← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστας Γεωργίου Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 6151/07, 11.1.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστας Γεωργίου Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 6151/07, 11.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6151/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Κώστας Γεωργίου Φωτίου Ημερομηνία: 11.1.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο: κ. Φωτίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και των Κ.Δ.Π. 81/95 και 4/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 10.4.04 στην Πάφο είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 2,5661 γρ. ξηρής φυτικής ύλης από φυτό κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας. Στα πλαίσια ακρόασης της υπόθεσης δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας από την κατηγορούσα αρχή αλλά δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των καταθέσεων τεκμηρίων 1 και 2 καθώς και κάποια άλλα γεγονότα. Συγκεκριμένα τα παραδεκτά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο Αστ. 4026 Μ. Στυλιανού υπηρετεί στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Πάφου. Στις 10.4.04 και ώρα 18:45 ο Αστ. 4026 με τους Αναπληρωτή Λοχία 1653 και Αστ. 2655 κατόπιν πληροφορίας, σχετικής παρακολούθησης και δυνάμει δικαστικού εντάλματος άρχισαν έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στα Κελοκέδαρα στην παρουσία του τελευταίου. Η έρευνα στην οικία ολοκληρώθηκε η ώρα 19:05 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο και συνέχισαν στο όχημα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής ΕΤΗ
  2. Πριν διεξαχθεί η έρευνα στο αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι αυτό δεν ήταν κλειδωμένο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας στο πιο πάνω όχημα περί ώρα 19:10 ο Αστ. 4026 βρήκε στη θέση του συνοδηγού κάτω από το κάθισμα, ένα τεμάχιο άσπρου ρούχου (τεκμήριο 4) εντός του οποίου υπήρχε ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 5). Αμέσως το παρέλαβε, το υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι αυτό είναι κάνναβη, ότι η κατοχή και χρήση της απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Ρε παιθκιά δεν εδικό μου». Στη συνέχεια ο Αστ. 4026 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Δεν είναι δικό μου». Η έρευνα ολοκληρώθηκε η ώρα 19:20 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο παράνομο. Την ίδια μέρα μετέφεραν τον κατηγορούμενο στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου και μεταξύ των ωρών 20:00 - 20:35 ο Αστ. 4026 του πήρε ανακριτική κατάθεση όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι δεν είναι χρήστης ναρκωτικών και ότι δεν έχει καμιά σχέση με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 20:40 - 20:50 ο Αστ. 4026 συσκεύασε και σφράγισε τα ανευρεθέντα τεκμήρια της υπόθεσης στην παρουσία του κατηγορούμενου. Στις 30.4.04 ο Αστ. 4026 μετέβηκε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στην Λευκωσία όπου η ώρα 11:50 παρέδωσε στη Μ. Χατζηβασιλείου ένα φάκελο που περιείχε άσπρο ρούχο, ένα φάκελο που περιείχε νάιλον σακούλι με αυτοκόλλητη ταινία και ένα φάκελο με αποτσίγαρο μάρκας «Marlboro». Η ώρα 12:35 ο Αστ. 4026 μετέβηκε στο Γενικό Κρατικό Χημείο στη Λευκωσία όπου παρέδωσε στη Μ. Αυξεντίου, Χημικό Β τάξης, ένα φάκελο που περιείχε τη ξηρή φυτική ύλη, η οποία βρέθηκε στο όχημα του κατηγορούμενου στις 10.4.
  3. Η ξηρή αυτή φυτική ύλη εξετάστηκε από τη Μ. Αυξεντίου, η οποία αποφάνθηκε ότι είναι 2,5661 γρ. ξηρής φυτικής ύλης από φυτό κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Στις 18.8.04 ο Αστ. 4026 μετέβηκε στη Λευκωσία στο Γενικό Κρατικό Χημείο όπου η ώρα 12:00 παρέλαβε από τη Μ. Αυξεντίου ένα φάκελο που περιείχε νάιλον σακούλι που περιείχε ξηρή φυτική ύλη μετά την επιστημονική εξέταση και το έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Στις 23.2.05 και ώρα 17:30 ο Αστ. 4026 παρέλαβε από τον Αστ. 3437 Α. Αριστοκλέους μετά την επιστημονική εξέταση, ένα φάκελο που περιείχε άσπρο ρούχο, ένα φάκελο που περιείχε νάιλον σακούλι, ένα φάκελο που περιείχε νάιλον σακούλι που περιείχε νάιλον σακούλι με αυτοκόλλητη ταινία και ένα φάκελο που περιείχε ένα αποτσίγαρο μάρκας «Marlboro», τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Στις 28.9.05 και μεταξύ των ωρών 15:10 - 15:20 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο Αστ. 4026 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εγώ δεν έχω καμία σχέση με έτσι πράγματα». Στις 8.5.06 και ώρα 13:20 ο Αστ. 4026 παρέδωσε στη Μ. Χατζηβασιλείου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής ένα καφέ φάκελο που περιείχε ένα βιομηχανοποιημένο αποτσίγαρο μάρκας «Rothmans» και ένα καφέ φάκελο που περιείχε ένα βιομηχανοποιημένο αποτσίγαρο μάρκας «Marlboro Light». Στις 10.11.06 ο Αστ. 4026 μετέβηκε στην Λευκωσία στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής όπου η ώρα 10:50 παρέλαβε τα δύο πιο πάνω τεκμήρια από τη Μ. Χατζηβασιλείου και τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Ο Μιχάλης Αθηνοδώρου είδε τον κατηγορούμενο μόνο μία φορά στη ζωή του, δεν ξέρει πως είναι τα ναρκωτικά και ποτέ στη ζωή του δεν είδε τέτοια. Επίσης δεν έβαλε ναρκωτικά στον κατηγορούμενο για να τον μπλέξει. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι υιοθετεί την κατάθεση του (τεκμήριο 3), ότι αυτή είναι σωστή και ότι είναι αθώος. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορούμενου για τους ακόλουθους λόγους: Όπως φαίνεται από τα παραδεκτά γεγονότα τα ναρκωτικά βρέθηκαν σε έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του προβάλει άγνοια για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του και αναφέρει ότι αυτά δεν ήταν δικά του ούτε κανενός μέσα στο σπίτι του δηλ. ούτε του πατέρα του και του αδελφού του που ήταν τα άλλα πρόσωπα που οδηγούσαν το αυτοκίνητο του. Περαιτέρω αν και εκφράζει υποψία ότι αυτά τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο του από κάποιο Αθηνοδώρου για να τον μπλέξει εντούτοις αυτό έχει αποκλειστεί εφόσον έγινε παραδεκτό γεγονός ότι δεν τα τοποθέτησε ο Αθηνοδώρου. Ως εκ των άνω η εκδοχή του κατηγορούμενου έχει αποκλειστεί. Ήταν επίσης η θέση της κας Ξενοφώντος ότι δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 29/77 ο κατηγορούμενος όφειλε να αποδείξει με σχετική μαρτυρία την εκδοχή του. Όμως δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία ούτως ώστε αυτή να αξιολογηθεί και συνεπώς δεν την απέδειξε. Αντίθετα ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι το βάρος απόδειξης δεν το είχε ο κατηγορούμενος αλλά η κατηγορούσα αρχή, η οποία με τη μαρτυρία που προσκόμισε δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα ο κ. Φωτίου ανέφερε ότι με δεδομένο ότι το αυτοκίνητο ήταν πάντα ξεκλείδωτο και το χρησιμοποιούσαν επίσης ο πατέρας και ο αδελφός του κατηγορούμενου, όπως έγινε τόσο την προηγούμενη μέρα όσο και την ημέρα που έγινε η έρευνα, η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να καλέσει τα πρόσωπα αυτά ούτως ώστε να αποκλείσει το ενδεχόμενο τα ναρκωτικά να τοποθετήθηκαν κατά το χρόνο που το αυτοκίνητο ήταν στο έλεγχο τους, κάτι που δεν έπραξε. Συνεπώς δεν απέκλεισε το πιο πάνω ενδεχόμενο το οποίο δημιουργεί εύλογη αμφιβολία. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει στηρίζεται στο άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου 29/77 το οποίο έχει ως ακολούθως: «6.
(1)Τηρουμένων οιονδήποτε δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εκάστοτε εν ισχύει κανονισμού, δεν είναι νόμιμο δι΄ οιονδήποτε πρόσωπο να προμηθεύεται ή να έχει ελεγχόμενο φάρμακο εν τη κατοχή αυτού»
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου και του εδαφίου 4 κατωτέρω, αποτελεί αδίκημα δι΄ οιονδήποτε πρόσωπο να αγοράζει ή να προμηθεύεται ή να έχει εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενο φάρμακο κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ανωτέρω». Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του επίδικου αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενου ελεγχόμενου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.29/77, φαρμάκου. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν και τα δύο πιο πάνω στοιχεία. Όσον δε αφορά το θέμα του φυσικού ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Ν. 29/77 πρόσωπο θεωρείται ότι έχει κατοχή όταν τα αντικείμενα τελούν υπό τον έλεγχο αυτού αν και βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται στη σχετική νομολογία με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Αναφορικά με τη θέση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με το αρ. 32 του Ν.29/77 στην Ιακώβου ανωτέρω λέχθηκε ότι το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 12.4 του Συντάγματος δεν επιτρέπει οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 32, η οποία θα αφαιρούσε την υποχρέωση από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κατά τρόπο θετικό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τη φύση του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής και θα επέβαλλε σ' αυτόν την υποχρέωση να αποδείξει την έλλειψη της απαραίτητης αυτής γνώσης. Λέχθηκε περαιτέρω ότι είναι αρκετή η εκ μέρους του κατηγορούμενου δημιουργία πραγματικής αμφιβολίας κατά πόσο γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο τη φύση του αντικειμένου και κάτι τέτοιο σημαίνει αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει ότι ο φυσικός έλεγχος του αντικειμένου συνιστά "κατοχή". Ο κατηγορούμενος στην παρούσα, ως έχει αναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγούν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Από τα παραδεκτά γεγονότα στην παρούσα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε ότι η ξηρή φυτική ύλη, η οποία βρέθηκε στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΗ209 στις 10.4.04, είναι από φυτό κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη κάνναβη, βάρους 2,5661 γρ. Αποδείχθηκε λοιπόν πέραν λογικής αμφιβολίας ότι επρόκειτο για ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 29/
  1. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί και η «κατοχή» του υπό αναφορά ελεγχόμενου φαρμάκου από τον κατηγορούμενο με την έννοια τόσο του φυσικού ελέγχου όσο και της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Για το θέμα αυτό η μαρτυρία που υπάρχει είναι περιστατική και συνίσταται στα ακόλουθα:
  2. Η ξηρή φυτική ύλη - κάνναβη βρέθηκε μέσα σε τεμάχιο άσπρου ρούχου κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΤΗ209, κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξήγε σε αυτό ο Αστ.
  3. Το υπό αναφορά όχημα ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου.
  4. Πριν διεξαχθεί η έρευνα στο αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι αυτό δεν ήταν κλειδωμένο.
  5. Όταν η ξηρή φυτική ύλη υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο και πληροφορήθηκε ότι είναι κάνναβη και του επεστήθη η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε «Ρε παιθκιά δεν εδικό μου».
  6. Όταν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα και του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε και πάλι «Δεν είναι δικό μου».
  7. Στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα αυτός είπε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (α) Είδε για πρώτη φορά το αντικείμενο που ανεβρέθηκε την ώρα της ανεύρεσης του κατά την έρευνα και όπως του είπαν τότε είχε ναρκωτικά και συγκεκριμένα κανναούρη. Περαιτέρω είπε ότι δεν έχει καμία σχέση με ναρκωτικά, ουδέποτε έκανε χρήση τέτοιων και ούτε καν ήξερε πως είναι τούτα γιατί δεν είδε ποτέ του. (β) Εξέφρασε υποψίες ότι τα ναρκωτικά μπορεί να του τα έβαλε ο Μιχάλης Αθηνοδώρου. (γ) Το αυτοκίνητο ο ίδιος το οδήγησε τελευταία φορά την προηγούμενη της έρευνας και μετά το πήρε ο αδελφός του και έφυγε χωρίς να ξέρει που πήγε. Το πρωί της ημέρας που έγινε η έρευνα κατά τις 11:30 ήρθε ο πατέρας του και πάρκαρε το αυτοκίνητο κάτω στο πάρκινγκ εκεί που το βρήκε η Αστυνομία. (δ) Το αυτοκίνητο όταν ήταν παρκαρισμένο εκεί στο σπίτι ήταν πάντα ξεκλείδωτο. (ε) Τέλος επανέλαβε ότι δεν έχει καμία σχέση με τα ναρκωτικά και αυτά που βρήκαν δεν είναι δικά του ούτε κανενός μέσα στο σπίτι του.
  8. Στις 28.9.05 όταν ο Αστ. 4026 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αυτός απάντησε «Εγώ δεν έχω καμία σχέση με έτσι πράγματα».
  9. Τα ναρκωτικά δεν τα τοποθέτησε στο υπό αναφορά όχημα ο Μιχάλης Αθηνοδώρου Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο τα πιο πάνω στοιχεία είναι τέτοια ώστε συμβιβάζονται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος είχε το φυσικό έλεγχο και τη γνώση της φύσης των ναρκωτικών και όχι με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα. Το ότι λοιπόν τα ναρκωτικά βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου και αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να του τα έβαλε εκεί ο Αθηνοδώρου και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είπε στην κατάθεση του ότι δεν ήταν κανενός μέσα στο σπίτι του είναι στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τα «κατείχε»; Η απάντηση είναι αρνητική. Αυτό γιατί πέραν από τα πιο πάνω δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία που να οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε υπό τον έλεγχο του τα ναρκωτικά ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τυχόν πράξεις ή ενέργειές του από τις οποίες να μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι γνώριζε την ύπαρξη αυτών μέσα στο αυτοκίνητο και από τις οποίες θα μπορούσε να του αποδοθεί μια τέτοια γνώση. Η θέση δε του ιδίου ήταν εξ αρχής στην ουσία ότι δεν είχε «κατοχή» με την έννοια τόσο του φυσικού ελέγχου όσο και της γνώσης της φύσης των ναρκωτικών αυτών. Πέραν των πιο πάνω το αυτοκίνητο πριν την έρευνα διαπιστώθηκε ότι ήταν ξεκλείδωτο ενώ δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει θετικά ότι αυτό βρισκόταν πριν την έρευνα συνέχεια στην αποκλειστική κατοχή του κατηγορούμενου κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν μπορούσε παρά να γνώριζε το περιεχόμενο του. Το πιο πάνω κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής επιτείνεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψην ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε την ίδια μέρα στην κατάθεση του ότι μετά που το οδήγησε ο ίδιος για τελευταία φορά πριν την έρευνα, το οδήγησε ο αδελφός του και έφυγε χωρίς να ξέρει που πήγε και μετά ο πατέρας του. Η εκδοχή αυτή ότι δηλ. το αυτοκίνητο βρέθηκε για κάποιο χρόνο στην κατοχή άλλων και κινήθηκε σε άγνωστους στον κατηγορούμενο χώρους δεν διαψεύστηκε από τη μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή. Για το θέμα αυτό η Αστυνομία δεν φρόντισε να λάβει οποιαδήποτε στοιχεία ή καταθέσεις ώστε να διαφανεί κατά πόσο αυτό ευσταθούσε σε αντίθεση με την υποψία, γιατί περί τέτοιας και μόνο επρόκειτο, που εξέφρασε ο κατηγορούμενος ότι τα ναρκωτικά πιθανόν να του τα έβαλε ο Αθηνοδώρου, για τη διάψευση της οποίας η Αστυνομία φρόντισε να λάβει κατάθεση από τον Αθηνοδώρου. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας που τέθηκε στην παρούσα δεν έχουν τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτική δύναμη ούτως ώστε να οδηγήσουν χωρίς αμφιβολία στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος «κατείχε» τα ναρκωτικά. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κατοχή ναρκωτικών) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.