Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέας Μενελάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3415/07, 18.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3415/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και
- Αντρέας Μενελάου
- Ματθαίος Αναστάση Ημερομηνία: 18.2.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο 1: κ. Π΄Ζαχαρία. Για Κατηγορούμενο 2 : κ. Γ. Σιαηλής. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία ανασκαφής αρχαιοτήτων χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 14
(1)
(2)(α) του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου, Κεφ. 31 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι στις 16.10.06 στην οδό Ισαάκ και Σολωμού στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου, διεξήγαγαν ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση αρχαιοτήτων χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3-10. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί έδωσαν ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και των κατηγορουμένων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 2177 Γιώργος Κουλουντής, εξεταστής της υπόθεσης. Κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε ως τεκμήριο 1 ένα κομμάτι αλουμινίου, το οποίο του παρέδωσε ο Μ.Κ.2 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 πέραν των όσων θυμόταν από τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα αυτής. Όσα γνώριζε ήταν αυτά που ανέφερε στην κατάθεση του ο Μ.Κ.
- Πρέπει δε να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.1 δεν άφησε στο Δικαστήριο καμιά αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια του ενώ η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 3090 Σπύρος Πενταράς του Αστυνομικού Σταθμού Πέγειας. Στην κυρίως εξέταση του, μέρος της οποίας αποτέλεσε η κατάθεση του, είπε ότι στις 16.10.06 και ώρα 18:00 ενώ βρισκόταν καθήκον έλαβε πληροφορία ότι σε ανεγειρόμενη οικοδομή παρά την οδό Τάσου Ισαάκ και Σολωμού στην Πέγεια άγνωστα άτομα, τα οποία έσκαβαν τάφο, έκλεβαν αρχαιότητες. Αμέσως μετά αναχώρησε για το μέρος όπου έφθασε περί ώρα 18:
- Εκεί υπήρχε μια ανεγειρόμενη οικοδομή και πίσω από μεγάλο εκσκαφέα που ήταν σταθμευμένος είδε τους κατηγορούμενους να σκάβουν στην άκρη του χωματόδρομου. Αυτοί μόλις τον αντιλήφθηκαν σταμάτησαν ότι έκαναν. Τότε ο μάρτυρας εξήλθε του περιπολικού και είδε εκεί που έσκαβαν και στέκονταν ότι το έδαφος ήταν σκαμμένο πολύ ελαφρώς και υπήρχαν κάποια αντικείμενα θαμμένα όπως παλιά κουζάκια που έμοιαζαν με αρχαιότητες. Τότε τους πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπρατταν, τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο και αυτοί του απάντησαν προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες όπως «Ρε κουμπάρε να χαρείς» «δεν είναι τούτο που νομίζεις», «έχω τέσσερα μωρά», «χάρις μας την». Αυτά είναι φράσεις που λέχθηκαν μεταξύ άλλων και από τους δύο κατηγορούμενους. Επίσης στο μέρος που έσκαβαν βρήκε ένα κομμάτι μέταλλο περίπου 50 εκατοστών (τεκμήριο 1) και όταν ρώτησε τι ήταν ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε «Είναι μ΄ αυτό που έσκαβα». Τότε ο μάρτυρας παρέλαβε το εν λόγω αντικείμενο και επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου 1 στο νόμο. Εκείνος απάντησε «Έσκαβα μ' αυτό και με τα χέρια μου». Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κάποια όμως σημεία της μαρτυρίας του για τους λόγους που θα εξηγήσω δεν γίνονται δεκτά. Συγκεκριμένα: Δέχομαι από τη μαρτυρία του ότι όταν έφθασε στο μέρος είδε τον κατηγορούμενο 1 να σκάβει στο συγκεκριμένο σημείο εφόσον αυτό το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 στην κυρίως εξέταση του. Δεν μπορεί όμως να λεχθεί το ίδιο και αναφορικά με το ότι είδε και τον κατηγορούμενο 2 να σκάβει. Αυτό γιατί η μαρτυρία του σε σχέση με το θέμα αυτό δεν ήταν συνεπής. Συγκεκριμένα ενώ στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε ότι είδε και τους δύο κατηγορούμενους να σκάβουν στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι τους βρήκε εκεί να «ασχολούνται», χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς έκανε ο καθένας, κάτι που ανέφερε και στη συνέχεια. Μετά ανέφερε ότι όταν πήγε εκεί οι κατηγορούμενοι στέκονταν μπροστά από τον εκσκαφέα ο ένας κοντά στον άλλο. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να σκάβει και να κρατά στα χέρια του το τεκμήριο 1 και δίπλα του βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 2 και μόνο στη συνέχεια σε ερώτηση πως έσκαβε ο καθένας είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν δίπλα από τον κατηγορούμενο 1 και μετακινούσε χώματα με τα χέρια του. Σε σχέση με αυτό όμως όταν ερωτήθηκε αν ήταν λερωμένα τα χέρια του κατηγορούμενου 2 είπε ότι δεν τα έλεγξε. Δεν δέχομαι λοιπόν από τη μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος 2 έσκαβε όταν ο Μ.Κ.2 πήγε στο μέρος. Δέχομαι όμως καθότι αυτό ενισχύεται και από τα όσα είπε ο κατηγορούμενος 1 στην κυρίως εξέταση του και δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν κοντά του την ώρα που αυτός έσκαβε και τον παρακολουθούσε. Όσον αφορά το ότι ο μάρτυρας είπε ότι από τη συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι φαινόταν ότι προτίμησαν με τον εκσκαφέα να κρύψουν τα αυτοκίνητα τους και κάποιες από τις κινήσεις τους αυτό προφανώς αποτελούσε, ως άλλωστε και ο ίδιος ανέφερε, τη γνώμη του η οποία όμως δεν φαίνεται να είναι εύλογη. Αυτό γιατί ο ίδιος ανέφερε σε προηγούμενο στάδιο ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ορατοί από τον κύριο δρόμο και έτσι δεν είναι λογικό αυτοί να ήθελαν να κρύψουν τις ενέργειες τους και ενώ στάθμευσαν τα αυτοκίνητα τους, ως ήταν στην ουσία η θέση του μάρτυρα, με τέτοιο τρόπο ώστε αυτά να μην είναι ορατά, οι ίδιοι δεν φρόντισαν να μην φαίνονται από τον κύριο δρόμο και μάλιστα σε κατοικημένη περιοχή και σε ώρα που υπήρχε φως της μέρας. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 με εξαίρεση τα όσα προαναφέρθηκαν, γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Όσον δε αφορά τις δικαιολογίες που του προέβαλαν οι κατηγορούμενοι στην αντεξέταση του είπε ότι λέχθηκαν και από τους δύο αρκετά πράγματα και ότι, στην ουσία, όσα κατέγραψε στην κατάθεση ήταν αυτά που θυμόταν και λέχθηκαν και από τους δύο. Σε άλλο σημείο στη συνέχεια διευκρίνισε ότι δεν εννοούσε ότι είπαν τις ίδιες φράσεις και οι δύο αλλά κάποιες ο ένας και κάποιες ο άλλος. Δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί ποιος είπε τι ούτως ώστε αυτό να μπορέσει να αξιολογηθεί για τον καθένα ξεχωριστά. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συγκεκριμένο εύρημα ως προς αυτό. Πρέπει όμως εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί ότι οι πλείστες των φράσεων που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μάρτυρα του είπαν οι κατηγορούμενοι δεν συνάδουν απαραίτητα με παραδοχή ότι διέπραξαν κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα. Τέλος όσον αφορά τα αντικείμενα που βρήκε στη σκηνή ήτοι τα «κουζάκια» ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν αφαιρέθηκε κάτι αλλά γνωρίζει ότι αυτά βρίσκονταν μέσα στο χώμα και έγινε προσπάθεια να αφαιρεθεί ποσότητα χώματος γύρω από αυτά. Ο δε χώρος στο σημείο δεν έμοιαζε με σπήλαιο ή τάφο. Ο κατηγορούμενος 1 στην κυρίως εξέταση, μέρος της οποίας αποτέλεσε η κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ανέφερε τα ακόλουθα: Εργαζόταν τους τελευταίους εφτά μήνες ως μηχανοδηγός στον κατηγορούμενο
- Στις 16.10.06 και περί ώρα 17:40 είχε ραντεβού με τον κατηγορούμενο 2 στην οδό Ισαάκ και Σολωμού στην Πέγεια για να του υποδείξει τη δουλειά που θα έκανε την επόμενη μέρα. Ούτε εκείνη τη μέρα αλλά ούτε και τις προηγούμενες εργαζόταν στο συγκεκριμένα εργοτάξιο αλλά αλλού. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να πάνε κοντά στην εσκαφή για να του υποδείξει ο κατηγορούμενος 2 τι θα κάνει σε κάποια στιγμή ενώ περπατούσαν είδε κάτι το παράξενο πάνω σε ένα όχτο που του κίνησε την περιέργεια και πήρε ένα κομμάτι αλουμίνιο το οποίο ήταν στο έδαφος και άρχισε να σκάβει γύρω από τον όχτο για να δει τι υπήρχε εκεί. Έσκαβε για περίπου δύο λεπτά και καθώς έσκαβε είδε δύο αγγεία το ένα από τα δύο φαινόταν σπασμένο ενώ το άλλο όσο και φάνηκε το μπροστινό του μέρος. Το χρώμα τους δεν το πρόσεξε γιατί υπήρχαν πάνω χώματα. Παρών την ώρα που έσκαβε ήταν και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος έβλεπε μόνο. Σε κάποια στιγμή ενώ έσκαβε έφτασε στο μέρος ένας Αστυνομικός, ο οποίος το ρώτησε τι κάνει και εκείνος του εξήγησε τι έγινε. Οι φράσεις που ανέφερε ο Μ.Κ.2 ότι είπαν δεν τις είπαν. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν είδε πλέον τα αντικείμενα δεν υποψιάστηκε ότι ήταν αρχαία. Στη συνέχεια είχε μια υπόνοια αλλά δεν ήταν σίγουρος. Δεν δέχτηκε όμως ότι διεξήγε ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση αρχαίων. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάρκεια της ήταν εμφανές ότι προσπάθησε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο
- Αυτό γιατί ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 την ώρα που αυτός έσκαβε τον έβλεπε στην αντεξέταση είπε ότι εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 2 ήταν στα 3-4 μ. και ότι τηλεφωνούσε και δεν ξέρει αν τον έβλεπε. Επίσης σε αντίθεση με την κατάθεση του όπου ανέφερε ρητά ότι ο Αστυνομικός έφτασε εκεί ενώ ο ίδιος έσκαβε στην προσπάθεια του να διαψεύσει το Μ.Κ.2 στην αντεξέταση του είπε ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήλθε την ώρα που αυτός έσκαβε αλλά την ώρα που κοίταζε. Ως εκ τούτου οι πιο πάνω θέσεις που εξέφρασε κατά την αντεξέταση του δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση, μέρος της οποίας αποτέλεσε η κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 16.10.06 και περί ώρα 17:50 περίπου συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 και μετέβηκαν στην οδό Ισαάκ και Σολωμού στην Πέγεια όπου διεξήγε εργασίες η εταιρεία του κατηγορούμενου 2, για να υποδείξει στον κατηγορούμενο 1 τι εσκαφή να κάνει κοντά στον υφιστάμενο δρόμο. Όταν υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1 τον τόπο που θα έκανε την εκσκαφή ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε μπροστά γύρω στα 3 - 4 μέτρα και του είπε τι είναι αυτό δίπλα στον δρόμο και εννοούσε ένα νεροφάγωμα. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε δεν ξέρω και ο κατηγορούμενος 1 άρχισε με τα χέρια του να σκάβει και έβγαλε μία σίκλα περίπου χώμα. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι κάτι έχει μέσα και στο μέρος αμέσως εμφανίστηκε ένας Αστυνομικός και τους ρώτησε τι κάνουν. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι έφερε τον οδηγό για να του υποδείξει το χώρο εργασίας του για την επόμενη. Κατά την παραμονή του στο μέρος ο κατηγορούμενος 2 πρόσεξε ότι στο νεροφάγωμα και συγκεκριμένα εκεί που έσκαψε με τα χέρια του ο κατηγορούμενος 1 υπήρχε μισό ξεθαμμένο ένα πήλινο αγγείο. Δεν γνωρίζει εάν είναι αρχαίο. Σε καμιά περίπτωση δεν άγγιξε το αγγείο ούτε και έβγαλε χώμα αλλά ούτε και πρόσεξε ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα. Εάν το έβλεπε από την αρχή θα ειδοποιούσε την Αστυνομία. Πρόσθεσε στην κυρίως εξέταση του ότι την ώρα που έφθασε στο μέρος ο Μ.Κ.2 ο ίδιος ήταν κοντά στο αυτοκίνητο του και μιλούσε στο κινητό του και ήταν 3-4 μ από τον κατηγορούμενο
- Η θέση όμως του κατηγορούμενου 2 ως προς το τι έκανε την ώρα που ο κατηγορούμενος 1 έσκαβε και συγκεκριμένα ότι μιλούσε στο κινητό του και ήταν κοντά στο αυτοκίνητο του δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το λόγο ότι την εκδοχή αυτή δεν την ανέφερε στην κατάθεση του την οποία μάλιστα υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου η εκδοχή αυτή δεν τέθηκε στο Μ.Κ.2 για να τη σχολιάσει και να μπορέσει το Δικαστήριο να την αξιολογήσει. Αντίθετα κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 από το συνήγορο του κατηγορούμενου 2 αυτό που του τέθηκε σχετικά ήταν ότι κατά το χρόνο εκείνο ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 στο Δικαστήριο ως προς το θέμα αυτό αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του. Αντίθετα από την υπόλοιπη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 φαίνεται ότι την ώρα που έσκαβε ο κατηγορούμενος 1 αυτός βρισκόταν κοντά του και έβλεπε τι έκανε. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικημάτος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανασκαφής αρχαιοτήτων χωρίς άδεια, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 14
(1)
(2)(α) του περί Αρχαιοτήτων Νόμου, είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να ανασκάπτει ή να αποπειράται να ανασκάψει ή να ή μεριμνά ώστε να διενεργηθούν ανασκαφές είτε στη δική του γή ή πουθενά αλλού
- Αυτό να γίνεται για το σκοπό ανακάλυψης αρχαιοτήτων.
- Και χωρίς έγγραφη άδεια από το Διευθυντή που να αποκτήθηκε προηγουμένως για το σκοπό αυτό. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και έγινε δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 16.10.06 και περί ώρα 18:07 μετά από πληροφορία που δόθηκε στον Αστ.3090 Σπύρο Πενταρά (Μ.Κ.2) περί ώρα 18:00 ότι σε ανεγειρόμενη οικοδομή παρά την οδό Τάσου Ισαάκ και Σολωμού στην Πέγεια άγνωστα άτομα έσκαβαν τάφο και έκλεβαν αρχαιότητες ο Μ.Κ.2 έφθασε στο συγκεκριμένο σημείο. Επρόκειτο για εργοτάξιο συγκροτήματος διαμερισμάτων του οποίου η ανέγερση δεν είχε ολοκληρωθεί. Πίσω από μεγάλο εκσκαφέα που ήταν σταθμευμένος είδε τον κατηγορούμενο 1 να σκάβει με ένα κομμάτι αλουμινίου μήκους 50 περίπου εκατοστών (τεκμήριο 1) και με τα χέρια στην άκρη χωματόδρομου σε όχθο που είχε δημιουργηθεί κατά τις εργασίες διάνοιξης δρόμου. Ο δε κατηγορούμενος 2 στεκόταν κοντά στον κατηγορούμενο 1 και τον παρακολουθούσε. Όταν εξήλθε του περιπολικού και πλησίασε στο σημείο που βρίσκονταν οι δύο κατηγορούμενοι ο Μ.Κ.2 είδε ότι εκεί το έδαφος ήταν σκαμμένο πολύ ελαφρώς και υπήρχαν κάποια αντικείμενα θαμμένα στο χώμα, όπως παλιά κουζάκια που έμοιαζαν με αρχαιότητες και γύρω τους είχε αφαιρεθεί ποσότητα χώματος. Με βάση τα όσα είδε ο Μ.Κ.2 ο χώρος στο σημείο δεν έμοιαζε με τάφο ή σπήλαιο. Κατά την ώρα εκείνη υπήρχε φως της ημέρας και οι κατηγορούμενοι στο σημείο όπου βρέθηκαν ήταν ορατοί από τον κύριο δρόμο. Η δε περιοχή εκεί ήταν κατοικημένη. Δεν βρέθηκαν στη σκηνή οποιαδήποτε σκαπτικά εργαλεία και τα οχήματα των κατηγορουμένων τα οποια ήταν σταθμευμένα πολύ κοντά στο σημείο δεν ερευνήθηκαν για να διαπιστωθεί κατά πόσο αφαιρέθηκε οτιδήποτε προηγούμενως. Ο εκσκαφέας δεν βρισκόταν σε λειτουργία, ούτε και ερευνήθηκε κατά πόσο μπορούσε να ξεκινήσει. Αργότερα την ίδια μέρα το χώρο επισκέφθηκαν οι Δημήτρης Βαρνάβα και Νεοπτόλεμος Δημήτριου του Τμήματος Αρχαιοτήτων Πάφου, οι οποίοι μετά από επιθεώρηση διαπίστωσαν ότι στο σημείο υπήρχε αρχαίος τάφος. Στη συνέχια στο μέρος τοποθετήθηκε ο αρχαιοφύλακας του Τμήματος Αρχαιοτήτων Πάφου Ιωάννης Χαραλάμπους, ο οποίος ανέλαβε καθήκον φρούρησης μέχρι τις 08:00 της 17.10.
- Στις 17.10.06 ο τάφος ανασκάφηκε από τον Τεχνικό Ν. Δημητρίου με τη βοήθεια δύο εργατών του Τμήματος Αρχαιοτήτων Πάφου. Διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για μικρό τάφο θαλαμοειδή, Αρχαϊκής περιόδου, λαξευτό στο φυσικό πέτρωμα της περιοχής. Το μεγαλύτερο μέρος του τάφου είχε καταστραφεί κατά τη διάνοιξη του δρόμου και το τμήμα που απέμεινε έδωσε δύο ακέραιους αμφορείς, ένα κύπελλο σχεδόν ακέραιο, μια οινοχόη σπασμένη και αρκετά όστρακα τα οποία ανήκουν σε διάφορα σχήματα αγγείων που είχαν καταστραφεί. Βρέθηκαν επίσης λίγα τμήματα από τα οστά του σκελετού. Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Επαρχιακό Μουσείο Πάφου για καθαρισμό, συντήρηση και φύλαξη. Το θέμα λοιπόν που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο η ενέργεια του κατηγορούμενου 1 να σκάψει στο συγκεκριμένο σημείο αποτελεί ανασκαφή. Στον περί Αρχαιοτήτων Νόμο δεν δίδεται ο ορισμός του όρου «ανασκάπτω». Από τα λεκτικό όμως του άρθρου 14
(1)
(2)συνάγεται ότι το κατά πόσο μια ενέργεια αποτελεί ανασκαφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σκοπό για τον οποίο γίνεται. Δεν είναι κάθε εκσκαφή που μπορεί να αποτελέσει ανασκαφή εντός της έννοιας του υπό αναφορά νόμου. Για να θεωρηθεί ότι μια εκσκαφή αποτελεί ανασκαφή πρέπει να έχει συγκεκριμένο και μοναδικό σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Το ότι λοιπόν στην παρούσα ο κατηγορούμενος 1 θεάθηκε στην παρουσία του κατηγορούμενου 2 να σκάβει στο συγκεκριμένο σημείο δεν οδηγεί από μόνο του σε συμπέρασμα ότι προέβαινε σε ανασκαφή εντός της έννοιας του άρθρου 14
(1)
(2)του περί Αρχαιοτήτων Νόμου. Πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί ότι αυτό γινόταν με σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Λόγω του ότι η απόδειξη τέτοιου σκοπού συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια. Η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται στη νομολογία με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Η περιστατική λοιπόν μαρτυρία, η οποία υπάρχει στην παρούσα είναι η εξής:
- Οι κατηγορούμενοι θεάθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο ο μεν πρώτος να σκάβει ο δε δεύτερος να στέκεται κοντά του και να τον παρακολουθεί. Τα δε αντικείμενα όταν έφθασε εκεί ο Μ.Κ.2 ήταν ακόμη μέσα στο χώμα δηλ. δεν είχαν αφαιρεθεί αλλά μετακινήθηκε μικρή ποσότητα χώματος γύρω από αυτά. Περαιτέρω τα αυτοκίνητα των κατηγορουμένων δεν ερευνήθηκαν για να διαπιστωθεί κατά πόσο είχε αφαιρεθεί κάτι προηγουμένως.
- Ο χώρος εκεί ήταν εργοτάξιο συγκροτήματος διαμερισμάτων το οποίο δεν ήταν τελειωμένο. Βρισκόταν δε σε κατοικημένη περιοχή.
- Ως ανέφερε ο Μ.Κ.2 όταν εκείνος πήγε εκεί ο χώρος δεν έμοιαζε με τάφο ή σπήλαιο.
- Στο μέρος είχε προηγηθεί το άνοιγμα δρόμου, ενέργεια που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του τάφου ως διαπιστώθηκε αργότερα από τους λειτουργούς του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Δεν υπάρχει όμως μαρτυρία ότι οι εργασίες ανοίγματος του δρόμου έγινε από τους κατηγορούμενους και πότε. Ο δε εκσκαφέας που ήταν στη σκηνή την ώρα που έφθασε ο Μ.Κ.2 δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Ούτε και εξετάσθηκε κατά πόσο μπορούσε να λειτουργήσει.
- Ούτε στο σημείο ούτε στην κατοχή των κατηγορουμένων βρέθηκαν οποιαδήποτε σκαπτικά εργαλεία. Το μόνο που βρέθηκε ήταν ένα κομμάτι αλουμινίου μήκους 50 εκατοστών με το οποίο έσκαβε ο κατηγορούμενος 1 (τεκμήριο 1). Το μέταλλο αυτό μπορούσε κάποιος να το πάρει από το χώρο αφού επρόκειτο για υπό ανέγερση οικοδομή.
- Τη συγκεκριμένη ώρα υπήρχε φως της ημέρας.
- Οι κατηγορούμενοι εκεί που βρέθηκαν ήταν ορατοί από τον κύριο δρόμο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πιο πάνω αναφερθείσα περιστατική μαρτυρία κρίνω ότι αυτή δεν οδηγεί στο μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 έσκαβε στην παρουσία του κατηγορούμενου 2 με σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Αυτό γιατί βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία. Συγκεκριμένα από τη μαρτυρία των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 ήταν εργοδοτούμενος του κατηγορούμενου
- Στις 16.10.06 οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στο επίδικο εργοτάξιο συγκροτήματος διαμερισμάτων για να υποδείξει ο κατηγορούμενος 2 στον κατηγορούμενο 1 τη δουλειά που θα έκανε ο τελευταίος την επόμενη μέρα στο χώρο. Ούτε εκείνη τη μέρα αλλά ούτε και τις προηγούμενες μέρες ο κατηγορούμενος 1 εργαζόταν στο συγκεκριμένο εργοτάξιο αλλά αλλού. Ενώ βρίσκονταν στο μέρος ο κατηγορούμενος 1 είδε πάνω σε ένα όχτο, που δημιουργήθηκε κατά τις εργασίες ανοίγματος δρόμου κάτι παράξενο που του κίνησε την περιέργεια. Έτσι πήρε το τεκμήριο 1 το οποίο βρήκε στο χώρο και άρχισε να σκάβει γύρω από τον όχτο για να δει τι υπήρχε εκεί. Έσκαβε για περίπου δύο λεπτά και καθώς έσκαβε είδε δύο αγγεία το ένα από τα δύο φαινόταν σπασμένο ενώ το άλλο όσο και φάνηκε το μπροστινό του μέρος. Όταν ο κατηγορούμενος 1 είδε τα αντικείμενα αυτά δεν υποψιάστηκε ότι ήταν αρχαία. Παρών την ώρα που έσκαβε ήταν και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο
- Ενώ έσκαβε ο κατηγορούμενος 1 έφθασε στο μέρος ο Μ.Κ.
- Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω που αποτελούν στην ουσία την εκδοχή των κατηγορουμένων, η οποία δεν διαψεύστηκε, ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 έσκαβε δεν είχε ως σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Άλλωστε δεν είναι λογικό κάποιος, ο οποίος θέλει να κάνει μια παράνομη ανασκαφή με σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων να το πράξει αυτό σε κατοικημένη περιοχή, όντας ορατός από τον κύριο δρόμο κατά τη διάρκεια της ημέρας και χωρίς έστω και ένα σκαπτικό εργαλείο. Συνεπώς η πιο πάνω μαρτυρία συνάδει και με την εκδοχή των κατηγορουμένων ότι στην ουσία τυχαία εντόπισε ο κατηγορούμενος 1 μόλις πριν κάτι στο σημείο το οποίο του κίνησε την περιέργεια και έτσι άρχισε να σκάβει και δεν οδηγεί στο μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ως σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι ανέσκαπταν το σημείο με σκοπό την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Ως εκ των άνω οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final Αναφορά: Ποινική - Τελική - Ανασκαφή αρχαιοτήτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο