← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Χαράλαμπος Μιχαήλ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3685/10, 22 Δεκεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Χαράλαμπος Μιχαήλ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3685/10, 22 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 3685/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Χαράλαμπος Μιχαήλ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος. Θεοδώρου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του άρθρου 6

(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87 των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 των Κ.Δ.Π.277/85 και 17/86 και των Νόμων 47
(1)/97 και 80
(1)/2000. Προς απόδειξη της υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ.3083 Αυγουστή Αυγουστή (ΜΚ1) και τον αστ. 3776 Αχιλλέα Μιχαηλίδη (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε για την υπόθεση και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά την 8/10/09 ενώ διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού εγκλώβισε τη ταχύτητα του οχήματος υπ' αριθμούς εγγραφής ΚQT010 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο με ταχύτητα 168 χαω. Στον επίδικο δρόμο το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 100 χαω, κάτι που υποδείκνυαν πινακίδες που υπήρχαν στο δρόμο πριν το σημείο από το οποίο εγκλώβισε τη ταχύτητα του κατηγορούμενου. Χρησιμοποίησε το ταχύμετρο με αριθμό 14149, τύπου λέιζερ, το οποίο έχει εμβέλεια 1000μ. Όταν εγκλώβισε τη ταχύτητα του κατηγορούμενου, από απόσταση περί τα 160-170μ, ο ίδιος βρισκόταν στην λωρίδα ασφαλείας του δρόμου ενώ το όχημα του κατηγορούμενου εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ένεκα της μικρής απόστασης από την οποία διαπίστωσε τη ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου, για να το ανακόψει, χρειάστηκε να το ακολουθήσει με το περιπολικό. Πριν τη χρήση του ταχύμετρου προέβη στους τρεις ενδεδειγμένους ελέγχους τους οποίους εξήγησε στο Δικαστήριο και διαπίστωσε ότι το τούτο λειτουργούσε ορθά. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Δ΄ της αστυνομίας στο Κλάδο Τηλεπικοινωνιών και ότι το 2009 είχε εκπαιδευτεί από την κατασκευάστρια εταιρεία στα ταχύμετρα Lαzer. Κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο έκθεσης (τεκμήριο 3) στην οποία εξηγεί την λειτουργία των ταχυμέτρων τύπου Laser, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διενεργείται ο έλεγχος της ορθής λειτουργίας τους. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει εκπαιδευτεί για την συντήρηση και την επιδιόρθωση των συσκευών τύπου Laser αναφερόμενος σε τρία μοντέλλα του ίδιου τύπου και συγκεκριμένα στα μοντέλα LTI 20-20 ULTRALYTE, LTI 20-20 ULTRALYTE LR (Long Range) και στο μοντέλο LTI 20-20 Truspeed. Ανέφερε ότι ο χειριστής του ταχύμετρου βλέπει μέσα από τα σκοπευτικά το συγκεκριμένο στόχο που στοχεύει και ότι η ταχύτητα και η απόσταση που καταγράφει η συσκευή ανήκουν στο συγκεκριμένο στόχο. Στη περίπτωση που το ταχύμετρο δεν λειτουργεί ορθά, τότε δεν θα καταγράψει ταχύτητα, ούτε απόσταση, αλλά θα εμφανίσει μόνο το γράμμα Ε (ακρωνύμιο της λέξης Error-λάθος) καθώς και ένα αριθμό ο οποίος αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη βλάβη. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. O κατηγορούμενος ανέφερε ότι εισήλθε στον αναφερόμενο αυτοκινητόδρομο από το Δάλι. Σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχαν 5 με 6 αυτοκίνητα στο δρόμο και ο ίδιος βγήκε δεξιά για να προσπεράσει. Στο κατήφορο της Κακορατζιάς πρόσεξε το αυτοκίνητο της αστυνομίας που του έκανε σήμα για να σταματήσει. Όταν σταμάτησε, ένας από τους αστυνομικούς του ανέφερε ότι υπερέβηκε το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας και ότι θα καταγγελθεί. Ο αστυνομικός του υπέδειξε το ταχύμετρο, αλλά δεν θυμάται την ταχύτητα που αναγραφόταν στην οθόνη του αλλά ούτε και κατά πόσο ο αστυνομικός τον πληροφόρησε για την εν λόγω ταχύτητα. Ανέφερε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο το αυτοκίνητο του μπορεί να τρέξει με ταχύτητα 168χαω. Τέλος ισχυρίσθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο του οχήματος του, κάτι που παρέλειψε να αναφέρει στον αστυνομικό, διότι η σκέψη του, όπως ανέφερε, ήταν στο πεθερό του που αντιμετώπιζε τότε πρόβλημα υγείας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε πρόθεση να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε παρά την έντονη αντεξέταση που έτυχε. Παρατηρώ όμως, ότι, η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά αναφορικά με ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Συγκεκριμένα ανέφερε πως για να ανακόψει το όχημα το οποίο διαπίστωσε ότι οδηγείτο με ταχύτητα 168χαω, χρειάστηκε να το ακολουθήσει με το περιπολικό και αφού το ανέκοψε τότε διαπίστωσε ότι οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Μέσα όμως από τη μαρτυρία του, παρέμεινε αδιευκρίνιστο, το κατά πόσο από τη στιγμή που διαπίστωσε τη ταχύτητα του εν λόγω οχήματος μέχρι τη στιγμή που το ανέκοψε είχε ή όχι συνεχή οπτική επαφή μαζί του. Επίσης παρέμεινε αδιευκρίνιστο σε ποιο στάδιο διαπίστωσε τον αριθμό εγγραφής του οχήματος αυτού ή οποιαδήποτε άλλα χαρακτηριστικά του όπως καθώς και το πότε ακριβώς και κάτω από ποιες συνθήκες το είχε ακολουθήσει. Με αυτά τα δεδομένα, το μόνο που μπορώ να αποδεχθώ και αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ΜΚ1, είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο με τη χρήση ταχυμέτρου τύπου Lazer που λειτουργούσε ορθά, κατέγραψε την ταχύτητα διερχόμενου οχήματος και διαπίστωσε ότι αυτό εκινείτο με ταχύτητα 168χαω ενώ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 100χαω. Ο ΜΚ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Η μαρτυρία του που αφορούσε την λειτουργία των ταχυμέτρων τύπου Lazer ήταν σαφής και αντικειμενική. Ο μάρτυρας έδειχνε να κατέχει πλήρως τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη λειτουργία των ταχυμέτρων τύπου Lazer και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε με κανένα τρόπο κατά την αντεξέταση. O κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Φαινόταν αβέβαιος γι' αυτά που κατέθετε στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του δεν παρουσίαζε καμία συνοχή. Δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι έλεγε την αλήθεια, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο αστυνομικός του υπέδειξε την ταχύτητα στην οθόνη του ταχυμέτρου αλλά ο ίδιος παρέλειψε να τη δει, όπως και ότι δεν θυμάται κατά πόσο τον πληροφόρησε για την εν λόγω ταχύτητα. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχθώ ως ειλικρινή την εκδοχή του, σύμφωνα με την οποία, ενώ είχε σε εφαρμογή τον αυτόματο πιλότο, δεν το ανέφερε στον αστυνομικό, επειδή «η σκέψη του ήταν στον άρρωστο πεθερό του». Από το σύνολο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου διαφάνηκε πως δεν ήταν βέβαιος με ποιά ταχύτητα εκινείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τούτο διότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε πως δεν οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα. Αντίθετα ανέφερε αόριστα και με ασάφεια πως δεν γνωρίζει κατά πόσο το αυτοκίνητο του, που έχει ιπποδύναμη 20 αλόγων, «μπορεί να πιάσει ταχύτητα 168χαω». Από τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος φαινόταν να μην απέκλειε και το ενδεχόμενο να κινήθηκε με την αναφερόμενη ταχύτητα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου την οποία και απορρίπτω. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορώ να καταλήξω είναι ότι στις 8/10/09 ο ΜΚ1 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού με τη χρήση ταχυμέτρου τύπου Lazer που λειτουργούσε ορθά κατέγραψε τη ταχύτητα διερχόμενου οχήματος το οποίο εκινείτο με ταχύτητα 168χαω αντί 100χαω που ήταν το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο δρόμο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν∙ το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί∙ η αρμοδία αρχή δύναται, ωσταύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητας: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώρα.» Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι : «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, είς φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι βέβαιο ότι το όχημα, του οποίου ο ΜΚ1 κατέγραψε τη ταχύτητα, ήταν το όχημα του κατηγορούμενου. Συνεπώς ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Όπως επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, σε μια ποινική υπόθεση, όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατό να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σαλός
(2001)2ΑΑΔ18). Υπό το φώς όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.