← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Χ'Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9692/06, 20.1.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Χ'Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9692/06, 20.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9692/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. Νεόφυτος Χ'Χριστοδούλου
  2. Βαλεντίνος Δημητρίου Ημερομηνία: 20.1.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο 1: κ. Αλεξάνδρου. Για Κατηγορούμενο 2: κα Α. Σαββίδου. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Περαιτέρω όσον αφορά την τρίτη κατηγορία ήταν η εισήγηση τους ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη, από το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα, έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα για άσκηση της ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων. Ως εκ των άνω κάλεσαν το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τους κατηγορούμενους σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες και ως εκ τούτου αυτοί πρέπει να κληθούν σε απολογία. Περαιτέρω ήταν η θέση της κας Ξενοφώντος ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα για την άσκηση της ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων στην τρίτη κατηγορία. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλ. να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενoι αντιμετωπίζουν κατηγορίες συμβιβασμού κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 123 και 20 του Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία), συνέργιας μετά τη διάπραξη αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 23 και 24 του Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία) και κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 105 και 20 του Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω κρίνω ότι από το σύνολο της μέχρι τώρα τεθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά εξεταζόμενης, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και στις τρεις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Όσον όμως αφορά την τρίτη κατηγορία το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Απομένει η εξέταση της εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να απαλλαγούν σε αυτήν γιατί δεν υπάρχει η απαιτούμενη, από το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα, έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα για άσκηση της ποινικής δίωξης. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προς το θέμα αυτό ήταν ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε στην παρούσα από το Γενικό Εισαγγελέα και για αυτό το λόγο δεν χρειαζόταν η έγκριση αυτού. Σύμφωνα με την εισήγηση αυτή όταν το άρθρο 106 αναφέρεται σε άσκηση της ποινικής δίωξης δεν αναφέρεται στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Συνεπώς αν και το κατηγορητήριο στην παρούσα καταχωρήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου με δεδομένο ότι από την αρχή εμφανίστηκαν και χειρίστηκαν την υπόθεση από πλευράς κατηγορούσας αρχής δημόσιοι κατήγοροι, οι οποίοι σύμφωνα με το νόμο υπάγονται στο Γενικό Εισαγγελέα, η ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον τελευταίο. Ήταν διαζευκτικά η θέση της κας Ξενοφώντος ότι ακόμη και αν κριθεί ότι η ποινική δίωξη δεν ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, εντούτοις έγινε με την έγκριση αυτού εφόσον τέτοια δεν απαιτείται να είναι γραπτή αλλά συνάγεται στην παρούσα από το γεγονός ότι το κατηγορητήριο απαγγέλθηκε από δημόσιο κατήγορο, ο οποίος ως τέτοιος είναι λειτουργός του Γενικού Εισαγγελέα εφόσον υπάγεται σύμφωνα με το Νόμο σε αυτόν και δρα υπό τις οδηγίες του. Η πιο πάνω θέση της κατηγορούσας αρχής πρέπει να λεχθεί ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Από τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 63-64 στο σύγγραμμα Loizou and Pikis,Criminal Procedure in Cyprus φαίνονται τα ακόλουθα: Αποτελεί δικαίωμα αλλά και καθήκον της Πολιτείας έναντι των πολιτών της να ασκεί δημόσιες διώξεις. Το δικαίωμα δε αυτό δίδεται στο Γενικό Εισαγγελέα ως ανεξάρτητο αξιωματούχο. Προς άσκηση του καθήκοντος αυτού πρέπει η Πολιτεία να έχει κατ' αρχήν ευρείες εξουσίες να διώκει αλλά και τη γενική ευθύνη για την έγερση, διεξαγωγή και επιτήρηση της διαδικασίας της ποινικής δίωξης. Αυτός είναι ο λόγος που οδήγησε στη θέσπιση του άρθρου 113
(2)του Συντάγματος, το οποίο παρέχει εξουσία στο Γενικό Εισαγγελέα όχι μόνο να κινεί ποινικές διαδικασίες όταν το απαιτεί το δημόσιο συμφέρον αλλά επίσης το δικαίωμα να διεξάγει, επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, η οποία κινείται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Το δικαίωμα όμως για έγερση ποινικών διώξεων δεν ανήκει αποκλειστικά στην Πολιτεία. Παράλληλο δικαίωμα έχουν:
  1. Οι ιδιώτες υπό προϋποθέσεις,
  2. Τα ενεπιστευμένα με την τήρηση και εφαρμογή ορισμένων νόμων που τα αφορούν, Κυβερνητικά Τμήματα, για παραβιάσεις των νόμων αυτών, και
  3. Οι Επαρχιακοί Αστυνομικοί Διευθυντές προς το συμφέρον επιβολής του νόμου. Στην παρούσα υπόθεση αυτή που μας ενδιαφέρει είναι η τρίτη περίπτωση. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι η έγερση της ποινικής δίωξης από τους Επαρχιακούς Αστυνομικούς Διευθυντές αν και «ιδιωτική στη θεωρία» είναι δημόσιας φύσης καθώς ο κύριος σκοπός άσκησης της είναι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος στην εφαρμογή του νόμου και όχι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος μέρους. Η διαδικασία τέτοιας δίωξης παραμένει καθόλη τη διάρκεια της υπό την επιτήρηση του Γενικού Εισαγγελέα. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι η έγερση της ποινικής δίωξης από τον εκάστοτε Επαρχιακό Αστυνομικό Διευθυντή είναι αυτοτελής και δεν θεωρείται ως δίωξη, η οποία ασκείται από το Γενικό Εισαγγελέα. Άλλωστε αυτό είναι εμφανές και από το γεγονός ότι η έγερση τέτοιας δίωξης δεν προϋποθέτει την έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα. Το ότι τέτοια δίωξη βρίσκεται υπό την επιτήρηση του Γενικού Εισαγγελέα δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον ως έχει λεχθεί, δυνάμει του άρθρου 113
(2)του Συντάγματος, αυτός έχει ουσιαστικά τέτοια εξουσία σε όλες τις ποινικές διώξεις από οποιονδήποτε πρόσωπο και αν εγερθούν. Το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 155, ως έχει μεταφραστεί από το αρχικό αγγλικό κείμενο στα ελληνικά έχει ως εξής: «Ποινική δίωξη για ποινικό αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε από τα άρθρα 103, 104 και 105, δεν ασκείται παρά μόνο από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή με την έγκριση αυτού». Ως έχει όμως νομολογηθεί το κείμενο της μετάφρασης στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας του αγγλικού κειμένου των Νόμων που ίσχυαν κατά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας δεν παράγει, από την ημερομηνία της δημοσίευσης της, νέο νομοθέτημα. Αποτελεί απλώς την αυθεντική αποτύπωση του αγγλικού κειμένου του Νόμου στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Με το εδάφιο 5 του άρθρου 4 του Ν.67/88, όπως διαμορφώθηκε, με τον τροποποιητικό Νόμο 79(Ι)/97, διευκρινίζεται ότι το αρχικό κείμενο διατηρεί την αυθεντικότητά του ως προς το περιεχόμενο της νομοθεσίας και διασαφηνίζεται ότι όπου η μετάφραση διαφέρει από το νόημα του αρχικού κειμένου ή δεν το αποδίδει πιστά, υπερισχύει το αρχικό κείμενο (βλ. Bajbouj Mohamed
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1304, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωφρονίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 151, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαριλάου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 479). Το αγγλικό αρχικό κείμενο του άρθρου 106 του Κεφ. 154, το οποίο είναι και το αυθεντικό, έχει ως εξής: «A prosecution for any offence under any of the last three preceding sections shall not be instituted except by, or with the consent of, the Attorney General » Σύμφωνα με το λεξικό Black's Law Dictionary "institute" σημαίνει "inaugurate or commence, as to institute an action - to set up, to start, to originate, to introduce". Περαιτέρω σύμφωνα με το The Oxford English Reference Dictionary (OUP 1995) "institute" σημαίνει "2a. initiate (an enquiry) b. begin (proceedings) in a court". Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι η λέξη «ασκείται» στην ελληνική μετάφραση δεν αποδίδει πιστά τη λέξη «instituted» στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο, η οποία φαίνεται ότι έχει την ειδικότερη έννοια της έναρξης-έγερσης. Το πότε αρχίζει μια ποινική δίωξη, στα πλαίσια του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, προβλέπεται στο άρθρο
  1. Το άρθρο αυτό ως έχει μεταφραστεί από το αρχικό αγγλικό κείμενο στα ελληνικά έχει ως εξής: «Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου». Το αγγλικό κείμενο του άρθρου 37, το οποίο είναι και το αυθεντικό, έχει ως εξής: «Subject to the provisions of any other Law, criminal proceedings against any person shall commence by a charge preferred before a Court against such person» Σύμφωνα και πάλι με το με Black's Law Dictionary "prefer" σημαίνει "to bring before - to prosecute to try to proceed with - Thus preferring an indictment signifies prosecuting or trying an indictment". Περαιτέρω σύμφωνα με το The Oxford English Reference Dictionary (OUP 1995) "prefer" σημαίνει "
  2. submit (information, an accusation etc) for consideration". Είναι λοιπόν και εδώ εμφανές ότι η λέξη «απαγγέλεται» στην ελληνική μετάφραση δεν αποδίδει πιστά τη λέξη «preferred» στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο, η οποία έχει την έννοια τoυ υποβάλλω. Ο τρόπος που «υποβάλλεται» δε ένα κατηγορητήριο ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια των προνοιών του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου είναι με την καταχώρηση αυτού. Η καταχώρηση λοιπόν του κατηγορητηρίου αποτελεί το εναρκτήριο διάβημα για την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Με βάση την ίδια ερμηνεία της λέξης «preferred», στο άρθρου 38 του Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει τον τύπο του κατηγορητηρίου, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι αυτό πρέπει να υπογράφεται από ή εκ μέρους του προσώπου που το καταχωρεί. Το πρόσωπο δε που καταχωρεί και υπογράφει ένα κατηγορητήριο φαίνεται στο σώμα του κατηγορητηρίου. Με αυτό τον τρόπο άλλωστε γνωρίζει όχι μόνο το Δικαστήριο αλλά και ο εκάστοτε κατηγορούμενος ποιος είναι ο κατήγορος του στα πλαίσια του γενικότερου δικαιώματος του να γνωρίζει την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εξετάζοντας τώρα την παρούσα υπόθεση, στο σώμα του κατηγορητηρίου αναφέρεται ότι αυτό καταχωρήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου εναντίον των δύο κατηγορουμένων. Αυτό δε υπογράφεται εκ μέρους του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου. Από τα πιο πάνω λοιπόν συνάγεται ότι η ποινική δίωξη στην παρούσα εγέρθηκε-άρχισε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω, το γεγονός ότι την παρούσα υπόθεση την χειρίστηκαν από την αρχή δημόσιοι κατήγοροι, οι οποίοι σύμφωνα με το Νόμο 8/89 εμφανίζονται σε ποινικές υποθέσεις και ενεργούν για το σκοπό αυτό κάτω από και σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, δεν μεταβάλλει το ότι η ποινική δίωξη άρχισε-εγέρθηκε εναντίον των κατηγορουμένων από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου. Το ότι τέτοια δίωξη μπορεί να βρίσκεται υπό την επιτήρηση του Γενικού Εισαγγελέα δεν μεταβάλλει, ως έχει προαναφερθεί, τα πιο πάνω. Άλλωστε η ερμηνεία η οποία εισηγείται η κατηγορούσα αρχή θα οδηγούσε στο μη λογικό αποτέλεσμα να καταστήσει ως κριτήριο σε σχέση με το ποιο είναι το πρόσωπο που εγείρει-αρχίζει μια ποινική δίωξη όχι αυτό που καταχωρεί στο Δικαστήριο το κατηγορητήριο, όπως αυτό φαίνεται στο σώμα του κατηγορητηρίου, αλλά το πρόσωπο που χειρίζεται στη συνέχεια την υπόθεση. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω η θέση της κας Ξενοφώντος ότι στην παρούσα η ποινική δίωξη άρχισε-εγέρθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω όσον αφορά τη διαζευκτική εισήγηση της κας Ξενοφώντος ότι από το γεγονός ότι την υπόθεση χειρίστηκαν εξ αρχής δημόσιοι κατήγοροι, μπορεί να συναχθεί, ως κατ' ουσίαν η συνήγορος εισηγείται, σιωπηρή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από το λεκτικό του άρθρου 106 συνάγεται ότι η έγκριση της έναρξης-έγερσης ποινικής δίωξης σε τέτοια αδικήματα, όταν αυτή δεν ασκείται από το Γενικό Εισαγγελέα, αποτελεί προϋπόθεση άσκησης τέτοιας δίωξης. Χωρίς λοιπόν τέτοια έγκριση το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση τέτοιου αδικήματος και η ποινική δίωξη που εγείρεται δεν είναι σύμφωνη με το Νόμο. Με δεδομένο λοιπόν ότι αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο προς εκδίκαση τέτοιου αδικήματος και την έγκυρη έγερση-έναρξη της ποινικής δίωξης, τέτοια έγκριση πρέπει να φαίνεται με τρόπο σαφή και ρητό στο φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου ούτως ώστε η ύπαρξη της να μπορεί να διαπιστωθεί θετικά και αναντίλεκτα κατά το χρόνο έναρξης της ποινικής δίωξης δηλ. κατά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Λαμβάνοντας δε υπόψη τη διαδικασία καταχώρησης ενός κατηγορητηρίου, η έγκριση αυτή για να πληροί τα πιο πάνω δεν μπορεί να είναι σιωπηρή αλλά πρέπει να έχει κάποιο τύπο, που δεν μπορεί σε εκείνο το στάδιο παρά να είναι έγγραφος. Στην παρούσα ως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης τέτοια έγγραφη έγκριση δεν υπάρχει. Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι σιωπηρή έγκριση είναι ικανοποιητική πρέπει να λεχθεί ότι τέτοια δεν συνάγεται στην παρούσα από το γεγονός ότι την υπόθεση χειρίστηκαν εξ αρχής δημόσιοι κατήγοροι. Αυτό γιατί η εμφάνιση καθηκόντως των δημοσίων κατηγόρων στην υπόθεση για να τη χειριστούν σε όλες τις εκφάνσεις της δεν καταδεικνύει και ότι ο Γενικός Εισαγγελέας γνώριζε και ενέκρινε μάλιστα, στα πλαίσια του δικαιώματος του δυνάμει του άρθρου 106 του Ποινικού Κώδικα, την έναρξη-έγερση της ποινικής δίωξης στην τρίτη κατηγορία. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην παρούσα δεν υπάρχει η απαιτούμενη από το άρθρο 106 έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα για έναρξη-έγερση της ποινικής δίωξης στην τρίτη κατηγορία. Όσον δε αφορά τις συνέπειες της έλλειψης τέτοιας έγκρισης στο σύγγραμμα Archbold 2002 para 1-212, αναφέρονται σε σχέση με παρόμοιες περιπτώσεις στην Αγγλία όπου απαιτείται έγκριση για κίνηση της ποινικής δίωξης, τα ακόλουθα: «Where some consent that is required to the institution of proceedings is not obtained, the whole of any trial that takes place, including the committal proceedings, is a nullity and a conviction which occurs in such circumstances will be quashed: R. v. Angel, 52 Cr.App.R. 280, CA; R. v. Pearce, 72 Cr.App.R. 295, CA». Επομένως αν και από την αντικειμενική θεώρηση της δοθείσας μαρτυρίας έχει αποδειχτεί εναντίον των κατηγορουμένων εκ πρώτης όψεως υπόθεση και στην τρίτη κατηγορία, συνεπεία της έλλειψης της απαιτούμενης από το Νόμο έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα για την έγερση-έναρξη ποινικής δίωξης σε αυτήν, η διαδικασία στο μέτρο που την αφορά δεν μπορεί να προχωρήσει και η κατηγορία αυτή απορρίπτεται. Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων στις κατηγορίες 1 και 2 στις οποίες και καλούνται σε απολογία ενώ όσον αφορά την τρίτη κατηγορία αυτοί απαλλάσσονται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Κατάχρηση εξουσίας - Άρθρο 106 ΠΚ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.