← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λιάνα Αραμπίδου, Αρ. Υπόθεσης: 2165/07, 25.01.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λιάνα Αραμπίδου, Αρ. Υπόθεσης: 2165/07, 25.01.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2165/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Λιάνα Αραμπίδου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 25.01.2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κος Νικολάου Κατηγορούμενος παρόν. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την Κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 80

(1)/
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Αστυφύλακα 3199 κ. Γιώργο Αντωνίου. Ο Αστυφύλακας 3199, Γιώργος Αντωνίου (Μ.Κ.1) κατέθεσε σαν Τεκμήριο 1 την γραπτή του κατάθεση, την διάβασε, την υιοθέτησε και το περιεχόμενο της αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετά στην Α.Δ.Ε Πάφου και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Πάφου στον κλάδο Τροχαίων δυστυχημάτων. Την 21/7/06 και ώρα 07.00 ανέλαβε καθήκον για συνεχές ωράριο μέχρι τις 19.00 της ίδιας ημέρας. Την 21/7/06 και περί ώρα 08.50 μετέβηκε στην οδό Αρχ. Μακαρίου στην Χλώρακα όπου επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενο το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KLP 452 που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και τον πεζό Γεώργιο Μιχαήλ. Κατά την άφιξη του το μηχανοκίνητο όχημα της κατηγορούμενης ήταν στην τελική του θέση και η Κατηγορούμενη παρόν, ενώ ο πεζός τραυματίας είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ακολούθως έλαβε τα αναγκαία μέτρα, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του τροχαίου δυστυχήματος και σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης το οποίο του επέδειξε η Κατηγορούμενη. Ακολούθως επέδειξε και επεξήγησε στην Κατηγορούμενη, το πρόχειρο σχεδιαγράφημα με το οποίο αυτή συμφώνησε και υπέγραψε. Την 14/8/06 και μεταξύ των ωρών 14.00 και 15.20 στην Τροχαία Πάφου, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, αφού πρώτα την πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και της επέστησε την προσοχή της στο νόμο, στην οποία μεταξύ άλλων αυτή του ανέφερε ότι στην αντίθετη πορεία με την δική της ερχόταν ένα φορτηγό και πίσω από αυτό φάνηκε ξαφνικά ο πεζός ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει. Βλέποντας αυτόν η Κατηγορούμενη προσπάθησε να τον αποφύγει στρίβοντας αριστερά χωρίς όμως να το καταφέρει. Έτσι τον κτύπησε με το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της. Την 16/9/06 και μεταξύ των ωρών 20.45 και 20.55 στην Τροχαία Πάφου, κατηγόρησε γραπτώς την Λιάνα Αραμπίδου, Κατηγορούμενη, για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε «I believe that the accident was not my fault». Η περιοχή που έγινε το δυστύχημα είναι κατοικημένη και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Η ορατότητα στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα είναι απεριόριστη καθώς ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι από το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο στο οποίο μετέφερε όλα τα ευρήματα του και μετρήσεις της σκηνής όπως ο ίδιος τα ανεύρε. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τ.2 και το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής σαν Τ.
  2. Επίσης κατέθεσε ενώπιον μου σαν τεκμήριο Τ.4 την γραπτή κατάθεση που πήρε από την κατηγορούμενη στην Αγγλική γλώσσα, σαν Τ.6 την πιστή μετάφραση του Τ.4 στα Ελληνικά, σαν Τ.5 την γραπτή κατηγορία που απήγγειλε στην Κατηγορούμενη και σαν Τ.7 την πιστή μετάφραση στα Ελληνικά του Τ.
  3. Ακολούθως διευκρίνισε ότι: · Όσα εκτίθενται επι του Τ.2 αυτός τα σημείωσε και τα υιοθέτησε πλήρως, · Ότι η Κατηγορούμενη υπέγραψε το Τ.2 στην κάτω αριστερή του γωνία, την υπογραφή της οποίας αναγνωρίζει, · Ότι η στην διαπλάτυνση του δρόμου αριστερά σύμφωνα με την πορεία που δεικνύεται με το βέλος Α, ήτοι την πορεία της Κατηγορούμενης, όταν έφθασε στην σκηνή δεν εντόπισε σταθμευμένα αυτοκίνητα. Επίσης δεν εντόπισε σταθμευμένα αυτοκίνητα στο αριστερό πεζοδρόμιο ως η πορεία της Κατηγορούμενης, · Ότι η απόσταση από το σημείο Χ που φαίνεται επι των Τ.2 και Τ.3, μέχρι την μέση του δρόμου είναι 2.20 μ. · Ότι όταν έφθασε στην σκηνή ο πεζός, κ.Γεώργιος Μιχαήλ που ήταν ηλικίας 83 ετών, είχε μεταφερθεί στο Γ.Ν. Πάφου όπου κρατήθηκε στη Μονάδα Εντατικής Πρακολούθησης όπου και απεβίωσε στις 18/8/
  4. · Ότι όταν έφθασε στην σκηνή η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή και η Κατηγορούμενη δεν του ανέφερε ότι την στιγμή του δυστυχήματος υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στο πεζοδρόμιο η στην διαπλάτυνση αριστερά ως η πορεία της. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του ο Μ.Κ.1 ανέφερε׃ · Ότι ο πεζός δυνάμει του πορίσματος του Ιατροδικαστή, απεβίωσε λόγω καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας. · Ότι όταν έφθασε στην σκηνή ρώτησε την Κατηγορούμενη αν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στην διαπλάτυνση του δρόμου αριστερά, ως η πορεία της, πλήν όμως αυτή λόγω του σιόκ (κλονισμού) που είχε υποστεί δεν ήταν σε θέση να του απαντήσει. Συμφώνησε δε με τον συνήγορο της Κατηγορούμενης ότι την ημέρα του δυστυχήματος λόγω της κατάστασης της Κατηγορούμενης δεν πήρε από αυτή οποιοδήποτε στοιχείο. · Ότι το σημείο σύγκρουσης η Κατηγορούμενη του το υπέδειξε την ημέρα του δυστυχήματος αφού ήταν ένα στοιχείο από τα λίγα πού μπόρεσε να του αναφέρει. · Στην συνέχεια συμφώνησε με εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης ότι δεν απορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπήρχαν κατά την στιγμή της σύγκρουσης σταθμευμένα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο και διαπλάτυνση αριστερά ως η πορεία της Κατηγορούμενης και ότι δεν είχε άλλη μαρτυρία εκτός από αυτήν της Κατηγορούμενης. · Ότι η δική του εισήγηση προς τους ανώτερους του ήταν να μην διωχτεί ποινικά η Κατηγορούμενη και τούτο διότι δεν είχε στην διάθεση του άλλη μαρτυρία εκτός από αυτήν της Κατηγορούμενης. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις υπό του Δικαστηρίου ο Μ.Κ.1 απάντησε: · Ότι αυτός ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. · Ότι αυτός που του έδωσε οδηγίες να προχωρήσει με την καταχώρηση ποινικής δίωξης εναντίον της Κατηγορούμενης, ήταν ο τότε υπεύθυνος της υπηρεσίας του. · Ότι ο λόγος που ο ίδιος εισηγήθηκε την μη δίωξη της Κατηγορούμενης ήταν διότι δεν είχε άλλη διαθέσιμη μαρτυρία. Μετά που η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να μην δώσει ένορκη κατάθεση αλλά ούτε και να προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση από το εδώλιο του Κατηγορουμένου αλλά ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής επέλεξε να μην πει οτιδήποτε. Σημειώνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο T.4, κατατέθηκε από τον M.K.1, η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης στην Αγγλική γλώσσα και σαν Τ.6 η πιστή μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης της στα Ελληνικά. Σε αυτήν η Κατηγορούμενη αναφέρει οτι ο άντρας της είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KLP 452, για το οποίο καλύπτεται επίσης από ασφάλεια να το οδηγά. Στις 21/07/06 και κατά η ώρα 08:30 το πρωί οδηγούσε το αυτοκίνητο KLP 452 κατά μήκος της οδού Μακαρίου στην Χλώρακα προς το χωριό Λέμπα. Οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της και μπροστά της δεν υπήρχε αυτοκίνητο και ο δρόμος ήταν ελεύθερος. Επίσης πίσω της δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο. Η ταχύτητα της ήτα περίπου 30 ΧΑΩ και φορούσε την ζώνη της. Στο αυτοκίνητο της είχε συνεπιβάτη την αδελφή της, Λουϊζα Αραμπίδου και στο πίσω κάθισμα την κόρη της Αλεξάντρα, ηλικίας 2 χρονών. Στην αριστερή και επίσης στην δεξιά πλευρά του δρόμου όπου είναι κάτι σαν χώρος στάθμευσης, υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα, που δεν θυμάται πόσα, και επίσης δεν θυμάται τους αριθμούς τους. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, απέναντι από εκείνην, ένα πολύ μεγάλο αυτοκίνητο ερχόταν προς αυτήν. Την στιγμή που προσπαθούσε να περάσει δίπλα από το μεγάλο αυτό αυτοκίνητο, ένας άνδρας ήρθε πίσω από αυτό το αυτοκίνητο, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τον δρόμο, από την δεξιά προς αριστερή πλευρά, σύμφωνα με την πορεία της. Είδε αυτόν τον άνδρα στην απόσταση του ενός ή δύο μέτρων περίπου, μακριά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της. Έτσι προσπάθησε να αποφύγει να τον κτυπήσει, με το αυτοκίνητο της, στρίβοντας το αυτοκίνητο της στην αριστερή πλευρά. Δεν μπορούσε να στρίψει πολύ γιατί στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχαν σταματημένα κάποια αυτοκίνητα. Έτσι δεν μπόρεσε να αποφύγει να τον κτυπήσει, και τον κτύπησε με το μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της αρχικά, και μετά ήρθε στον ανεμοθώρακα της και έπεσε κάτω στον δρόμο. Μετά ήρθε ασθενοφόρο πήρε αυτόν τον άνδρα και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Έμεινε εκεί μέχρι που ήρθε η Αστυνομία. Εκεί ένας αστυνομικός έκανε σχέδιο, της το έδειξε και την ημέρα που έδιδε της κατάθεση της, ήτοι στις 14/08/06 της το εξήγησε και ως ορθό το υπέγραψε. Από το δυστύχημα δεν τραυματίστηκε. Επίσης αναφέρει ότι, όταν είδε εκείνο το μεγάλο αυτοκίνητο το οποίο ερχόταν προς αυτήν, πάτησε τα φρένα της για κάποια δευτερόλεπτα, μετά τα άφησε και η ταχύτητα της ήταν 30 ΧΑΩ περίπου. Στην αγόρευση της η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούμενη δεν εξάσκησε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος της κατά τον ουσιώδη χρόνο διότι δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό. Τούτο διότι λαμβανομένων υπόψη και της τροχαίας κίνησης και ειδικότερα την διαπίστωση της ότι από απέναντι της ερχόταν ένα μεγάλο φορτηγό, θα έπρεπε να της επιτείνει την προσοχή για τον κίνδυνο που προκαλούσε τούτο. Περαιτέρω είναι εισήγηση της ότι η Κατηγορούμενη αν χρησιμοποιούσε τα φρένα της, θα απέφευγε την σύγκρουση της με τον πεζό τον οποίο είδε να εμφανίζεται 1-2 μέτρα πίσω από το φορτηγό μόλις αυτό διήλθε από δίπλα της. Αν η Κατηγορούμενη ενασκούσε την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα στον δρόμο που εκινείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτή θα έβλεπε τον πεζό έγκαιρα και με την χρήση των φρένων της, που δεν έκανε, θα απόφευγε την σύγκρουση. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης στην δική του αγόρευση που ετοίμασε γραπτώς και αφού την διάβασε αντίγραφο της κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Έγγραφο Β και έδωσε και στην συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή της Κατηγορουμένης στο μέτρο και στον βαθμό που επιβάλλεται σε μία ποινική υπόθεση και ως εκ τούτου η Κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί. Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών και θέσης του επικαλούμενος την μαρτυρία του Μ.Κ.1, επεσήμανε την αντίφαση που υπάρχει σε σχέση με τον χρόνο που υπέδειξε στην Κατηγορούμενη το πρόχειρο σχέδιο Τ.2 με τον χρόνο που η Κατηγορούμενη αναφέρει ότι το υπέγραψε στην κατάθεση της Τ.4. Επίσης επειδή η μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος είναι εξ ακοής, εκτός φυσικά οι μετρήσεις και τα ευρήματα του στην σκηνή που απεικονίζονται στα Τ.2 και Τ.3 τα οποία και δεν αμφισβητούνται. Η μόνη αποδεκτή μαρτυρία, είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου, που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάθεση της Κατηγορούμενης Τ.4 η οποία μάλιστα δεσμεύει και την Κατηγορούσα Αρχή αφού είναι αυτή που την κατέθεσε. Το ότι η Κατηγορούμενη επέλεξε να εξασκήσει το δικαίωμα της σιωπής είναι εισήγηση του συνηγόρου της ότι δεν θα πρέπει να εκληφθεί σαν επιβαρυντικό στοιχείο εις βάρος της αλλά ως και η νομολογία που με παρέπεμψε καθορίζει, σαν την απλή εξάσκηση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της. Από το περιεχόμενο δε του Τ.4 αλλά και από τα ευρήματα του Μ.Κ.1 είναι η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης, ότι αυτή δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια αφού η μόνη ενέργεια που ηδύνατο να πράξει με την σύννομη ταχύτητα που εκινείτο, εντός του χρόνου και της απόστασης που είδε και μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο, ήταν αυτή στην οποία προέβη. Τέλος με παρέπεμψε σε αριθμό υποθέσεων και αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με παρόμοια γεγονότα ως η παρούσα στις οποίες απεφασίσθει ότι όπου η είσοδος πεζού στο κατάστρωμα του δρόμου υπό συνθήκες που δεν ήταν προβλεπτή και χωρίς να υπάρχει επαρκής χρόνος αντίδρασης του οδηγού, τον απαλλάττει από οποιαδήποτε ευθύνη. Επειδή δε οι συνθήκες της ενώπιον μου υπόθεσης παρομοιάζουν με αυτές των υποθέσεων που με παρέπεμψε, καταλήγοντας ζήτησε την αθώωση της πελάτισσας του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Αστυφύλακας Γιώργος Αντωνίου Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Υπήρξε αντικειμενικός μάρτυρας και ως τέτοιος, την μαρτυρία του αποδέχομαι σχεδόν όπως επεξηγώ κατωτέρω, εξ' ολοκλήρου. Όσον αφορά στο πρόχειρο και στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τ.2 και Τ.3 αντίστοιχα αυτά αποτελούν την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1A 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ 1362 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)
  1. Στο μόνο σημείο που ελέγχεται η μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι η ημερομηνία που επέδειξε το Τ.2 και το υπέγραψε η Κατηγορούμενη. Όντως ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι της το επέδειξε στην σκηνή την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος στην κατάθεση της Κατηγορούμενης Τ.4 που ο ίδιος της έλαβε, αναφέρεται ότι το εν λόγω τεκμήριο επεδείχθει και υπεγράφη την ημέρα που εδίδετο η κατάθεση, ήτοι στις 14.8.
  2. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 τον ισχυρισμό του αυτό. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.1 που με βάση τις αρχές τις Νομολογίας μπορώ αποδεχτώ(βλέπε απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 391).Περαιτέρω κρίνω ότι δεν επηρεάζεται η αξιοπιστία του Μ.Κ.1 καθ' ότι τόσο το περιεχόμενο όσο και τα ευρήματα του που απεικονίζονται στο Τ.2 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Επίσης η Κατηγορούμενη υπέγραψε το Τ.2 χωρίς καμιά επιφύλαξη και η μη τοποθέτηση σε αυτό των σταθμευμένων οχημάτων, που όπως ισχυρίζεται στην κατάθεση της η Κατηγορούμενη υπήρχαν δεξιά και αριστερά του δρόμου, κρίνω ότι με την δικαιολογία που έδωσε, ήτοι ότι δεν τα εντόπισε στην σκηνή κατά την άφιξη του είναι αρκούντως ικανοποιητική για να μην επηρεαστεί το αξιόπιστο λοιπό μέρος της μαρτυρίας του. Σε σχέση με την επιλογή της Κατηγορούμενης να τηρήσει σιωπή μετά που αυτή κλήθηκε σε απολογία, όπως και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης έχει αναφερθεί, από αυτή δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα( βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις Charalambous v. The Republic,
(1985)2 C.L.R 97, Ποινική Έφεση 5286, ημερομηνίας 5.6.1990, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου ν. Της Αστυνομίας και Υπόμνημα αριθμ. 352, ημερομηνίας 4.2.2004, Δημοκρατία ν.
  1. Μαρίνας Αβρααμίδου
  2. Μιχάλη Γεωργίου
  3. Χαράλαμπου Χαραλάμπους). Όπως δε τονίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο Υπόμνημα 352 ανωτέρω, το τεκμήριο αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης και ότι αυτό έχει αναγνωριστεί τόσο από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Ακόμη και όταν με την γραπτή κατάθεση του κάποιος κατηγορούμενος ενοχοποιεί τον εαυτό του, το να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής δεν είναι αρκετό, αν από την λοιπή μαρτυρία δεν αποδεικνύεται η κατηγορία, για να αναιρέσει την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για απόδειξη της κατηγορίας και την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ποινική Έφεση 161/2007, ημερομηνίας 22.11.2007, Charles Rodney v. Αστυνομίας). Το περιεχόμενο της κατάθεσης της Κατηγορουμένης Τ.4, στην ολότητα του σχεδόν, δεν έρχεται σε αντίφαση με τα όσα ο Μ.Κ.1 έχει καταθέσει αλλά ούτε και με την πραγματική μαρτυρία. Η δήλωση της Κατηγορούμενης που περιέχεται στην γραπτή της κατάθεση Τ.4 ότι αντιλήφθηκε πρώτα ένα μεγάλο αυτοκίνητο από απέναντι της και για να διασφαλίσει ότι θα διέλθει με ασφάλεια χρησιμοποίησε τα φρένα της, δεν εξυπακούει και δεν συνάδει με την εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι είχε η μπορούσε να αντιληφθεί τι θα εμφανιζόταν πίσω από το εν λόγω αυτοκίνητο μετά την διέλευση του από δίπλα της. Ο κίνδυνος και η σύγκρουση με τον πεζό δεν προκλήθηκε λόγω της παρουσίας στον δρόμο από την απέναντι κατεύθυνσης της πορείας που ακολουθούσε η Κατηγορούμενη του εν λόγω αυτοκινήτου αλλά από την ξαφνική εμφάνιση του πεζού πίσω από αυτό και σε απόσταση μόλις 1-2 μέτρων από το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος της Κατηγορούμενης. Συνακόλουθα αποδέχομαι ότι τα όσα αναφέρονται στην Κατάθεση της Κατηγορούμενης Τ.4, η οποία κατατέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και το περιεχόμενο της δεν αμφισβητήθηκε από κανένα άλλο μάρτυρα, ανταποκρίνεται στη αλήθεια. Επισημαίνω στο στάδιο αυτό ότι όπως σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αναφερθεί, το κάθε μέρος του περιεχομένου της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των ισχυρισμών και γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα η έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Το Δικαστήριο δε είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης [βλέπε υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και υπόθεση Φίλιππος Κωνσταντινίδης ν. Της Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ 190]. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι κατά την 21/07/06 και περί ώρα 08:30 το πρωί η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο KLP 452 κατά μήκος της οδού Μακαρίου στην Χλώρακα προς το χωριό Λέμπα με κατεύθυνση ως το βέλος που έχει σημειωθεί με το γράμμα Α στο Τ.
  1. Οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της, μπροστά της δεν υπήρχε αυτοκίνητο και ο δρόμος ήταν ελεύθερος. Επίσης πίσω της δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο. Η ταχύτητα της ήτα περίπου 30 ΧΑΩ και φορούσε την ζώνη της. Στο αυτοκίνητο της είχε συνεπιβάτη την αδελφή της, Λουϊζα Αραμπίδου και στο πίσω κάθισμα την κόρη της Αλεξάντρα, ηλικίας 2 χρονών. Στην αριστερή και επίσης στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της, όπου υπήρχε διαπλάτυνση του δρόμου και κάτι σαν χώρος στάθμευσης, υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα αγνώστων στοιχείων αφού η κατηγορούμενη δεν τα θυμόταν. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, απέναντι από εκείνην, ένα πολύ μεγάλο αυτοκίνητο ερχόταν προς αυτήν. Η Κατηγορούμενη βλέποντας το μεγάλο αυτοκίνητο χρησιμοποιώντας αρχικά τα φρένα της ελάττωσε ταχύτητα και αφού τα ελευθέρωσε στην συνέχεια εκινείτο με ταχύτητα 30 ΧΑΩ. Την στιγμή που το εν λόγω αυτοκίνητο περνούσε δίπλα από το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, εμφανίστηκε ένας πεζός άνδρας ονόματι Γεώργιος Μιχαήλ (ο πεζός) πίσω από αυτό, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τον δρόμο, από την δεξιά προς την αριστερή πλευρά, σύμφωνα με την πορεία της. Η Κατηγορούμενη είδε τον πεζό άνδρα μόλις διήλθε το εν λόγω αυτοκίνητο από δίπλα της στην απόσταση του ενός ή δύο μέτρων περίπου, μακριά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της αφού προηγουμένως δεν ήταν ορατός διότι η παρουσία του καλυπτόταν από το μεγάλο αυτοκίνητο. Η Κατηγορούμενη μόλις αντελήφθηκε την παρουσία του πεζού και την προσπάθεια του να διασταυρώσει προσπάθησε να αποφύγει να τον κτυπήσει, με το αυτοκίνητο της, στρίβοντας το τιμόνι της στην αριστερή πλευρά. Η προσπάθεια αυτή της Κατηγορούμενης περιοριζόταν από τα στην αριστερή πλευρά του δρόμου στο χώρο της διαπλάτυνσης σταθμευμένα αυτοκίνητα. Λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης του πεζού, της μικρής απόστασης που αυτός ενεφανίσθη, την ταχύτητα του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης και τις λοιπές επικρατούσες συνθήκες, η Κατηγορούμενη δεν μπόρεσε να τον αποφύγει με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει. Αρχικά ο πεζός κτυπήθηκε με το μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης και ακολούθως αυτός εκτινάχθηκε στον αέρα, κτύπησε στον ανεμοθώρακα και έπεσε κάτω στον δρόμο. Το σημείο που το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης συγκρούστηκε με τον πεζό αποτελεί εύρημα μου ότι είναι το σημείο Χ επι του Τ.3 το οποίο απέχει 2.20 μέτρα από το μέσο του δρόμου αφού το πλάτος που κατελάμβαναν οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας ήταν 6.00 μέτρα. Το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης ακινητοποιήθηκε στην θέση Α1 επι του Τ.3 όπου και το εντόπισε ο Μ.Κ.1 όταν αφίχθηκε στην σκηνή. Ο πεζός στην συνέχεια με ασθενοφόρο μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Η Κατηγορούμενη σε κατάσταση σιόκ (κλονισμού) παρέμεινε στην σκηνή μέχρι που ήρθε η Αστυνομία, ο Μ.Κ.1, ο οποίος πήρε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο Τ.
  2. Η Κατηγορούμενη λόγω του σιόκ (κλονισμού) που υπέστη το μόνο που κατόρθωσε να αναφέρει και να υποδείξει στον Μ.Κ.1 στην σκηνή ήταν το σημείο σύγκρουσης που σημειώθηκε με το γράμμα Χ επί του Τ.
  3. Επίσης αποτελεί εύρημα μου ότι η Κατηγορούμενη το πρόχειρο σχέδιο Τ.2 το υπέγραψε την ημέρα που έδωσε την κατάθεση της Τ.4 στις 14/8/2006 και όχι την ημέρα του δυστυχήματος στην σκηνή. Με το εν λόγω σχέδιο η Κατηγορούμενη συμφώνησε πλήρως και ο Μ.Κ.1 προτού το υπογράψει της το έδειξε και της το επεξήγησε. Από το δυστύχημα η Κατηγορούμενη δεν τραυματίστηκε ενώ ο πεζός ενώ ευρισκόταν για νοσηλεία στο Γ.Ν. Πάφου στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης, απεβίωσε στις 18/8/2006 λόγω καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας ως το πόρισμα του Ιατροδικαστή. Ο Μ.Κ.1 έλαβε κατάθεση από την Κατηγορούμενη στην Αγγλική γλώσσα που αυτή κατανοεί πλήρως στις 14/8/2006, Τ.4, της οποίας πιστή μετάφραση αποτελεί το Τ.
  4. Ο Μ.Κ.1 λόγω του ότι δεν είχε στην διάθεση του άλλη μαρτυρία εισηγήθηκε να μην διωχτεί ποινικά η Κατηγορούμενη, όμως κατόπιν οδηγιών από τον υπεύθυνο της υπηρεσίας του αξιωματικό, στις 16/9/2006 την κατηγόρησε γραπτώς και πάλιν στην αγγλική γλώσσα, ως το Τ.5 και η πιστή μετάφραση του στα Ελληνικά Τ.
  5. Η Κατηγορούμενη όταν κατηγορήθηκε απάντησε«I believe that the accident was not my fault». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1. Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια [βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 A.A.Δ 378]. Περαιτέρω όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Σκεύης Χριστοφόρου -ν- Ανδρέα Τρύφωνος
(1999)1Γ, Α.Α.Δ 1516, στην σελίδα 1520, απορρίπτοντας την έφεση της ενάγουσας, ο εφεσίβλητος δεν ήταν υπεύθυνος οποιασδήποτε αμέλειας αφού αυτός προχωρούσε με χαμηλή ταχύτητα και η ενέργεια της ενάγουσας ήταν τόσο ξαφνική ώστε δεν του επέτρεψε να προβεί σε οποιαδήποτε αποτελεσματική αντίδραση. Στηνπαρούσα υπόθεση, ο πεζός εξήλθε ξαφνικά πίσω από το μεγάλο αυτοκίνητο που κατευθυνόταν από την απέναντι πλευρά της Κατηγορούμενης και σε αντίθετη με την δική της πορεία. Η παρουσία του πεζού προτού εμφανισθεί αίφνης πίσω και μόλις πέρασε από δίπλα του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης το εν λόγω αυτοκίνητο, δεν ήταν εμφανής λόγω του ότι την εμπόδιζε τούτο, συνακόλουθα ο κίνδυνος παρουσιάστηκε μπροστά από την Κατηγορούμενη στα 1-2 μέτρα. Ενώπιον μου δε δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη είδε η μπορούσε να προβλέψει την παρουσία του πεζού προτού διέλθει το φορτηγό η να διαπιστώσει την πρόθεση του να διασταυρώσει από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία της. Αντιθέτως η μόνη μαρτυρία είναι αυτή της Κατηγορούμενης που περιέχεται στο Τ.4, η οποία και επειδή την έκρινα αξιόπιστη, απετέλεσε και την μόνη βάση της κατάληξης μου στα πιο πάνω ευρήματα. Περαιτέρω δεν αποδέχομαι ότι ο εντοπισμός του εν λόγω μεγάλου αυτοκινήτου από την Κατηγορούμενη δικαιολογεί την θέση όπως την εξέφρασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, περί ύπαρξης η πρόβλεψης κινδύνου. Τόσο το μεγάλο αυτοκίνητο όσο και η Κατηγορούμενη από την ενώπιον μου μαρτυρία εκινούντο σύννομα στην λωρίδα κυκλοφορίας τους και η ταχύτητα της Κατηγορούμενης επίσης ήταν μέσα στο επιτρεπόμενο όριο. Ακόμη δεν υπήρχε προηγουμένως καμία ένδειξη ότι πίσω από το μεγάλο αυτοκίνητο υπήρχε ο πεζός ο οποίος θα επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο σε σημείο που ούτε σημείο διάβασης πεζών υπήρχε αλλά και τίποτα που θα μπορούσε να θέσει την Κατηγορούμενη σε εγρήγορση για το ενδεχόμενο αυτό. Δεν τέθηκε, συνεπώς ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει παράλειψη της Κατηγορουμένης να λάβει τα αναγκαία αποτρεπτικά μέτρα τα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος, ώστε να μπορεί να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτήν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας,
(1994)2 A.Α.Δ 217. Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι η Κατηγορούμενη δεν υπήρξε υπαίτια οποιασδήποτε συμπεριφοράς η παράλειψης που να ανάγεται σε αμέλεια. Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. €100,00 έξοδα να καταβληθούν από την Κ.Δ. ........................................... Κατσικίδης Τάσος Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.