← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 12593/07, 7/1/2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 12593/07, 7/1/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 12593/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Χρίστος Χαραλάμπους Ανδρούλα Χαραλάμπους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 7/1/2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Β. Ομήρου με κα. Προκοπίου Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες Ε Ν ΔΙ Α M Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ξεχωριστά από μία κατηγορία που αφορά ψευδείς πληροφορίες σε αστυνομικό κατά παράβαση των άρθρων 114 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα ο 1ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 27/2/2007 στην Πόλη Χρυσοχούς της Επαρχίας Πάφου ενώ γνώριζε ότι διαπράχθηκαν ποινικά τροχαία αδικήματα από την 2η κατηγορούμενη στις 23/2/2007 παρείχε πληροφορίες στον αστυνομικό που διενεργούσε ανακρίσεις για τα πιο πάνω αδικήματα τις οποίες γνώριζε ότι ήταν ψευδείς πληροφορώντας την αστυνομία ότι οδηγός του πιο πάνω οχήματος κατά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν ο ίδιος ενώ στην πραγματικότητα ήταν η 2η κατηγορούμενη. Οι λεπτομέρειες της κατηγορία που αφορά την 2η κατηγορούμενη είναι ότι αυτή στις 3/3/2007 στην Πόλη Χρυσοχούς της Επαρχίας Πάφου ενώ γνώριζε ότι διαπράχθηκαν ποινικά τροχαία αδικήματα από μέρους της στις 23/2/2007 παρείχε πληροφορίες στον αστυνομικό που διενεργούσε ανακρίσεις για τα πιο πάνω αδικήματα τις οποίες γνώριζε ότι ήταν ψευδείς πληροφορώντας την αστυνομία ότι οδηγός του πιο πάνω οχήματος κατά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν ο 1ος κατηγορούμενος ενώ στην πραγματικότητα ήταν η ίδια. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι η κατηγορούμενη 2 γεννήθηκε στις 10/2/1990 και αυτή κατά την 23/2/2007 δεν κατείχε άδεια οδηγού και ασφάλεια σύμφωνα με το νόμο για οδήγηση του αυτοκινήτου ΕΥΥ157 και εναντίον της εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ακρόαση της ποινικής υπόθεσης 1417/08 φωτοαντίγραφο του κατηγορητηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Παρασκευάς Παρασκευά ο οποίος όπως ανέφερε γνωρίζει τους κατηγορούμενους επειδή είναι από το διπλανό χωριό. Ο μάρτυρας αφού υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 3/3/07 την κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 1). Όπως αναφέρει στην πιο πάνω κατάθεση του στις 23/2/2007 και ώρα 22:15 περνούσε με το αυτοκίνητο του από την σκηνή δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκησαν τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΒ852 και το ΕΥΥ
  3. Είδε τα δύο οχήματα που ήταν κτυπημένα και σταμάτησε. Στη σκηνή υπήρχε πολύς κόσμος μεταξύ των οποίων ήταν και ο Θεόδωρος οδηγός του ενός εκ των δύο αυτοκινήτων ενώ του άλλου ήταν δύο κοπέλες. Μετά την πάροδο 10 περίπου λεπτών είδε τον Χρίστο ο οποίος δεν ήταν στη σκηνή να έρχεται αφού έφθασε άρχισε να φωνάζει στην μια από τις δύο κοπέλες που απ΄ ότι ξέρει είναι κόρες του και στη συνέχεια πλησίασε το Θεόδωρο και τον άκουσε να λέει στο Θεόδωρο «να πει ότι εγώ οδήγουν το αυτοκίνητο». Κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθη ότι ο Χρίστος δεν ήταν στη σκηνή του δυστυχήματος από προηγουμένως διευκρίνισε δε ότι ήταν κοντά και άκουσε τον κατηγορούμενο 1 να λέει στο Θεόδωρο ότι ο ίδιος οδηγούσε το αυτοκίνητο και όχι η μικρή. Στη σκηνή κατά τον ίδιο χρόνο βρισκόταν και ο αστυνομικός και έπιανε μέτρα. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι οι ισχυρισμοί του δεν είναι αληθείς και ότι ο οδηγός του ΕΥΥ157 ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, αυτός δεν συμφώνησε. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Θεόδωρος Χρυσάνθου ο οποίος αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες το όχημα που οδηγούσε συγκρούστηκε με άλλο όχημα που οδηγούσε η 2η κατηγορούμενη με συνοδηγό την αδελφή της και στο πίσω μέρος του καθόταν κάποιος Στέλιος Χειμωνής. Ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και πήγε προς το άλλο όχημα να ρωτήσει την οδηγό του αν είναι εντάξει. Προς τούτο άνοιξε την πόρτα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου και διαπίστωσε ότι ήταν καλά. Γνωρίζει την κατηγορούμενη 2 γιατί πήγαιναν στο ίδιο σχολείο στην Πόλη Χρυσοχούς. Γνωρίζει επίσης και τα δύο άλλα άτομα που επέβαιναν στο αυτοκίνητο. Στη συνέχεια κάποια Μαρία Αυγουστή, νοσοκόμα, ήρθε στη σκηνή και τους ρώτησε κατά πόσο ήταν καλά ή χρειάζονταν πρώτες βοήθειες. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον 1ον κατηγορούμενο ο οποίος είναι συγχωριανός του ο οποίος έφτασε στη σκηνή μετά από λίγη ώρα και φώναζε στις κόρες του. Επίσης είδε τον 1ον κατηγορούμενο να μιλά στους αστυνομικούς που έφτασαν στη σκηνή και ετοίμασαν σχεδιάγραμμα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι υπέγραψε οποιοδήποτε σχέδιο. Επίσης αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση οι συνθήκες του δυστυχήματος, ως επίσης κατά πόσο ο οδηγός του άλλου αυτοκίνητου ήταν η 2η κατηγορούμενη αντί ο 1ος κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση του. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι ο 1ος κατηγορούμενος του είπε να πει ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο πράγμα το οποίο δεν μετέφερε στον αστυνομικό εκείνη την ώρα. Ο μάρτυρας δεν συμφώνησε σε υποβολή ότι οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ήταν ο 1ος κατηγορούμενο με συνοδηγό την κόρη του Μαρίνα και στο πίσω κάθισμα ότι καθόταν η 2η κατηγορούμενη. Στο τέλος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής υπεβλήθη από την δικηγόρο των κατηγορουμένων ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση με βάση το Άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Η δικηγόρος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε όπως οι κατηγορούμενοι να μην κληθούν σε απολογία και αθωωθούν καθότι δεν απεδείχθησαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν. Αντίθετα ο κ. Νεοκλέους κάλεσε το Δικαστήριο να δεχτεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 74
(1)(β) έχει ερμηνευθεί κατά κόρον από τη νομολογία και οι αρχές που καθορίζουν την κλήση κατηγορούμενου σε απολογία έχουν αποσαφηνιστεί, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Αζίνας v. Αστυνομία
(1981)2 CLR 9, που έχει υιοθετήσει την Αγγλική απόφαση R v. Galbraith
(1981)1 Αll ER 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ
  1. Σύμφωνα με την Πρακτική του 1962 η υποβολή επιτυγχάνει (α) αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι τόσο αντινομική και ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδίκαζε με βάση τη μαρτυρία αυτή. Το Δικαστήριο προβαίνει στο στάδιο αυτό σε μια εκ πρώτης όψεως ή προκαταρκτική εξέταση της υπόθεση, σ' αντιδιαστολή με την «εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεση, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας», όπως αναφέρεται στην Χριστοδούλου σελ. 144-
  2. Και όπως πιο πρόσφατα επεξηγήθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 «... το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Απλή υποψία ή και εύλογη υποψία βέβαια δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεδομένου ότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία. (Saaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam [1969] 2 All ER 1626). Συμπληρώνεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν αδυναμίες ή παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής (Αζίνας - πιο πάνω - σελ. 53-55). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις της εν λόγω πρακτικής αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. (Βλέπε Χριστοδούλου ανωτέρω) Το άρθρο 114 του Κεφ. 154 στο οποίο η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει τις κατηγορίες έχει ως εξής: «
  1. Όποιος, γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, παρέχει πληροφορίες για αυτό σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκημα, τις οποίες αυτός γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι ψευδείς, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου.» Απαραίτητα συστατικά στοιχείο της διάπραξης του αδικήματος είναι (α) η παροχή πληροφοριών για ποινικό αδίκημα, από κάποιο ο οποίος γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα, σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκημα, (β) τις οποίες αυτός γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι ψευδείς. Από την δοθείσα μαρτυρία την οποία έχω παραθέσει σε έκταση πιο πάνω προκύπτει ότι καμία μαρτυρία δεν δόθηκε σχετικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο των υπό εξέταση αδικημάτων. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πουθενά στην δοθείσα μαρτυρία δεν αναφέρθηκε ότι παρείχαν πληροφορίες στις 27/2/07 και 3/3/07 αντίστοιχα σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την διενέργεια ανάκρισης σχετικά με τα αδικήματα που εκ πρώτης όψεως διέπραξε η κατηγορούμενη 2 και για τα οποία κατηγορείται στην ποινική υπόθεση 1417/
  2. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων σαν αποτέλεσμα αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται των κατηγοριών. (Υπ.) ............... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.