Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέα Γεωργίου Αντρέου, Αρ. Υπόθεσης: 4821/07, 25.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4821/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Αντρέα Γεωργίου Αντρέου Ημερομηνία: 25.1.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο: κ. Κορακίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα τέσσερεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα στην πρώτη κατηγορείται για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1), 51 και 55, Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16-17 Ιουνίου 2006 στην Πάφο είχε στην κατοχή του και μετέφερε ένα στρατιωτικό αυτόματο τυφέκιο G3A3 με αρ. 7060311 χωρίς να έχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α. Στη δεύτερη κατηγορείται για κατοχή πυρομαχικών χωρίς άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1), 6, 51 και 55, Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του σφαίρες στρατιωτικού τυφεκίου διαμετρήματος 7,62 χωρίς να έχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, που ανήκουν οι σφαίρες. Στην τρίτη κατηγορείται για κατοχή σιγαστήρα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 43 του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του ένα σιγαστήρα και ένα σκοπευτικό όργανο τύπου laser. Τέλος στην τέταρτη κατηγορείται για οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας μετέφερε επιθετικό όπλο ή όργανο δηλ. ένα στρατιωτικό αυτόματο τυφέκιο G3A3 με αρ. 7060311, κατά τρόπο που διέγειρε τρόμο σε άλλα πρόσωπα. Στα πλαίσια ακρόασης της υπόθεσης δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας από την κατηγορούσα αρχή αλλά δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στις 16.6.06 και περί ώρα 24:00 στην Πάφο, πήρε το στρατιωτικό αυτόματο τυφέκιο G3A3 με αριθμό 7060311 και τις σφαίρες του τυφεκίου αυτού διαμετρήματος 7.62 χιλιοστών, χωρίς να έχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, εξήλθε από την οικία του και εισήλθε στην αυλή της πεθεράς του Ελένης Χαραλάμπους με σκοπό να διεγείρει τρόμο και εκφοβισμό αυτής. Η αυλή της πεθεράς του είναι στο ίδιο οικόπεδο με την οικία του κατηγορουμένου και αυτός εισήλθε στην αυλή της που είναι απόσταση 5 με 6 μέτρα από τη δική του αυλή. Το πιο πάνω στρατιωτικό τυφέκιο με τις σφαίρες του τα είχε ο κατηγορούμενος καθότι είναι έφεδρος στο στρατό, για να τα χρησιμοποιεί για τις ημερομηνίες πρόσκλησης του στη μονάδα του. Στις 16.6.06 και περί ώρα 24:00 ο κατηγορούμενος μετέφερε το πιο πάνω τυφέκιο μαζί με τις σφαίρες αυτού χωρίς άδεια αφού δεν το μετέφερε για σκοπούς που αφορούν την υπηρεσία του στην Εθνική Φρουρά. Οι παραπονούμενες δηλ. η σύζυγος του κατηγορούμενου και η πεθερά του κατήγγειλαν το επεισόδιο στην Αστυνομία, η οποία μετέβηκε στο μέρος στις 17.6.06 και περί ώρα 6:35 π.μ. Στα πλαίσια έρευνας που διεξήγαγε η Αστυνομία κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας βρήκε το προαναφερόμενο στρατιωτικό τυφέκιο και τις σφαίρες αυτού. Επίσης σε έρευνα που διεξήγαγε την ίδια ημέρα η Αστυνομία εντόπισε στο ερμάρι του δωματίου του κατηγορουμένου στην οικία του ένα σιγαστήρα και ένα σκοπευτικό όργανο τύπου Lazer. Τόσο ο σιγαστήρας όσο και το σκοπευτικό όργανο τύπου Lazer αποτελούσαν αυτοσχέδια κατασκευή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος κατείχε το σιγαστήρα και το σκοπευτικό όργανο τύπου Lazer, χωρίς οποιαδήποτε άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Η Αστυνομία αναφορικά με τη καταγγελία των παραπονουμένων καταχώρησε και άλλη υπόθεση με αριθμό 5947/
- Αναφορικά με την υπόθεση εκείνη ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Το κατηγορητήριο της υπόθεση 5947/06 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο
- Τα πρακτικά της ίδια υπόθεσης με τα γεγονότα που λέχθηκαν εκεί και την απόφαση του Δικαστηρίου κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήριο
- Οι κατηγορίες που αντιμετώπισε και παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος στην υπόθεση 5947/06 ως φαίνονται από το κατηγορητήριο τεκμήριο 1 είναι οι εξής: Κατηγορία 1 Βία στη οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,
(1)
(4)και 23 του Νόµου που προνοεί για την πρόληψη της Βίας στη Οικογένεια και την Προστασία των Θυµάτων Ν.119(Ι)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούµενος την 16ηv lουνίου του 2006 και ώρα 22:00 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου συµπεριφέρθηκε στη σύζυγο του Θεοδώρα Χαραλάµπους από την Πάφο κατά τέτοιο τρόπο που της προκάλεσε ψυχική βλάβη Κατηγορία 2 Πρόκληση βίας µέσα στη οικογένεια στην παρουσία ανηλίκου µέλους της οικογένειας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(3)
(4)του Νόµου 119(Ι)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούµενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία, µε την συµπεριφορά του έναντι της συζύγου του, στη παρουσία των ανήλικων παιδιών του, Γεώργιου και Αντώνη 7 και 3 χρονών αντίστοιχα ήταν δυνατόν να προκαλέσει στους πιο πάνω ανήλικους ψυχική βλάβη. Κατηγορία 3 Βία στη οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4), του Νόµου 119(Ι)/2000, και άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορούµενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία, σε δηµόσιο µέρος δηλαδή στη οδό Δηµητράκη Κωνσταντίνου στη Πάφο εξύβρισε την σύζυγο του Θεοδώρα Χαραλάµπους από την Πάφο µε την φράση «να πάτε στο δκιάολο ούλλοι σας» κατά τρόπο ενδεχόµενο να προκαλέσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Κατηγορία 4 Βία στη οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 4 και 23 του Νόµου 119(Ι)/2000 και άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούµενος την 17ην lουνίου του 2006 και ώρα 0030 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου, παράνοµα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Θεοδώρας Χαραλάµπους από την Πάφο. Κατηγορία 5 Βία στη οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 23 του Νόµου 119(Ι))/2000 και κακόβουλη ζηµιά κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούµενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην τέταρτη κατηγορία παράνοµα προκάλεσε ζηµιά στο γυαλί της κυρίας εισόδου περιουσία της πεθεράς του Ελένης Χαραλάµπους από την Πάφο συνολικής αξίας ΛΚ50=. Κατηγορία 6 Βία στη οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,
(1)
(4)και 23 του Νόµου 119(Ι)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούµενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη τέταρτη κατηγορία συµπεριφέρθηκε στη πεθερά του Ελένη Χαραλάµπους από την Πάφο κατά τέτοιο τρόπο που της προκάλεσε ψυχική βλάβη. Κατηγορία 7 Βία στη οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,
(1)
(4)και 23 του Νόµου 119(Ι)/2000 και αξιόποινη παράνομη είσοδος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούµενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη τέταρτη κατηγορία παράνομα μπήκε στο σπίτι της πεθεράς του Ελένη Χαραλάµπους από την Πάφο με σκοπό να διαπράξει μέσα σε αυτό αδίκημα δηλ. ενόχληση. Τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν κατόπιν παραδοχής του κατηγορούμενου στης κατηγορίες της ποινικής υπόθεσης 5947/06, ως φαίνονται από το τεκμήριο 2 είναι τα ακόλουθα: Στις 17.6.06 καταγγέλθηκε από τη σύζυγο του κατηγορούμενου ότι στις 16.6.06 και περί ώρα 22:30 ενώ πήγε στο σπίτι της στην οδό Δηµητρίου Κωνσταντίνου 24Α στην Πάφο, ο κατηγορούμενος, βρισκόταν πάνω στη βεράντα του σπιτιού τους καταναλώνοντας αλκοολούχα ποτά και κατόπιν λογοµαχίας που είχαν μεταξύ τους ενώπιον των ανήλικων παιδιών τους ηλικίας εφτάµιση και τριών ετών αντίστοιχα (δεύτερη κατηγορία), την εξύβρισε µεταξύ άλλων µε τη φράση «να πάτε στο δκιάολο ούλλοι σας» (τρίτη κατηγορία), παρόντων των ανήλικων παιδιών µε πιθανότητα να τους προκαλέσει ψυχική βλάβη. Στη συνέχεια αφού ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σπίτι επέστρεψε γύρω στις 24:00 και αφού πάλι άρχισε συζήτηση µε τη σύζυγο του η ώρα 00:30 της έριξε στο πρόσωπο ένα σάντουιτς που ήταν στο ψυγείο και πήρε και ένα χειροποίητο στρογγυλό κερί και τη κτύπησε στο κεφάλι. Στη συνέχεια την πήρε από την πυτζάµα και της είπε «εν µε κόφτει που σένα τζιαι να γράψεις τα σπίτια πάνω στα µωρά τζιαι να πεις της µάνας σου να µεν µου κάµνει την ίλαρη τζιαι να έρτεις πίσω». Αµέσως η σύζυγος του πήγε στη µητέρα της, της ανάφερε ότι της ανάφερε και επέστρεψε στο σπίτι και βλέποντας τον κατηγορούµενο να περιεργάζεται το στρατιωτικό όπλο που του έδωσε η Εθνική Φρουρά και στέλλοντας την πάλι να πάει στην πεθερά του και να της τα πει όπως της είπε προηγουµένως. Η σύζυγος του φοβούµενη πήγε προς το σπίτι της μητέρας της, ο κατηγορούµενος την ακολούθησε και όταν είδε ότι η οικία της πεθεράς του ήταν κλειστή τότε πήρε ένα φτυάρι από την αυλή και έσπασε το κάτω γυαλί της εξόδου της οικίας παθαίνοντας ζηµιά ύψους Λ.Κ.50 (πέµπτη κατηγορία). Στη συνέχεια ο κατηγορούµενος άνοιξε την πόρτα εξόδου της οικίας της πεθεράς του, παράνοµα εισήλθε στο σπίτι έχοντας πάντα στην κατοχή του το στρατιωτικό του τυφέκιο µε αποτέλεσµα να την εκφοβίσει και να προκαλέσει ψυχική βλάβη της πεθεράς του (κατηγορίες 6 και 7). Η σύζυγος του κατηγορούμενου μετέβηκε στο Νοσοκοµείο Πάφου όπου έτυχε ιατρικής περίθαλψης και διαπιστώθηκε ότι δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις παρά µόνο παραπονέθηκε για πονοκέφαλο. Εναντίον του κατηγορούµενου εκδόθηκε ένταλµα σύλληψης. Στις 17.6.06 και ώρα 05:25 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε, του εξηγήθηκαν οι λόγοι του και απάντησε «εντάξει». Την ίδια ηµέρα του λήφθηκε ανακριτική όπου μεταξύ άλλων παραδέχθηκε την κακόβουλη ζηµιά, την παράνοµη είσοδο όχι όμως τη δηµόσια εξύβριση και τη βία στην οικογένεια, τα οποία σήµερα τα παραδέχεται. Από αυτή του τη συµπεριφορά πράγµατι είχε προκαλέσει ψυχική βλάβη στη σύζυγο του και στα παιδιά. Τέλος μετά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής, όπου δεν προστέθηκε οτιδήποτε ως προς τα γεγονότα, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο χρηματικές ποινές σε όλες τις κατηγορίες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, όπως σιωπήσει και όπως μη καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες. Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου στην παρούσα δεν αμφισβήτησε ότι από τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η στοιχειοθέτηση όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ήταν όμως η θέση του κ. Κορακίδη ότι όσον αφορά τις κατηγορίες 1, 2 και 4 εγείρεται το δόγμα του autrefois convict, εφόσον πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα με αυτά της υπόθεσης 5947/06, στην οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και του επιβλήθηκαν ποινές. Παρέπεμψε δε σχετικά στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia, Apl. no 14939/03, ημερ. 10.2.09 σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ήταν δε διαζευκτικά η θέση της υπεράσπισης ότι η καταχώρηση της παρούσας, αναφορικά με όλες τις κατηγορίες, αποτελεί ενόψει του ότι καταχωρήθηκε προηγουμένως η υπόθεση 5947/06, στην οποία δεν τέθηκαν οι κατηγορίες στην παρούσα αν και πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα, κατάχρηση διαδικασίας. Αντίθετα η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι δεν τίθεται θέμα autrefois convict, τουλάχιστον για τις κατηγορίες 1, 2 και 3. Συμφώνησε όμως ότι όσον αφορά την κατηγορία 4 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει δεδικασμένο εφόσον για τα γεγονότα αυτής γίνεται αναφορά στην προηγούμενη υπόθεση. Επίσης υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 με αναφορά στον Archbold 1995 και στην αγγλική νομολογία (βλ. Connelly v. D.P.P. [1964] A.C. 1254) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου:
- Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου) και ότι οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων.
- Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της πρώτης κατηγορίας δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος του autrefois.
- Το δόγμα αυτό είναι διαθέσιμο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες αυτός θα μπορούσε να καταδικαστεί στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης.
- Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit ή convict μπορεί να γίνει για μια αθώωση ή καταδίκη σε προηγούμενη διαδικασία όταν το αδίκημα στη νέα διαδικασία είναι το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο με το προηγούμενο ή όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να είχε καταδικασθεί γι' αυτό στην προηγούμενη διαδικασία (βλ. Ηλιάδης, Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 100) Το δόγμα του autrefois acquit ή convict προβλέπεται στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 στα πλαίσια του οποίου προβάλλεται δικονομικά ως ειδική απάντηση. Οι πρόνοιες του όμως βρίσκουν και συνταγματική κάλυψη στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, στο οποίο δεν τίθεται περιορισμός ως προς το στάδιο στο οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού. Ενόψει αυτού του νομικού πλαισίου κρίνω ότι το θέμα μπορεί να εγερθεί και να αποφασισθεί και στο παρόν στάδιο, της έκδοσης δηλ. τελικής απόφασης. Η δε πρόνοια του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί με αυτήν του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 18(ΙΙΙ)/2000. Για το λόγο αυτό η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση. Ως εκ των άνω η πρόνοια του άρθρου 69
(1)(β) πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των προνοιών τόσο του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος όσο και του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πρόνοια του άρθρου 4
(1)απασχόλησε πρόσφατα το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Zolotukhin (ανωτέρω) στην οποία το Δικαστήριο υιοθετεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία ερμηνευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα σε σχέση με το πότε το αδίκημα για το οποίο κάποιος διώκεται θεωρείται ότι είναι το ίδιο με αυτό για το οποίο ήδη καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε, το Δικαστήριο (Grand Chamber) διαπίστωσε την ύπαρξη των ακόλουθων διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων στη νομολογία του (βλ. παρ. 71-77):
- Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στην ίδια συμπεριφορά (same conduct) εκ μέρους του κατηγορούμενου ανεξάρτητα από τη νομική της κατηγοριοποίηση, με άλλα λόγια το νομικό της χαρακτηρισμό. Έτσι κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 4 όταν δύο αποφάσεις είχαν βασιστεί στην ίδια συμπεριφορά του κατηγορούμενου.
- Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι παρόλο που η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι η ίδια, εάν αποτελεί ξεχωριστά αδικήματα, αυτά μπορεί να εκδικαστούν σε ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 4 το γεγονός ότι εκδικάστηκαν από διαφορετικά Δικαστήρια ξεχωριστά αδικήματα αν και ήταν όλα μέρος της ίδιας εγκληματικής πράξης.
- Τέλος η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο αδικημάτων. Έτσι κρίθηκε ότι παρά το ότι μπορεί να γίνει δίωξη για ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από την ίδια εγκληματική πράξη πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσο τα αδικήματα αυτά είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, οπόταν και υπάρχει παραβίαση του άρθρου
- Η ύπαρξη των διαφορετικών αυτών προσεγγίσεων κρίθηκε στην ίδια απόφαση ότι διακινδυνεύει τη νομική βεβαιότητα, πράγμα ασύμβατο με ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 4
(1)(βλ. παρ. 78). Γι αυτό και το Ε.Δ.Α.Δ. προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης για το θέμα (βλ. παρ. 71-83). Συγκεκριμένα αφού επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί μια ζωντανή πράξη η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των συνθηκών της σημερινής εποχής και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά κατέληξε ότι η προσέγγιση η οποία δίδει έμφαση στο νομικό χαρακτηρισμό των αδικημάτων είναι πολύ περιοριστική των δικαιωμάτων του ατόμου και διακινδυνεύει να υποβιβάσει την εγγύηση που παρέχει το άρθρο 4 παρά να την καταστήσει πρακτική και αποτελεσματική ως απαιτείται από τη Σύμβαση. Έτσι κατέληξε ότι το άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει τη δίωξη ή τη δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια (βλ. παρ. 80-82). Για να κριθεί το κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια, συνεχίζει το Δικαστήριο, η προηγούμενη απόφαση και η λίστα με τις κατηγορίες στην νέα υπόθεση τα οποία περιέχουν συνήθως γεγονότα τόσο για το προηγούμενο όσο και για το παρόν αδίκημα είναι ένα κατάλληλο σημείο έναρξης. Η εξέταση αυτή πρέπει να εστιάσει στα γεγονότα εκείνα τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο κατηγορούμενο και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά, η ύπαρξη των οποίων πρέπει να καταδεικνύεται με σκοπό την εξασφάλιση μίας καταδίκης ή έγερσης ποινικής δίωξης (βλ. παρ. 83-84). Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στις υποθέσεις Ruotsalainen v. Finland, Appl. no 13079/03, ημερ. 16.6.09 και Maresti v. Croatia, Appl. no 55759/07, ημερ. 25.6.09 Ως συνάγεται από τα πιο πάνω για να κριθεί στην κατά πόσο ισχύει στην παρούσα το δόγμα του autrefois convict πρέπει να εξετασθεί εάν τα αδικήματα σε αυτήν είναι τα ίδια με τα αδικήματα στην υπόθεση 5947/06 με την έννοια ότι προκύπτουν από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια. Αρχίζοντας από το αδίκημα της κατηγορίας 3 στην παρούσα, το οποίο αφορά την κατοχή του σιγαστήρα και του σκοπευτικού οργάνου, είναι προφανές από τα γεγονότα που τέθηκαν στις δύο υποθέσεις ότι δεν προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή έστω γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια. Ο εντοπισμός των οργάνων αυτών έγινε κατά τη διάρκεια έρευνας στην οικία του κατηγορούμενου μετά από την καταγγελία που έκαναν η σύζυγος του και η πεθερά του για τα όσα προηγήθηκαν. Μάλιστα τα γεγονότα σε σχέση με το αδίκημα αυτό δεν αναφέρθηκαν στην υπόθεση 5947/
- Συνεπώς το δόγμα του autrefois convict δεν ισχύει σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας
- Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 4 στην παρούσα αυτό προκύπτει στην ουσία από το γεγονός ότι φέροντας το τυφέκιο στην οικία της πεθεράς του ο κατηγορούμενος προκάλεσε τρόμο σε αυτήν. Με βάση δε το ίδιο αυτό γεγονός κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε μετά από παραδοχή του στην κατηγορία 6 της υπόθεσης 5947/06 όπου αναφέρθηκε σχετικά ότι με την ίδια αυτή συμπεριφορά του εκφόβισε και προκάλεσε ψυχική βλάβη στην πεθερά του. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η κατηγορία 4 προέκυψε από ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά που είχαν τεθεί στην υπόθεση 5947/
- Συνεπώς κρίνω ότι σε σχέση με την κατηγορία 4 ο κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί προηγουμένως για το ίδιο αδίκημα και άρα ισχύει το δόγμα του autrefois convict. Όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 στην παρούσα, αυτά φαίνεται ότι προκύπτουν από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε και άρα κατείχε ταυτόχρονα εκτός της οικίας του το στρατιωτικό του τυφέκιο και τις σφαίρες. Ως δε έχει ήδη λεχθεί στην υπόθεση 5947/06 το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ήτοι της κατηγορίας 6 στηριζόταν στο γεγονός ότι έφερε το τυφέκιο στο σπίτι της πεθεράς του. Το ερώτημα που τίθεται είναι λοιπόν αν τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια στις δύο υποθέσεις. Για να καταδειχθεί δε κάτι τέτοιο πρέπει να διαφανεί ασφαλώς τόσο χρονική όσο και τοπική σύμπτωση των γεγονότων. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με τα πιο πάνω είναι ότι για το γεγονός της κατοχής των σφαιρών δεν έγινε καμία αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης 5947/
- Πέραν τούτου από τη προσεκτική μελέτη των γεγονότων φαίνεται ότι αυτά αποτελούν μια σειρά γεγονότων που διαδέχθηκαν το ένα το άλλο έστω σε σύντομο χρόνο και δεν συμπίπτουν καθόλη τη διάρκεια τους ούτε χρονικά ούτε και τοπικά. Αυτό γιατί τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 στην παρούσα συντελέστηκαν ήδη από το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος εξήλθε με το τυφέκιο και τις σφαίρες από την οικία του και εισήλθε στην αυλή της οικίας της πεθεράς του, ενώ το αδίκημα της κατηγορίας 6 στην υπόθεση 5947/06 συντελέστηκε μετά που ο κατηγορούμενος εισήλθε στη συνέχεια στην οικία της πεθεράς του με το τυφέκιο και της προκάλεσε με τον τρόπο αυτό ψυχική βλάβη. Το ότι κατά την είσοδο στην οικία της πεθεράς του συνέχιζε να μεταφέρει το τυφέκιο και τις σφαίρες και άρα να διαπράττει τα αδικήματα αυτά δεν διαφοροποιεί τα πράγματα αφού τα σχετικά αδικήματα των δύο υποθέσεων συμπίπτουν χρονικά και τοπικά μόνο στο μέρος που ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία της πεθεράς του και όχι πριν. Είναι λοιπόν η κατάληξη μου ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 δεν προέκυψαν από ταυτόσημα ή έστω ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά που είχαν τεθεί στην υπόθεση 5947/
- Συνεπώς το δόγμα του autrefois convict δεν ισχύει ούτε σε σχέση με τα αδίκημα των κατηγοριών αυτών. Μετά την εξέταση των ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση της εισήγησης της υπεράσπισης ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση. Νομική Πτυχή Σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος της κατάχρησης διαδικασίας πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα αυτό εξετάστηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 με αναλυτική αναφορά τόσο στη σχετική αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.» Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στη αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και δίδεται ως παράδειγμα, στο οποίο αυτή εκδηλώθηκε, η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες, για να καταλήξει ότι είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Αναφορά γίνεται και στην πιο κάτω διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037: ".... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Περαιτέρω η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου τονίστηκε ότι το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της ως εξής: «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Μετά από επισκόπηση της αγγλική νομολογίας η Χαραλαμπίδης καταλήγει ότι την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, όπου διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και ο σκοπός που τη διαπνέει ως εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Περαιτέρω στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 αναγνωρίσθηκε ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εξηγήθηκε ότι λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Κυπριακής Ποινικής Δικονομίας η αναστολή εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας θα μπορούσε να διαταχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι η συνέχιση εκκρεμούσης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση του δικαιώματος για προσφυγή στο Δικαστήριο και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία αυτή είναι κατ' εξοχή δικαιοδοσία, η οποία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην Constantinides v. Vima
(1983)1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Λέχθηκε επί τούτου ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Έχει συνεπώς το Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει την αναστολή (stay) εκκρεμούσης διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, στην τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου καθώς και ότι η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκλησή της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Στην Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 λέχθηκε ότι αποτελούσε ανέκαθεν εξουσία αλλά και ιδιαίτερη μέριμνα των Δικαστηρίων να αποτρέπουν καταχρήσεις της δικαστικής διαδικασίας από τους διαδίκους με τους κατάλληλους χειρισμούς και μηχανισμούς. Εάν το δικαστήριο δεν ασκούσε τον έλεγχο αυτό θα κινδύνευε να παραμορφωθεί η δικαστική διαδικασία και να χάσει την αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου. Στην Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All. E.R. 401 αναφέρεται ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι αλάνθαστη και ότι δύο Δικαστές μπορούν να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα έχοντας βάση την ίδια μαρτυρία και ότι δεν θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι ο ένας Δικαστής είναι πιο κοντά από τον άλλο σε ένα ορθό συμπέρασμα. Πέραν αυτού η οποιαδήποτε διαφορά σε συμπεράσματα ενδεχομένως να δικαιολογείται και από διαφορές στη μαρτυρία. Καταλήγει ότι αν κανένα σύστημα δικαίου δεν είναι δυνατό να εγγυηθεί ότι κάθε απόφαση είναι ορθή μπορεί τουλάχιστον και θα πρέπει να προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί έτσι ώστε να εξασφαλίσει την αποφυγή συγκρουόμενων αποφάσεων αναφορικά με το ίδιο θέμα. Αν και η απόφαση Connelly εκδόθηκε με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης εντούτοις οι ανωτέρω επισημάνσεις αποτελούν κατά τη γνώμη μου γενικές κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από κάθε Δικαστήριο προς αποφυγή κατάχρησης διαδικασίας και της ταλαιπωρίας και καταπίεσης ενός κατηγορουμένου κατά τη διεξαγωγή μιας ποινικής δίκης. Ήταν, ως αναφέρθηκε, η εισήγηση του κ. Κορακίδη ότι η καταχώρηση της παρούσας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας εφόσον ο κατηγορούμενος υφίσταται διπλή ταλαιπωρία αφού αντιμετώπισε δύο υποθέσεις με βάση τα ίδια γεγονότα. Περαιτέρω ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η κατάχρηση αυτή οδηγεί σε μη δίκαιη δίκη. Στήριξε τη θέση του αυτή στο ότι λόγω του ότι στην προηγούμενη υπόθεση μετά από παραδοχή εκτέθηκαν γεγονότα με βάση τα οποία επιβλήθηκε ποινή στον κατηγορούμενο αυτός στερήθηκε του δικαιώματος να αμφισβητήσει τα γεγονότα αυτά στην παρούσα καθώς και τη λήψη των αντικειμένων για τα οποία κατηγορείται στην παρούσα και γενικά στοιχείων που θα οδηγούσαν στην καταδίκη του. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι δεν υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας. Η κα Ξενοφώντος υποστήριξε σχετικά ότι η προηγούμενη υπόθεση καταχωρήθηκε στις 19.6.06 και ορίστηκε στις 25.9.
- Η υπόθεση εκείνη διερευνήθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Πάφου, ενώ η παρούσα διερευνήθηκε από το ΤΑΕ Πάφου με άλλο αριθμό μαρτύρων και καταχωρήθηκε πολύ αργότερα. Κάποιοι μάρτυρες είναι οι ίδιοι με την προηγούμενη υπόθεση αλλά η παρούσα έχει περισσότερους μάρτυρες. Στις δύο υποθέσεις πρόκειται για διαφορετικά αδικήματα. Για τα αδικήματα βίας στην οικογένεια είχαν ολοκληρωθεί οι εξετάσεις και επειδή ήταν τέτοιας φύσεως η υπόθεση η Αστυνομία είχε καταχωρήσει το κατηγορητήριο σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Τα αδικήματα στην παρούσα είναι διαφορετικής φύσης και πιο σοβαρά και για αυτό διερευνήθηκαν από το ΤΑΕ. Λήφθηκαν και άλλες καταθέσεις, στάληκαν τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις και αναμένονταν αποτελέσματα ενώ ενεπλάκη και η Εθνική Φρουρά. Έτσι δεν ολοκληρώθηκε η διερεύνηση της παρούσας τον ίδιο χρόνο με την προηγούμενη αλλά αργότερα. Ως εκ των άνω δεν υφίσταται κατάχρηση. Θα αρχίσω την εξέταση του θέματος από την εισήγηση του κ. Κορακίδη για μη δίκαιη δίκη του κατηγορούμενου ενόψει στην ουσία της παραδοχής του στην προηγούμενη υπόθεση. Η θέση αυτή πρέπει να λεχθεί ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο καθώς δεν μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο από τα δεδομένα της υπόθεσης. Το γεγονός της καταχώρησης της παρούσας δεν στέρησε σε καμία περίπτωση το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση του ως επιθυμούσε. Το ότι αυτός παραδέχτηκε στην προηγούμενη υπόθεση και εκτέθηκαν εκεί γεγονότα δεν τον δέσμευε στην παρούσα να αμφισβητήσει τη λήψη των τεκμηρίων καθώς και τη μαρτυρία που θα προσκόμιζε η κατηγορούσα αρχή, η οποία άλλωστε είχε εκ νέου το βάρος να αποδείξει τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα. Το δε Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν είναι δεσμευμένο από τα γεγονότα που τέθηκαν στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής στην άλλη υπόθεση αλλά θα έκρινε την παρούσα με βάση τη μαρτυρία που θα προσκομιζόταν και μετά από την αξιολόγηση της. Όσον αφορά το άλλο σκέλος της εισήγησης της υπεράσπισης για κατάχρηση διαδικασίας εκ του γεγονότος της καταχώρησης δύο υποθέσεων σε σχέση με τα ίδια γεγονότα, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου φαίνονται τα ακόλουθα: Το όλο επεισόδιο με βάση το οποίο καταχωρήθηκε τόσο η παρούσα όσο και η υπόθεση 5947/06 έλαβαν χώραν μεταξύ των ημερομηνιών 16 και 17.6.
- Η καταγγελία για αυτό στην Αστυνομία έγινε από τις παραπονούμενες στις 17.6.06 το πρωί και η Αστυνομία μετέβηκε στο μέρος και σε έρευνα που έκανε στην οικία του κατηγορούμενου εντόπισε και τα αντικείμενα της κατηγορίας 3 στην παρούσα. Η υπόθεση 5947/06 καταχωρήθηκε στις 19.6.06 και στις 18.10.06 δηλ. 4 μήνες μετά, κατόπιν παραδοχής του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες του επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.6.07 δηλ. ένα χρόνο μετά από το όλο επεισόδιο και 8 μήνες μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης 5947/
- Όπως έχει αναφερθεί τα αδικήματα και των δύο υποθέσεων εδράζονται στην ίδια σειρά γεγονότων που έλαβαν χώραν κατά τη διάρκεια του ίδιου επεισοδίου. Η υπόθεση 5947/06, ως φαίνεται από το κατηγορητήριο της (τεκμήριο 1), είχε 9 μάρτυρες. Η παρούσα έχει 12 μάρτυρες. Πέντε από τους μάρτυρες αυτούς είναι κοινοί και στις δύο υποθέσεις. Οι κύριοι δε μάρτυρες για την απόδειξη τόσο των αδικημάτων της παρούσας όσο και αυτών στην προηγούμενη είναι οι δύο παραπονούμενες, οι οποίες βρίσκονται ανάμεσα στους κοινούς αυτούς μάρτυρες. Η δε μαρτυρία προς στήριξη των κατηγοριών και στις δύο υποθέσεις είναι λοιπόν κατά το μεγαλύτερο μέρος της κοινή. Η κατηγορούσα αρχή είχε τη δικονομική δυνατότητα αλλά και την ευχέρεια ενόψει όλων των ανωτέρω, με βάση τα άρθρα 40-42 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 να καταχωρήσει ένα κατηγορητήριο εναντίον του κατηγορούμενου στο οποίο να συνενώσει όλες τις κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται και στις δύο υποθέσεις. Αντί αυτού επέλεξε να καταχωρήσει δύο διαφορετικά κατηγορητήρια. Η δικαιολογία που έδωσε για αυτό η κα Ξενοφώντος ήταν ότι λόγω της φύσης και της διαφορετικής σοβαρότητας των αδικημάτων αυτά διερευνήθηκαν από διαφορετικά τμήματα της Αστυνομίας με αποτέλεσμα η μια υπόθεση να καταχωρηθεί σχεδόν αμέσως ενώ η άλλη πολύ αργότερα μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης της. Η εξήγηση όμως αυτή για την καταχώρηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη. Η διερεύνηση του ίδιου επεισοδίου από διαφορετικά τμήματα της Αστυνομίας ήταν εξαρχής γνωστή. Η Αστυνομία αποτελεί ένα ενιαίο όργανο και οι ενέργειες της κρίνονται ενιαία με βάση το σύνολο τους και όχι ξεχωριστά και ανάλογα με τις ενέργειες του κάθε τμήματος της. Ο τρόπος δε που λειτουργεί δεν αποτελεί δικαιολογία ιδίως όταν έχει ως αποτέλεσμα να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε οποιονδήποτε πολίτη. Ενόψει λοιπόν αυτού η Αστυνομία όφειλε γνωρίζοντας ότι διερευνάτο η υπόθεση από διαφορετικά τμήματα της να συντονίσει αυτά και να προβεί σε τέτοιες ενέργειες ώστε με ταχύτητα να ολοκληρώσει τη συνολική διερεύνηση και να προχωρήσει στην καταχώρηση μιας υπόθεσης με όλα τα αδικήματα. Ακόμη όμως και να μην ήταν εφικτό να γίνει κάτι τέτοιο σε σύντομο χρόνο, η Αστυνομία όφειλε μετά την καταχώρηση της προηγούμενης υπόθεσης να ολοκληρώσει τις ενέργειες της και να προσθέσει στο κατηγορητήριο της υπόθεσης εκείνης και τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα, κάτι που δικονομικά ήταν δυνατό. Αντί αυτού όμως και ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη παραδεχθεί και τιμωρηθεί στην προηγούμενη υπόθεση ήλθε ένα χρόνο μετά την καταχώρηση εκείνης της υπόθεσης και 8 μήνες μετά από την ολοκλήρωση της να καταχωρήσει την παρούσα. Με την επιλογή όμως αυτή της κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος αναγκάσθηκε να υποστεί όλες τις συνέπειες της εκδίκασης δύο υποθέσεων, αντί μιας στην οποία θα μπορούσε να συμπεριληφθούν όλες οι κατηγορίες και των δύο υποθέσεων. Συγκεκριμένα θα έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του δύο φορές, με αποτέλεσμα να υποστεί διπλά έξοδα καθώς και την αχρείαστη ταλαιπωρία αλλά και αγωνία που επισύρει από άποψη χρόνου αλλά και εκ των πραγμάτων η εκδίκαση δύο ποινικών υποθέσεων στις οποίες σε περίπτωση καταδίκης θα μπορούσαν να επιβληθούν και ποινές φυλάκισης. Μάλιστα στην παρούσα θα μπορούσε ενόψει και του ότι επρόκειτο για αδικήματα που τιμωρούνται με αυστηρότερες ποινές να επιβληθούν ποινές φυλάκισης ενώ για τα αδικήματα της προηγούμενης υπόθεσης είχε ήδη τιμωρηθεί με χρηματικές ποινές. Περαιτέρω με αυτό τον τρόπο και με δεδομένο ότι η απόδειξη της σειράς των ουσιωδών και κύριων γεγονότων των υποθέσεων στηριζόταν στην ουσία στη μαρτυρία των δύο παραπονούμενων, ήταν ενδεχόμενο να εκδοθούν και αντικρουόμενες αποφάσεις επί της μαρτυρίας αυτής, εφόσον η κρίση κάθε δικαστή αλλά ακόμη και του ίδιου δικαστή που θα ακούσει τις υποθέσεις μπορεί να είναι διαφορετική ενόψει του ότι μπορεί να υπάρχουν διαφοροποιήσεις από υπόθεση σε υπόθεση τόσο στη μαρτυρία των ίδιων μαρτύρων αλλά και στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τους συνηγόρους και των δύο πλευρών. Περαιτέρω η προαναφερόμενη πιθανότητα επιβολής και άλλων ποινών για το ίδιο επεισόδιο μπορεί να προκαλέσει αίσθημα αδικίας στον κατηγορούμενο, ο οποίος εύλογα μετά την απόφαση του να παραδεχθεί στην προηγούμενη υπόθεση πίστεψε ότι τιμωρήθηκε για τις πράξεις του και ότι τελείωσε η όλη υπόθεση ενώ τώρα κινδυνεύει εκ νέου και μάλιστα με την επιβολή σε αυτόν ποινών σοβαρότερων από τις ήδη επιβληθείσες. Τέτοιο δε ενδεχόμενο, όπως και η πιθανότητα έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων για το ίδιο επεισόδιο, μπορεί να κλονίσει το αίσθημα εμπιστοσύνης στη δικαστική διαδικασία όχι μόνο του κατηγορούμενου και να πλήξει την αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου. Από το σύνολο λοιπόν των πιο πάνω φαίνεται καθαρά ότι η καταχώρηση και προώθηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων εναντίον του κατηγορούμενου για τον ίδιο σκοπό ενώ μπορούσε να καταχωρηθεί μια, υπό το φως των ιδιαίτερων γεγονότων της παρούσας, απολήγει αναμφίβολα σε έντονη και αχρείαστη ταλαιπωρία και καταπίεση του κατηγορούμενου και σε κατάχρηση του δικαιώματος της κατηγορούσας αρχής για προσφυγή στο Δικαστήριο καθώς και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και συναφώς σε κατάχρηση της διαδικασίας. Επομένως αν και από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί στην παρούσα έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, το Δικαστήριο έχει καθήκον, ενόψει των ανωτέρω, να διασφαλίσει την αποφυγή της καταπίεσης αυτού και να παρεμποδίσει την κατάχρησης της διαδικασίας. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει αυτό ενόψει όλων των περιστάσεων της και του σταδίου στο οποίο αυτή βρίσκεται, είναι κατά τη γνώμη μου, η διακοπή από το Δικαστήριο της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω και ασκώντας τη σύμφυτη διακριτική μου ευχέρεια προς παρεμπόδιση κατάχρησης των ενώπιον μου διαδικασιών, η παρούσα διαδικασία εναντίον του κατηγορούμενου διακόπτεται και αυτός απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Autrefois convict - Κατάχρηση διαδικασίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο