οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διαπίστωσε μόνο ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν άνδρας, τον οποίο όμως δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει, καθώς όταν το αυτοκίνητο πλησίασε στο σημείο που βρισκόταν, ο οδηγός του το οδήγησε πλησίον άλλου αυτοκινήτου που εκινείτο εκείνη τη στιγμή στο δρόμο. Ο ΜΚ1 ανέφερε περαιτέρω ότι προτού αρχίσει τη λειτουργία του ταχυμέτρου έκανε τους τρείς ενδεδειγμένους ελέγχους δηλαδή έλεγχο αρτιότητας οθόνης, έλεγχο απόστασης επί σταθερού σημείου και έλεγχο ταχύτητας και διαπίστωσε ότι τούτο λειτουργούσε ορθά. Περαιτέρω ανέφερε ότι στο δρόμο πριν το σημείο που διαπίστωσε τη ταχύτητα του αναφερόμενου αυτοκινήτου υπήρχε πινακίδα που υποδείκνυε το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στα 100χαω. Λήφθηκε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2) και στις 28/1/10 κατηγορήθηκε γραπτώς (τεκμήριο 3). Ο ΜΚ1 αντεξετάσθηκε από τη συνήγορο του κατηγορούμενου επί σωρείας θεμάτων τα οποία καταγράφονται αυτολεξεί στα πρακτικά και δεν θα τα επαναλάβω. Συνοπτικά αναφέρω ότι αντεξεταζόμενος μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: Εγκλώβισε τη ταχύτητα του αναφερόμενου οχήματος όταν αυτό εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ προσπερνούσε άλλα οχήματα. Την ίδια ώρα δίπλα, πίσω αλλά και μπροστά του εκινούντο και άλλα αυτοκίνητα, τη στιγμή όμως που στόχευε με το ταχύμετρο είχε οπτική επαφή με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Όταν έκανε σήμα στον οδηγό του αυτοκινήτου για να σταματήσει υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο τα οποία ταξίδευαν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν γνωρίζει κατά πόσο σκοπός του οδηγού όταν άλλαξε πορεία από τα δεξιά στα αριστερά ήταν να αποφύγει να ακινητοποιήσει το όχημα του. Αρνήθηκε ότι όταν το αυτοκίνητο τον πλησίασε αυτός του έκανε σήμα για να προχωρήσει. Είδε τον αριθμό εγγραφής του αναφερόμενου οχήματος όταν αυτό έφτασε στο σημείο που βρισκόταν ο ίδιος. Στο δρόμο μπροστά από το αναφερόμενο όχημα προπορεύονταν και άλλα οχήματα. Όταν κατέγραφε με τη χρήση του ταχυμέτρου τη ταχύτητα του αυτοκινήτου, δεν διέκρινε οποιαδήποτε χαρακτηριστικά αυτού, όπως, για παράδειγμα το χρώμα ή τον τύπο του. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Δ΄ της αστυνομίας στο Κλάδο Τηλεπικοινωνιών από το 1997 και ασχολείται με την συντήρηση και επιδιόρθωση διάφορων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, που διαθέτει η Αστυνομία. Κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο έκθεσης (τεκμήριο 4) στην οποία εξηγεί την λειτουργία των ταχυμέτρων τύπου Laser, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διενεργείται ο έλεγχος της ορθής λειτουργίας τους. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει εκπαιδευτεί για την συντήρηση και την επιδιόρθωση των συσκευών τύπου Laser αναφερόμενος σε τρία μοντέλλα του ίδιου τύπου και συγκεκριμένα στα μοντέλα LTI 20-20 ULTRALYTE, LTI 20-20 ULTRALYTE LR (Long Range) και στο τελευταίο μοντέλο LTI 20-20 Truspeed, και στις αποστάσεις από τις οποίες μπορεί το κάθε μοντέλλο να καταγράψει την ταχύτητα ενός κινούμενου στόχου. Ανέφερε ότι το ταχύμετρο 14149 είναι τύπου LTI-ULTRALYET LR το οποίο έχει εμβέλεια μέχρι 1200μ. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο χειριστής στοχεύει με τα σκοπευτικά του ταχυμέτρου συγκεκριμένο στόχο και με το πάτημα της σκανδάλης το ταχύμετρο καταγράφει την ταχύτητα και την απόσταση του στόχου αυτού. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η ταχύτητα που καταγράφεται στο ταχύμετρο είναι η ταχύτητα του συγκεκριμένου οχήματος που στοχεύει ο χειριστής του ταχύμετρου. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι εναπόκειται στο κάθε χειριστή, το κατά πόσο αυτός, είναι σίγουρος ποιο όχημα στόχευσε με το ταχύμετρο. Επίσης ανέφερε πως από τα σκοπευτικά του ταχυμέτρου ο χειριστής βλέπει κάποια από τα χαρακτηριστικά του οχήματος που στοχεύει όπως για παράδειγμα το χρώμα του. Mετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας είδε από απόσταση περίπου 200μ ένα αστυνομικό. Την ίδια στιγμή εκινούντο και άλλα οχήματα στο δρόμο και συγκεκριμένα αριστερά και μπροστά του εκινούντο άλλα δύο αυτοκίνητα. Είδε το σήμα του αστυνομικού και ελάττωσε ταχύτητα για να διαπιστώσει κατά πόσο αυτό απευθύνετο στον ίδιο. Πλησιάζοντας όμως τον αστυνομικό σε απόσταση 30 με 40μ και ενώ ταυτόχρονα εκινούντο πλησίον του και τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα αυτοκίνητα, ο αστυνομικός τους έκανε σήμα να προχωρήσουν. Ισχυρίσθηκε πως καθ΄όλη τη διάρκεια της διαδρομής παρακολουθούσε την ταχύτητα με την οποία εκινείτο και αυτή ήταν μεταξύ 110 και 120 χαω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1, δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και δεν μου έδωσε την εντύπωση του φιλαληθούς μάρτυρα. Φαινόταν αβέβαιος γι' αυτά που κατέθετε και η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από ασάφειες κενά και αντιφάσεις. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του δεν αναφέρει από ποια απόσταση διαπίστωσε τη ταχύτητα του κατηγορούμενου κατά την προφορική του μαρτυρία ισχυρίσθηκε πως θυμόταν ότι εγκλώβισε αυτή από απόσταση 450-500μ. Ο αρχικός ισχυρισμός του ότι είδε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου όταν εγκλώβισε την ταχύτητα του, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τον μετέπειτα ισχυρισμό που πρόβαλε κατά την αντεξέταση και σύμφωνα με τον οποίο είδε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου όταν αυτό τον πλησίασε. Κάτι που βέβαια δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι, όταν το αυτοκίνητο τον πλησίασε, ο οδηγός του το οδήγησε δίπλα από άλλο αυτοκίνητο. Σε σχέση με την τροχαία κίνηση στο δρόμο η μαρτυρία του ήταν ασαφής, αόριστη και συγκεχυμένη με αποτέλεσμα να μην κατορθώνει να δώσει μια πλήρη και σαφή εικόνα στο Δικαστήριο αναφορικά με το θέμα αυτό. Συγκεκριμένα αναφερόμενος στα υπόλοιπα οχήματα που εκινούντο στο δρόμο, την ώρα που ο ίδιος κατέγραφε τη ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου, αρχικά ανέφερε πως δεν θυμόταν πόσα αυτοκίνητα εκινούντο στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη συνέχεια ανέφερε πως υπήρχαν στο δρόμο 4 με 5 αυτοκίνητα κάτι που εν πάση περιπτώσει έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό που πρόβαλε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του όπου ανέφερε ότι υπήρχε κίνηση στο δρόμο. Επίσης δεν ήταν πειστικός, όταν έλεγε, πως ακόμα και στη περίπτωση που κινούνται στην ίδια πορεία 10 αυτοκίνητα είναι εύκολο να στοχεύσει κάποιος με το ταχύμετρο το τελευταίο στη σειρά. Το συμπέρασμα του ότι το αναφερόμενο αυτοκίνητο εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας διαφάνηκε στη συνέχεια ότι τούτο ήταν αυθαίρετο, διότι συγκεκριμένα, σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση, απάντησε πως ισχυρίσθηκε ότι εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας επειδή τη στιγμή που το στόχευσε με το ταχύμετρο προσπερνούσε άλλα οχήματα. Δεν θυμόταν, ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει, οποιαδήποτε χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου που στόχευσε με το ταχύμετρο ενώ σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε πως είχε συνεχή οπτική επαφή με το αυτοκίνητο αυτό, από την στιγμή που διαπίστωσε την ταχύτητα του, μέχρι την στιγμή που διέκρινε τους αριθμούς εγγραφής του. Όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεκτώ τη μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία και απορρίπτω, πλην του ισχυρισμού του ότι κατά τον επίδικο χρόνο με τη χρήση ταχυμέτρου που λειτουργούσε ορθά, στόχευσε την ταχύτητα ενός αυτοκινήτου που εκινείτο στον πιο πάνω αναφερόμενο αυτοκινητόδρομο, με ταχύτητα 152χαω. Ο ΜΚ2 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως εμπειρογνώμονα στην ολότητα της. Η μαρτυρία του που αφορούσε την λειτουργία των ταχυμέτρων τύπου Laser ήταν σαφής και αντικειμενική. Ο μάρτυρας έδειχνε να κατέχει πλήρως τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη λειτουργία των ταχυμέτρων Laser και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε με κανένα τρόπο κατά την αντεξέταση. Ο κατηγορούμενος μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Η συμπεριφορά του στο εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου και κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει κατά την αντεξέταση του. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του κατηγορούμενου είναι και το γεγονός ότι δεν αρνήθηκε ότι είδε το σήμα του αστυνομικού, γεγονός που θα μπορούσε να επενεργήσει εναντίον του, αφού θα μπορούσε να δικαιολογήσει την στοιχειοθέτηση της δεύτερης κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Καταθέτοντας αναφορικά με το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα η μαρτυρία του παρουσίαζε μια συνοχή και σε κανένα σημείο της δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση που έτυχε. Εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός του ότι ο αστυνομικός στη συνέχεια έκανε στον ίδιο καθώς και σε άλλα δύο αυτοκίνητα σήμα να προχωρήσουν, παρέμεινε αναντίλεκτος. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της και επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη την δική του εκδοχή όπως αυτή ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο πιο πάνω συμπέρασμα με οδήγησε και η εικόνα που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, η αξιοπιστία του οποίου, όπως ήδη έχω αναφέρει δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση και ο οποίος παρέθεσε τα γεγονότα με απλό και ειλικρινή τρόπο χωρίς να θέλει να παραποιήσει την αλήθεια, παρά το γεγονός ότι, σε κάποια σημεία τα όσα ανέφερε δεν συνηγορούσαν υπέρ του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης στα μόνα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι τα ακόλουθα: Στις 3/1/10, ο ΜΚ1 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού κατά την διάρκεια του οποίου με τη χρήση ταχυμέτρου που λειτουργούσε ορθά, στόχευσε και εγκλώβισε την ταχύτητα ενός διερχόμενου οχήματος το οποίο εκινείτο με ταχύτητα 152 χαω. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο δρόμο ήταν 100 χαω. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΜΤ214 και ενώ την ίδια στιγμή στο δρόμο εκινούντο και άλλα οχήματα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο κατηγορούμενος και ενώ αριστερά και μπροστά του εκινούντο δύο άλλα οχήματα αντιλήφθηκε έναν αστυνομικό να κάνει σήμα σε κάποιο από τα οχήματα για να σταματήσει και τότε o ίδιος ελάττωσε ταχύτητα. Στη συνέχεια ο αστυνομικός έκανε σήμα στον ίδιο και στους οδηγούς των δύο άλλων οχημάτων για να προχωρήσουν. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα μου ότι ο κατηγορούμενος σε όλη τη διαδρομή μέχρι τη στιγμή που αντιλήφθηκε το ΜΚ1 να κάνει σήμα οδηγούσε με ταχύτητα από 110 μέχρι 120 χαω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν∙ το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί∙ η αρμοδία αρχή δύναται, ωσταύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητας: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώρα.» Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι : «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, είς φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Ο Κανονισμός 58
(2)(στ) προνοεί τα ακόλουθα:
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις: (α)............................. (β)............................. (γ)............................. (δ)............................. (ε)............................ (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού η διάπραξη του αδικήματος προϋποθέτει την ύπαρξη νοητικού στοιχείου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως αξιολογείται πιο πάνω, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το σήμα του αστυνομικού. Έχοντας κατά νου την ενώπιον μου μαρτυρία, τα ευρήματα μου και τις νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αναφερόμενο στη κατηγορία όχημα με ταχύτητα 152 χαω αντί 100 χαω που είναι το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (1η κατηγορία) και ότι αυτός παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού (2η κατηγορία). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Πάρα τα πιο πάνω, με βάση τα ευρήματα μου, ο κατηγορούμενος κατά την ημέρα και οδηγώντας το όχημα που αναφέρεται στη 1η κατηγορία, οδήγησε αυτό με ταχύτητα 120χαω αντί 100χαω. Είναι ξεκάθαρο από τις πιο πάνω νομικές αρχές ότι η ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου είναι ενέργεια η οποία έλαβε χώρα κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Συνεπώς αυτό που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στη συνέχεια είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος του αδικήματος που αντιμετωπίζει, σύμφωνα με τη 1η κατηγορία, για ταχύτητα 120χαω και όχι 152χαω με την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και συνεπώς να μην επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή του υφιστάμενου κατηγορητηρίου ή να κριθεί ένοχος άλλου αδικήματος δια της προσθήκης επί του κατηγορητηρίου, δυνάμει του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, νέας κατηγορίας, στην οποία να αναφέρεται ως ταχύτητα με την οποία κινείτο ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3), τα 120χαω. Έχοντας κατά νου τις αρχές που διατυπώθηκαν στις Sammy Imbrahim Imbrahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 CLR και Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2ΑΑΔ 458 είμαι της άποψης και ως εκ τούτου κρίνω ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στη 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει για την ταχύτητα των 120χαω αντί 100χαω χωρίς να προκύπτει αναγκαιότητα μεταβολής του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης οποιασδήποτε άλλης κατηγορίας. Υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί, κατάληξη μου ότι, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της για την περιορισμένη ταχύτητα των 120χαω αντί 100χαω, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην οποία απαλλάσσεται και αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.