Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 1204/07, 26.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1204/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου Ημερομηνία: 26.2.2010 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Συμεού. Για Κατηγορούμενη: κ. Φωτίου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Το αντικείμενο της παρούσας δίκης εντός δίκης είναι κατά πόσο τα Τεκμήρια Α και Β προς Αναγνώριση (τεκμήρια δ.δ 2 και 3 αντίστοιχα) έχουν ληφθεί νόμιμα από την Αστυνομία. Η βάση της ένστασης του κ. Φωτίου στην κατάθεση των πιο πάνω ως τεκμηρίων προσδιορίστηκε ως εξής: Κατά το χρόνο πριν τη σωματική έρευνα του κατηγορούμενου και την έρευνα του οχήματος του κατά τις οποίες ανεβρέθηκαν τα επίδικα τεκμήρια ο Αστ. 2459 Θεόδωρος Νικολάου δεν είχε καμία εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε στο σώμα του ή στο αυτοκίνητο του οποιαδήποτε ναρκωτική ουσία δηλ. δεν είχε εύλογη υποψία που να επέτρεπε και να αιτιολογούσε τις υπό αναφορά έρευνες. Αντίθετα ο Αστ. 2459 και οι συναδέλφοι του εκδικητικά λόγω του ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να μετακινήσει το αυτοκίνητο του προέβηκαν στις έρευνες αυτές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι έρευνες να γίνουν κατά παράβαση των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας και του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου και κατ' επέκταση κατά παράβαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου στην κατοχή και απόλαυση της περιουσίας του και της σωματικής ακεραιότητας και αξιοπρέπειας. Προς υποστήριξη της θέσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τον Αστ. 2459 Θεόδωρο Νικολάου ενώ η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επέλεξε όπως μη καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 2459 Θεόδωρο Νικολάου, μέλος της ΥΚΑΝ Πάφου κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε ότι στις 21.11.06 και ώρα 02:00 µαζί µε τους Αστ. 362 Γ. Γεωργίου, Αστ. 2790 Σ. Νεοφύτου, Αστ. 4067 Δ. Χριστοφίδη και Αστ. 3611 Βλ. Αναξαγόρου εντοπίσαν στη µπυραρία µε την ονοµασία "WATERHOLE" τον κατηγορούμενο εναντίον του οποίου υπήρχαν πληροφορίες για κατοχή, χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και εκκρεµούσε δικαστικό ένταλµα έρευνας της οικίας του. Διευκρίνισε ότι οι πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά δόθηκαν στο γραφείο της ΥΚΑΝ Πάφου από το απόγευμα. Απ' ότι ξέρει ο μάρτυρας οι πληροφορίες δόθηκαν στο Αρχηγείο. Εκδόθηκε ένταλμα έρευνας της οικίας του και αναζητείτο από το απόγευμα για διεξαγωγή της έρευνας. Ο μάρτυρας είχε οδηγίες από τον υπεύθυνο του να βρει τον κατηγορούμενο εκείνο το βράδυ πάση θυσία για να τον ερευνήσει. Μετέβηκαν στην οικία του επανειλημμένα αλλά ο κατηγορούμενος απουσίαζε. Τελικά τον εντόπισαν στην πιο πάνω μπυραρία. Ο Μ.Κ.1 είχε στην κατοχή του το υπό αναφορά ένταλμα έρευνας. Μετά τον εντοπισμό του ο Μ.Κ.1 τον πλησίασε, τον πληροφόρησε ότι ήταν από την Αστυνοµία, του είπε για τις υπόνοιες που είχαν εναντίον του και συγκεκριμένα ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι είχε στην κατοχή του ναρκωτικές ουσίες, ότι υπήρχε εκδομένο ένταλμα έρευνας της οικίας του και τον κάλεσε να περάσει έξω από την μπυραρία που υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός για να ερευνηθεί σωματικά. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει οπόταν ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκηµα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο απάντησε 'Έ θα µε ερευνήσετε". Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να αρνείται να εξέλθει της µπυραρίας για σχετική έρευνα οπόταν ο Μ.Κ.1 τον συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα της παρακώλυση οργάνου της τάξης κατά τη νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του και της παρακοής νομίμων διαταγών. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο εκείνος απάντησε " Εν παράνοµη η σύλληψη". Στη συνέχεια εξήλθαν από τη µπυραρία σε σημείο που υπήρχε φωτισμός όπου ο κατηγορούμενος ερευνήθηκε σωµατικά. Κατά την έρευνα αυτή και περί ώρα 02:20 ο Μ.Κ.1 βρήκε στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του κατηγορούμενου ένα πτυσσόµενο µαχαίρι µε µυτερή λεπίδα µήκους 8 εκ. το οποίο καταλήγει σε σταθερή λεπίδα (τεκμήριο δ.δ 2). Ακολούθως ο Μ.Κ.1 το υπέδειξε στον κατηγορούμενο τον πληροφόρησε ότι η κατοχή του απαγορεύεται του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο και εκείνος δεν έδωσε καµμία απάντηση. Στη συνέχεια υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο το δικαστικό ένταλµα έρευνα της οικίας του οπότε ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι σε αυτό αναγραφόταν Ανδρέας Χριστοφόρου αντί Κωνσταντίνος Χριστοφόρου. Πράγµατι υπήρχε τυπογραφικό λάθος οπόταν αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο ότι δεν θα γίνει έρευνα στην οικία του µέχρι την διόρθωση του εντάλµατος ή µε γραπτή του συγκατάθεση. Ακολούθησε µεταξύ των ωρών 02:30 - 02:45 έρευνα στο όχηµα του κατηγορούμενου όπου η ώρα 02:40 ο Μ.Κ.1 βρήκε ένα ξύλινο ρόπαλο (τεκμήριο δ.δ. 3). Αµέσως το παρέλαβε το υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η κατοχή του απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στον νόµο και αυτός απάντησε "Παίζω µπέιζµπωλ". Ο κατηγορούμενος δεν έφερε αντίρρηση στο να ερευνηθεί το αυτοκίνητο του. Εν τω μεταξύ ο Μ.Κ.1 έστειλε κάποιο συνάδελφο του και εκδόθηκε νέο ένταλμα έρευνας με τα σωστά στοιχεία (τεκμήριο δ.δ. 4). Ακολούθως µαζί µε τους Αστ. 362, Αστ. 2790, Αστ. 4067, Αστ. 3611 και Γ/Αστ. 3315 µεταξύ των ωρών 03:20 - 04:00 διενήργησαν έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στην παρουσία του ιδίου και της αδελφότεχνης του Αλεξίας Χριστοφόρου, 18 ετών, µαθήτρια, µε σκοπό την ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι προσωπικά στον ίδιο δεν δόθηκαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά. Όμως από τη στιγμή που δόθηκαν πληροφορίες ότι είχε στην κατοχή του ναρκωτικά, ασχέτως εάν δόθηκαν στον ίδιο ή σε άλλο συνάδελφο του είχε εύλογες υποψίες να υποπτεύεται ότι ο κατηγορούμενος κατείχε ναρκωτικά. Όσον αφορά τις πληροφορίες που ο ίδιος είχε, τον πήρε τηλέφωνο ο υπεύθυνος της ΥΚΑΝ Πάφου και του έδωσε οδηγίες να εκδοθεί ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου καθότι δόθηκαν πληροφορίες ότι είχε στην κατοχή του και διακινούσε ναρκωτικά για αυτό εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας. Την έρευνα που διεξήγε στον κατηγορούμενο την έκανε σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμου. Εκείνη την ώρα στη μπυραρία είχε γύρω στα 10 - 15 άτομα. Η μπυραρία δεν είχε ικανοποιητικό φωτισμό για αυτό και δεν μπορούσε να ερευνήσει τον κατηγορούμενο σωματικά. Επίσης δεν θεώρησε σωστό να ερευνήσει τον κατηγορούμενο μέσα στην μπυραρία για τη δική του την αξιοπρέπεια για να μην του κάνει έρευνα σωματική μπροστά σε 10 - 15 άλλους θαμώνες και για αυτό τον κάλεσε να τον ακολουθήσει έξω για να ερευνηθεί. Τον συνέλαβε για το αδίκημα της παρακώλυσης οργάνου της τάξης κατά την νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του και για το αδίκημα της απείθειας σε νόμιμη διαταγή. Η νόμιμη διαταγή ήταν να έρθει μαζί του έξω που είχε ικανοποιητικό φωτισμό για να ερευνηθεί σωματικά. Ο κ. Φωτίου στην αγόρευση του υποστήριξε ότι η παρανομία στην παρούσα συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει το υπόβαθρο που θα νομιμοποιούσε τον Αστ. 2459 (Μ.Κ.1) να διενεργήσει την έρευνα που ζήτησε αρχικά από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα ο Αστ. 2459 δεν είχε ο ίδιος τις πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικές ουσίες. Του είπαν από το Αρχηγείο να εκδόσει ένταλμα έρευνας αλλά δεν αναφέρθηκε ποια ήταν η μαρτυρία στην οποία στηρίχθηκε η πεποίθηση του Αρχηγείου Αστυνομίας για την ύπαρξη τέτοιας εύλογης υποψίας. Συνεπώς ο Αστ. 2459 δεν είχε ο ίδιος προσωπικά εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικές ουσίες ώστε να ζητήσει να τον ερευνήσει. Αυτό είχε σαν συνέπεια όταν ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, να συλληφθεί και να ερευνηθεί τόσο ο ίδιος όσο και το όχημα του και να βρεθούν τα αντικείμενα τα οποία επιχειρείται να κατατεθούν ως τεκμήρια από την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω ο Αστ. 2459 δεν ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι είχε εύλογη υποψία ότι κατέχει ναρκωτικές ουσίες αλλά να περάσει έξω να τον ερευνήσει. Ως εκ των άνω ήταν η θέση του κ. Φωτίου ότι τα επίδικα τεκμήρια δεν λήφθηκαν με νόμιμο τρόπο και συναφώς πρέπει να αποκλειστούν ως μαρτυρία. Ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής στη δική του αγόρευση υποστήριξε ότι δεν υπήρξε ούτε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, ούτε του νόμου. Οι πληροφορίες που πήρε ο Αστ. 2459 ήταν ικανοποιητικές για να δημιουργήσουν εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος κατείχε, διακινούσε και έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και έτσι είχε καθήκον να προβεί στις εν λόγω έρευνες. Άλλωστε με βάση τις πληροφορίες αυτές ο Αστ. 2459 εξασφάλισε ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου γεγονός που ενισχύει την ύπαρξη εύλογης υποψίας. Όταν ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να εξέλθει της μπυραρίας για να ερευνηθεί διέπραξε αυτόφωρα αδικήματα. Έτσι η σύλληψη του κατηγορούμενου για τα αδικήματα αυτά χωρίς ένταλμα σύλληψης έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11
(3)του Συντάγματος. Η σωματική έρευνα που ακολούθησε μπορούσε να γίνει δυνάμει του άρθρου 10 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και η έρευνα του οχήματος του κατηγορούμενου δυνάμει του άρθρου 25
(1)(α) του ίδιου Νόμου. Ως εκ των άνω ήταν η θέση του κ. Συμεού ότι τα υπό εξέταση τεκμήρια λήφθηκαν με καθόλα νόμιμο τρόπο και η ένσταση της υπεράσπισης πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των Άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος αποκλείεται ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Ως περαιτέρω αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα του Α. Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 219 «Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν διακριτική εξουσία να δεχθούν μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα, ενόψει των προνοιών των άρθρων 34 και 35. Το άρθρο 34 στερεί σε οποιονδήποτε την ελευθερία να υπονομεύσει ή καταργήσει οποιαδήποτε από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, αποκλείοντας και τη διακριτική εξουσία να δεχθεί μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Μέρους ΙΙ. Η αναγνώριση διακριτικής εξουσίας στα δικαστήρια θα ήταν επίσης αντίθετη προς το καθήκον που έχουν όλες οι Αρχές της Πολιτείας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστηρίων, να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος. Ο κανόνας αποκλεισμού μαρτυρίας, η οποία λήφθηκε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο σε ποινική διαδικασία, έχει στόχο να εμποδίσει όχι να επανορθώσει, αλλά και να εξαναγκάσει σεβασμό προς τις συνταγματικές εγγυήσεις με τον μόνο προσφερόμενο αποτελεσματικό τρόπο, απαλείφοντας το κίνητρο να τις αγνοήσει». Αντίθετα όμως με την περίπτωση εξασφάλισης μαρτυριάς κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, στην περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της υπό κάποιες προυποθέσεις. Σε τέτοια λοιπόν περίπτωση με βάση τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 ισχύουν τα ακόλουθα: «
(1)To εκδικάζον δικαστήριο σε μια ποινική δίκη έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά την γνώμη του ο δυσμενής της επηρεασμός υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας.
(2)Εκτός σε σχέση με παραδοχή και ομολογία και γενικά σε σχέση με μαρτυρία που λαμβάνεται από τον κατηγορούμενο μετά τη διάπραξη του αδικήματος το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αρνηθεί την αποδοχή σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας για το λόγο ότι εξασφαλίσθηκε με ανάρμοστα ή άδικα μέσα. Δεν απασχολεί το δικαστήριο ο τρόπος εξασφάλισης της. Δεν αποτελεί λόγο για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας για αποκλεισμό το ότι η μαρτυρία εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων πράκτορα της Αστυνομίας." Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο υπάρχει οτιδήποτε (α) στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, (β) στον τρόπο εξασφάλισης της και (γ) στον τρόπο χρησιμοποίησης της από την Κατηγορούσα Αρχή, το οποίο οδηγεί σε δυσμενή συμπεράσματα σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου δυσανάλογα με την αποδεικτική αξία που θα είχε η μαρτυρία αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαρριθμούνται πιο πάνω. Το γεγονός ότι η μαρτυρία έχει μεγάλη αποδεικτική αξία δεν την καθιστά απαράδεκτη. Αντίθετα όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική αξία τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της. Ένα κομμάτι μαρτυρίας δεν επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο επειδή είναι ενοχοποιητικό. Τέτοιος επηρεασμός υπάρχει αν η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας θα καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη. Ο δυσμενής επηρεασμός έχει σχέση με το "δίκαιο" της δίκης. Δυσμενής επηρεασμός υπάρχει όταν δημιουργούνται συνθήκες μη δίκαιης δίκης». Στην Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 λέχθηκε ότι στην Κύπρο, με εξαίρεση το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας, οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας στη βάση εύλογης υποψίας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77: «29.
(2)Αστυφύλαξ έχων εύλογον αιτίαν να υποπτεύηται ότι οιονδήποτε πρόσωπον κατέχει ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων κανονισμών δύναται- (α) να ερευνήσει το πρόσωπον τούτο και να κρατήση τούτο δια σκοπούς ερεύνης (β) να ερευνήσει οιονδήποτε όχημα ή σκάφος εν τω οποίω ο αστυφύλαξ υποπτεύεται ότι το φάρμακον δυνατόν να ευρίσκηται και προς τον σκοπόν τούτον να απαιτήση όπως το πρόσωπον το έχον υπό τον έλεγχον αυτού το ρηθέν όχημα ή σκάφος σταματήσει τούτο (γ) να κατάσχη και κατακρατήση δια τους σκοπούς της διαδικασίας δυνάμει του Νόμου οτιδήποτε ανευρέθη κατά την διάρκειαν της ερεύνης όπερ φαίνεται κατά την γνώμην του αστυφύλακος ότι αποτελεί μαρτυρίαν δι' αδίκημα κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου». Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: «10.
(1)Όταν συλλαμβάνεται πρόσωπο, αστυνομικός ο οποίος προβαίνει στη σύλληψη ή στον οποίο το πρόσωπο που συλλήφθηκε παραδίδεται δύναται να το ερευνήσει, χρησιμοποιώντας τέτοια βία η οποία είναι ευλόγως αναγκαία για το σκοπό αυτό και δύναται να κατάσχει κάθε αντικείμενο ή έγγραφο που βρέθηκε στην κατοχή του προσώπου αυτού το οποίο ο αστυνομικός έχει επαρκή λόγο να πιστεύει ότι δύναται να αποτελέσει ουσιώδη μαρτυρία εναντίον του προσώπου που ερευνήθηκε ή άλλου προσώπου, σε ποινική κατηγορία και δύναται, σε κάθε περίπτωση, να αφαιρέσει από το πρόσωπο που συλλήφθηκε οποιοδήποτε όργανο βίας ή άλλο επιθετικό όπλο το οποίο το πρόσωπο αυτό έχει μαζί του». Όσον αφορά το τι συνιστά εύλογη υποψία στην ΑΙ-Hamad ανωτέρω αποφασίσθηκε ότι όσον αφορά τους όρους «εύλογη υποψία» και «εύλογη πίστη» που απαντούνται σε διάφορα άρθρα της νομοθεσίας παρόλο που οι έννοιες των λέξεων "πίστη" και "υποψία" δεν είναι ταυτόσημες, καταλήγουν να έχουν την ίδια σημασία στα πλαίσια των άρθρων αυτών που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας και την κατάσχεση αντικειμένων. Ως συνάγεται από την πιο πάνω υπόθεση για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει σε μια περίπτωση η απαιτούμενη εύλογη υποψία πρέπει να διαφανεί από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που έκανε την έρευνα ειλικρινά πίστευε κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι η έρευνα ήταν αναγκαία για τη διαλεύκανση των αδικημάτων που διερευνούσε και ότι οι πληροφορίες που είχε δικαιολογούσαν αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του. Περαιτέρω από τα όσα αναφέρονται στο σύγραμμα των Λοίζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, υπό το Κεφάλαιο «Arrest and Search» σελ. 11-30 συνάγεται ότι για να αποφασισθεί κατά πόσο υπάρχει εύλογη υποψία για διεξαγωγή έρευνας πρέπει να εξεταστούν τα περιστατικά της υπόθεσης όπως εμφανίστηκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η υποψία πρέπει να είναι εύλογη με την έννοια ότι ένας λογικός άνθρωπος ο οποίος γνώριζε τα όσα γνώριζε ο έχων την εύλογη υποψία κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλ. στην προκειμένη ο Αστ. 2459, εύλογα θα υποψιαζόταν ότι ο ερευνηθείς δηλ. ο κατηγορούμενος στην παρούσα είχε στην κατοχή του και διακινούσε ελεγχόμενο φάρμακο. Στην Tinker v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411 απορρίφθηκε ως εσφαλμένη η θέση του εφεσείοντα, η οποία υποστήριζε ότι υπήρχε έλλειψη στοιχείων που θα δικαιολογούσαν προσωπική υποψία του τελωνειακού λειτουργού, ο οποίος έκανε έρευνα στη βαλίτσα του εφεσείοντσα, μετά από την έρευνα που έκανε προηγουμένως ειδικός αστυφύλακας, εφόσον αυτή η θέση παραγνώριζε το γεγονός ότι ο ειδικός αστυφύλακας είχε προηγουμένως ενημερώσει τον τελωνειακό για τις παρατηρήσεις του. Από αυτό συνάγεται ότι οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα αλλά μπορεί να του μεταφέρονται από κάποιο άλλο στον οποίο δίδονται ή ο οποίος έχει προσωπική γνώση. Για αυτό άλλωστε στην ίδια υπόθεση σε σχέση γενικά με το θέμα της εύλογης υποψίας έγινε αναφορά στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 411 στην οποία «αποδοκιμάστηκαν μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων σε ζητήματα τύπου». Τα γεγονότα που συνθέτουν τις συνθήκες λήψης της επίδικης μαρτυρίας, ως τα έχει αναφέρει ο Μ.Κ.1 στην παρούσα δεν έχουν στην ουσία αμφισβητηθεί. Από τα γεγονότα αυτά προκύπτουν σχετικά τα ακόλουθα: Εναντίον του κατηγορούμενου υπήρχαν πληροφορίες για κατοχή, χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν από το Αρχηγείο Αστυνομίας στο γραφείο της ΥΚΑΝ Πάφου από το απόγευμα. Στο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε ο υπεύθυνος της ΥΚΑΝ Πάφου και του έδωσε οδηγίες να εκδοθεί ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου καθότι δόθηκαν πληροφορίες ότι είχε στην κατοχή του και διακινούσε ναρκωτικά. Με βάση τα πιο πάνω ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι από τη στιγμή που του δόθηκαν οι πληροφορίες ασχέτως εάν δόθηκαν στον ίδιο ή σε άλλο συνάδελφο του ο ίδιος είχε εύλογες υποψίες ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και διακινούσε ναρκωτικά. Με βάση αυτό ο Μ.Κ.1 εξασφάλισε σχετικό ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 είχε οδηγίες από τους υπευθύνους του να βρει τον κατηγορούμενο εκείνο το βράδυ για να τον ερευνήσει. Μετέβηκαν στην οικία του επανειλημμένα αλλά ο κατηγορούμενος απουσίαζε. Τελικά τον εντόπισαν στις 21.11.06 και ώρα 02:00 στην μπυραρία "WATERHOLE". Ο Μ.Κ.1 τον πλησίασε, τον πληροφόρησε ότι ήταν από την Αστυνοµία, του είπε για τις υπόνοιες που είχαν εναντίον του και συγκεκριμένα ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι είχε στην κατοχή του ναρκωτικές ουσίες, ότι υπήρχε εκδομένο ένταλμα έρευνας της οικίας του και τον κάλεσε να περάσει έξω από την μπυραρία που υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός για να ερευνηθεί σωματικά. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει οπόταν ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκηµα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο απάντησε 'Έ θα µε ερευνήσετε". Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να αρνείται να εξέλθει της µπυραρίας για σχετική έρευνα οπόταν ο Μ.Κ.1 τον συνέλαβε για αυτόφωρα αδικήματα και συγκεκριμένα για παρακώλυση οργάνου της τάξης κατά τη νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του και για παρακοή νομίμων διαταγών. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο εκείνος απάντησε " Εν παράνοµη η σύλληψη". Στη συνέχεια εξήλθαν από τη µπυραρία και ο κατηγορούμενος περί ώρα 02:20 ερευνήθηκε σωματικά οπόταν εντοπίσθηκε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του το τεκμήριο δ.δ.2. Υπεδείχθη στον κατηγορούμενο το ένταλμα έρευνας στο οποίο μετά από παρατήρηση του κατηγορούμενου διαπιστώθηκε ότι υπήρχε λανθασμένο όνομα και στη συνέχεια µεταξύ των ωρών 02:30 - 02:45 έγινε έρευνα στο όχηµα του κατηγορούμενου όπου η ώρα 02:40 ο Μ.Κ.1 βρήκε το τεκμήριο δ.δ. 3. Ο κατηγορούμενος δεν έφερε αντίρρηση στο να ερευνηθεί το αυτοκίνητο του. Από τα πιο πάνω γεγονότα φαίνεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο τέθηκαν σε γνώση του Μ.Κ.1, από τον προϊστάμενο του, συγκεκριμένες πληροφορίες, οι οποίες προήλθαν από το Αρχηγείο Αστυνομίας. Αυτές οι πληροφορίες ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και διακινούσε ναρκωτικές ουσίες. Με βάση δε αυτές τις πληροφορίες ο Μ.Κ.1 προχώρησε και στην εξασφάλιση σχετικού εντάλματος έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω στοιχεία που είχε σε γνώση του ο Μ.Κ.1 κατά τον κρίσιμο χρόνο δηλ. κατά το χρόνο που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον ερευνήσει, κρίνω ότι αυτά εύλογα του δημιούργησαν την υποψία ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και διακινούσε ναρκωτικές ουσίες αφού ο Μ.Κ.1 ειλικρινά πίστευε ότι η έρευνα ήταν αναγκαία για τον εντοπισμό των ουσιών αυτών και οι πληροφορίες που είχε δικαιολογούσαν αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του. Συνεπώς δεν υπήρχε οτιδήποτε το παράνομο στο να επιδιώξει να ερευνήσει σωματικά τον κατηγορούμενο και το όχημα, του δυνάμει πάντα των εξουσίων που του παρείχε το άρθρο 29
(2)του Ν.29/77. Πριν μάλιστα ζητήσει να ερευνήσει τον κατηγορούμενο του ανέφερε για τις υπόνοιες που υπήρχαν εναντίον του. Ως εκ των άνω η θέση της υπεράσπισης για έλλειψη εκ μέρους του Μ.Κ.1 της απαιτούμενης εύλογης υποψίας, η οποία νομιμοποιούσε τις έρευνες που έγιναν, δεν γίνεται δεκτή. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παρούσα προφανώς διαφοροποιείται από την Κυπριανίδη ανωτέρω εφόσον εκεί με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης κρίθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα δεν είχαν στοιχεία που δημιουργούσαν οποιαδήποτε υποψία πως οι κατηγορούμενοι ήταν ενδεχομένως οι δράστες και κατ' επέκταση ότι η ακινητοποίηση του οχήματος τους συνιστούσε στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας, γεγονός που είχε επακόλουθες συνέπειες στη μαρτυρία που λήφθηκε στη συνέχεια. Εν πάση δε περιπτώσει πρέπει επίσης να λεχθεί ότι με την άρνηση του κατηγορούμενου να υποβληθεί σε έρευνα αυτός συνελήφθηκε για αυτόφωρα αδικήματα. Η σύλληψη του δε αυτή δεν ενείχε οτιδήποτε παράνομο εφόσον συνδεόταν άμεσα με την άρνηση του να ερευνηθεί. Συνεπώς ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο Μ.Κ.1 δεν είχε εύλογη υποψία να ερευνήσει τον κατηγορούμενο, η σωματική έρευνα που ακολούθησε έγινε ούτως μετά από νόμιμη σύλληψη του και νομιμοποιείτο από τις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)του Κεφ. 155, το οποίο επιτρέπει τη διεξαγωγή έρευνας συλληφθέντα. Σε σχέση δε με το επιτρεπτό της εξασφάλισης μαρτυρίας για αδίκημα άλλο από αυτό για το οποίο κάποιο πρόσωπο συλλαμβάνεται στην Κωνσταντίνου ανωτέρω επαναλήφθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην Parpas v. Republic
(1988)2 C.L.R. 5 ότι δηλ. τέτοια μαρτυρία δεν αποκλείεται αυτόματα αλλά κάτι τέτοιο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα το ότι τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν κατά την έρευνα δεν είχαν σχέση με αδικήματα ναρκωτικών δεν κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι καθιστά τη λήψη τους παράνομη εφόσον δεν μπορεί να αποδοθεί στο Μ.Κ.1 αστυνομικό σχέδιο οποιασδήποτε μορφής, ούτε αλλότριος σκοπός ήτοι σχέδιο να ερευνηθεί ο κατηγορούμενος με αφορμή άλλα αδικήματα δηλ. για ναρκωτικά για να ληφθεί η μαρτυρία αυτή, όπως έγινε στην ουσία στην Parpas ανωτέρω. Πέραν αυτού σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Κεφ. 155 ο Μ.Κ.1 είχε την εξουσία να αφαιρέσει από τον κατηγορούμενο συλληφθέντα οποιοδήποτε όργανο βίας ή άλλο επιθετικό όπλο το οποίο αυτός είχε μαζί του. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η ένσταση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Συναφώς επιτρέπεται να παρουσιασθούν ως τεκμήρια-μαρτυρία στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση (τεκμήρια δ.δ. 2 και 3). (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Δίκη εντός δίκης - Παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο