Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Νεόφυτος Μόρτης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1783/10, 23 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1783/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Νεόφυτος Μόρτης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μιλτιάδους Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του άρθρου 6
(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87 των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 των Κ.Δ.Π.277/85 και Κ.Δ.Π. 17/86 τον Νόμο 47
(1)/97 και το Νόμο 80
(1)/2000. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ο αστ.3176 Ε. Καραολής (ΜΚ1). Στη συνέχεια δηλώθηκαν από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα α) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το ταχύμετρο που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1 λειτουργούσε ορθά και β) ότι στο δρόμο πριν το σημείο που ο ΜΚ1 ανέκοψε τον κατηγορούμενο, υπήρχε πινακίδα, που υποδείκνυε το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας στα 100χαω. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και γι' αυτό δεν θα τα επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 10/7/09 η ώρα 01:30 το πρωί ενώ βρισκόταν για έλεγχο στον αυτοκινήτοδρομο Λευκωσίας -Λεμεσού, με τη χρήση ταχυμέτρου τύπου λέιζερ, διαπίστωσε ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KUH090 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο εκινείτο με ταχύτητα 158χαω. Πριν τη χρήση του ταχύμετρου προέβη στους τρείς ενδεδειγμένους ελέγχους και διαπίστωσε ότι αυτό λειτουργούσε ορθά. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον αναφερόμενο δρόμο ήταν 100χαω. Ο ΜΚ1, αντεξετάσθηκε σε σωρεία θεμάτων. Συνοπτικά αναφέρω ότι, σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε πως από το σημείο που βρισκόταν είχε ορατότητα 1200μ. Δεν έβλεπε τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου που στόχευσε με το ταχύμετρο ούτε και σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου αυτό εκινείτο. To μόνο που έβλεπε ήταν τα φώτα πορείας του εν λόγω αυτοκινήτου. Ανέφερε πως ταυτόχρονα εκινούνταν στο δρόμο και άλλα οχήματα και δεν θυμόταν το τύπο του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ισχυρίσθηκε πως παρά την απόσταση και το σκότος αλλά και το γεγονός ότι έβλεπε μόνο τα φώτα του οχήματος, εν τούτοις, ήταν σίγουρος, ότι, το όχημα που στόχευσε με το ταχύμετρο ήταν αυτό του κατηγορούμενου. Επίσης ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι μετά τη διαπίστωση της ταχύτητας του αναφερόμενου οχήματος πλησίασε το περιπολικό, άναψε τους φάρους και στη συνέχεια εισήλθε στο δρόμο για να ανακόψει τον κατηγορούμενο. Δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος σταμάτησε αμέσως ή σε απόσταση ενός χιλιομέτρου μετά το σημείο που βρισκόταν ο ίδιος, αναφέροντας όμως, ότι, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το κατέγραφε στο φάκελλο της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση του φιλαληθούς μάρτυρα. Φαινόταν αβέβαιος γι' αυτά που κατέθετε και η ένορκη μαρτυρία του ήταν διάχυτη από ασάφειες και αντιφάσεις. Ενώ ανέφερε ότι όταν στόχευε το όχημα με το ταχύμετρο έβλεπε μόνο τα φώτα του στη συνέχεια επέμενε πως ήταν σίγουρος ότι το όχημα που στόχευσε με το ταχύμετρο ήταν αυτό του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός του ότι πριν ανακόψει το εν λόγω όχημα προέβηκε σε διάφορες ενέργειες, όπως να ανάψει τους φάρους του περιπολικού και να εισέλθει στο δρόμο δεν συνάδει με τον μετέπειτα ισχυρισμό του ότι δεν έχασε καθόλου οπτική επαφή με το αναφερόμενο όχημα. Από τα λεγόμενα του μάρτυρα, ότι δηλαδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είδε και δεν μπορούσε να αναφέρει οποιαδήποτε χαρακτηριστικά του οχήματος του οποίου κατέγραψε τη ταχύτητα αλλά ούτε και σε ποια λωρίδα αυτό εκινείτο, προκύπτει ότι, ουδέποτε είχε οπτική επαφή με το αναφερόμενο όχημα. Αντίθετα, και σύμφωνα πάντα με τους δικούς του ισχυρισμούς, έβλεπε μόνο τα φώτα πορείας κάποιου οχήματος, που μαζί με άλλα οχήματα, εκινείτο στο δρόμο. Επιπρόσθετα δεν ήταν σε θέση να πει στο Δικαστήριο σε ποια λωρίδα εκινείτο το όχημα του οποίου εγκλώβισε την ταχύτητα ακόμα και όταν αυτό πλησίασε στο σημείο που βρισκόταν ο ίδιος. Σε κανένα δε στάδιο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε πότε διαπίστωσε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος αυτού. Αρχικά δεν ήταν βέβαιος και δεν θυμόταν σε ποιο σημείο ανέκοψε το όχημα του κατηγορούμενου. Ο μετέπειτα ισχυρισμός του, ότι δηλαδή το ανέκοψε στο σημείο από όπου βρισκόταν ο ίδιος και διενεργούσε έλεγχο, διαφάνηκε πως δεν εβασίζετο σε δική του γνώση, αλλά σε υποθέσεις και αόριστα συμπεράσματα, αφού, όπως ισχυρίστηκε, αν εχρειάζετο να ακολουθήσει το όχημα για να το ανακόψει θα κατέγραφε το γεγονός αυτό στο φάκελλο της υπόθεσης. Όλα τα πιο πάνω, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία και απορρίπτω, πλην του ότι, κατά τον επίδικο χρόνο στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο με τη χρήση ταχυμέτρου που λειτουργούσε ορθά κατέγραψε την ταχύτητα διερχόμενου οχήματος που εκινείτο με ταχύτητα 158χαω. Ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του, ανέφερε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με ταχύτητα 108χαω. ΄Ηταν σίγουρος γι' αυτό διότι καθώς οδηγούσε έλεγχε συχνά την ταχύτητα του. Ενώ εκινείτο στον αυτοκινητόδρομο από απόσταση ενός χιλιομέτρου αντιλήφθηκε ένα όχημα να είναι σταθμευμένο αριστερά εντός της λωρίδας ασφαλείας. Υπέθεσε πως επρόκειτο για περιπολικό της αστυνομίας ή κάποιο όχημα που είχε υποστεί βλάβη. Τη στιγμή που αντιλήφθηκε τη παρουσία του εν λόγω οχήματος έλεγξε για ακόμα μια φορά τη ταχύτητα του από το μιλίμετρο. Ο ίδιος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ενώ ταυτόχρονα εκινούντο και άλλα οχήματα στο δρόμο. Συγκεκριμένα ένα όχημα προπορεύετο του δικού του, δεύτερο τον ακολουθούσε και τρίτο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν πλησίασε το περιπολικό δεν είδε οποιονδήποτε αστυνομικό μέσα στο δρόμο παρά μόνο δύο αστυνομικούς να κάθονται μέσα στο περιπολικό. Στη συνέχεια και αφού διένυσε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου αντιλήφθηκε από το καθρεφτάκι του οχήματος του ένα περιπολικό να τον ακολουθεί και να του κάνει σήμα για να σταματήσει. Όταν σταμάτησε ο αστυνομικός τον πληροφόρησε ότι έτρεχε με ταχύτητα 169χαω και στη συνέχεια του υπέδειξε το ταχύμετρο το οποίο ανέγραφε 158χαω. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος επέμενε στις πιο πάνω θέσεις του και αρνήθηκε ότι οδήγησε το όχημα του με την ταχύτητα για την οποία κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός και η μαρτυρία του υπήρξε σαφής και ξεκάθαρη. Μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς ατόμου που ήταν σίγουρος γι' αυτά που κατέθετε και κανένα κλονιστικό στοιχείο έχει προκύψει από την αντεξέταση του. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν και άλλα οχήματα στο δρόμο, επιβεβαιώνεται και από τα λεγόμενα του ΜΚ1. Δεν υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο ότι η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη από τα 108χαω όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε και περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι ανεκόπηκε από τους αστυνομικούς σε απόσταση ενός χιλιομέτρου μετά το σημείο που ήταν σταθμευμένο το περιπολικό της αστυνομίας παρέμεινε αναντίλεκτος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει, είναι ότι, ο ΜΚ1 κατά τον επίδικο χρόνο στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο όπου το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 100χαω, με τη χρήση ταχυμέτρου που λειτουργούσε ορθά κατέγραψε την ταχύτητα διερχόμενου οχήματος στα 158χαω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν∙ το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί∙ η αρμοδία αρχή δύναται, ωσταύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητας: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώρα.» Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι : «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, είς φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΚ1, ως προς τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, η οποία ήταν και η μόνη που στόχευε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η κατηγορία παραμένει ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Είναι επαρκώς νομολογημένο ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι αυτές (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος απαλλάσεται και αθωώνεται. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο