Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπος Καρεκλά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8764/07, 31.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8764/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και
- Χαράλαμπος Καρεκλά
- Khaled Alkharean
- Ahmed Moussa Mohammed Ημερομηνία: 31.3.
- Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο 1: κ. Σιαηλής. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα την πρώτη κατηγορία για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 1 στις 29.8.07, στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τους κατηγορούμενους 2 και 3 σε υπό ανέγερση οικοδομή, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 1 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι δεν εργαζόταν στην εταιρεία «CYΡARCO» αλλά στην εταιρεία «ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΣΟΥΡΗ» σαν υπάλληλος και δεν είχε εξουσιοδότηση να εργοδοτεί οποιοδήποτε υπάλληλο. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 3113 Κώστας Κόλιαρος της ΥΑΜ Πάφου. Ο μάρτυρας αυτός ήταν το πρόσωπο που στις 29.8.07 μετέβηκε με άλλους συναδέλφους του σε ανηγειρόμενη οικοδομή στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Πέγεια, στο «Hillcrest Villas» της «CYPARCO», όπου κατά τη διάρκεια δεκαπεντάλεπτης παρακολούθησης είδε δύο αλλοδαπούς να ασχολούνται με το μπογιάτισμα της οικίας. Αφού ο μάρτυρας προσέγγισε τους δύο αλλοδαπούς και τους υπόδειξε την αστυνομική του ταυτότητα τους ρώτησε ποιοι είναι και αν έχουν άδεια να εργοδοτούνται και εκείνοι του ανέφεραν τα ονόματα τους και ότι ήταν αιτητές πολιτικού ασύλου. Από έλεγχο των διαβατηρίων των δύο αλλοδαπών ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι ο ένας ήταν ο Alkharean Khaled, από τη Συρία, αιτητής πολιτικού ασύλου του ο οποίου ο φάκελος έκλεισε στις 14.6.07 και έκτοτε παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία και ο άλλος ήταν ο Moussa Mohammed Ahmed από το Ιράκ, αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του οποίου απορρίφθηκε στις 30.5.07 και έκτοτε διέμενε επίσης παράνομα στη Δημοκρατία. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τους δύο αλλοδαπούς για τα αδικήματα της παράνομης απασχόλησης και παραμονής και αφού τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο απάντησαν «Ok». Περαιτέρω σύμφωνα με το Μ.Κ.1 αυτός συμπέρανε ότι εργοδότης των δύο αλλοδαπών ήταν ο κατηγορούμενος 1 γιατί όταν τους ρώτησε ποιος ήταν ο εργοδότης τους του είπαν ότι είναι κάποιος Πάμπος και ο ένας από αυτούς του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου 99-443645, τον οποίο είχε καταχωρημένο στο κινητό του. Το πρόσωπο αυτό δεν βρισκόταν εκεί στο χώρο. Μετά από αυτό ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στον πιο πάνω αριθμό και ανέφερε στο πρόσωπο που απάντησε ότι ήταν από την ΥΑΜ και ότι συνέλαβαν δύο αλλοδαπούς στη συγκεκριμένη διεύθυνση, οι οποίοι του ανέφεραν ότι ήταν ο εργοδότης τους. Ο μάρτυρας ζήτησε από το προαναφερόμενο πρόσωπο να του δώσει τα στοιχεία του και εκείνος του έδωσε το όνομα, το επίθετο και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του δηλ. Χαράλαμπος Καρεκλάς Δ.Τ.
- Το πρόσωπο εκείνο δεν αρνήθηκε ότι ήταν ο εργοδότης αλλά ούτε και το επιβεβαίωσε. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι η ανεγειρόμενη οικοδομή στην οποία συνέλαβε τους δύο αλλοδαπούς ανήκε στην και ανεγειρόταν από την εταιρεία «CYPARCO». Δεν γνώριζε κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 εργαζόταν στην εταιρεία αυτή, ούτε εάν είχε κάποια σχέση με αυτή αλλά ούτε και τι δουλειά κάνει. Τον κατηγορούμενο 1 ο μάρτυρας τον γνώρισε στο Δικαστήριο την ημέρα που κατέθεσε. Δεν γνωρίζει αν λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, ούτε εάν αυτός κλήθηκε για να δώσει κατάθεση, ούτε εάν οι δύο αλλοδαποί έδωσαν κατάθεση. Ο Μ.Κ.1 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με σαφήνεια και αμεσότητα σε σχέση με τις ενέργειες και διαπιστώσεις του κατά τη διάρκεια των γεγονότων που περιέγραψε και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή με εξαίρεση το συμπέρασμα του ότι εργοδότης των δύο αλλοδαπών ήταν ο κατηγορούμενος
- Αυτό γιατί αποτελούσε απλά συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο μάρτυρας με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του και το οποίο ασφαλώς δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο είναι άλλωστε το μόνο κατά το νόμο αρμόδιο για να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου 1 στην παρούσα. Ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών, στηρίζεται στο άρθρο 14Β
(1)του Κεφ.
- Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη σύμφωνα με τον Νόμο είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Το λεκτικό του άρθρου 14Β
(1)υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Όσον αφορά το κατά πόσο τα δύο πρόσωπα που συνελήφθησαν να εργάζονται κατά τον επίδικο χρόνο στην υπό ανέγερση οικοδομή ήταν αλλοδαποί αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος προέβη σε έλεγχο των στοιχείων αυτών. Άλλωστε αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Καταλήγω λοιπόν ότι ο ένας εκ των δύο ήταν από τη Συρία, αιτητής πολιτικού ασύλου, του οποίου ο φάκελος έκλεισε στις 14.6.07 και έκτοτε παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία και ο άλλος ήταν από το Ιράκ, αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του οποίου απορρίφθηκε στις 30.5.07 και έκτοτε διέμενε επίσης παράνομα στη Δημοκρατία. Συνεπώς τα δύο αυτά πρόσωπα δεν ήταν Κύπριοι υπήκοοι και άρα ήταν αλλοδαποί εν τη εννοία του Κεφ.
- Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο οι εν λόγω αλλοδαποί εργοδοτούνταν κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο χώρο από τον κατηγορούμενο
- Πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία, η οποία υπάρχει και η οποία έγινε δεκτή για αυτό το θέμα είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Η περιστατική λοιπόν μαρτυρία, η οποία υπάρχει στην παρούσα είναι η εξής:
- Οι δύο προαναφερόμενοι αλλοδαποί θεάθηκαν από άνδρες της ΥΑΜ Πάφου κατόπιν δεκαπεντάλεπτης παρακολούθησης να ασχολούνται με το μπογιάτισμα της οικίας που βρισκόταν στο «Hillcrest Villas» της εταιρείας «CYPARCO», στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Πέγεια.
- Όταν ο Μ.Κ.1 ρώτησε τους δύο αλλοδαπούς ποιος ήταν ο εργοδότης τους του είπαν ότι είναι κάποιος Πάμπος και ο ένας από αυτούς του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου 99-443645, τον οποίο είχε καταχωρημένο στο κινητό του.
- Το πρόσωπο στο οποίο ανήκε ο εν λόγω αριθμός δεν βρισκόταν στον επίδικο χώρο.
- Όπως διαπιστώθηκε μετά από τηλεφώνημα που έκανε ο Μ.Κ.1 ο πιο πάνω αριθμός τηλεφώνου ανήκε στον κατηγορούμενο
- Η ανεγειρόμενη οικοδομή στην οποία συνελήφθηκαν να εργάζονται οι δύο αλλοδαποί ανήκε στην και ανεγειρόταν από την εταιρεία «CYPARCO». Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο τα πιο πάνω στοιχεία είναι τέτοια ώστε να οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι οι δύο αλλοδαποί κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο χώρο εργοδοτούνταν, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ. 105, από τον κατηγορούμενο
- Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Το μόνο στοιχείο που συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την όλη υπόθεση είναι ο αριθμός τηλεφώνου του τον οποίο ο ένας εκ των δύο αλλοδαπών ανέφερε στο Μ.Κ.1 ότι ανήκει στον εργοδότη του ονόματι Πάμπο. Πέραν αυτού δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τη διάπραξη του αδικήματος. Η ανεγειρόμενη οικοδομή όπου συνελήφθηκαν να εργάζονται οι δύο αλλοδαποί ανήκε στην και ανεγειρόταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, από την εταιρεία «CYPARCO». Δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 1 εργαζόταν για την εταιρεία αυτή ή εν πάση περιπτώσει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τους αλλοδαπούς ή με τα έργα που επιτελούνταν στην εν λόγω οικοδομή. Δεν υπάρχει καν μαρτυρία σε σχέση με το ποιά ήταν η δουλειά του κατηγορούμενου
- Η δε θέση του κατηγορούμενου 1, ως εκφράστηκε μέσα από την ανώμοτη του δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας όχι μόνο δεν συγκρούεται αλλά ταιριάζει με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή, είναι ότι αυτός εργαζόταν ως υπάλληλος άλλης εταιρείας και δεν είχε εξουσιοδότηση να εργοδοτεί οποιοδήποτε υπάλληλο. Το ότι όταν ο Μ.Κ.1 είπε στο τηλέφωνο στον κατηγορούμενο 1 ότι συνέλαβαν δύο αλλοδαπούς στη συγκεκριμένη διεύθυνση, οι οποίοι του ανέφεραν ότι ήταν ο εργοδότης τους, δεν το αρνήθηκε αλλά ούτε και το επιβεβαίωσε ασφαλώς και δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του. Κάτι τέτοιο θα παραγνώριζε το δικαίωμα του κατηγορούμενου 1 στη σιωπή και συνακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, το οποίο έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία μας (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ.1)
(1994)3 Α.Α.Δ. 1) ότι εμπεριέχεται ρητά στο τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 12.4 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Για το θέμα της τήρησης σιωπής εκ μέρους ενός κατηγορούμενου βλ. επίσης Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 83-84 και 161-163). Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι τα στοιχεία της πιο πάνω περιστατικής μαρτυρίας δεν έχουν τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτική δύναμη ούτως ώστε να οδηγήσουν χωρίς αμφιβολία στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε τους δύο αλλοδαπούς στον επίδικο χώρο. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρώτη κατηγορία και συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο