Δήμου Γεροσκήπου ν. Χρίστου Λουκαϊδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15011/08, 25 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15011/08 Δήμου Γεροσκήπου Κατήγορου ν
- Χρίστου Λουκαϊδη από την Πάφο
- Λούκα Λουκαϊδη από την Πάφο Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Χριστοφόρου για κα Α. Κορακίδου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Π. Φιλίππου Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες Κατηγορίες: Έκθεση αδικήματος Πρώτη Κατηγορία: Ανυπακοή σε διάταγμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα υπό δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 20, 137 του Ποινικού Κώδικα, του Νόμου 166/87 άρθρο 3 και 4, του Κεφ. 96 άρθρο 20
(5). Λεπτομέρειες αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι την περίοδο μεταξύ 14/2/08 μέχρι σήμερα, στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν και είναι κάτοχοι και διαχειριστές και τα πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο των υποστατικών εντός των τεμαχίων 65 και 66/1 του φ/σ 51/20 εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Γεροσκήπου παρήκουσαν την διαταγή του δικαστηρίου ημερ. 13/12/07 στην ποινική υπόθεση 11256/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να κατεδαφίσουν εντός δύο μηνών από την 13/12/07 τα παράνομα υποστατικά που χρησιμοποιούν ως χώρους συσκευασίας αυγών, ως γραφεία και χώρους υγιεινής εκτός και αν εξασφάλιζαν άδεια οικοδομής από την Αρμόδια Αρχή ήτοι το Δήμο Γεροσκήπου την οποία όμως δεν εξασφάλισαν. Έκθεση αδικήματος Δεύτερη Κατηγορία Ανυπακοή σε διάταγμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα υπό δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 20, 137, του Ποινικού Κώδικα, του Νόμου 166/87 άρθρο 3 και 4, του Κεφ. 96 άρθρο 20
(5). Λεπτομέρειες αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι την περίοδο μεταξύ 14/2/08 μέχρι σήμερα στην Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου ενώ ήταν και είναι κάτοχοι και διαχειριστές και τα πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο των υποστατικών εντός των τεμαχίων 65 και 66/1 του φ/σ 51/20 εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Γεροσκήπου παρήκουσαν την διαταγή του δικαστηρίου ημερ. 13/12/07 στην ποινική υπόθεση 11256/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να τερματίσουν την χρήση των παράνομων υποστατικών εντός δύο μηνών από την 13/12/07, που χρησιμοποιούν ως χώρους συσκευασίας αυγών, ως γραφεία και χώρους υγιεινής εντός των ειρημένων τεμαχίων εκτός και αν εξασφάλιζαν πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή ήτοι το Δήμο Γεροσκήπου το οποίο όμως δεν εξασφάλισαν. Στο στάδιο που η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και συγκεκριμένα στις 2/12/2009, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων και παρά το ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν ήδη απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, εισηγήθηκε ότι το κατηγορητήριο πρέπει να ακυρωθεί λόγω πολλαπλότητας στις δύο κατηγορίες που περιέχονται σε αυτό. Ενόψει αυτής της εξέλιξης η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις επί του συγκεκριμένου ζητήματος στις 7/1/2010 με οδηγίες αυτές να ετοιμαζόντουσαν γραπτώς. Στις 7/1/2010 οι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν και καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις ο μεν συνήγορος για τους Κατηγορουμένους το έγγραφο Α, η δε συνήγορος για τον Κατήγορο το έγγραφο Β, τις οποίες και ανέγνωσαν. Ο μεν συνήγορος των Κατηγορουμένων παραθέτοντας και σχετικές νομικές αυθεντίες εισηγείται ότι το κατηγορητήριο πρέπει να ακυρωθεί λόγω του ότι σε κάθε κατηγορία περιέχεται πέραν του ενός αδικήματος, ήτοι πάσχει από πολλαπλότητα και περαιτέρω διότι η δεύτερη κατηγορία αποτελεί επανάληψη της πρώτης. Την εισήγηση του αυτή στηρίζει στο ότι σε κάθε κατηγορία η νομική βάση την οποία επικαλείται ο κατήγορος περιλαμβάνει δύο άρθρα από δύο διαφορετικούς Νόμους, ήτοι το άρθρο 20
(5)του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, και το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155. Ακόμη είναι εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων ότι και οι δύο κατηγορίες παραβιάζουν τα δικαιώματα τους όπως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 12
(5)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι το διάταγμα το οποίο εξεδόθη στην υπόθεση 11256/05 του Ε.Δ. Πάφου, είναι ασαφές χωρίς να διευκρινίζεται τι ακριβώς εντέλλονται να πράξουν ή να μην πράξουν οι Κατηγορούμενοι, κάτι που επίσης πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση του κατηγορητηρίου. Οι λοιπές θέσεις και εισηγήσεις του συνηγόρου των Κατηγορουμένων όπως αυτές παρατίθενται στην γραπτή αγόρευση του Έγγραφο Α έχουν μελετηθεί επισταμένως από το Δικαστήριο. Αντίθετη είναι η εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγόρου όπως αυτή περιέχεται στο έγγραφο Β το οποίο επίσης έχω μελετήσει επισταμένως. Η συνήγορος του Κατηγόρου ισχυρίζεται και εισηγείται ότι ούτε πολλαπλότητα υπάρχει στις κατηγορίες, καθότι σε κάθε κατηγορία εκτίθεται ένα και διαφορετικό αδίκημα αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ελαττωματικότητα στον τρόπο διατύπωσης τους. Επίσης είναι εισήγηση της ότι δεν τίθεται ζήτημα ασάφειας είτε των κατηγοριών στην παρούσα υπόθεση είτε στο διάταγμα που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 11256/05 του Ε.Δ. Πάφου καθ΄οτι το εν λόγω διάταγμα είναι όχι μόνο σαφές αλλά και καθορίζει επακριβώς τι υποχρεούνται οι Κατηγορούμενοι να πράξουν για να συμμορφωθούν σε αυτό. Περαιτέρω η συνήγορος του Κατηγόρου στις 7/1/2010 δήλωσε στο Δικαστήριο, πρόσθετα των όσων αναφέρει στο έγγραφο Β, ότι για το αδίκημα της απείθειας στα διατάγματα του Δικαστηρίου στις κατηγορίες 1 και 2 επι του Κατηγορητηρίου, ο Κατήγορος δεν επικαλείται πλέον και το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αλλά περιορίζει την νομική βάση στο άρθρο 20
(5)του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96. Έχοντας υπόψη τις θέσεις των δύο πλευρών, αλλά και τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία, σε σχέση με τα εγερθέντα ζητήματα κρίνω ότι το πρώτο το οποίο θα πρέπει να αποφασισθεί είναι κατά πόσο διαπιστώνεται πολλαπλότητα στο Κατηγορητήριο και αν ναι, κατά πόσον εξ αυτής επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, του οποίου επίσης γίνεται επίκληση στην έκθεση του αδικήματος: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Από την απλή ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου εξάγεται το αβίαστο συμπέρασμα ότι από μόνο του και από το ίδιο το λεκτικό του, τούτο για το ζήτημα της ποινής και της ακολουθητέας διαδικασίας τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις απείθειας σε διατάγματα των Δικαστηρίων εάν και εφόσον δεν υπάρχει και δεν εφαρμόζεται άλλη πρόνοια νόμου. Συνακόλουθα το ίδιο το άρθρο 137 σε περίπτωση που διαπιστωθεί πώς δυνάμει άλλης νομοθεσίας προνοείται η διάπραξη του αδικήματος της απείθειας σε διάταγμα του Δικαστηρίου, αυτοαδρανοποιείται και εφαρμόζονται οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άλλου νομοθετήματος. Συνακόλουθα ενόψει των προνοιών του άρθρου 137 δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής τούτου στην παρούσα υπόθεση εφόσον για τα συγκεκριμένα αδικήματα τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 20
(5)του Νόμου περί Οδών και Οικοδομών, Κεφ. 96 . Περαιτέρω στο σημείο αυτό συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων ότι εφόσον το άρθρο 20
(5)του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96 που είναι ειδικός νόμος, προνοεί και θεσπίζει το αδίκημα της παρακοής σε διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του εν λόγω νόμου, τότε σαν τέτοιος και επι τη βάσει των καλώς γνωστών αρχών δικαίου, κατισχύει των προνοιών του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι του γενικού κανόνα δικαίου. Ακόμη και στην περίπτωση όμως που θα έκρινα ότι υπήρχε ελαττωματικότητα στο κατηγορητήριο λόγω επίκλησης δύο διαφορετικών άρθρων από δύο διαφορετικές νομοθεσίες, ήτοι πολλαπλότητα, επί τη βάση των αρχών που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία, το ζητούμενο ή κύριο ζήτημα προς απάντηση είναι στο κατά πόσο επηρεάζονται τα δικαιώματα και η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων. Τούτο έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λάζαρος Χατζηφόραδος & Υιοι Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 ΑΑΔ 167, καθώς επίσης και στην υπόθεση Όμηρος Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 588. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι Κατηγορίες δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο κι αν ακόμη παραμείνουν ως έχουν. Η κάθε Κατηγορία περιλαμβάνει ένα αδίκημα και τα άρθρα επι των οποίων στηρίζεται η κάθε μια ενόψει των όσων αναφέρω ανωτέρω, δεν δημιουργούν από μόνα τους την διάπραξη δύο αδικημάτων αφού το ένα εξ αυτών αυτοαδρανοποιείται. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορούμενων δεν γίνεται αποδεκτή. Περαιτέρω και όσον αφορά τη θέση και εισήγηση ότι λόγω ασάφειας στο εκδοθέν διάταγμα από το Δικαστήριο στην υπόθεση 11256/05 του Ε.Δ. Πάφου παραβιάζονται τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη, πρέπει να επισημάνω ότι το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί από αυτό τούτο το περιεχόμενο του διατάγματος (βλ. Φρύνη Σπύρου Γιάλλουρου v. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.ά.
(2007)2 ΑΑΔ 151) όταν και εφόσον αυτό τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και συνακόλουθα θεωρώ ότι στο παρόν στάδιο είναι πρόωρο να εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Στο στάδιο αυτό δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε τεκμήρια, μαρτυρία ή αποδεκτά γεγονότα που θα αποτελούσαν το αναγκαίο υπόβαθρο για να εξεταστεί το ζήτημα τούτο όπως ο συνήγορος των Κατηγορουμένων το έχει θέσει και συνεπώς η εισήγηση αυτή επίσης δεν γίνεται αποδεκτή. Τέλος, όσον αφορά την εισήγηση ότι οι δύο κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου αφορούν το ίδιο αδίκημα κρίνω ότι ούτε αυτή η θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων ευσταθεί καθότι μια απλή ανάγνωση των λεπτομερειών των αδικημάτων είναι αρκετή για να διαπιστωθεί ότι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας αφορά διάταγμα που εξεδόθη για κατεδάφιση παρανόμων υποστατικών που είχαν ανεγερθεί από τους Κατηγορούμενους χωρίς άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, το δε αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας για μη συμμόρφωση των Κατηγορουμένων σε διάταγμα του Δικαστηρίου για να τερματίσουν τη χρήση παρανόμων υποστατικών τα οποία χρησιμοποιούσαν χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Παρά τις πιο πάνω καταλήξεις μου και έχοντας επίσης υπόψη και την δήλωση της συνηγόρου του Κατηγόρου που έγινε στις 7/1/2010 και συγκεκριμένα ότι ο Κατήγορος δεν επιμένει στην επίκληση και του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, έχω αποφασίσει να εξετάσω δυνάμει των προνοιών του άρθρου 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, και τούτο προς άρση οποιασδήποτε τυχόν αμφιβολίας ή σύγχυσης στους Κατηγορούμενους σε σχέση για το ποιο αδίκημα αντιμετωπίζουν και δυνάμει ποιας νομοθεσίας, κατά πόσο θα προχωρήσω στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της διαγραφής από την έκθεση των αδικημάτων της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Με βάση το άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, και όχι υποχρέωση, να τροποποιά το κατηγορητήριο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Στυλιανού, άλλως 'Αβισσινός'
(1993)2 Α.Α.Δ. 104). Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο, όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του και την τροποποίηση του, όπως ήθελε κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί είτε κατόπιν αιτήματος εκ μέρους ενός από τους διαδίκους, είτε αυταπάγγελτα. Η τροποποίηση αυτή συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Βασικό κριτήριο στην απόφαση του Δικαστηρίου κατά πόσο θα εγκρίνει αίτημα ή θα προχωρήσει αυτεπάγγελτα στην μεταβολή του κατηγορητηρίου, είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορουμένου στην υπεράσπιση του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Criminal Procedure in Cyprus» των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 71 - 72, πιθανός επηρεασμός του κατηγορουμένου μπορεί να προκύψει αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται που λογικά δεν αναμενόταν. Η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. Καθίσταται, ακολούθως, απαραίτητη η εξέταση για το κατά πόσο με τυχόν τροποποίηση του Κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης στο παρόν στάδιο θα επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων. Προς τούτο θα πρέπει πρωτίστως να εξεταστεί αν όντως υπάρχει οποιοδήποτε τυπικό η ουσιαστικό ελάττωμα στο Κατηγορητήριο. Παρά το ότι εκ των όσων αναφέρω ανωτέρω θεωρώ ότι η επίκληση δύο άρθρων από δύο διαφορετικά Νομοθετήματα και εφόσον το ένα εξ αυτών αυτοαδρανοποιείται, δεν προκαλεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Κατηγορούμενων για μια δίκαιη δίκη, κρίνω ότι με την ταυτόχρονη αναφορά των εν λόγω άρθρων το Κατηγορητήριο παρουσιάζει μια ελαττωματικότητα έστω και αν αυτή είναι τυπική. Επι τη βάσει των όσων αναφέρω ανωτέρω αλλά και των όσων έχουν καθιερωθεί από την νομολογία κρίνω ότι με το να διαγραφεί το άρθρο 137 στις εκθέσεις αδικημάτων της πρώτης και δεύτερης των Κατηγοριών επί του Κατηγορητηρίου στο παρόν στάδιο της δίκης, όχι μόνο δεν θα επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων αλλά αντιθέτως ακόμη και το τυπικό ελάττωμα που πιθανόν να δημιουργούσε οποιαδήποτε σύγχυση σε αυτούς, εξαλείφεται και με αυτό τον τρόπο εξυπηρετούνται πλήρως και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Των πιο πάνω δεδομένων, και έχοντας υπ' όψιν μου και τις πρόνοιες του άρθρου 84 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, και ασκώντας αυτεπαγγέλτως τη διακριτική μου ευχέρεια διατάσσω την τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της διαγραφής από την έκθεση των αδικημάτων του άρθρου 137, έτσι ώστε αυτές να διαβάζονται ως ακολούθως: Έκθεση αδικήματος Πρώτη Κατηγορία: Ανυπακοή σε διάταγμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα υπό δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, του Νόμου 166/87 άρθρο 3 και 4 και του Κεφ. 96 άρθρο 20
(5). Λεπτομέρειες αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι την περίοδο μεταξύ 14/2/08 μέχρι σήμερα, στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν και είναι κάτοχοι και διαχειριστές και τα πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο των υποστατικών εντός των τεμαχίων 65 και 66/1 του φ/σ 51/20 εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Γεροσκήπου παρήκουσαν την διαταγή του δικαστηρίου ημερ. 13/12/07 στην ποινική υπόθεση 11256/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να κατεδαφίσουν εντός δύο μηνών από την 13/12/07 τα παράνομα υποστατικά που χρησιμοποιούν ως χώρους συσκευασίας αυγών, ως γραφεία και χώρους υγιεινής εκτός και αν εξασφάλιζαν άδεια οικοδομής από την Αρμόδια Αρχή ήτοι το Δήμο Γεροσκήπου την οποία όμως δεν εξασφάλισαν. Έκθεση αδικήματος Δεύτερη Κατηγορία Ανυπακοή σε διάταγμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα υπό δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, του Νόμου 166/87 άρθρο 3 και 4 και του Κεφ. 96 άρθρο 20
(5). Λεπτομέρειες αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι την περίοδο μεταξύ 14/2/08 μέχρι σήμερα στην Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου ενώ ήταν και είναι κάτοχοι και διαχειριστές και τα πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο των υποστατικών εντός των τεμαχίων 65 και 66/1 του φ/σ 51/20 εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Γεροσκήπου παρήκουσαν την διαταγή του δικαστηρίου ημερ. 13/12/07 στην ποινική υπόθεση 11256/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να τερματίσουν την χρήση των παράνομων υποστατικών εντός δύο μηνών από την 13/12/07, που χρησιμοποιούν ως χώρους συσκευασίας αυγών, ως γραφεία και χώρους υγιεινής εντός των ειρημένων τεμαχίων εκτός και αν εξασφάλιζαν πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή ήτοι το Δήμο Γεροσκήπου το οποίο όμως δεν εξασφάλισαν. Ενόψει της τροποποίησης του κατηγορητηρίου την οποία έχω διατάξει δυνάμει του άρθρου 83
(1)και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 84
(1)του Κεφ. 155, οι Κατηγορούμενοι καλούνται να απαντήσουν στο τροποποιηθέν κατηγορητήριο και να δηλώσουν κατά πόσο είναι έτοιμοι να δικαστούν βάσει του κατηγορητηρίου όπως έχει μεταβληθεί. Οι Κατηγορούμενοι να επανακατηγορηθούν για να απαντήσουν. ....................................... Τάσος Κατσικίδης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο