← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Χ'Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9692/06, 15.4.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Χ'Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9692/06, 15.4.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9692/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. Νεόφυτος Χ'Χριστοδούλου
  2. Βαλεντίνος Δημητρίου Ημερομηνία: 15.4.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο 1: κ. Αλεξάνδρου. Για Κατηγορούμενο 2: κα Α. Σαββίδου. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενoι αντιμετώπιζαν αρχικά τρεις κατηγορίες. Μετά δε από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επί του θέματος της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αυτοί απαλλάχθηκαν στην τρίτη κατηγορία και κλήθηκαν σε απολογία στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Στην πρώτη κατηγορία αυτοί κατηγορούνται για συμβιβασμό κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 123 και 20 του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, ως έχουν τροποποιηθεί με άδεια του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι στις 19.1.2006 στη Κοιλίνεια της Επαρχίας Πάφου ενώ ήταν αστυνομικοί του Σταθμού Παναγιάς και γνώριζαν ότι ο Μάριος Αντωνιάδης από τη Δευτερά ήταν ύποπτος της υπόθεσης διάρρηξης της εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας στη Κοιλίνεια και της κλοπής χρημάτων και τους παραδόθηκε από τους κατοίκους του πιο πάνω χωριού, συμβίβασαν το πιο πάνω κακούργημα της διάρρηξης και κλοπής και άφησαν ελεύθερο το Μάριο Αντωνιάδη χωρίς να προβούν στην έκδοση εντάλματος σύλληψης και εξέταση της υπόθεσης, επέστρεψαν στο Φρίξο Γρηγορίου το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.38.68, το οποίο αποτελούσε προϊόν της διάρρηξης και κλοπής, για να δηλώσει ότι δεν έχει παράπονο. Στη δεύτερη κατηγορία κατηγορούνται για συνέργια μετά τη διάπραξη αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 23 και 24 του Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, ως επίσης έχουν τροποποιηθεί με άδεια του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο με την πρώτη κατηγορία ενώ γνώριζαν ότι ο Μάριος Αντωνιάδης ήταν ένοχος σε υπόθεση διάρρηξης της εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας στη Κοιλίνεια και της κλοπής χρημάτων παρείχαν βοήθεια σε αυτόν με σκοπό να του παράσχουν τη δυνατότητα να αποφύγει την τιμωρία, δηλ. συμφώνησαν με το Φρίξο Γρηγορίου από την Κοιλίνεια, επίτροπο της εν λόγω εκκλησίας, να του επιστρέψουν το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.38.68, το οποίο αποτελούσε προϊόν διάρρηξης και κλοπής και να δηλώσει ότι δεν έχει παράπονο και άφησαν ελεύθερο το Μάριο Αντωνιάδη αντί να προβούν στην έκδοση εντάλματος σύλληψης και εξέτασης της υπόθεσης. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο πέντε μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν, ως άλλωστε εδικαιούνταν, όπως προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αναφορικά με το Μάριο Αντωνιάδη έχει καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 2135/07 σχετικά με τα γεγονότα που ακούστηκαν στην παρούσα, της οποίας υπόθεσης η εκδίκαση εκκρεμεί στις 24.3.
  1. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Χριστάκης Κωνσταντίνου, εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με σαφήνεια και αμεσότητα σε σχέση με τις ενέργειες του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή με εξαίρεση τα συμπεράσματα του ως προς την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων γιατί αυτά ασφαλώς δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, το οποίο είναι άλλωστε το μόνο κατά το νόμο αρμόδιο για να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα και τελικά συμπεράσματα για την ύπαρξη ή όχι ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Σπύρος Π'Νεάρχου, ο οποίος στις 19.1.06 εκτελούσε καθήκοντα Αξιωματικού Υπηρεσίας στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων Πάφου και ο οποίος μετά από τηλεφώνημα του κατηγορούμενου 2 έδωσε άδεια και οδηγίες για τον τρόπο μεταφοράς του οχήματος κάποιου υπόπτου, από το χωριό Κοιλίνεια στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Και ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Φρίξος Γρηγορίου, επίτροπος της εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας στο χωριό Κοιλίνεια. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 μπορεί να χωρισθεί χρονικά σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώραν πριν μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς στις 19.1.06 και το δεύτερο μέρος τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Σταθμό αυτό. Όσον αφορά το πρώτο μέρος πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνέπεια, συνέχεια και λογική και γίνεται δεκτή με εξαίρεση το ότι οι κατηγορούμενοι όταν πήγαν προς το καφενείο του χωριού δεν έρχονταν από την κατεύθυνση της εκκλησίας. Αυτό γιατί και ο ίδιος σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του δήλωσε άγνοια κατά πόσο οι κατηγορούμενοι πριν πάνε στο καφενείο πήγαν στην εκκλησία ενώ και η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι πήγαν στην εκκλησία και ερεύνησαν σχετικά με τη διάρρηξη. Όσον όμως αφορά το δεύτερο μέρος πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή, ούτε πειστική. Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι για την υπόθεση αυτή έδωσε τέσσερις καταθέσεις. Η πρώτη (τεκμήριο 3) ήταν αυτή που του λήφθηκε στις 19.1.06 από τον κατηγορούμενο
  2. Η δεύτερη (τεκμήριο 12) του λήφθηκε στις 22.1.06 από το Μ.Κ.
  3. Η τρίτη (τεκμήριο 14) του λήφθηκε στις 27.1.06 από τον Αστ. 711 Θ. Παπαδόπουλο και η τέταρτη (τεκμήριο 13) στις 29.1.06 από άλλο Υπαστυνόμο. Οι δύο τελευταίες καταθέσεις ήταν, ως αναφέρουν, συμπληρωματικές της κατάθεσης ημερ. 22.1.
  4. Τις τρεις τελευταίες καταθέσεις ο μάρτυρας τις υιοθέτησε στην ουσία κατά τη μαρτυρία του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αναφορικά λοιπόν με τα όσα έγιναν στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς: Στη δεύτερη του κατάθεση ανέφερε ότι όταν πήγε στο Σταθμό οι αστυνομικοί του είπαν ότι ο νεαρός ομολόγησε και ότι βρήκαν στην κατοχή του σε κέρματα και χαρτονομίσματα το συνολικό ποσό των Λ.Κ.
  5. Μάλιστα στην κυρίως εξέταση του σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι αυτό του το είπαν και οι δύο κατηγορούμενοι και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος 2 βγήκε έξω μόλις ο μάρτυρας έφθασε στο Σταθμό και του το είπε ενώ ο κατηγορούμενος 1 του το είπε όταν μπήκε μέσα στο Σταθμό. Στην τρίτη κατάθεση του όμως ανέφερε στην ουσία ότι μετά που αυτός μπήκε στο Σταθμό και μάλιστα μίλησε και με τον ύποπτο, ο αστυνομικός, που στην κυρίως εξέταση του διευκρίνισε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2, τον έβγαλε έξω και του είπε ότι «είναι εντάξει, επαραδέχθηκε». Περαιτέρω στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε για τις διαφορές μεταξύ των καταθέσεων του σε σχέση με αυτό δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Τέλος στην τέταρτη του κατάθεση ανέφερε σχετικά ότι την ώρα που πήγε στο Σταθμό βγήκε έξω ο «μιτσής», δηλ. ο κατηγορούμενος 2 ως διευκρίνισε κατά τη μαρτυρία του, και του είπε ότι «η υπόθεση εν εντάξει τζιαι μολόησε». Στην υπόλοιπη δε κατάθεση του δεν αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι ο ύποπτος ομολόγησε. Τα ίδια με την τέταρτη κατάθεση του ανέφερε και κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του κατηγορούμενου
  6. Κατά την αντεξέταση του όμως από τη συνήγορο του κατηγορούμενου 2 είπε ότι όταν πήγε στο Σταθμό ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν έξω στη βεράντα και στεκόταν. Όταν του υποβλήθηκε μάλιστα ότι καθόταν στη είσοδο και έπαιζε σ' ένα κομπιούτερ απάντησε «Δεν ξέρω». Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε αν είδε τον κατηγορούμενο 2 να κάθεται στο κομπιούτερ απάντησε ότι δεν θυμάται. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι η θέση του ότι είτε ο κατηγορούμενος 2 είτε και οι δύο κατηγορούμενοι του είπαν στο Σταθμό ότι ο ύποπτος ομολόγησε είναι αντιφατική και μη πειστική. Αντιφατική όμως και εμφανώς μη σταθερή ήταν και η θέση του σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε την πρώτη κατάθεση του (τεκμήριο 3). Συγκεκριμένα ενώ στη δεύτερη κατάθεση του αναφέρει στην ουσία ότι οι κατηγορούμενοι τον ρώτησαν αν έχει απαίτηση και ότι όταν αυτός απάντησε αρνητικά τον «έβαλαν» και υπόγραψε το τεκμήριο 3, στην τέταρτη του κατάθεση λέει στην ουσία ότι του πρότειναν να του δώσουν τα χρήματα και να μην έχει απαίτηση καθώς και να του κάνουν το τεκμήριο 3 αλλά δεν τον ανάγκασαν να το υπογράψει ενώ τέλος στην αντεξέταση του είπε ότι του πρότειναν να του δώσουν τα χρήματα και να μην έχει απαίτηση αλλά ότι εκείνος τους ζήτησε να του κάνουν το τεκμήριο
  7. Περαιτέρω όσον αφορά το ποιός του έδωσε τα χρήματα, στη δεύτερη του κατάθεση αναφέρει χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό αριθμό ότι του τα «έδωσαν». Στην κυρίως εξέταση του μάλιστα όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα είπε ότι τα του έδωσαν και οι δύο κατηγορούμενοι. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι εννοούσε ότι του τα έδωσε ο κατηγορούμενος 2 και όχι και οι δύο. Είπε ότι εννοούσε για τον ένα αστυνομικό και δεν θυμάται αν είπε στην Αστυνομία ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 που του τα έδωσε. Όταν δε του ζητήθηκε στην αντεξέταση να εξηγήσει γιατί στη συγκεκριμένη ερώτηση στην κυρίως εξέταση του είπε ότι του τα έδωσαν και οι δύο απάντησε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να πει. Είναι λοιπόν εμφανές και ως προς το σημείο αυτό η προσπάθεια του μάρτυρα στην κυρίως εξέταση του να εμπλέξει και τους δύο κατηγορούμενους στις συγκεκριμένες πράξεις. Τέλος αντιφατική είναι η θέση του μάρτυρα και ως προς το ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς ο Αντωνιάδης ομολόγησε στον ίδιο ότι διέπραξε τη διάρρηξη και την κλοπή στην εκκλησία. Αυτό φαίνεται από τα ακόλουθα: Στην τρίτη κατάθεση του ανέφερε ότι εντός του Σταθμού και παρουσία των δύο κατηγορουμένων ρώτησε τον ύποπτο γιατί διέρρηξε την εκκλησία και εκείνος του είπε ότι πήρε τα χρήματα γιατί δεν είχε για να βάλει βενζίνη. Στην τέταρτη του όμως κατάθεση ενώ αρχικά ανέφερε στην ουσία τα ίδια με την τρίτη κατάθεση του στο τέλος αυτής αναφέρει ρητά, μετά από το σημείο που λέει ότι ο ίδιος έφυγε από το Σταθμό, ότι ο ύποπτος δεν του ομολόγησε τη διάρρηξη και την κλοπή. Όταν δε ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν είπε αυτό εννοούσε ότι δεν του ομολόγησε στο καφενείο. Αυτό όμως δεν είναι λογικό εφόσον η αναφορά του για μη ομολογία γίνεται ως έχει αναφερθεί στο τέλος της τέταρτης κατάθεσης όταν δηλ. είχε περιγράψει όλα τα γεγονότα και τίποτα από αυτά που είπε αμέσως πριν δεν φαίνεται να συνάδει με το ότι συμπλήρωσε κάτι σε σχέση με τα όσα έγιναν στο καφενείο. Πέραν όμως αυτών όταν στην αντεξέταση του κλήθηκε να σχολιάσει αυτή την αντίφαση απάντησε «Δεν ξέρω». Σε επόμενη μάλιστα ερώτηση απάντησε ότι ο ύποπτος δεν του ομολόγησε όταν ήταν στο Σταθμό. Φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 αναφορικά με τα όσα διαδραματίστηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις σε ουσιώδη σημεία της και ως εκ τούτου, με εξαίρεση τα όσα θα αναφερθούν κατωτέρω, δεν γίνεται δεκτή. Από το μέρος αυτό της μαρτυρίας του δέχομαι μόνο ότι υπέγραψε με τη θέληση του την κατάθεση τεκμήριο 3, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε καθώς και το ότι πήρε στο Σταθμό, άγνωστο όμως από ποιόν και υπό ποιες περιστάσεις, διάφορα κέρματα και χαρτονομίσματα τα οποία αργότερα την ίδια μέρα παρέδωσε στο Μ.Κ.4, εφόσον αυτό υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του τελευταίου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Κώστας Αναστασίου, Επίτροπος και ταμίας της εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας στο χωριό Κοιλίνεια. Από τη μαρτυρία του φαίνεται ότι τα όσα γνώριζε για τα γεγονότα της υπόθεσης είναι αυτά που του μεταφέρθηκαν από άλλα πρόσωπα εφόσον δεν ήταν παρών στο χωριό κατά τον επίδικο χρόνο. Το μόνο στοιχείο για το οποίο είχε προσωπική γνώση ήταν ότι στις 19.1.06 περί ώρα 18:30 ο Μ.Κ.3 του παρέδωσε ένα σακουλάκι με κέρματα και χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών τα οποία όπως του είπε τα έκλεψε ο ύποπτος της διάρρηξης της εκκλησίας. Ο μάρτυρας μέτρησε αυτά τα χρήματα στις 22.1.06 στην παρουσία του Μ.Κ.1 ο οποίος του έλαβε κατάθεση και ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των Λ.Κ.38.
  2. Αναφορικά με το μάρτυρα αυτό πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε. Τέλος ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Κατερίνα Χαραλάμπους, η οποία είδε στις 19.1.06 ένα νεαρό πρόσωπο να εισέρχεται στην εκκλησία της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας στο χωριό Κοιλίνεια και μετά που τον είδε να φεύγει από το μέρος ειδοποίησε ότι έγινε διάρρηξη. Γενικά πρέπει να λεχθεί ότι η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά τη μαρτυρία της σε κάποια σημεία παρουσιαζόταν συγχυσμένη κυρίως λόγω μνήμης ένεκα του χρόνου που παρήλθε από τα γεγονότα αλλά δεν έδωσε την εντύπωση ότι δεν ήταν ειλικρινής. Φυσικά πρέπει να λεχθεί ότι κάποιες από τις θέσεις της δεν μπορούν να γίνουν δεκτές για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια χωρίς όμως αυτό να πλήττει την αξιοπιστία της σε βαθμό που να οδηγεί στην απόρριψη του συνόλου της μαρτυρία της (βλ. Σάββα ανωτέρω). Δεν γίνεται λοιπόν δεκτή η θέση της σε σχέση με τον τρόπο που εισήλθε ο κατ' ισχυρισμό δράστης της διάρρηξης στην εκκλησία εφόσον η σχετική μαρτυρία της δεν ήταν συνεπής αλλά αντιφατική και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση της ημερ. 22.1.06 (τεκμήριο 16) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της είπε ότι «είδε ένα νεαρό να μπαίνει της εκκλησίας και αμέσως έκλεισε την πόρτα και μάλιστα έπιασε τα κλειδιά της πόρτας τα οποία πάντα είναι πάνω στην πόρτα». Στη συνέχεια στην ίδια κατάθεση είπε ότι παραξενεύτηκε γιατί τα κλειδιά ο ιερέας του χωριού τα πήρε μαζί του και μάλιστα έκλεισε και την πόρτα. Νόμιζε ότι ήταν και ο ιερέας στην εκκλησία. Στην κυρίως εξέταση της όμως είπε ότι δεν είδε το νεαρό να πιάνει τα κλειδιά αλλά υποψιάστηκε ότι ήταν μαζί του ο ιερέας. Μετά όμως είπε ότι υποψιάστηκε αυτό γιατί έβγαλε τα κλειδιά και έκλεισε την πόρτα. Σε επόμενη ερώτηση είπε ότι την ώρα που μπήκε ο νεαρός στην εκκλησία και έκλεισε την πόρτα δεν είχε κλειδιά πάνω η πόρτα. Στην αντεξέταση της είπε σχετικά ότι όταν έμπαινε ο νεαρός στην εκκλησία δεν τον είδε να πιάνει κλειδιά από την πόρτα. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της είπε ότι την ώρα που είδε το νεαρό αυτός άνοιξε την πόρτα και έμπαινε και την έκλεισε πίσω του ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση είπε ότι η πόρτα ήταν ανοικτή και αυτός έμπαινε. Είπε επίσης ότι η ίδια σε σχέση με την αναφορά στην κατάθεση της ότι ο νεαρός έπιασε τα κλειδιά εννοούσε ότι μπήκε πρώτα ο ιερέας και μετά ο νεαρός και η ίδια διερωτήθηκε πως και έβγαλε τα κλειδιά από την πόρτα ο ιερέας και ότι αυτό είπε στην κατάθεση της αλλά το έγραψαν διαφορετικά. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της σε ερώτηση πως μπήκε ο νεαρός στην εκκλησία αφού δεν είχε κλειδιά απάντησε ότι δεν ξέρει και ότι φαίνεται πως παραβίασε την πόρτα. Στην αντεξέταση της όμως σε ερώτηση αν η πόρτα ήταν παραβιασμένη είπε ότι δεν ξέρει και ότι αυτό μπορούσαν να το πουν οι αστυνομικοί που την είδαν. Σε ερώτηση αν εκείνη την είδε είπε ότι δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει έτσι πράματα. Σε επόμενη όμως ερώτηση αν η ίδια είδε κανένα σημάδι είπε ότι η πόρτα της εκκλησίας είχε δύο σημάδια. Είπε συγκεκριμένα ότι στην κάτω μεριά «είναι αλουμίνιο έχει κάτι που κουτσακώνει, έχει ένα συρτούϊ, πιο πάνω είναι πιττωμένο, τρυπημένο το αλουμίνιο και στην πάνω μερκά το ίδιο». Ανέφερε όμως ότι αυτά τα πράγματα δεν τα είδε από την πρώτη στιγμή που πήγε εκεί με το Μ.Κ.3 αλλά τα είδε ύστερα που πήγαν στην εκκλησία και ήλθαν τα κανάλια. Τα σημάδια αυτά τα είδε λίγες μέρες μετά μαζί με τον ιερέα. Όταν ρωτήθηκε εάν όταν έδωσε την κατάθεση της (τεκμήριο 16), όπου σημειωτέον δεν ανέφερε οτιδήποτε για το θέμα της παραβίασης της πόρτας, είχε ήδη δει τα σημάδια αυτά απάντησε αρνητικά. Δεν θυμόταν όμως τι μέρα πήγαν τα κανάλια ενώ όταν της υποβλήθηκε ότι πήγαν πριν να δώσει την κατάθεση της απάντησε ότι δεν θυμόταν. Την ίδια απάντηση έδωσε και όταν ρωτήθηκε αν όταν ήρθαν τα κανάλια ήδη είχε δει τα σημάδια ή είναι ψέματα που είπε προηγουμένως. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης της σε ερώτηση αν τα κανάλια πήγαν πριν δώσει στην κατάθεση της είπε «Έτσι νομίζω». Σημειωτέον ότι αυτό με τα σημάδια στην πόρτα δεν το ανέφερε καν στην κυρίως εξέταση της όπου, ως προαναφέρθηκε, σε ερώτηση πως μπήκε ο νεαρός στην εκκλησία αφού δεν είχε κλειδιά αρκέστηκε να πει ότι φαίνεται ότι παραβίασε την πόρτα κάνοντας στην ουσία μια εικασία και δεν το στήριξε στο ότι είδε και σημάδια στην πόρτα. Τέλος δεν γίνεται δεκτή ούτε η θέση της ότι αναγνώρισε τον υποτιθέμενο δράστη και το όχημα του και στην παρουσία των κατηγορουμένων. Σε σχέση με την αναγνώριση του δράστη στην κατάθεση της είπε ότι πρώτα τον αναγνώρισε αυτόν και το αυτοκίνητο στο καφενείο του χωριού όταν την κάλεσε εκεί ο Μ.Κ.3 και μετά από πέντε περίπου λεπτά ήλθαν οι κατηγορούμενοι. Στην αντεξέταση της είπε αρχικά ότι δεν θυμόταν καλά και νομίζει ότι οι κατηγορούμενοι ήλθαν μετά από 5 λεπτά ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε με βεβαιότητα ότι είπε στους κατηγορούμενους ότι το πρόσωπο εκείνο ήταν αυτό που είδε να βγαίνει από την εκκλησία και ότι εκείνο ήταν και το αυτοκίνητο του. Περαιτέρω σε υποβολή ότι ουδέποτε αναγνώρισε το δράστη μπροστά στους κατηγορούμενους απάντησε «Εφόσον πήρε τους στην Παναγιά και έδωσε τα λεφτά τους αστυνομικούς γιατί δεν είναι ο δράστης;» ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της στη συνέχεια επανέλαβε ότι δεν θυμόταν αν πρώτα τον αναγνώρισε και μετά ήλθαν οι κατηγορούμενοι ή το αντίστροφο. Άλλωστε το ότι η Μ.Κ.5 είδε και αναγνώρισε τον ύποπτο και το όχημα του πριν πάνε στο μέρος οι κατηγορούμενοι το αναφέρει και ο Μ.Κ.
  3. Συνεπώς η μαρτυρία της Μ.Κ.5 με εξαίρεση τα πιο πάνω γίνεται δεκτή. Τα τεκμήρια 9 και 10 είναι καταθέσεις του Μάριου Αντωνιάδη, οι οποίες κατατέθηκαν κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης του κατηγορούμενου
  4. Το περιεχόμενο αυτών αποτελεί εμφανώς εξ ακοής μαρτυρία και παρά το ότι αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, το πρόσωπο που έκανε τις αρχικές δηλώσεις δεν κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο, χωρίς να εξηγηθεί το γιατί. Έτσι η απουσία του προσώπου αυτού στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στα τεκμήρια 9 και 10 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Τούτου λοιπόν δεδομένου αλλά λαμβάνοντας υπόψη και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής αυτή μαρτυρία καμία βαρύτητα. Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγαν καμία μαρτυρία. Περιορίστηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Όσον αφορά την επιλογή τους αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τη δοθείσα μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στην ανώμοτη αυτή δήλωση δεν μπορεί να δοθεί καμία βαρύτητα με εξαίρεση τα πιο κάτω αφού αυτά δεν συγκρούονται με τα όσα έχω κάνει δεκτά από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Συνεπώς κάποια βαρύτητα θα δοθεί στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 στον Αστυνομικό Σταθμό ανέκρινε προφορικά το Μάριο Αντωνιάδη για τη διάρρηξη και κλοπή από την εκκλησία του χωριού Κοιλίνεια και αυτός αρνιόταν. Στη συνέχεια πήγε στο Σταθμό ο Μ.Κ.
  1. Ο κατηγορούμενος 1 τον ρώτησε πόσα ήταν τα λεφτά που ήταν στην εκκλησία που διαρρήχθηκε και του είπε ότι ήταν πέραν των Λ.Κ.
  2. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον ύποπτο τα τηλέφωνα του, του σπιτιού του και του πατέρα του και αυτός άρχισε το κλάμα και είπε «δεν θέλω να μάθει ο πατέρας μου ότι είμαι στην Αστυνομία, γιατί είναι καρδιακός και μπορεί να πάθει έμφραγμα» και αν είναι τα λεφτά που κρατά να τα δώσει και να φύγει. Ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε κατ' επανάληψη από το Μ.Κ.3 να του δώσει κατάθεση και εκείνος δήλωσε ότι δεν επιθυµούσε να δώσει τέτοια και είπε σε κάποια στιγμή «Να τον αφήσουμεν να φύγει τζιαι εν κρίμα τζιαι τα χρήματα εβρέθησαν». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο 2 να του πάρει μια κατάθεση πράγμα που εκείνος έκαμε καθ' υπαγόρευση του κατηγορούμενου
  3. Ο κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε τον Αντωνιάδη από πριν και δεν παρέλαβε χρήματα από αυτόν για να τα δώσει στο Μ.Κ.
  4. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 λαμβάνοντας υπόψην όλα όσα αναφέρθηκαν και για τον κατηγορούμενο 1 καταλήγω ότι ούτε σε αυτήν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα με εξαίρεση τα πιο κάτω αφού αυτά δεν συγκρούονται με τα όσα έχω κάνει δεκτά από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Συνεπώς κάποια βαρύτητα θα δοθεί στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε τον Αντωνιάδη από πριν. Όσον αφορά την καταχώρηση της καταγγελίας στο ημερολόγιο του Σταθμού αυτός ζήτησε από το συνάδελφο του να γίνει, αλλά του είπε «ύστερα» γιατί βιαζόταν. Τέλος ότι κατέγραψε την κατάθεση τεκμήριο 3 καθ' υπαγόρευση του κατηγορούμενου
  5. Έχοντας λοιπόν κατά νου τη μαρτύρια την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 ενεγράφη στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου ως Αστυνομικός με αρ. 3468 το Μάρτιο του 1979 και κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Ο κατηγορούμενος 2 ενεγράφη στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου ως Αστυνομικός με αρ. 2127 στις 29.12.97 και στις 19.1.06 ήταν η πρώτη μέρα που εκτελούσε καθήκοντα στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Στις 19.1.06 ο κατηγορούμενος 1 ανέλαβε καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς περί ώρα 07:16 και ο κατηγορούμενος 2 περί ώρα 07:
  6. Την ίδια μέρα και περί ώρα 13:30 - 14:00 στο χωριό Κοιλήνεια της Επαρχίας Πάφου η Μ.Κ.5 καθοδόν προς στο σπίτι της, περνώντας από την εκκλησία του χωριού δηλ. την εκκλησία της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας είδε μέσα στην αυλή της εκκλησίας ένα αυτοκίνητο άσπρου χρώματος με γραμμές μαύρες να είναι σταματημένο. Είδε ταυτόχρονα ένα νεαρό ψηλό να μπαίνει στην εκκλησία και αμέσως έκλεισε την πόρτα της εκκλησίας. Η Μ.Κ.5 νόμιζε ότι ήταν και ο ιερέας της εκκλησίας μαζί με το νεαρό και πηγαίνοντας σπίτι της, το οποίο βρίσκεται δίπλα από την εκκλησία, στάθηκε στην πόρτα και παρακολουθούσε για πέντε λεπτά περίπου. Δεν είδε το νεαρό να βγαίνει από την εκκλησία γιατί από εκεί που στεκόταν δεν είχε οπτική επαφή με την πόρτα της εκκλησίας αλλά τον είδε να φεύγει μόνος του, δηλ. χωρίς τον ιερέα, με το αυτοκίνητο που προαναφέρθηκε. Για αυτό η Μ.Κ.5 υποψιάστηκε ότι ο νεαρός έκαμε διάρρηξη της εκκλησίας και αμέσως τηλεφώνησε της καφετζιήνας Μαρίας Νίκου για να σταματήσει το αυτοκίνητο του νεαρού. Μάλιστα πήρε και τους δύο πρώτους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που ήταν Ε και Μ. Η Μαρία Νίκου φώναξε στο Μ.Κ.3, επίτροπο της εν λόγω εκκλησίας, ο οποίος βρισκόταν στο διπλανό καφενείο και του ανέφερε ότι της τηλεφώνησε η Μ.Κ.5 και της είπε ότι άνοιξαν την εκκλησία του χωριού. Η Μ.Κ.5 είδε σε κάποια στιγμή ότι το εν λόγω αυτοκίνητο κατευθύνθηκε προς το χωριό Βρέτσια και μετά επέστρεψε και πήρε το δρόμο προς το χωριό Αμπελίτης. Αμέσως ο Μ.Κ.3 πήγε με το αυτοκίνητο του στην εκκλησία. Έξω από αυτήν βρήκε τη Μ.Κ.5 και αφού αυτή άνοιξε την πόρτα της εκκλησίας, με κλειδί που κατείχε, μπήκαν μαζί μέσα. Εκεί είδαν το παγκάρι της εκκλησίας, το οποίο ήταν κλειδωμένο, παραβιασμένο και μέσα να μην υπάρχουν καθόλου χρήματα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μ.Κ.3 τα χρήματα που κλάπηκαν από το παγκάρι ήταν περί τις Λ.Κ.75-
  7. Αφού η Μ.Κ.5 περιέγραψε στο Μ.Κ.3 το νεαρό που είδε στην εκκλησία και το αυτοκίνητο του καθώς και την κατεύθυνση που ακολούθησε, ο Μ.Κ.3 τον αναζήτησε με το αυτοκίνητο του. Πριν το χωριό Αμπελίτης, ο Μ.Κ.3 είδε το αυτοκίνητο που του περιέγραψε η Μ.Κ.5, το οποίο διαπίστωσε ότι είχε αρ. εγγραφής ΕΜΚ538, να κατευθύνεται προς την Κοιλήνεια και το σταμάτησε. Ρώτησε το νεαρό οδηγό που ήταν και εκείνος του είπε ότι ερχόταν από πάνω από το χωριό και έψαχνε κάποιον κτίστη ονόματι Ανδρέα Χ΄Ιωάννου. Ο Μ.Κ.3 είπε στο νεαρό να πάει κάτω στο χωριό και θα πήγαινε και ο ίδιος να τον βρουν. Ο νεαρός στη συνέχεια πήγε και σταμάτησε σε ένα από τα καφενεία της Κοιλήνειας. Εκεί ο Μ.Κ.3 είπε στο νεαρό ότι πριν λίγο άνοιξαν την εκκλησία και ότι του είπαν ότι ήταν ο νεαρός αυτός που την άνοιξε και ότι ειδοποίησαν την Αστυνομία και ο νεαρός παρέμεινε έξω από το καφενείο. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 πήρε στο καφενείο τη Μ.Κ.5 η οποία αναγνώρισε το νεαρό ως το πρόσωπο που μπήκε στην εκκλησία καθώς και το αυτοκίνητο του ως αυτό που ήταν σταθμευμένο στην αυλή της εκκλησίας. Μετά από λίγο έφθασαν στην Κοιλήνεια από τον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς, ο οποίος είχε εν των μεταξύ ειδοποιηθεί, οι δύο κατηγορούμενοι. Αυτοί πήγαν πρώτα στην υπό αναφορά εκκλησία όπου βρισκόταν η Μ.Κ.5, η οποία τους άνοιξε και τους είπε ότι είχε κάποιον εκεί στην εκκλησία και ότι μόλις έφυγε αυτή μπήκε στην εκκλησία και είδε ότι το συρτάρι από το παγκάρι ήταν ανοικτό και πρέπει να έπιασαν τα λεφτά καθώς και ότι πρέπει να άνοιξε με κλειδί την εκκλησία. Οι κατηγορούμενοι έλεγξαν την πόρτα εισόδου και δεν διαπίστωσαν παραβίαση ενώ διαπίστωσαν ότι το παγκάρι ήταν παραβιασμένο. Ακολούθως πήγαν στο καφενείο όπου βρισκόταν ο πιο πάνω αναφερόμενος νεαρός. Εκεί ο Μ.Κ.3 τους είπε μόνο ότι ο νεαρός ήταν ο ύποπτος για τη διάρρηξη της εκκλησίας και ότι τον βρήκε πάνω και τον έφερε κάτω. Οι κατηγορούμενοι ανέκριναν προφορικά τον νεαρό, ο οποίος λεγόταν Μάριος Αντωνιάδης. Στη συνέχεια ερεύνησαν το όχημα του Αντωνιάδη και βρήκαν στο πίσω μέρος δηλαδή στο καπό μια μεγάλη μάτσα, ένα ματσί, μία σμίλα-κοπίδι και στο πίσω κάθισμα κέρματα διαφόρων αξιών. Όλα αυτά οι κατηγορούμενοι τα άφησαν μέσα στο αυτοκίνητο. Οι κατηγορούμενοι έμειναν στο χώρο εκεί με το νεαρό περί τη μισή ώρα. Στη συνέχεια κάλεσαν τον Αντωνιάδη να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Έτσι αφού ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε και έλαβε άδεια και οδηγίες από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας Μ.Κ.2, για τη μεταφορά του οχήματος του Αντωνιάδη, μπήκε ως συνοδηγός με τον Αντωνιάδη οδηγό στο αυτοκίνητο του τελευταίου και πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς ενώ ο κατηγορούμενος 1 ακολούθησε με το υπηρεσιακό όχημα. Πριν φύγουν οι κατηγορούμενοι είπαν στο Μ.Κ3 ότι θα του τηλεφωνήσουν να πάει να δώσει κατάθεση. Στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς οι κατηγορούμενοι ερεύνησαν εκ νέου το όχημα του Αντωνιάδη και τον ανέκριναν προφορικά. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε και του έκανε σωματική έρευνα και βρήκε πάνω του περίπου Λ.Κ.
  8. Γύρω στις 15:30 της ίδιας ημέρας κάποιος αστυνομικός τηλεφώνησε στο Μ.Κ.3 να πάει μαζί με τον ιερέα του χωριού στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς για να δώσουν κατάθεση. Επειδή ο ιερέας είχε δουλειά όπως του είπε, ο Μ.Κ.3 πήγε εκεί μόνος του. Εκεί ο κατηγορούμενος 2 κατέγραψε την κατάθεση τεκμήριο 3 καθ' υπαγόρευση του κατηγορούμενου
  9. Στην κατάθεση αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: «Διαμένω στο χωριό Κοιλίνεια και είμαι μέλος της εκκλησιαστικής επιτροπής του χωριού. Σχετικά με τα λεφτά που χάθηκαν σήμερα 19.1.06 από το παγκάρι της εκκλησίας αυτά βρέθηκαν και δεν έχουμε κανένα παράπονο». Ο Μ.Κ.3 υπέγραψε την κατάθεση αυτή οικειοθελώς, πήρε, άγνωστο από ποιον και υπό ποιες περιστάσεις κάποια χρήματα σε κέρματα και χαρτονομίσματα και αποχώρησε. Η παραμονή του Μ.Κ.3 στο Σταθμό διήρκησε περί τη μισή ώρα με 45 λεπτά. Οι κατηγορούμενοι σε σχέση με την καταγγελία της διάρρηξης και κλοπής της υπό αναφορά εκκλησίας δεν αιτήθηκαν την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Μάριου Αντωνιάδη, ούτε έλαβαν γραπτή κατάθεση από αυτόν ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πλην του τεκμηρίου 3 και μετά την αναχώρηση του Μ.Κ.3 άφησαν τον Αντωνιάδη να φύγει από το Σταθμό. Περαιτέρω δεν έκαναν καταχώρηση της καταγγελίας στο Ημερολόγιο του Σταθμού, όπου πρέπει να γίνεται τέτοια καταχώρηση από τον αστυνομικό που λαμβάνει την καταγγελία. Σχετική καταχώρηση της καταγγελίας έγινε στο εν λόγω ημερολόγιο στις 23.1.06 από τον Αστ.
  10. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του Σταθμού (τεκμήριο 7) στις 19.1.06 ο κατηγορούμενος 2 τελείωσε το καθήκον του η ώρα 19:16 και ο κατηγορούμενος 1 η ώρα 19:
  11. Και τις δύο αυτές καταχωρήσεις στο ημερολόγιο τις έκανε ο κατηγορούμενος
  12. Στις 19.1.06 περί ώρα 18:30 ο Μ.Κ.3 παρέδωσε στο Μ.Κ.4 ένα σακουλάκι με κέρματα και χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών λέγοντας του ότι ήταν Λ.Κ.45 και τα έκλεψε ο ύποπτος της διάρρηξης της εκκλησίας. Ο Μ.Κ.4 μέτρησε αυτά τα χρήματα στις 22.1.06 στην παρουσία του Μ.Κ.1 και αυτά ανέρχονταν συνολικά στις Λ.Κ.38.
  13. Στις 23.1.06 ο Μάριος Αντωνιάδης συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και στις 24.1.06 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αίτημα προφυλάκισης του για την υπόθεση της διάρρηξης και κλοπής της εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολήτρειας στο χωριό Κοιλίνεια. Αναφορικά με την υπόθεση της διάρρηξης και κλοπής εναντίον του Μάριου Αντωνιάδη έχει καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 2135/07 (βλ. τεκμήριο 18), της οποίας υπόθεσης η εκδίκαση εκκρεμούσε στις 24.3.
  14. Αναφορικά με τη νομική πτυχή των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η πρώτη κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 123 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  15. Όποιος απαιτεί, δέχεται ή παίρνει ή συμφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλο με βάση οποιασδήποτε συμφωνίας ή συνεννόησης ότι θα συμβιβάσει ή θα συγκαλύψει κακούργημα, το οποίο δεν είναι συμβιβάσιμο σύμφωνα με το νόμο ή ότι δεν θα ασκήσει ή ότι θα διακόψει ή θα καθυστερήσει την ποινική δίωξη τέτοιου κακουργήματος ή θα κατακρατήσει οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, είναι ένοχος πλημμελήματος». Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται σε σχέση με το αντίστοιχο αδίκημα, ως ίσχυε παλαιότερα στην Αγγλία, στο σύγγραμμα Archbold (32nd ed.) σελ. 1236 καθώς και στην υπόθεση Sykes v. D.P.P. 45 Cr. App. R. 280, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα:
  16. Η διάπραξη κακουργήματος από άλλο πρόσωπο,
  17. Ο κατηγορούμενος να γνωρίζει τη διάπραξη του κακουργήματος από το άλλο αυτό πρόσωπο,
  18. Ο κατηγορούμενος να απαιτεί, δέχεται ή παίρνει ή συμφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει,
  19. Περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους,
  20. Για τον εαυτό του ή για άλλο,
  21. Με βάση οποιαδήποτε συμφωνία ή συνεννόηση, η οποία θα είναι ότι θα συμβιβάσει ή θα συγκαλύψει το υπό
(1)κακούργημα, το οποίο δεν είναι συμβιβάσιμο σύμφωνα με το νόμο ή ότι δεν θα ασκήσει ή ότι θα διακόψει ή θα καθυστερήσει την ποινική δίωξη τέτοιου κακουργήματος ή θα κατακρατήσει οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζουν για συνέργεια μετά τη διάπραξη αδικήματος βασίζεται στα άρθρα 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα. Τα άρθρα αυτά προβλέπουν ότι όποιος εν γνώσει του ότι άλλος είναι ένοχος αδικήματος, παρέχει άσυλο ή βοήθεια σε αυτό με σκοπό να παράσχει σε αυτό τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία καθίσταται, αν το αδίκημα είναι κακούργημα, συνεργός μετά τη διάπραξη κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού ως φαίνονται τόσο από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων είναι τα ακόλουθα: 1. Η διάπραξη από άλλο πρόσωπο ποινικού αδικήματος το οποίο είναι κακούργημα, 2. Γνώση από τον κατηγορούμενο ότι το άλλο αυτό πρόσωπο είναι ένοχος του υπό
(1)ανωτέρω ποινικού αδικήματος, 3. Παροχή ασύλου ή βοήθειας στον άλλο με σκοπό να του παρασχεθεί η δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία. Περαιτέρω στην Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471 έχουν λεχθεί τα πιο κάτω σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα: «Στην Jones v. R., 33 Cr. App. R. 33, 38, το θέμα τίθεται ως πιο κάτω: ................................................................................................................................................. Σε ελληνική μετάφραση: "Συνεργός είναι εκείνος ο οποίος εν γνώσει του ότι άλλο πρόσωπο είναι ένοχος κακουργήματος λαμβάνει κάποιο ενεργό μέτρο να αποκρύψει το κακούργημα και αποτρέψει τη σύλληψη του αυτουργού." Στην King v. Levy [1912] 1 K.B. 158, 160 έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω διατύπωση από το "Stephen's Commentaries" Vol., c.3: ................................................................................................................................................. Σε ελληνική μετάφραση: "Γενικά οποιαδήποτε βοήθεια που δίδεται σε ένα δράστη για να εμποδισθεί η σύλληψη του, η δίκη ή η τιμωρία του καθιστά τον βοηθό συνεργό." Στην Rose v. R., 46 Cr. App. R. 103, 104 υποδεικνύεται πως το αδίκημα της συνέργειας διαπράττεται όταν γίνεται κάτι με σκοπό να εξασφαλισθεί, αν αυτό είναι δυνατό, ή μη σύλληψη του δράστη (Βλ. και Sykes v. D.P.P. 45 Cr. App. R. 230)». Στην υπόθεση Sykes ανωτέρω σελ. 247 αναφέρεται περαιτέρω ότι αν οι πράξεις βοήθειας στο δράστη δεν γίνονται με σκοπό να εμποδιστεί η σύλληψη αυτού αλλά με κάποιο άλλο κίνητρο όπως να αποφύγει τη σύλληψη ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή να κερδίσει χρήματα για τον εαυτό του τότε αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεργός μετά τη διάπραξη. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό της πρώτης κατηγορίας πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία που έχει γίνεται σχετικά δεκτή είναι περιστατική. Συγκεκριμένα αυτή συνίσταται στο ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Μ.Κ.5 είδε τον Αντωνιάδη να μπαίνει στην εκκλησία και μετά να φεύγει μόνος του από αυτήν και λίγο αργότερα με το Μ.Κ.3 βρήκαν το παγκάρι παραβιασμένο και να μην υπάρχουν χρήματα σε αυτό. Δεν έχει όμως καταδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο ο Αντωνιάδης εισήλθε και εξήλθε της εκκλησίας ούτως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο διέρρηξε αυτήν. Μάλιστα ως φαίνεται μετά που αυτός έφυγε, για να μπει η Μ.Κ.5 στην εκκλησία με το Μ.Κ.3 άνοιξε την πόρτα με κλειδί ενώ επίσης διαπιστώθηκε από τους κατηγορούμενους ότι η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Περαιτέρω ενώ σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μ.Κ.3 στο παγκάρι υπήρχαν περί τις Λ.Κ.75-80, κατά τη σωματική έρευνα του Αντωνιάδη βρέθηκαν περίπου Λ.Κ.40. Σημειωτέον ότι ο Αντωνιάδης εντοπίστηκε από το Μ.Κ.3 σε σύντομο χρόνο μετά που έφυγε από την Κοιλήνεια. Η πιο πάνω λοιπόν μαρτυρία δεν είναι τέτοια ούτως ώστε να οδηγεί στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ο Αντωνιάδης διέπραξε στις 19.1.06 το αδίκημα της διάρρηξης και της κλοπής της υπό αναφορά εκκλησίας. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Αλλά ακόμη και αν κρινόταν ότι αυτό έχει αποδειχθεί πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το υπό αναφορά αδίκημα αλλά και ότι αυτό διαπράχθηκε από τον Αντωνιάδη. Από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή φαίνεται ότι η Μ.Κ.5 ανέφερε τους κατηγορούμενους όταν τη συνάντησαν στην εκκλησία ότι είχε κάποιον εκεί και ότι μόλις έφυγε, αυτή μπήκε στην εκκλησία και είδε ότι το συρτάρι από το παγκάρι ήταν ανοικτό και πρέπει να έπιασαν τα λεφτά καθώς και ότι πρέπει να άνοιξε με κλειδί την εκκλησία. Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ερεύνησαν την πόρτα και δεν εντόπισαν παραβίαση της ενώ είδαν ότι το παγκάρι ήταν παραβιασμένο. Πέραν αυτών στο καφενείο όπου μετέβηκαν αργότερα ο Μ.Κ.3 τους είπε μόνο ότι ο Αντωνιάδης ήταν ο ύποπτος για τη διάρρηξη της εκκλησίας. Επίσης οι κατηγορούμενοι βρήκαν στο αυτοκίνητο του Αντωνιάδη μια μεγάλη μάτσα, ένα ματσί, μία σμίλα-κοπίδι και στο πίσω κάθισμα κέρματα διαφόρων αξιών. Όλα λοιπόν τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι κατηγορούμενοι μπορεί να είχαν εύλογη υποψία ότι ο Αντωνιάδης ήταν ο δράστης της διάρρηξης και της κλοπής ότι δηλ. ήταν ύποπτος για τη διάπραξη του αδικήματος. Το ότι τον θεωρούσαν άλλωστε ύποπτο μπορεί να συναχθεί από τις ενέργειες τους τόσο εκεί στο καφενείο αλλά και από το ότι στη συνέχεια του ζήτησαν να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό, πήραν οδηγίες για τη μεταφορά του οχήματος του εκεί, ερεύνησαν εκ νέου το όχημα του στο Σταθμό αλλά και τον ίδιο ενώ επίσης τον ανάκριναν προφορικά. Όλα όμως τα πιο πάνω στοιχεία που είχαν υπόψη τους οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι πέραν από την έστω εύλογη υποψία είχαν και την απαραίτητη, για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος, γνώση δηλ. τη βεβαιότητα ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής. Συνεπώς ούτε αυτό το στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ακόμη όμως και αν κρινόταν ότι αποδείχθηκαν τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί και ότι οι κατηγορούμενοι απαίτησαν ή πήραν ή συμφώνησαν να πάρουν περιουσία ή ωφέλημα για τον εαυτό τους ή για άλλο πρόσωπο. Από τη μαρτυρία όμως την οποία έχω κάνει δεκτή δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι απαίτησαν ή πήραν ή συμφώνησαν να πάρουν περιουσία ή ωφέλημα για τον εαυτό τους. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.1 δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν οποιοδήποτε όφελος από την πράξη τους και ο ίδιος μάρτυρας αρκέστηκε στην ουσία να πει ότι από τα στοιχεία που είχε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι «βαρέθηκαν να διερευνήσουν την υπόθεση της διάρρηξης και κλοπής και αρκέστηκαν να την κουκουλώσουν για να αποφύγουν τη δημιουργία ενός ποινικού φακέλου». Δεν εξήγησε όμως πως κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό το οποίο προφανώς αποτελεί εικασία του στην προσπάθεια να δώσει μια εξήγηση για τις πράξεις των κατηγορουμένων και σε καμία περίπτωση αυτό δεν μπορεί να συναχθεί από τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτή. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Πρέπει επίσης σε σχέση με το υπό εξέταση συστατικό στοιχείο να λεχθεί ότι όταν το άρθρο 123 αναφέρεται διαζευκτικά σε λήψη ή απαίτηση περιουσίας ή ωφελήματος για άλλο πρόσωπο δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι τέτοιο ωφέλημα αποτελεί ο συμβιβασμός του κακουργήματος προς όφελος του δράστη. Αυτό γιατί είναι εμφανές από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου ότι η περιουσία ή το ωφέλημα λαμβάνεται ως αντάλλαγμα στα πλαίσια συμφωνίας ή συνεννόησης ότι ο κατηγορούμενος θα συμβιβάσει το κακούργημα δηλ. με σκοπό το συμβιβασμό και όχι ότι το ωφέλημα είναι στην ουσία ο ίδιος ο συμβιβασμός που ούτως ή άλλως αποτελεί όφελος για το δράστη. Ακόμη όμως και να ήταν ορθή η αντίθετη ερμηνεία πρέπει να λεχθεί ότι από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή στην παρούσα δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με δεδομένο σκοπό να ωφελήσουν τον Αντωνιάδη. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο. Ακόμη όμως και να αποδεικνύονταν όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία θα έπρεπε επίσης να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι πήραν την περιουσία ή το ωφέλημα με βάση συμφωνία ή συνεννόηση ότι θα συμβιβάσουν ή θα συγκαλύψουν το κακούργημα ή ότι δεν θα ασκήσουν ή ότι θα διακόψουν ή θα καθυστερήσουν την ποινική δίωξη τέτοιου κακουργήματος ή θα κατακρατήσουν οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Από τη μαρτυρία όμως την οποία έχω κάνει δεκτή δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας ή συνεννόησης. Ήταν σχετικά η θέση της κατηγορούσας αρχής επί του προκειμένου ότι τέτοια συμφωνία υπήρξε μεταξύ των κατηγορουμένων και του Μ.Κ.3. Όμως, ως έχει αναφερθεί για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς δεν έγινε δεκτή. Ούτε και μπορεί να συναχθεί τέτοια συμφωνία ή συνεννόηση από το γεγονός ότι ως έχει γίνει δεκτό ο Μ.Κ.3 πήρε κάποια χρήματα στο Σταθμό και υπέγραψε το τεκμήριο 3 ότι δεν έχει παράπονο εφόσον, ως έχει επίσης αναφερθεί, δεν έχει αποδειχθεί από ποιον και υπό ποιες περιστάσεις πήρε αυτά τα χρήματα. Ως έχει ήδη λεχθεί δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει ήδη αναφερθεί στα πλαίσια εξέτασης της πρώτης κατηγορίας δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης και κλοπής από το Μάριο Αντωνιάδη. Ακόμη όμως και να αποδεικνυόταν αυτό, το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας προϋποθέτει περαιτέρω και απόδειξη ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο Αντωνιάδης ήταν ένοχος του υπό αναφορά αδικήματος. Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το άρθρο 23 δεν κάνει λόγο για γνώση ότι κάποιο πρόσωπο είναι «ύποπτο» ενός αδικήματος αλλά για γνώση της «ενοχής» αυτού, κάτι δηλ. που σίγουρα υπερβαίνει την εύλογη υποψία. Ως έχει όμως ήδη αναφερθεί στα πλαίσια εξέτασης της πρώτης κατηγορίας από τα στοιχεία που είχαν οι κατηγορούμενοι δεν μπορεί να συναχθεί, πέραν της εύλογης υποψίας που μπορεί να είχαν ότι ο Αντωνιάδης διέπραξε το αδίκημα, γνώση τους ότι ο Αντωνιάδης ήταν ένοχος αυτού. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ακόμη όμως και να αποδεικνύονταν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία θα έπρεπε να αποδειχθεί και ότι οι κατηγορούμενοι παρείχαν στον Αντωνιάδη βοήθεια με σκοπό να του παρασχεθεί η δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία. Από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι άφησαν τον Αντωνιάδη να φύγει από το Σταθμό, όπου σημειωτέον δεν βρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να αιτηθούν την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, χωρίς να του λάβουν γραπτή κατάθεση, χωρίς να λάβουν κατάθεση από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πλην του τεκμηρίου 3 και χωρίς να κάνουν καταχώρηση της καταγγελίας στο Ημερολόγιο του Σταθμού. Αν και οι πιο πάνω παραλείψεις των κατηγορουμένων μπορεί να είχαν ως πιθανόν αποτέλεσμα να διαφύγει ο Αντωνιάδης τη δίκη ή την τιμωρία του, εντούτοις από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτές έγιναν με δεδομένο τέτοιο σκοπό εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ακόμη και να γινόταν δεκτό ως προς τα κίνητρα τους το συμπέρασμα του Μ.Κ.1 ότι βαρέθηκαν να διερευνήσουν την υπόθεση και αρκέστηκαν να την κουκουλώσουν για να αποφύγουν τη δημιουργία ενός ποινικού φακέλου, αυτό δεν θα καταδείκνυε ότι οι παραλείψεις τους έγιναν με σκοπό να αποφύγει ο Αντωνιάδης τη δίκη ή την τιμωρία αλλά ένα κίνητρο άλλο, που ήταν να μην εκτελέσουν ως όφειλαν το καθήκον τους γιατί βαριόνταν. Ως έχει όμως αναφερθεί ανωτέρω εάν η βοήθεια δοθεί στο δράστη όχι με σκοπό να εμποδιστεί η σύλληψη αυτού ή η τιμωρία του αλλά με κάποιο άλλο κίνητρο τότε αυτός που παρέχει τη βοήθεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεργός μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Πρέπει στο σημείο αυτό πριν καταλήξω στο τελικό μου συμπέρασμα να αναφέρω ότι η όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων μπορεί μεν να δείχνει ότι αυτοί δεν εκτέλεσαν το καθήκον τους στο δέοντα βαθμό, δεν στοιχειοθετεί όμως ταυτόχρονα και ποινική τους ευθύνη για διάπραξη των υπό εξέταση ποινικών αδικημάτων. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα της πρώτης και δεύτερης κατηγορία τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και συνεπώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες αυτές. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Συμβιβασμός κακουργήματος - Συνέργεια μετά τη διάπραξη) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.