← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αθανάσιος Αντωνιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 12846/07, 24 Φεβρουαρίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αθανάσιος Αντωνιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 12846/07, 24 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ.Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12846/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή - ν - Αθανάσιος Αντωνιάδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (για να ακούσει απόφαση κ. Σ. Συμεού) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ν. Ιωάννου) Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος, και συγκεκριμένα ότι στις 17 Μαίου 2007 στη Λεωφόρο Παλληκαρίδη, στη Πάφο, της Επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΝΑ 327, αλόγιστα και επικίνδυνα για το κοινό, ήτοι προσπερνούσε επικίνδυνα και πήγαινε με πορεία ζικ-ζακ εντός της εν λόγω οδού. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Ειδικό Αστυφύλακα 5637, κον Νεόφυτο Κούβαρο, του Τμήματος Τροχαίας Πάφου, Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι για την παρούσα υπόθεση έκανε μία γραπτή κατάθεση την οποία και κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τ.1 και αφού την διάβασε, υιοθέτησε το περιεχόμενο της το οποίο και απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το τι αναφέρεται στην γραπτή του κατάθεση Τ.1 το έχω διέλθει με την δέουσα προσοχή το λαμβάνω υπόψη μου και εκεί όπου κρίνω ότι πρέπει να γίνει αναφορά θα το πράξω στο στάδιο της αξιολόγησης της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 απάντησε σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως ανέφερε ενώ διενεργούσε τροχονομικό έλεγχο στις 17.5.2007 αντελήφθηκε ένα αυτοκίνητο που κατευθυνόταν από την Λεωφόρο Ελλάδος προς την Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη προς την συμβολή που ελέγχετο από φώτα τροχαίας. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος μπαίνοντας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, στην αντίθετη δηλαδή λωρίδα κυκλοφορίας, άρχισε να προσπερνά τα προπορευόμενα του αυτοκίνητα που εκινούντο στην ίδια πορεία με αυτόν. Μετά από κάθε αυτοκίνητο που προσπερνούσε εισερχόταν ξανά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μπροστά από αυτό που μόλις προσπερνούσε και με την ενέργεια του αυτή υποχρέωνε τους οδηγούς των αυτοκινήτων που προσπερνούσε για να αποφύγουν την σύγκρουση με το όχημα αυτό είτε να φρενάρουν είτε να κινούνται αριστερότερα ως η πορεία τους. Στη εν λόγω οδό υπήρχε τροχαία κίνηση και αυτοκίνητα εκινούντο και προς τις δύο κατευθύνσεις, ήτοι και εξ αντιθέτου. Επειδή δε η εν λόγω Λεωφόρος είναι με δύο λωρίδες μία για κάθε κατεύθυνση, στην προσπάθεια του ο οδηγός του εν λόγω οχήματος να προσπερνά τα άλλα οχήματα που ευρίσκοντο μπροστά του, εισερχόταν συνεχώς στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς δεξιά και αριστερά, ζικ-ζακ, προκαλώντας και θέτοντας σε πολύ μεγάλο κίνδυνο τους άλλους οδηγούς. Για να αποφύγουν την σύγκρουση των οχημάτων τους με το εν λόγω αυτοκίνητο οι άλλοι οδηγοί αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν τα φρένα τους και να κινούνται πιο αριστερά του δρόμου. Οδηγός του εν λόγω οχήματος μετά που τον ανέκοψε διεπίστωσε ότι ήταν ο κος Αθανάσιος Αντωνιάδης, τον οποίον αναγνώρισε και υπέδειξε σαν τον Κατηγορούμενο που ευρίσκετο στο εδώλιο του κατηγορούμενου στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής׃ · Ότι όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ότι θα καταγγελθεί. · Απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο εξέδωσε για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης εξώδικο στον Κατηγορούμενο, απάντησε ότι για την παρούσα υπόθεση δεν προέβη στην έκδοση εξωδίκου όμως για άλλη υπόθεση τον κατάγγειλε και του εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο για το αδίκημα του προσπεράσματος σε άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Διευκρίνισε δε ότι το εν λόγω εξώδικο δεν έχει καμία σχέση με το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης. · Σε ερώτηση τι εννοεί όταν αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ζικ - ζακ απάντησε ότι αυτός εισερχόταν στην δεξιά πλευρά (αντίθετη λωρίδα κυκλοφορία ως η πορεία του) προσπερνούσε εισερχόταν ξανά στην αριστερή πλευρά του δρόμου και κάνοντας τους ίδιους ελιγμούς κατ' επανάληψη για πέντε φορές προσπέρασε τα πέντε αυτοκίνητα. · Ότι μόλις προσπερνούσε ένα αυτοκίνητο εισερχόταν μπροστά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και με τους ελιγμούς που έκανε ανάγκαζε τους άλλους οδηγούς να κατευθύνονται αριστερότερα ή να φρενάρουν απότομα για να αποφύγουν σύγκρουση μαζί του. · Ότι στην λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Πάφο, υπάρχει μια μεγάλη ευθεία μέχρι τα φώτα τροχαίας γύρω στα 400 - 500 μέτρα και ο ίδιος στεκόταν και πραγματοποιούσε τον έλεγχο στο μέσο περίπου της ευθείας. Αρνούμενος δε υποβολή ότι η ευθεία αυτή είναι πολύ λιγότερη σε απόσταση διευκρίνισε ότι επειδή υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου για πέντε χρόνια και συγκεκριμένα στις περιπολίες, έχει αρκετή εμπειρία για να εκτιμήσει μια απόσταση και συνεπώς η ευθεία που ανέφερε της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη είναι 400 - 500 μέτρα. · Ότι ο ίδιος δεν έχει μηχανικές γνώσεις και γι' αυτό δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στην υποβολή ότι ένα αυτοκίνητο μάρκας Honda δεν μπορούσε να προσπεράσει διαδοχικά πέντε αυτοκίνητα σε μια απόσταση 50 - 70 μέτρων. · Ότι η τροχαία κίνηση στην εν λόγω οδό ήταν αραιή και η εν λόγω οδός, Λεωφόρος Ευαγόρα Παλληκαρίδη, είναι διπλής κατεύθυνσης. · Ότι μπροστά του Κατηγορουμένου είχε πέντε αυτοκίνητα, η κίνηση ήταν αραιή, και επί της Λεωφόρου Ευαγόρα Παλληκαρίδη υπήρχαν τέσσερεις σταθμοί βενζίνης εκ των οποίων ο ένας βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου ως ήταν η πορεία του κατηγορουμένου κοντά στα φώτα τροχαίας. Το συγκεκριμένο βενζινάδικο έχει μια «Α» απόσταση από τα άλλα. · Ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος στο ενδιάμεσο της και εκεί που κοντεύει στα φώτα τροχαίας είχε σημανθεί με λευκή συνεχόμενη γραμμή η οποία όμως δεν γνωρίζει αν εξακολουθεί να υπήρχε την ημέρα που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο. · Σε υποβολή ότι όταν ανέκοψε το όχημα του Κατηγορουμένου αυτός τον ρώτησε για ποιο λόγο και αδίκημα τον καταγγέλλει και ότι η απάντηση που του έδωσε ήταν πως έγραφε κάτι δικό του χωρίς να του αναφέρει απολύτως τίποτε για το αδίκημα, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν συμφωνεί με την εν λόγω υποβολή σε καμία περίπτωση. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ανέφερε ότι׃ · Στο σημείο που προσπερνούσε ο Κατηγορούμενος τα πέντε αυτοκίνητα υπήρχε σήμανση στο οδόστρωμα συνεχούς άσπρης γραμμής διότι το σημείο ήταν κοντά στα φώτα τροχαίας, και · Ότι ο ίδιος κατά τον τροχονομικό έλεγχο βρισκόταν έξω από το υπηρεσιακό του αμάξι, φορούσε την στολή του με φωσφορούχο γιλέκο ο δε Κατηγορούμενος σταμάτησε όταν του έκανε σινιάλο. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως κάλεσε δε σαν Μ.Υ.1 την Γυναίκα Αστυφύλακα κα Άνδρη Κυπριανού, υπεύθυνη του Αρχείου Τροχαίας Πάφου. Στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής: Ότι στις 17/5/2007 και περί ώρα 21:00 κατευθυνόταν από τα φώτα Παπαντωνίου με το αυτοκίνητο του HNH 327 του οποίου είχε αποκοπεί το εξώστ με αποτέλεσμα να κάνει μεγάλο θόρυβο. Στα εβδομήντα περίπου μέτρα, τον ανέκοψε ο Μ.Κ.1 ο οποίος του ζήτησε την άδεια οδήγησης του. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 άρχισε να γράφει κάτι και όταν ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε τι γράφει αυτός του απάντησε ότι γράφει κάτι δικό του. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.1 για το κατά πόσο θα πληρώσει πρόστιμο για τον θόρυβο που έκανε το εξώστ του αυτοκινήτου του και αυτός του απάντησε «Μετά» και αφού του επέστρεψε την άδεια οδήγησης του είπε να πάει στο καλό. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι επειδή είχε την εντύπωση πως επρόκειτο να τον καταγγείλει για το εξώστ παρακάλεσε τον Μ.Κ.1 να τον αφήσει να φύγει. Σε σχετική ερώτηση από τον Συνήγορο του απάντησε ότι ο ίδιος ρώτησε τον Μ.Κ.1 για ποιο αδίκημα τον έγραφε πλην όμως ο Μ.Κ.1 του απάντησε ότι έγραφε κάτι δικό του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επέμενε να τον πληροφορήσει αν θα πλήρωνε πρόστιμο για το εξώστ και επίσης του είπε ότι το εξώστ ήταν τοποθετημένο στο πορτ - παγκάζ αφού είχε κοπεί. Στην συνέχεια ανέφερε ότι κλήθηκε στην Τροχαία Πάφου στις 23/5/2007 όπου του ανέφεραν ότι διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση οπόταν και διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Διευθυντή. Ο Διευθυντής της Τροχαίας Πάφου, ήταν η θέση του Κατηγορουμένου, ότι πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.1 που τον κατάγγειλε αλλά δεν τον βρήκε και γι' αυτό του είπε να περάσει ξανά στις 18:00 από την Τροχαία Πάφου όπου θα ήταν υπηρεσία ο Μ.Κ1 για να του εκδώσει εξώδικο και να του επιβάλει βαθμούς ποινής για να τελειώσει αυτή η ιστορία για να μην πάει στο Δικαστήριο. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι επέστρεψε στον Σταθμό Τροχαίας Πάφου η ώρα 18:00 βρήκε τον Μ.Κ.1 ο οποίος του είπε πως δεν έπρεπε να δει τον Υπεύθυνο της Υπηρεσίας του οπόταν ο Κατηγορούμενος του είπε πως δεν είπε ψέματα στον Υπεύθυνο του. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1, όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος, άρχισε να φωνάζει λέγοντας του ότι δεν θα του εκδώσει εξώδικο γιατί θα πρέπει να πάει στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να του εκδώσει εξώδικο έτσι ώστε να κλείσει το όλο θέμα. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 του εξέδωσε εξώδικο το οποίο πλήρωσε την ίδια ώρα και αναχώρησε από τον Σταθμό. Μετά από το περιστατικό αυτό, του επιδόθηκε η κλήση να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση. Στην συνέχεια κατέθεσε σαν Τεκμήριο 2 (χωρίς ένσταση από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής) το πιστοποιητικό πληρωμής εξωδίκου προστίμου με αρ. 1186853, ημερομηνίας 25/5/2007 που αφορά το αδίκημα της παραβίασης της συνεχούς λευκής γραμμής την οποία αναγνώρισε σαν το εξώδικο που του εκδόθηκε σχετικά με το συγκεκριμένο αδίκημα. Στην Αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές που του υπεβλήθησαν από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι: · Τα γεγονότα στα οποία έχει κάνει αναφορά έλαβαν χώρα τον Μάιο του
  1. · Σε υποβολή δε ότι η αναφορά που έκανε για το περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό Τροχαίας Πάφου δεν έλαβε χώρα, επέμενε ότι αυτό συνέβη όπως το περιέγραψε. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο για το κατά πόσο η πληρωμή του εξωδίκου αφορούσε καταγγελία για το εξώστ απάντησε: · Όχι για το εξώστ. Δεν ξέρω. Είχα 2 βαθμούς ποινής και πήγα, πλήρωσα €25,00 δεν ξέρω γιατί. Δεν νομίζω να με έγραψε στην Ευαγόρα Παλληκαρίδη ότι πέρασα την άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Δηλαδή στο ίδιο μέρος. Η Μ.Υ.1 κα Άνδρη Κυπριανού, στην κυρίως εξέτασή της, ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη του Αρχείου του Τμήματος Τροχαίας Πάφου. Ανεγνώρισε το Τ.2 σαν την απόδειξη πληρωμής του εξώδικου προστίμου υπ' αριθμό Η0750001462 που σύμφωνα με την εν λόγω απόδειξη επιβλήθηκε στον κον Αντωνιάδη Αθανάσιο. Το εν λόγω εξώδικο, Τ2, εξεδόθηκε και επιβλήθηκε για το αδίκημα της παραβίασης κατά την διάρκεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος συνεχούς άσπρης γραμμής που διεπράχθη στις 23.5.
  2. Διευκρίνισε δε ότι την ώρα της διάπραξης του αδικήματος δεν μπορούσε να την αναφέρει διότι επί του Τ2 δεν αναγράφεται. Στην αντεξέταση της η Μ.Υ.1, απαντώντας σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι το Τ2 εξεδόθηκε για το αδίκημα της παραβίασης κατά την διάρκεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος συνεχούς άσπρης γραμμής που διεπράχθη στις 23.5.
  3. Επίσης διευκρίνησε ότι το εξώδικο εκδίδεται και επιδίδεται την ημέρα, στον χρόνο και στον τόπο διάπραξης του αδικήματος στον αδικοπραγούντα. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις υπό του Δικαστηρίου ανέφερε: · Ότι η ημερομηνία 23.5.2007 που αναγράφεται στο Τ2 είναι η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και η ημερομηνία 25.5.2007 η ημερομηνία πληρωμής του ποσού του προστίμου. · Ότι την καταγγελία για το αδίκημα που αφορά το Τ2 την έκανε ο Ειδικός Αστυφύλακας 5637, Μ.Κ.
  4. Σε διευκρινιστική ερώτηση, που κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου υπεβλήθηκε στην Μ.Υ.1 από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου, αυτή ανέφερε και επανέλαβε ότι εκεί που αναγράφεται η ημερομηνία έκδοσης του εξωδίκου στο Τ.2, είναι η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αυτό αφορά. Στην αγόρευση της η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ένοχος. Τούτο διότι: · Η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. · Επίσης η ίδια Μ.Υ.1 Γυναίκα Αστυφ. 1412 κα. Άντρη Κυπριανού, με τα όσα ανέφερε κατέρριψε τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου περί έκδοσης εξωδίκου για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης η για άλλο αδίκημα την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό διεπράχθει το αδίκημα στην παρούσα υπόθεση, ήτοι στις 17/5/2009, αφού το εξώδικο που επεδόθει στον Κατηγορούμενο Τ.2 αφορά αδίκημα που διεπράχθει στις 23/5/2007 και όχι στις 17/5/
  5. · Περαιτέρω, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε αόριστα για ένα περιστατικό και αδίκημα που διέπραξε τον Μάϊο 2007 χωρίς να αναφερθεί σε ημερομηνία, σε ποιο μέρος αλλά ούτε και ποιος Αστυφύλακας τον κατάγγειλε και για τι αδίκημα. Συνακόλουθα είναι εισήγηση της ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει τον Κατηγορούμενο ένοχο. Αντίθετα ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Τούτο διότι από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας ετέθη ως υπεράσπιση του το γεγονός ότι για το εν λόγω αδίκημα εξεδόθη στον Κατηγορούμενο εξώδικο πρόστιμο το οποίο ο ίδιος πλήρωσε. Η μαρτυρία αυτή βρίσκεται στα χέρια της Κατηγορούσας Αρχής η οποία όχι μόνο δεν την προσκόμισε όπως όφειλε, σχετικές αποφάσεις R v Brown
(1997)3 ALL ER και Korellis v Cyrpus, Αίτηση Αρ. 54528/2000, ημερ. 7/1/2000 (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) αλλά όταν αποπειράθηκε η Υπεράσπιση να την προσκομίσει ηγέρθη ένσταση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτό εισηγείται αποτελεί μια κλασσική περίπτωση κακοδικίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και απόκρυψης στοιχείων ουσιαστικών για να αποφανθεί το Δικαστήριο αν είναι αθώος ή ένοχος ο Κατηγορούμενος. Είναι περαιτέρω εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ότι η ποινική αυτή υπόθεση δεν ανήκει στον Αστυνομικό Διευθυντή και στον εκάστοτε εκπρόσωπο του αλλά στον Κυπριακό λαό ο οποίος απαιτεί απονομή δικαιοσύνης και όχι επίτευξη καταδίκης πάση θυσία με οποιονδήποτε μέσο και τρόπο. Εν κατακλείδι είναι η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι επειδή το Δικαστήριο δεν είναι σίγουρο αν για το αδίκημα το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος εξεδόθη εξώδικο και πληρώθηκε, ο Κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Αστυφ. 5637 Νεόφυτος Κούβαρος, Μ.Κ.1, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, κατάθεσε με αντικειμενικό και σαφή τρόπο, παρέμεινε δε σταθερός στην θέση του παρά την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη. Επισημαίνω ειδικότερα ότι κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε: · Για το ότι δεν επέβαλε και δεν εξέδωσε ποτέ του εξώδικο πρόστιμο για το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση. · Ότι εξώδικο πρόστιμο επέβαλε στον Κατηγορούμενο για αδίκημα που διέπραξε σε άλλο χρόνο και που αφορούσε την παραβίαση άσπρης συνεχόμενης γραμμής επί του οδοστρώματος. · Ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε και προσπέρασε κατά τον ουσιώδη χρόνο πέντε αυτοκίνητα στην σειρά οδηγώντας κάνοντας ελιγμούς ζικ - ζακ. · Ότι ο τρόπος με τον οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο έθεσε σε κίνδυνο τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν την ίδια οδό. Περαιτέρω από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση ή ανακρίβεια και σε κανένα μέρος της δεν έχει κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατ' ελάχιστο που να επηρεάζεται η αξιοπιστία του Μ.Κ.
  1. Περαιτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.1, συνάδει πλήρως με την μαρτυρία της Μ.Υ 1 και το Τεκμήριο 2 σε σχέση με την επιβολή και έκδοση εξωδίκου προστίμου σε σχέση με άλλο αδίκημα που διαπράχθηκε από τον Κατηγορούμενο σε άλλο χρόνο. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της επι όλων των θεμάτων που αυτή καλύπτει. Ο Kατηγορούμενος στη δική του μαρτυρία περιέπεσε σε αντιφάσεις και αυτή σε αρκετά σημεία δεν συνάδει με την μαρτυρία της Μ.Υ.1, που ο ίδιος κλήτευσε για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν συνάδει σε πολλά σημεία η μαρτυρία του με τις θέσεις και υποβολές που ο συνήγορος του έθεσε στον Μ.Κ.
  2. Συγκεκριμένα: · Ενώ ισχυρίστηκε αρχικά ότι ουδέποτε είχε πληροφορηθεί για το ότι θα καταγγελθεί για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης, στην κυρίως εξέταση του και αναφερόμενος σε κάποιο συμβάν που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώραν στον Σταθμό Τροχαίας Πάφου, ο ίδιος είπε ότι ο Μ.Κ.1, όχι μόνο δεν του εξέδωσε εξώδικο αλλά του είπε ότι θα τον καταγγείλει για να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο. Ακολούθως, διαφοροποιώντας την αρχική του θέση υποστήριξε ότι του εξέδωσε εξώδικο ο Μ.Κ.1, στις 23/5/2007 το οποίο πλήρωσε την ίδια ημέρα καταβάλλοντας το ποσό των €25.
  3. Προς τούτο δε κατέθεσε το Τεκμήριο 2 που όπως εύκολα διαπιστώνεται αφορά άλλο αδίκημα που διαπράχθηκε σε άλλη ημερομηνία και εξεδώθη στις 25/5/2007 και όχι στις 23/5/
  4. · Ενώ αρχικά ανέφερε πως επρόκειτο και είχε την εντύπωση να καταγγελθεί για τον θόρυβο που προκαλούσε το αυτοκίνητο του στις 17/5/2007 από τον Μ.Κ.1, σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι δεν γνώριζε γιατί καταγγέλθηκε προσθέτοντας ότι καταγγέλθηκε ότι προσπέρασε επί συνεχόμενης άσπρης γραμμής στην Λεωφ. Ευαγόρα Παλληκαρίδη. · Μια άλλη σοβαρότατη αντίφαση της μαρτυρίας του ιδίου με την μαρτυρία της Μ.Υ.1, αλλά και του Τεκμηρίου 2 είναι ο ισχυρισμός του ότι για το αδίκημα που διέπραξε στις 17/5/2007, του επιβλήθηκε εξώδικο πρόστιμο το οποίο πλήρωσε. Εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα εξάγεται από το ίδιο το Τεκμήριο 2 αλλά και την μαρτυρία της Μ.Υ.1, ήτοι το εξώδικο πρόστιμο που πλήρωσε ο Κατηγορούμενος δυνάμει του Τεκμηρίου 2 αφορά άλλο αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σε άλλη ημερομηνία και καμία σχέση δεν έχει με το αδίκημα της παρούσας η με άλλο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. · Επίσης καμία εξήγηση δεν έδωσε ο Κατηγορούμενος τι έγινε, αν όντως είχε επιβληθεί και πληρωθεί εξώδικο πρόστιμο, η σχετική απόδειξη πληρωμής που εκδίδεται και παραδίδεται στον καταγγελλόμενο η ακόμη και το ειδικό έντυπο επιβολής του εξωδίκου την ημέρα της καταγγελίας. · Η αναφορά του δε ότι κλήθηκε στον Αστυνομικό σταθμό Τροχαίας Πάφου στις 23/5/2007 για να πληρώσει εξώδικο πρόστιμο για το αδίκημα της παρούσης έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το Τ.2 στο οποίο η ημερομηνία έκδοσης του είναι η 25/5/2007 στοιχείο που αποδεικνύει ότι στις 23/5/2007 δεν έλαβαν χώραν τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε. · Τέλος επισημαίνω και την σοβαρότατη αντίφαση της εκδοχής του Κατηγορούμενου σχετικά με την έκδοση εξωδίκου προστίμου για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης με την απάντηση που έδωσε στον Μ.Κ.1 όταν του επεστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και ότι θα κατηγορηθεί μετά την ανακοπή του. Η απάντηση του Κατηγορούμενου ήταν «Σε παρακαλώ άσε με να φύγω». Η μαρτυρία αυτή του Μ.Κ.1 παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν αντεξετάστηκε καθόλου επι του συγκεκριμένου σημείου αφήνοντας έτσι την προσπάθεια του Κατηγορούμενου για να πείσει περί του ειλικρινούς και της αλήθειας των ισχυριζόμενων του έκθετη σε αποτυχία. Ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεων μου έχω καταλήξει στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και τα περί επιβολής και έκδοσης εξωδίκου προστίμου για άλλο αδίκημα που διέπραξε κατά τον επίδικο χρόνο κρίνω ότι απετέλεσαν μία ανεπιτυχή προσπάθεια και μεταγενέστερη σκέψη του για να αποφύγει τις συνέπειες από την παραβατική του συμπεριφορά. Ούτε και ο ισχυρισμός του περί ειδοποίησης του να μεταβεί στον Σταθμό Τροχαίας Πάφου για να του επιβληθεί εξώδικο για το αδίκημα της παρούσας μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού το συγκεκριμένο αδίκημα δεν περιλαμβάνεται στους σχετικούς πίνακες για αδικήματα στα οποία μπορεί να επιβληθεί εξώδικο πρόστιμο. Η Γ/Αστυφ. κα Άνδρη Κυπριανού, Μ.Υ.1, μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και κρίνω ότι τα όσα έχει αναφέρει στη μαρτυρία της ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Κατέθεσε με πλήρη σαφήνεια χωρίς ενδοιασμούς απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και δεν εντοπίζω οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία της. Συνακόλουθα την μαρτυρία της την αποδέχομαι στην ολότητα της χωρίς καμμία επιφύλαξη η ενδοιασμό σαν αληθινή. Επισημαίνω επίσης ότι η μαρτυρία της ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Από τα όσα η Μ.Υ.1 ανέφερε στην μαρτυρία της ουσιαστικά διέψευσε τον Κατηγορούμενο αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι στις 17/5/2007 του είχε επιβληθεί και εκδοθεί εξώδικο πρόστιμο για αδίκημα που διέπραξε κατά τον εν λόγω χρόνο αφού όπως η Μ.Υ.1 διευκρίνισε το Τ.2 αφορά άλλο αδίκημα που διαπράχτηκε σε άλλη ημερομηνία. Επίσης διευκρίνισε οτι σε περίπτωση έκδοσης εξωδίκου και πληρωμής του, τότε αφού εισπραχθεί εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό όπως το Τ.2 το οποίο παραδίδεται στον καταγγελλόμενο επι του οποίου αναγράφεται το αδίκημα, ο χρόνος διάπραξης του και η ημερομηνία πληρωμής του. Συνακόλουθα εκείνο το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί σαν σχετικό και ενδιαφέρον για τα εξεταζόμενα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση από την μαρτυρία της Μ.Υ.1, είναι ότι αν είχε εκδοθεί πιστοποιητικό πληρωμής εξώδικου προστίμου για το αδίκημα που κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση η για άλλο αδίκημα κατά τον επίδικο χρόνο, θα έπρεπε να ήταν στην κατοχή του Κατηγορούμενου και σε αυτό θα αναγράφετο το πληρωθέν ποσό αλλά και η ημερομηνία είσπραξης του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ׃ Της πιο πάνω αξιολόγησης μου δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι στις 17/5/2007 και περί ώραν 21.00, ο Μ.Κ.1 βρισκόταν για τροχονομικό έλεγχο στην Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Πάφο. Ενώ πραγματοποιούσε τον εν λόγω έλεγχο αντελήφθηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΝΑ 327 το οποίο κατευθυνόταν από την Λεωφόρο Ελλάδος προς την Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη, την στιγμή που πλησίαζε στο σημείο ελέγχου με φωτεινούς σηματοδότες την συμβολή των δύο Λεωφόρων, να κινείται με μεγάλη ταχύτητα και να προσπερνά με επικίνδυνες μανούβρες συνολικά πέντε προπορευόμενα του αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα ο οδηγός του εν λόγω οχήματος μπαίνοντας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, στην αντίθετη δηλαδή λωρίδα κυκλοφορίας, άρχισε να προσπερνά τα προπορευόμενα του αυτοκίνητα που εκινούντο στην ίδια πορεία με αυτόν το ένα μετά το άλλο. Μετά από κάθε αυτοκίνητο που προσπερνούσε εισερχόταν ξανά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μπροστά από αυτό που μόλις προσπερνούσε και με την ενέργεια του αυτή υποχρέωνε τους οδηγούς των αυτοκινήτων που προσπερνούσε για να αποφύγουν την σύγκρουση με το όχημα αυτό, είτε να φρενάρουν απότομα είτε να κινούνται αριστερότερα ως η πορεία τους. Στη εν λόγω οδό υπήρχε τροχαία κίνηση και αυτοκίνητα εκινούντο και προς τις δύο κατευθύνσεις, ήτοι και εξ αντιθέτου. Επειδή δε η εν λόγω Λεωφόρος είναι με δύο λωρίδες μία για κάθε κατεύθυνση, στην προσπάθεια του ο οδηγός του εν λόγω οχήματος να προσπερνά τα άλλα οχήματα που ευρίσκοντο μπροστά του, εισερχόταν συνεχώς στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας καλύπτοντας συνολικά 50-70 μέτρα με αυτό τον τρόπο, κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς δεξιά και αριστερά, ζικ-ζακ, προκαλώντας και θέτοντας σε πολύ μεγάλο κίνδυνο τους άλλους οδηγούς. Για να αποφύγουν την σύγκρουση των οχημάτων τους με το εν λόγω αυτοκίνητο οι άλλοι οδηγοί αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν τα φρένα τους και να κινούνται πιο αριστερά του δρόμου. Οδηγός του εν λόγω οχήματος μετά που τον ανέκοψε ο Μ.Κ.1, διαπιστώθηκε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος. Μετά την ανακοπή του Κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ότι θα καταγγελθεί. Η απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος ήταν «Σε παρακαλώ άσε με να φύγω». Ο Μ.Κ.1 αποτελεί εύρημα μου ότι ουδέποτε και σε καμία περίπτωση δεν πρόσφερε και δεν επέβαλε στον Κατηγορούμενο εξώδικο πρόστιμο για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης αλλά για άλλο αδίκημα και συγκεκριμένα για το αδίκημα που αναφέρεται στο Τ.2 που καμία σχέση έχει με το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης αποτελεί εύρημα μου ότι στη Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Πάφο, υπάρχει μια μεγάλη ευθεία μέχρι τα εν λόγω φώτα τροχαίας γύρω στα 400 - 500 μέτρα και ότι ο Μ.Κ.1 στεκόταν και πραγματοποιούσε τον έλεγχο στο μέσο περίπου της ευθείας. Η συγκεκριμένη Λεωφόρος στο ενδιάμεσο της και εκεί που κοντεύει στα φώτα τροχαίας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σεσημασμένη με λευκή συνεχόμενη γραμμή και στο σημείο που προσπερνούσε ο Κατηγορούμενος τα πέντε αυτοκίνητα υπήρχε η εν λόγω σήμανση. Τέλος αποτελεί εύρημα μου ότι ο Μ.Κ.1 κατά τον τροχονομικό έλεγχο βρισκόταν έξω από το υπηρεσιακό του αμάξι, φορούσε την στολή του με φωσφορούχο γιλέκο ο δε Κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του όταν του έκανε σινιάλο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο άρθρου 7 του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.76/1972, αναφέρει τα ακόλουθα: «Πάς οστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπόψη πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον η ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επι της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη η εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα €2562,00 η εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: - η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος επι οδού, - η οδήγηση του οχήματος να είναι με τρόπο επικίνδυνο, αλόγιστο η απερίσκεπτο για το κοινό, σε συνάρτηση με τον όγκο της τροχαίας κίνησης ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο η ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επι της οδού ταύτης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα με τρόπο αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος και χρήσιμη αναφορά για την ερμηνεία που σε αυτούς έχει αποδώσει η νομολογία των Δικαστηρίων κρίνω ότι μπορεί να γίνει στις υποθέσεις που κατά καιρούς απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, από αλόγιστη, επικίνδυνη η απερίσκεπτη πράξη η συμπεριφορά, αφού γίνεται χρήση από τον Νομοθέτη των ιδίων όρων για τον τρόπο διάπραξης των δύο αδικημάτων (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ 220, Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Περαιτέρω από το λεκτικό του άρθρου 7 του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.76/1972, προκύπτει ότι οι έννοιες της απερίσκεπτης και αλόγιστης οδήγησης, τίθενται διαζευκτικά από την επικίνδυνη οδήγηση. Δεν είναι αναγκαίο δηλαδή να συνυπάρχουν τούτες καθότι το αδίκημα συντελείται με την απόδειξη είτε του απερίσκεπτου και αλόγιστου τρόπου οδήγησης, είτε με την απόδειξη του επικίνδυνου τρόπου οδήγησης (βλ. Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Ο έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτέμης, στην απόφαση του στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, ειδικότερα στη σελίδα 238 αναφέρει μεταξύ άλλων: «................................ Στην Αγγλική υπόθεση R - v - Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: 'fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving. . . . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case'. Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R - v - Lawrence [1981] 1 All ER 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε R - v- Caldwell
(1981)1 All ER 961». Επίσης στην υπόθεση R.v.Reid,
(1992)3 All E.R. 673 επισημάνθηκαν υπο του Αγγλικού Εφετείου ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: « the mens rea of the offence consists of either disregarding a recognized risk of causing injury to some other person or damage to property or failing to give any thought to the possibility of there being a serious risk of doing so. Accordingly, the jury should when appropriate be directed in relation to recklessness that they should only convict the defendant of driving recklessly if they are sure first that he was in fact driving in such a manner as to create a serious risk of causing physical injury to some other person who might happen to be using the road or of doing substantial damage to property, and secondly either that he recognized that there was some risk of that kind involved but nevertheless went on to take that risk or that, despite the fact that he was driving in such a manner, he did not even address his mind to the possibility of there being any such risk when the risk was in fact obvious». Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Η πρόθεση του αδικήματος συνίσταται είτε λόγω της παραγνώρισης υπαρκτού αναγνωρισμένου κινδύνου πρόκλησης σωματικών βλαβών σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία ή της παράλειψης να κατευθύνει την σκέψη του στο ενδεχόμενο ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκαλέσει κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα οι ένορκοι θα πρέπει όποτε κρίνεται πρέπον να καθοδηγούνται σε σχέση με το απερίσκεπτο της ενέργειας ή παράλειψης ότι μόνο τότε θα καταδικάσουν κατηγορούμενο ότι οδηγούσε απερίσκεπτα, εάν είναι σίγουροι ότι πρώτον οδηγούσε όντως με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλεί κίνδυνο σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο ο οποίος δυνατό να χρησιμοποιεί τον ίδιο δρόμο ή να προκαλέσει σοβαρή ζημιά σε περιουσία και δεύτερο, είτε ότι αναγνώρισε πως υπήρχε τέτοιος κίνδυνος της φύσεως αυτής και παρόλα ταύτα προχώρησε στην ενέργεια του αναλαμβάνοντας αυτό τον κίνδυνο ή ότι παρά το γεγονός ότι οδηγούσε με αυτό τον τρόπο δεν κατηύθυνε την σκέψη του προς την πιθανότητα να υπήρχε ένας τέτοιος κίνδυνος όταν ο κίνδυνος αυτός ήταν εκ των πραγμάτων φανερός». Σε κάθε περίπτωση πάντως, ειδικότερα σε ότι αφορά την επικίνδυνη οδήγηση δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πρόθεση (mens rea), απαιτείται όμως, τουλάχιστον, απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Στην τελευταία ως άνω αναφερόμενη απόφαση λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων, πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο, αλλά χρειάζεται η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας που υποδηλώνει ότι ο οδηγός έπεσε από το επίπεδο του ικανού και έμπειρου οδηγού έστω και στιγμιαία. Το σφάλμα υπό αυτή την έννοια, έστω και αν είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα εξάλλου δεν χρειάζεται να είναι η μοναδική αιτία της επικίνδυνης κατάστασης αλλά απλά μια αιτία. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Περαιτέρω ο έντιμος Δικαστής κ. Κωνσταντινίδης, με την απόφαση του στην εν λόγω απόφαση του υπέδειξε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Ούτε η διαφορά μεταξύ των δύο αφορά τον βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Δεν δικαιολογείται όμως η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσα στο ένα κατά αποκλεισμό του άλλου. Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός,
(2001)2 Α.Α.Δ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού [βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)]. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. V. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (Αρ.1),
(2002)2 Α.Α.Δ 473: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson΄s Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. ΄Οπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από "μαθητευόμενο" οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση». Προτού εξετάσω τις πιο πάνω εισηγήσεις των συνηγόρων σε σχέση με την καταδίκη η αθώωση του Κατηγορούμενου, προέχει η ανάγκη εξέτασης του ζητήματος που έχει θέσει η υπεράσπιση σε σχέση με ισχυριζόμενη παραβίαση του δικαιώματος του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Η εισήγηση αυτή εστιάζεται στην κατ' ισχυρισμό άρνηση της κατηγορούσας αρχής να καταθέσει στο Δικαστήριο σαν τεκμήριο όλη την εις χείρας της μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα το κατ' ισχυρισμό εκδοθέν για το αδίκημα για οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, έντυπο εξωδίκου προστίμου. Θα πρέπει κατ΄αρχάς να επισημάνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή ουδέποτε και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας που ετέθει ενώπιον μου αποδέκτηκε ότι επεβλήθει εξώδικο πρόστιμο για το αδίκημα για το οποίο ο Κατηγορούμενος ευρίσκεται ενώπιον μου. Αντιθέτως ήταν η θέση του Μ.Κ.1, την οποία επι τη βάσει της αξιολόγησης μου έχω κάνει πλήρως αποδεκτή, ότι για το εν λόγω αδίκημα που διεπράχθηκε την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι θα κατηγορηθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Τούτο ανέφερε και ο ίδιος Κατηγορούμενος στην δική του μαρτυρία όταν περιέγραψε το συμβάν στον Αστυνομικό Σταθμό Τροχαίας Πάφου. Όπως ο ίδιος είπε ο Μ.Κ.1 του φώναζε ότι θα τον καταγγείλει για να κατηγορηθεί στο Δικαστήριο ενώ αυτός τον παρακαλούσε να του εκδώσει εξώδικο. Το εκδοθέν όμως εξώδικο δεν αφορά το εν λόγω αδίκημα αλλά άλλο όπως προκύπτει και από το Τ.2. Επίσης εφ' όσον είναι η υπεράσπιση που επικαλέστηκε την ύπαρξη και την πληρωμή εξωδίκου και από τα όσα ανέφερε η Μ.Υ.1 τούτο επιδίδεται στον καταγγελλόμενο την ώρα της καταγγελίας, ήταν δική της υποχρέωση να το παρουσιάσει όπως έπραξε και με το Τ.2 που αφορούσε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την εισήγηση της υπεράσπισης περί παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη που να βρίσκει έρεισμα στην εν λόγω εισήγηση. Ούτε και οι αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου έχουν οποιαδήποτε ομοιότητα με την παρούσα υπόθεση. Οι εν λόγω αποφάσεις αφορούσαν την μh αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού που η κατηγορούσα αρχή είχε στην κατοχή της και απέκρυψε κα/ή δεν παρέδωσε και/ή δεν έθεσε στην διάθεση της υπεράσπισης και το οποίο κρίθηκε ότι ήταν τέτοιας σημασίας που αν βρισκόταν στη διάθεση της υπεράσπισης θα διαφοροποιούσε την πορεία της υπόθεσης. Στην ενώπιον μου υπόθεση όχι μόνο δεν αποδείχτηκε ότι υπήρξε τέτοια απόκρυψη αλλά πρόσθετα το βάρος να παρουσιάσει την σχετική μαρτυρία, αν υπήρχε, το είχε η υπεράσπιση αφού αν όντως είχε εκδοθεί το εξώδικο θα έπρεπε να βρίσκεται στην κατοχή του Κατηγορούμενου (βλέπε υπόθεση Χαράλαμπος Ηράκλη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2000)2 Α.Α.Δ 365). Επισημαίνω επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα μια σοβαρότατη και καίριας σημασίας πτυχή που δυστυχώς ούτε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αλλά ούτε και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου έχουν ασχοληθεί. Κάτι που πιστεύω αν έπρατταν θα έθετε τέλος στην οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση η σχόλιο για το κατά πόσο επιβλήθηκε και εξεδόθη η μη, εξώδικο πρόστιμο. Αυτή η πτυχή δεν είναι άλλη από την δυνατότητα επιβολής και έκδοσης εξωδίκου προστίμου δυνάμει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Από την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει, όπως και πιο πάνω αναφέρω, το αδίκημα της αλόγιστης, απερίσκεπτης η επικίνδυνης οδήγησης δεν περιλαμβάνεται στους πίνακες των αδικημάτων του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου, Ν.47(I)/1997 και συνακόλουθα δεν υπήρχε η εξουσία στον Μ.Κ.1 να επιβάλει στον Κατηγορούμενο τέτοιο. Τούτο συνάδει πλήρως με την θέση του Μ.Κ.1 ότι ουδέποτε πρoσέφερε στον Κατηγορούμενο την δυνατότητα με την επιβολή και έκδοση εξωδίκου προστίμου, να αποφύγει την επι Δικαστηρίω δίωξη του για το συγκεκριμένο αδίκημα. Ούτε και ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι πλήρωσε συγκεκριμένο ποσό για άλλο αδίκημα που διέπραξε κατά τον επίδικο χρόνο μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού δεν υπήρξε τέτοια καταγγελία και δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία ενώπιον μου. Ακόμη όμως κι αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου, ότι δηλαδή γι άλλο αδίκημα που διέπραξε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο του επιβλήθηκε και πλήρωσε εξώδικο πρόστιμο, εφόσον για το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούσε να του επιβληθεί τέτοιο η όλη προσπάθεια και επί της οποίας στηρίχτηκε η υπεράσπιση δεν βρίσκει κανένα νομικό έρεισμα αλλά και ούτε θα είχε οποιαδήποτε σημασία. Στην ενώπιον μου υπόθεση και σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ο Κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα του στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται ανωτέρω, παραγνωρίζοντας η αποδεχόμενος τον κίνδυνο να προκαλέσει δυστύχημα και θέτοντας τους οδηγούς των άλλων οχημάτων που προσπερνούσε σε κατάσταση άμεσου και προβλεπτού κινδύνου, τους υποχρέωνε για να αποφύγουν την σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε να κάνουν ελιγμούς προς τα άκρα και πέφτοντας και στο παγκέτο του δρόμου. Επίσης με την είσοδο του απότομα έμπροσθεν κάθε ενός αυτοκινήτου από τα πέντε που προσπέρασε διαδοχικά και με τον ίδιο επικίνδυνο τρόπο ανάγκαζε τους οδηγούς τους για να αποφύγουν την σύγκρουση μαζί του να κάνουν απότομη χρήση των φρένων τους. Ακόμη στην προσπάθεια του να προσπεράσει τα πέντε αυτοκίνητα που εκινούντο έμπροσθεν του στη σειρά, εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας την συνεχή άσπρη γραμμή που είχε τοποθετηθεί επί της επιφάνειας του οδοστρώματος με αποτέλεσμα και τα εξ αντιθέτου κατευθύνσεως ελαύνοντα οχήματα να κάνουν ελιγμούς προς τα άκρα του δρόμου για να μην συγκρουστούν και αυτά μαζί του. Η οδική συμπεριφορά αυτή του Κατηγορούμενου κρίνω ότι εμπίπτει στην έννοια των όρων της επικίνδυνης και αλόγιστης οδήγησης αφού εκτός από τον άμεσο κίνδυνο που έθεσε του άλλους οδηγούς ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με τρόπο που κανένας έμπειρος και ικανός οδηγός θα οδηγούσε με τας δοσμένας συνθήκας, στον τόπο και τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Επίσης η οδήγηση του Κατηγορούμενου κρίνω ότι εμπίπτει και στην έννοια του όρου απερίσκεπτη οδήγηση αφού από τα ανωτέρω ευρήματα μου ο τρόπος οδήγησης του ήταν τέτοιος αλλά και επαναλαμβανόμενος, που η βεβαιότητα πρόκλησης κινδύνου σε τρίτους η περιουσία ήταν φανερή και όμως ο Κατηγορούμενος είτε τον ανεγνώρισε και τον απεδέχθηκε είτε δεν κατηύθυνε την σκέψη του προς αυτή την πιθανότητα ενώ ο κίνδυνος ήταν εκ των πραγμάτων φανερός. Των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει επί του κατηγορητηρίου. ........................................... Τάσος Κατσικίδης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.