← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λούκα Λουκά Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 10041/08, 20 Απριλίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λούκα Λουκά Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 10041/08, 20 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10041/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν Λούκα Λουκά Χρυσάνθου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Απριλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τον Κατηγορούμενο: κος Ιωάννου για κον Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, 2η Κατηγορία: Αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης, 3η Κατηγορία: Οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πισινές πινακίδες εγγραφής, 4η Κατηγορία: Οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του, 5η Κατηγορία: Μη συμμόρφωσης με φώτα τροχαίας, ήτοι διήλθε από ελεγχόμενη διάβαση ενώ το χρώμα ήταν κόκκινο, 6η Κατηγορία: Οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα μαθητική άδεια οδήγησης. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τον Αστυφύλακα 2716 κ. Λοϊζο Λοϊζου, 1 Μ.Κ. Ο Μ.Κ.1 στην μαρτυρία του κατέθεσε ενώπιον μου την γραπτή του κατάθεση σαν Τεκμήριο 1, διάβασε το περιεχόμενο της και το οποίο υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι: Yπηρετά στην Αστυνομική διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Πάφου. Την 01.08.07 ανέλαβε καθήκον από ώρα 18:00 μέχρι την 24:
  2. Περί ώρα 21:10, μαζί με τους ΑΣΤ. 1888 , Ε / Α 5398, ευρίσκοντο για τροχονομκό έλεγχο με τις υπηρεσιακές μοτοσικλέτες, για παραβάσεις οδηγών - επιβατών μοτοποδηλάτων - μοτοσικλετιστών. Έναντι του γυμναστηρίου με την ονομασία ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟ, το οποίο βρίσκεται στη λεωφ. Δημοκρατίας, έκανε σήμα σε οδηγό μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού, χρώματος πράσινου, που οδηγείτο χωρίς να φέρει στο πίσω μέρος πινακίδα εγγραφής και χωρίς ο οδηγός της να φέρει το προστατευτικό κράνος ασφαλείας του, ο οποίος κατευθυνόταν προς την λεωφ. Ελλάδος, να σταματήσει για έλεγχο. Ο οδηγός αγνοώντας το σήμα, πήγε προς την πίσω μεριά της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας που οδηγούσε και στην συνέχεια κάνοντας ελιγμό προς την δεξιά μεριά του, κατά τρόπο τον οποίο μπορούσε να τον χτυπήσει, ανέπτυξε ταχύτητα. Ακολούθως οδηγώντας την μοτοσικλέτα του στον πισινό τροχό και κατά τρόπο επικίνδυνο και αλόγιστο προσπερνούσε προπορευόμενα οχήματα, με κίνδυνο να προκαλέσει δυστύχημα. Στην συνέχεια αφού είχαν αναμμένους τους φάρους των μοτοσικλετών τους, τον ακολούθησαν μαζί με τον Ε/Α
  3. Παρά τις υποδείξεις τους, με τα χέρια τους, να σταματήσει αριστερά για έλεγχο, ο οδηγός κατευθύνθηκε προς την λεωφ. Ελλάδος και εισήλθε σε αυτήν παραβιάζοντας φωτεινούς σηματοδότες , δηλ. πέρασε με κόκκινο φως. Στην συνέχεια ακολούθησε τον δρόμο Πετριδιών και πριν τον κύριο δρόμο Έμπας - Τάλας, όπου ο φωτισμός ήταν πολύ καλός και αφού τον πλησίασαν για δεύτερη φορά αναγνώρισαν τον οδηγό που ήταν ο Λούκας Λουκά Χρυσάνθου, 35 ετών περίπου που διαμένει στην οδό Ζηγιάτ Πασά 2 στον Μούτταλο. Το εν λόγω πρόσωπο ανεζητήθει στην αναφερόμενη οδό, αλλά δεν κατέστην δυνατόν να εντοπισθεί και εναντίον του εξεδόθη ένταλμα σύλληψης. Ο Μ.Κ.1 απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Λουκάς Λουκά Χρυσάνθου είναι ο Κατηγορούμενος τον οποίο υπέδειξε με το αριστερό του χέρι στο ειδώλιο του Κατηγορουμένου. Επίσης ότι τον γνώριζε και πριν το συμβάν διότι αυτός εργαζόταν ως μηχανοδηγός και ως οδηγός ταξί στην Κάτω Πάφο και λόγω των καθηκόντων του τον γνώριζε. Τέλος, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο φορούσε την στολή του η οποία έφερε και τα διακριτικά σήματα της Αστυνομίας. Στην αντεξέταση του απαντώντας σε υποβολές του Συνηγόρου του Κατηγορουμένου ανέφερε τα εξής: · Ότι την κατάθεση του Τεκμήριο 2 την κατέγραψε αμέσως μετά την διάπραξη των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο ήτοι την 1/8/2007, αφού το αδίκημα διαπράχθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία και περί ώρα 21.
  4. · Ότι οι άλλοι συνάδελφοι που ήταν υπηρεσία μαζί του δεν έδωσαν κατάθεση καθ' ότι εκείνος ήταν παρών στο περιστατικό. · Ότι ο ίδιος έδωσε κατάθεση μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, ήτοι όταν διαπιστώσει πρόσωπο να διαπράττει αδίκημα και τούτο για να γίνεται η διερεύνηση του περιστατικού. Επίσης για το συγκεκριμένο περιστατικό αυτός ήταν ο κύριος μάρτυρας και γι' αυτό του ζητήθηκε από τον υπεύθυνο της Τροχαίας και συγκεκριμένα της ομάδας στην οποία συμμετείχε, για να δώσει κατάθεση αφού ήταν μπροστά του που έλαβε χώρα το περιστατικό. · Ότι ο υπεύθυνος της ομάδας Αστυνομικών στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος, που έκανε τροχονομικό έλεγχο κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο Αστ. με αριθμό
  5. · Την κατάθεση του Τεκμήριο 2 την κατέγραψε μετά το συμβάν στον Αστυνομικό Σταθμό προτού εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για τον κατηγορούμενο το οποίο εξεδόθη στις 01.39 της 2/8/
  6. · Σε ερώτηση γιατί αφού την κατάθεση του την έδωσε πριν να εκδοθεί το Ένταλμα σύλληψης κάνει αναφορά σε αυτήν ότι εξεδόθει ένταλμα σύλληψης για τον Κατηγορούμενο, διευκρίνισε ότι την στιγμή που κατέγραφε την κατάθεση του γίνονταν ταυτόχρονα και οι ενέργειες για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου. · Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια ότι την κατάθεση του Τεκμήριο 1 την κατέγραψε στον χρόνο που ανέφερε, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι την κατάθεση του την έδωσε αμέσως μετά το συμβάν και ο χρόνος που χρειάστηκε για να την ετοιμάσει και για να εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης ήταν περίπου 3 - 4 ώρες. · Ακολούθως διευκρίνισε ότι ήταν ο ίδιος που αιτήθηκε το ένταλμα σύλληψης από τον Δικαστή που το εξέδωσε και ότι προτού ζητήσει το εν λόγω ένταλμα είχε ολοκληρώσει την καταγραφή της κατάθεσης του, οι ενέργειες δε για την έκδοση του εντάλματος γίνονταν ταυτόχρονα. · Ότι στο Τεκμήριο 1 η αναγραφή της λέξης « Ελλάδος » χειρόγραφα, έγινε από τον ίδιο όταν διαπίστωσε διαβάζοντας την γραπτή του κατάθεση για να την ελέγξει κάποιο τυπογραφικό λάθος, το οποίο αφορούσε την κατεύθυνση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα αντί να δακτυλογραφήσει ότι αυτός κατευθύνετο προς τα φώτα της λεωφ. Ελλάδος αρχικά έγραψε προς τα φώτα της λεωφ. Μεσόγης και τούτο διότι οι δύο λεωφόροι χωρίζονται από φώτα τροχαίας και είναι ο ίδιος δρόμος. Πριν δε να τοποθετηθούν τα φώτα τροχαίας ολόκληρη η λεωφόρος ονομαζόταν οδός Ελλάδος μετά δε την τοποθέτηση των φώτων τροχαίας το κομμάτι που ακολουθούσε ονομάστηκε λεωφ. Μεσόγης. · Ότι τον Κατηγορούμενο τον γνώριζε από προηγουμένως, πριν το περιστατικό λόγω του ότι από ελέγχους που πραγματοποιούσε με άλλα μέλη της Αστυνομίας τον είχε ανακόψει επανειλημμένως για έλεγχο επειδή αυτός εργαζόταν σαν οδηγός ταξί πριν το συμβάν. · Ότι κατά την διάρκεια των ελέγχων που είχε πραγματοποιήσει πριν το συμβάν που ήταν πέραν των 2 - 3 περιπτώσεων σταματούσε για έλεγχο τροχαίας τον Κατηγορούμενο και κατέγραφε τα στοιχεία του σαν τα στοιχεία του οδηγού. Οι έλεγχοι αυτοί έγιναν πριν το συμβάν 2 - 4 μήνες προηγουμένως και είναι ο ίδιος που κατέγραψε τα στοιχεία του γνώριζε δε ότι εργαζόταν σαν οδηγός ταξί αφού ο ίδιος τον είδε να οδηγά ταξί. · Ότι λόγω του χρόνου που είχε περάσει δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι ρούχα φορούσε το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα κατά τον επίδικο χρόνο όμως θυμόταν ότι ο οδηγός της είχε κοντά μαλλιά χρώματος καστανού όχι ξανθά. · Σε υποβολή του Συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε να εργάζεται σαν οδηγός ταξί τέλος ή γύρω στις 20 - 25 Ιουλίου 2007 ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι τον είδε να οδηγά ταξί πριν από την ημερομηνία που του υποβλήθηκε, αν δε εργαζόταν και αλλού δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζει. · Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος μέχρι και τα Χριστούγεννα του 2007 είχε μαλλιά μακριά που έφθαναν μέχρι την μέση του ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια αφού τόσο κατά τον επίδικο χρόνο ως επίσης και μετά την διάπραξη των αδικημάτων, αλλά και κατά τον χρόνο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, ήτοι ένα περίπου μήνα μετά αυτός είχε κοντά μαλλιά και όχι μακριά. · Ότι την στιγμή που έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει ευρίσκετο και ο ίδιος σε κίνηση επί της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας και ο Κατηγορούμενος με την δική του μοτοσικλέτα και έχοντας την ίδια κατεύθυνση ευρίσκετο στην αριστερή πλευρά της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας. Διευκρίνισε δε ότι το σήμα που έκανε στον Κατηγορούμενο ήταν με το αριστερό του χέρι δείχνοντας του να σταματήσει στο αριστερό παγκέτο του δρόμου. · Ότι τον Κατηγορούμενο τον είδε και τον αναγνώρισε την στιγμή που βρισκόταν επί της μοτοσικλέτας του δίπλα από την αριστερή μεριά της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας και σε απόσταση 1 - 1½ μέτρο, το δε σήμα το έκανε όταν ο Κατηγορούμενος γύρισε το πρόσωπο του προς το μέρος του και τον είδε. · Ότι όταν ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε ελάττωσε ταχύτητα και ακολούθως ενώ βρισκόταν στο πίσω μέρος την υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας αυτός κατευθύνθηκε προς την δεξιά της πλευρά και διέφυγε τον έλεγχο χωρίς να επιχειρήσει να προσπεράσει από αριστερά. · Ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος με την μοτοσικλέτα του βρισκόταν στο ίδιο ύψος μαζί του ήταν διότι όταν ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε αρχικά τον Κατηγορούμενο τον πλησίασε στην δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του Κατηγορουμένου εν κινήσει και του έκανε σήμα να σταματήσει. Προηγουμένως η μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου με τον Κατηγορούμενο προηγείτο του ιδίου, του Μ.Κ.1 και στην συνέχεια αυτός τον πλησίασε στην δεξιά του πλευρά και σε απόσταση ένα μέτρο και τον αναγνώρισε. Τον Κατηγορούμενο αναγνώρισε τόσο την πρώτη φορά που τον πλησίασε ως επίσης και καθ' όλη την διάρκεια της καταδίωξης όταν τον ακολουθούσε αφού ο ίδιος ο Κατηγορούμενος γύριζε και το κεφάλι του προς τα πίσω για να ελέγχει αν ακολουθείτο. · Η απόσταση που χώριζε τον Κατηγορούμενο από την υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα κατά την διάρκεια της καταδίωξης δεν ήταν συνέχεια η ίδια, είχε στιγμές που βρισκόταν πίσω από τον Κατηγορούμενο σε απόσταση 5 - 10 μέτρα και ακόμα στιγμές που βρισκόταν στο πλευρό του. Τον Κατηγορούμενο ακολουθούσε και ένας από τους συναδέλφους του Μ.Κ.1, αλλά δεν ήταν σε θέση να πει πως και που βρισκόταν επακριβώς κατά την διάρκεια της καταδίωξης του Κατηγορουμένου, ήταν όμως σίγουρος ότι δεν βρισκόταν κοντά και δίπλα του ιδίου και του Κατηγορούμενου. Επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ο συγκεκριμένος συνάδελφος του. · Σε ερώτηση γιατί δεν αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 1 πότε αναγνώρισε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο απάντησε ότι σε αυτήν αναφέρει ότι τον αναγνώρισε όταν τον πλησίασαν για δεύτερη φορά όμως επέμενε ότι τον αναγνώρισε και την στιγμή που του έκανε σήμα για να σταματήσει την πρώτη φορά που τον είδε. · Σε υποβολή ότι στην κατάθεση του Τεκμήριο 1 εκείνο το οποίο αναφέρει είναι ότι η αναγνώριση του Κατηγορουμένου έγινε όταν τον πλησίασαν για δεύτερη φορά, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι για τον συνάδελφο του δεν μπορεί να γνωρίζει για το αν και πότε τον αναγνώρισε, όμως ο ίδιος τον αναγνώρισε κατ' επανάληψη κατά την διάρκεια της καταδίωξης του. · Ότι όταν κάνει αναφορά στο Τεκμήριο 1 της λέξης «αναγνωρίσαμε» εννοούσε τον εαυτό του και το συνάδελφο του ο οποίος τους ακολουθούσε, όμως επειδή ο συνάδελφος του δεν πλησίασε στην ίδια απόσταση τον Κατηγορούμενο όπως ο ίδιος, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν τον αναγνώρισε και αυτός. Ο ίδιος δε ο συνάδελφος του σε σχετική ερώτηση που του έκανε του απάντησε ότι δεν ήταν βέβαιος για το ποιος οδηγούσε την μοτοσικλέτα. Αντίθετα ο Μ.Κ.1 και επειδή ο ίδιος τον είχε πλησιάσει τον Κατηγορούμενο τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις και τον είδε καλά είναι σίγουρος απόλυτα ότι αυτός οδηγούσε την μοτοσικλέτα. · Ότι ο συνάδελφος του δεν είχε πλησιάσει τον οδηγό της μοτοσικλέτας που καταδίωκαν τόσο κοντά όπως ο ίδιος και συγκεκριμένα ουδέποτε κατά την διάρκεια της καταδίωξης βρισκόταν δίπλα από αυτόν όπως ο ίδιος ο Μ.Κ.1 είχε βρεθεί επανειλημμένως. · Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον οδηγό της μοτοσικλέτας που καταδίωκε απάντησε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια εμμένοντας στην αρχική του θέση. Στην συνέχεια κατόπιν που του επιδείχθηκαν δύο φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν και σαν Τεκμήρια, αυτή με τις λέξεις «Ηνίοχος 2008» σαν Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και αυτή με τις λέξεις «Limeri Τavern» σαν Τεκμήριο Β για αναγνώριση, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι στις φωτογραφίες αυτές δεν γνωρίζει αν ο άνδρας που φαίνεται πρόκειται για τον Κατηγορούμενο. · Σε υποβολή του Συνηγόρου Υπεράσπισης αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο είχε μακριά μαλλιά μέχρι της αρχές του έτους 2008 όπως αυτά φαίνονται στη φωτογραφία Τεκμήριο Α για αναγνώριση επισημαίνοντας ότι κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και την ημερομηνία εκτέλεσης του Εντάλματος Σύλληψης ο Κατηγορούμενος είχε κοντά μαλλιά. · Σε υποβολή ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται στο Τεκμήριο Α για αναγνώριση δεν είχε καμία σχέση με το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα ο Μ.Κ.1 δεν διαφώνησε. Επίσης σε σχετική υποβολή απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος από 14/6/2007 είχε υποστεί θρόμβωση του δεξιού ποδιού του η οποία δεν του επέτρεπε να περπατήσει. · Σε άλλη υποβολή ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος στις 2/8/2007 είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή αν ήταν στο σπίτι. · Ότι την ηλικία του Κατηγορουμένου την διαπίστωσε από τον έλεγχο και εξετάσεις που έκαμε στον σταθμό μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή. · Ότι κατά την διάρκεια της καταδίωξης του Κατηγορουμένου αυτός είχε περάσει με κόκκινο φώς από ελεγχόμενη διάβαση με επακόλουθο να περάσει και ο ίδιος ο ΜΚ1, ο οποίος όμως είχε αναμμένους τους φάρους και την σειρήνα της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας. · Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε από τη πρώτη στιγμή τον οδηγό της πράσινης μοτοσικλέτας τον καταδίωξε διότι δεν συμμορφώθηκε στην υπόδειξη του και επίσης διότι η μοτοσικλέτα δεν είχε πινακίδες εγγραφής και ως εκ τούτου θεώρησε σωστό να καταδιώξει τον οδηγό της γιατί πιθανόν να ενείχετο στην διάπραξη και άλλων αδικημάτων. · Σε υποβολή ότι ο δρόμος Πετριδιών πρίν τον κύριο δρόμο δεν έχει φωτισμό απάντησε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια διότι στο σημείο εκείνο όπου υπάρχει διασταύρωση αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη διασταύρωση και πριν από αυτές, υπάρχει έντονος φωτισμός για αρκετή απόσταση. · Σε υποβολή ότι ο φωτισμός επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας προς Λεωφόρο Ελλάδος μέχρι το σημείο που υπάρχει στρίψιμο προς την οδό Πετριδιών, είναι πολύ καλύτερος από τον φωτισμό που υπάρχει στον δρόμο Πετριδιών − Έμπας απάντησε ότι ο φωτισμός στην Λεωφόρο ήταν έντονος όπως έντονος είναι και ο φωτισμός που υπάρχει σε διασταυρώσεις δρόμων και σε σημεία δρόμου όπου υπάρχει Αλτ. · Σε υποβολή ότι στο σημείο του δρόμου της οδού Πετριδιών προς Έμπα, όπου υπάρχει το κατάστημα Viofos έχει πολύ μειωμένο φωτισμό και όχι καθόλου φωτισμό όπως του είχε υποβληθεί προηγουμένως, εμμένοντας στην αρχική του θέση επανέλαβε ότι στο συγκεκριμένο σημείο ο φωτισμός είναι πάρα πολύ καλός. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει Ένορκη μαρτυρία και επίσης κάλεσε σαν μάρτυρα υπεράσπισης την κυρία Σιμόνα Χρυσάνθου ΜΥ
  1. Στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα εξής. · Ότι στις 2.8.2007 και περί η ώρα 21.00 βρισκόταν στο σπίτι του με άδεια του γιατρού λόγω θρόμβωσης που είχε υποστεί στο δεξί του πόδι κάτι που δεν του επέτρεπε να περπατήσει και να κινηθεί. · Ότι με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης ο ίδιος δεν έχει καμιά σχέση και για πρώτη φορά έμαθε για αυτά όταν τον ειδοποίησε τηλεφωνικά κάποιος γνωστός του αστυφύλακας που υπηρετούσε στο αρχηγείο αστυνομίας ονόματι Ροβέρτος, να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό Πάφου ένα μήνα μετά. · Ότι όταν πήγε στον αστυνομικό σταθμό εκεί πληροφορήθηκε ότι είχε καταδιωχθεί την 1.8.2007 ενώ οδηγούσε μοτοσικλέτα όμως ό ίδιος απάντησε ότι δεν είχε καμιά σχέση με τα όσα του καταλογιζόταν. · Ότι το πρόβλημα υγείας με το πόδι του το είχε ενάμιση με δυο μήνες πριν την 1.8.2007 και διήρκησε περίπου για 3 μήνες. Προς τούτο κατάθεσε σαν τεκμήριο 2 χωρίς ένσταση από την κατηγορούσα αρχή, ιατρική βεβαίωση του ιατρού Αντρέα Αντρέου. · Ότι η κόμμωση του κατά την περίοδο των μηνών Ιουλίου − Αυγούστου 2007 ήταν μακριά μαλλιά σχεδόν μέχρι την μέση του τα οποία έκοψε μετά που άλλαξε ο χρόνος και μετά την Πρωτοχρονιά του έτους
  2. · Ότι στο τεκμήριο Α για αναγνώριση απεικονίζεται ο ίδιος και η γυναίκα του η συγκεκριμένη δε φωτογραφία λήφθηκε στο κέντρο Ηνίοχος την Πρωτοχρονιά 2007-
  3. Η φωτογραφία αυτή βρισκόταν στην κατοχή του από τότε και την κατέθεσε σαν τεκμήριο
  4. Το ίδιο απάντησε και σε σχέση με την φωτογραφία τεκμήριο Β για αναγνώριση, η οποία χωρίς να είναι σίγουρος λήφθηκε στην ταβέρνα το Λημέρι το έτος 2005 -
  5. Την φωτογραφία Τεκμήριο Β για αναγνώριση είχε έκτοτε στην κατοχή του και την κατέθεσε σαν τεκμήριο
  6. · Για το τεκμήριο 4 δεν ήταν σε θέση να πεί και να κατονομάσει το πρόσωπο που την έβγαλε όμως εκείνο το οποίο θυμόταν ήταν ότι λήφθηκε από μια κοπέλα φωτογράφο, η οποία του την έδωσε και την είχε έκτοτε στην κατοχή του. Τα ίδια ανέφερε και για το τεκμήριο
  7. · Σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι η κόμμωση του το 2007 ήταν η ίδια όπως φαίνεται στα τεκμήρια 3 και 4, η δε διαδικασία λήψης αυτών των φωτογραφιών ήταν η ίδια και στις δυο περιπτώσεις. Συγκεκριμένα υπάρχουν διάφοροι πλανόδιοι φωτογράφοι από τους οποίους ζητάς να σου βγάλουν φωτογραφία και μετά από 1-2 ώρες αφού τις εμφανίσουν και τυπώσουν επιστρέφουν και με ανάλογο αντίτιμο τις αγοράζεις. · Ότι τον Μ.Κ. 1 δεν τον γνώριζε προηγουμένως και την 1.8.2007 δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που ο Μ.Κ.1 είδε να οδηγά μοτοσικλέτα που είχε κοντά μαλλιά. Στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ανέφερε τα εξής. · Σε υποβολή ότι ο άνδρας που φαίνεται στα τεκμήρια 3 και 4 δεν είναι ο ίδιος απάντησε ότι αυτός είναι. · Ότι όταν είχε τα μαλλιά του μακριά υπήρχαν περιπτώσεις που τα έδενε κότσο. · Ότι την ημέρα που ειδοποιήθηκε και μετέβη στον σταθμό Τροχαίας Πάφου τα μαλλιά του ήταν μακριά και όχι κοντά, όπως μακριά ήταν και την 1.8.
  8. · Σε ερώτηση κατά πόσον έτυχε να ξαναδεί τον Μ.Κ1 πρίν την 1.8.2007 και κατά πόσο του είχε ξανακάνει έλεγχο, απάντησε ότι δεν θυμόταν. · Ότι στις 3.8.2007 πρέπει να βρισκόταν στο σπίτι του αφού δεν μπορούσε να περπατήσει. · Ότι την 15.6.2007 ήταν η ημέρα που επισκέφτηκε την κλινική και το βράδυ βρισκόταν στο σπίτι. Για το που βρισκόταν στις 16.6.2007 απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί διότι είχαν περάσει 2 χρόνια από τότε. · Ότι τον Ιούλιο 2007 δεν πήγαινε δουλειά λόγω του προβλήματος υγείας που είχε και γι΄ αυτό ήταν συνεχώς σπίτι του. · Σε υποβολή ότι την 1.8.2007 ήταν αυτός που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με τον τρόπο που περιέγραψε ο Μ.Κ.1 απάντησε αρνητικά. · Σε υποβολή ότι την 1.8.2007 δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας όπως το περιέγραψε απάντησε ότι είχε. · Ότι την 1.8.2007 όπως και κατά το έτος 2007 είχε μοτοσικλέτα, ήξερε να την οδηγά και το χρώμα της ήταν πράσινο με λιλά και μαύρο χρώμα. Διευκρίνισε δε ότι όταν την αγόρασε είχε τα ίδια χρώματα όπως τα περιέγραψε. · Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ο αριθμός εγγραφής της μοτοσικλέτας του ήταν ΗΝΥ624 και ότι τα χρώματα που ανέφερε είναι τα χρώματα που είχε η μοτοσικλέτα όταν την αγόρασε. · Ότι το μαύρο χρώμα στην μοτοσικλέτα του είναι και στις δύο πλευρές από την μέση της μηχανής, όπως επίσης μαύρο χρώμα είναι και τα πλαστικά της μοτοσικλέτας. Το χρώμα λιλά είναι πάνω από το μαύρο χρώμα από την μέση και πάνω το δε πράσινο χρώμα είναι όλο το πάνω μέρος της μοτοσικλέτας του. · Σε υποβολή ότι η μοτοσικλέτα του είναι χρώματος πρασίνου, επανέλαβε ότι τα χρώματα είναι όπως τα ανέφερε. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι όταν ειδοποιήθηκε από τον γνωστό του αστυφύλακα κύριο Ροβέρτο και μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Πάφου, εκεί τον κατηγόρησαν. Η Μ.Υ.1 κα. Σιμόνα Χρυσάνθου στην κυρίως εξέταση της ανέφερε τα εξής: · Ότι είναι η σύζυγος του Κατηγορουμένου. · Ότι από τον Ιούνιο 2007 μέχρι τον Ιανουάριο 2008 ο Κατηγορούμενος είχε υποστεί θρόμβωση στο δεξιό του πόδι που του προκάλεσε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Λόγω δε και του νεαρού της ηλικίας του, και επειδή υπήρχε κίνδυνος ο θρόμβος να πάει στον πνεύμονα ή ακόμη και στην καρδιά του, ο θεράπων Ιατρός του, τού χορηγούσε χάπια και ενέσεις στην κοιλιά. Επίσης του έδωσε οδηγίες να μένει στο κρεβάτι ακίνητος και να φορά ειδική κάλτσα. · Ότι λόγω αυτού του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος δεν έπρεπε να πατάει το πόδι του στο έδαφος και σε περίπτωση που έπρεπε απαραίτητα να περπατήσει αυτό γινόταν μόνο με πατερίτσες. · Ότι ο Κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα που είχε αναφέρει είχε μακριά μαλλιά τα οποία έκοψε τον πρώτο μήνα του 2008 μετά από τις εορτές. · Ότι στα Τεκμήρια 3 και 4 απεικονίζονται η ίδια και ο σύζυγος της, η φωτογραφία δε Τεκμήριο 3 είχε ληφθεί στις γιορτές τις Πρωτοχρονιάς 2007 -
  9. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές από την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε τα εξής: · Ότι η ίδια δεν έχει ιατρικές γνώσεις αφού δεν είναι ιατρός. · Ότι τον Αύγουστο 2007 ο Κατηγορούμενος - σύζυγος της, είχε μοτοσικλέτα με χρώματα όπως αυτά που έχει και σήμερα, ήτοι μωβ, πράσινο και μαύρο. · Σε υποβολή ότι η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου - συζύγου της, τον Αύγουστο 2007 δεν ήταν όπως την περιέγραψε και ότι αυτός δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας, απάντησε ότι είχε το πρόβλημα υγείας όπως το περιέγραψε και αναφέρεται και στην πιστοποίηση του Ιατρού του σύμφωνα με την εξέταση ultra - sound που του έγινε. Γι' αυτό το πρόβλημα επισκέπτονται κάθε χρόνο τον Ιατρό του Κατηγορουμένου. · Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος - σύζυγος της, τον Αύγουστο 2007 μπορούσε να περπατήσει απάντησε ότι περπατούσε αλλά μόνο με την χρήση πατεριτσών. · Τέλος σε υποβολή ότι τον Αύγουστο 2007 τα μαλλιά του Κατηγορουμένου - συζύγου της, δεν ήταν όπως τα περιέγραψε ήτοι μακριά, απάντησε εμμένοντας στην θέση της ότι αυτά ήταν μακριά και σγουρά. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι όλο το μήνα Αύγουστο του 2007, από την πρώτη ημέρα μέχρι και το τέλος του μήνα ο σύζυγος της, Κατηγορούμενος, είχε μακριά σγουρά μαλλιά. Στην Αγόρευση του ο Συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του. Τούτο διότι ο Μ.Κ.1 στην μαρτυρία του υπέπεσε σε αντιφάσεις αφού δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει από τα Τεκμήρια 3 και 4 σαν τον άνδρα που απεικονίζεται σε αυτά τον Κατηγορούμενο. Επίσης είναι εισήγηση του Συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι οι αδυναμίες στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής που αφορούν την αναγνώριση του οδηγού της μοτοσικλέτας κατά τον επίδικο χρόνο από τον Μ.Κ.1 και επί τη βάση των Αρχών της Νομολογίας που έχουν καθιερωθεί για το συγκεκριμένο ζήτημα, αναπόφευκτα θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να αθωώσει και να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Προς τούτο με παρέπεμψε στην Ποινική Έφεση αρ. 4146, Γεώργιος Γιαννή Ρωσσίδη ν. Δημοκρατίας ημερομηνία απόφασης 31/10/
  10. Επειδή δε ο Κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε τόσο από τον ίδιο ως επίσης και από την Μ.Υ.1 αλλά και όπως φαίνεται και στα Τεκμήρια 3 και 4, κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και τις πρώτες μέρες του έτους 2008 είχε μακριά μαλλιά σε αντίθεση με τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής εν' όψει και των συνθηκών αναγνώρισης που επικρατούσαν, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της υπόθεσης της. Ο Συνήγορος του Κατηγορουμένου τέλος ανέφερε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου σε σχέση με την συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας που ο Μ.Κ.1 κατήγγειλε κατά τον επίδικο χρόνο δεν αμφισβητούνται αφού δεν υπήρξε καθόλου αντεξέταση επί των ζητημάτων αυτών από πλευράς Υπεράσπισης. Το μόνο ζήτημα το οποίο η Υπεράσπιση προώθησε είναι μόνο αυτό της αναγνώρισης του Κατηγορουμένου από τον Μ.Κ.1 σαν τον οδηγό της μοτοσικλέτας. Αντίθετη είναι η εισήγηση της Συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία στην Αγόρευση της υπέβαλε την θέση ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, είναι σε τέτοιο βαθμό αξιοπιστίας και εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία, τόσο σε σχέση με την αναγνώριση του Κατηγορουμένου αλλά ως επίσης και με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος. Επίσης επεσήμανε ότι ενώ ο Κατηγορούμενος και η Υπεράσπιση επικαλέστηκε σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε κατά τον επίδικο χρόνο και την περίοδο που καταγγέλθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει προσκομιστεί Ιατρική μαρτυρία περί τούτου. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, είναι η θέση της Συνηγόρου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου και γι' αυτό θα πρέπει να κριθεί ένοχος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Αστυφύλακας 2716, Λοΐζου Λοΐζος, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, καθότι κρίνω πως με τον τρόπο που έδωσε μαρτυρία έδειξε να έχει απόλυτο σεβασμό στην αλήθεια αφενός και αφετέρου είχε τις εξ' αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβίωσε με την μαρτυρία του. Έδωσε μία απόλυτα φυσική μαρτυρία η οποία δεν κλονίστηκε από την μακρά αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο. Υπήρξε σαφής και ήρεμος, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και συνακόλουθα την μαρτυρία του αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Το ότι δεν ανεγνώρισε τον Κατηγορούμενο στις φωτογραφίες Τ.2 και Τ.3 σαν τον άνδρα που απεικονίζεται σε αυτά δεν μειώνει στο ελάχιστο την αξιοπιστία του, αφού αυτές δείχνουν ένα εντελώς διαφορετικό σε χαρακτηριστικά και εμφάνιση άτομο από αυτό που ο Μ.Κ.1 είδε επι της μοτοσικλέτας που καταδίωκε αλλά και από την εμφάνιση του ιδίου του Κατηγορούμενου στο εδώλιο. Τόσο το πρόσωπο που καταδίωκε αλλά και ο Κατηγορούμενος σε όλες του τις εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου είχε κοντά μαλλιά. Σημειώνω ότι, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται ολότελα στην αναγνώριση του Κατηγορουμένου ως τον οδηγό της μοτοσικλέτας χρώματος πρασίνου, χωρίς πισινές πινακίδες εγγραφής, που κατά τον επίδικο χρόνο προσπάθησε να ανακόψει ο Μ.Κ.1 όταν διεπίστωσε την διάπραξη των αδικημάτων που εκτίθενται στις κατηγορίες 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου. Καθίσταται αναγκαία, συνεπώς, η εξέταση της ποιότητας της αναγνώρισης αυτής, στα πλαίσια που έχει θέσει η Νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R. V. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία και έχει έκτοτε υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Μεταξύ άλλων, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 97, Κατσιαμάλης ν. Δημοκρατίας
(1980)2 Α.Α.Δ. 107, Ρωσσίδης ν. Δημοκρατίας
(1983)2 Α.Α.Δ. 391 (στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου), Ιωάννης Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας,
(1998)2 A.A.Δ 259, Φώτος Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 104 και Δημήτρης Δημητρίου άλλως «Πόμπος» ν. Αστυνομία,
(2006)2 Α.Α.Δ
  1. Προκύπτει από την πιο πάνω Νομολογία ότι, τα ακόλουθα λαμβάνονται υπ' όψιν ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι, αφού αναφέρω ότι λαμβάνω σχετική προειδοποίηση περί του κινδύνου στήριξης με ασφάλεια στην αναγνώριση στην οποία προέβη ο Μ.Κ.1: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε ο μάρτυρας οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποίου είδους φωτισμό; (δ) την ύπαρξη οποιουδήποτε εμπόδιου στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον Κατηγορούμενο προηγουμένως και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) και το κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μία παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.1, αυτός είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας την επίδικη νύχτα την ώρα που αυτός ανέφερε, ήτοι περί ώρα 21.10, ενώ αυτός και ο συνάδελφος του Ε/Α 5398, ευρίσκοντο επίσης επί των υπηρεσιακών τους μοτοσικλετών. Ο οδηγός αυτός δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και όταν τον πλησίασε σε απόσταση 1 -1 ½ μέτρο και ενώ εκινούντο προς την ίδια κατεύθυνση από την δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του, με το αριστερό του χέρι του υπέδειξε να ακινητοποιήσει την μοτοσικλέτα. Λόγω της άρνησης του οδηγού να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του, αφού αυτός αντί να ακινητοποιήσει την μοτοσικλέτα του ανέπτυξε ταχύτητα για να απομακρυνθεί, ο Μ.Κ.1 μαζί με τον συνάδελφο του τον ακολούθησαν. Προτού ο οδηγός αυτός αναπτύξει ταχύτητα είχε ελαττώσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του και ο Μ.Κ.1 τον αναγνώρισε σαν τον Κατηγορουμένο αφού η απόσταση που τον χώριζε ήταν 1 περίπου μέτρο. Περαιτέρω καθ΄ όλη τη διάρκεια της καταδίωξης ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε απόσταση 5 - 10 μέτρα πίσω από τον εν λόγω οδηγό, σε κάποιες δε στιγμές και στο πλευρό της μοτοσικλέτας που αυτός οδηγούσε. Είχε συνεχή οπτική επαφή μαζί του αφού ακόμα και όταν βρισκόταν πίσω του αυτός γύριζε το κεφάλι του προς τα πίσω για να ελέγχει αν τον ακολουθούσαν ο Μ.Κ.1 και ο συνάδελφος του. Ακόμη ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι πριν τον κύριο δρόμο Έμπας - Τάλας ο φωτισμός ήταν πολύ καλός και του δόθηκε ακόμη μια ευκαιρία για να αναγνωρίσει ξανά σαν τον οδηγό της μοτοσικλέτας που ακολουθούσαν, τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.1 περαιτέρω ανέφερε ότι γνώριζε προσωπικά τον Κατηγορούμενο από προηγουμένως, ήτοι πριν το περιστατικό, καθότι μέσα στα πλαίσια διαφόρων τροχονομικών ελέγχων στους οποίους προέβηκε, πραγματοποίησε τέτοιους ελέγχους και στον Κατηγορούμενο διότι αυτός εργαζόταν σαν οδηγός ταξί. Επίσης ο ίδιος ο οδηγός της εν λόγω μοτοσικλέτας όταν ο Μ.Κ.1 του έκανε σήμα να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του την πρώτη φορά και ενώ βρισκόταν σε απόσταση 1 - 1 ½ μέτρο στο πλάι του , γύρισε και κοίταξε τον Μ.Κ.1 οπόταν αυτός τον αναγνώρισε από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει. Τέλος όσον αφορά το φωτισμό που επικρατούσε στο δρόμο Πετριδιών αλλά και επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας προς Λεωφόρο Ελλάδος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ήταν έντονος όπως έντονος ήταν και ο φωτισμός όπου υπάρχουν διασταυρώσεις δρόμων όπως ήταν και στη διασταύρωση της οδού Πετριδιών με τον δρόμο Έμπας-Τάλας. Των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι η ποιότητα της αναγνώρισης του Κατηγορουμένου από τον Μ.Κ.1 ως του οδηγού της μοτοσικλέτας που ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Ε/Α. 5398 καταδίωκαν, είναι καλής ποιότητας, σε βαθμό που μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ σε αυτήν. Τούτο διότι ο Μ.Κ.1 διατήρησε συνεχή οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο για αρκετή απόσταση, τον αναγνώρισε από πολύ κοντινή απόσταση και επανηλειμμένως, σε συνθήκες καλού οδικού φωτισμού νύκτας, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα, είχε δει τον Κατηγορούμενο σε αρκετές περιπτώσεις πριν το επίδικο συμβάν και είχε μάλιστα καταγράψει επανειλημμένως τα προσωπικά του στοιχεία και η αναγνώριση που έγινε δεν στηριζόταν σε παροδική ματιά αλλά σε συνεχή παρατήρηση και παρακολούθηση. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, και μου έδωσε την εντύπωση ότι είπε αυτά που είπε εις μίαν προσπάθεια να αποφύγει τις συνέπειες. Περιέπεσε, περαιτέρω και σε αντιφάσεις στην μαρτυρία του. Αναφέρω ενδεικτικά τα ακόλουθα, τα οποία και θεωρώ ότι δεν μου επιτρέπουν να δεχτώ την μαρτυρία του ως αληθινή: · Ενώ η θέση του ιδίου του Κατηγορουμένου και της Μ.Υ.1 ήταν ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτός βρισκόταν στο σπίτι του και συγκεκριμένα στο κρεβάτι του λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, όταν ανεζητήθει μετά τον επίδικο χρόνο για εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που εξεδώθη εναντίον του, δεν ανευρέθη. Τούτο ανέφερε ό Μ.Κ.1 και δεν αντεξετάστηκε καθόλου επί του σημείου αυτού αφήνοντας έτσι την μαρτυρία του αδιαμφισβήτητη. · Ενώ επικαλέστηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 για να υποστηριχτεί ο ισχυρισμός του ότι λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας ευρίσκετο με άδεια ασθενείας με οδηγίες του ιατρού του να παραμένει στο κρεβάτι του και να μην περπατά παρά μόνο με πατερίτσες, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Στο Τεκμήριο 2 δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά για άδεια ασθενείας ή για οδηγίες παραμονής του Κατηγορουμένου στο σπίτι του και μάλιστα στο κρεβάτι του λόγω του ότι δεν έπρεπε να φορτίζει το δεξιό του πόδι κατά την διάρκεια βάδισης. Περαιτέρω δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στο Τεκμήριο 2 για το είδος και την μέθοδο, αν έγινε ή επιβάλλετο, οποιασδήποτε μορφής θεραπείας. · Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν γνώριζε πριν το επίδικο συμβάν τον Μ.Κ.1 στην αντεξέταση του σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν θυμόταν αν είχε ξαναδεί τον Μ.Κ.
  2. Τούτο σε πλήρη διάσταση με την ικανότητα του να θυμάται όλες τις άλλες λεπτομέρειες γεγονότων που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα και οι οποίες εξυπηρετούσαν την γραμμή υπεράσπισης που είχε ακολουθήσει. Μέσα στα πλαίσια αυτής της επιλεκτικής του μνήμης ήταν σε θέση να απαντήσει ότι το Τεκμήριο 4 λήφθηκε το έτος 2005 - 2006 σε συγκεκριμένη ταβέρνα παρά το γεγονός ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν πιο πρόσφατα, ήτοι τον Αύγουστο
  3. · Σε αντίφαση με τις υποβολές που ο Συνήγορος του έκανε προς τον Μ.Κ.1 και συγκεκριμένα ότι σαν οδηγός ταξί είχε εργαστεί από τις 20 - 25 Ιουλίου 2007, ο ίδιος επέμενε ότι για 1 - 1 ½ μήνα προηγουμένως από το επίδικο συμβάν δεν ήταν σε θέση καν να περπατήσει αλλά έπρεπε να βρισκόταν στο σπίτι του κατάκλιτος στο κρεβάτι του. · Σε αντίφαση με την Μ.Υ.1 ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε διήρκησε περίπου για τρεις μήνες και του παρουσιάστηκε 1 - 1 ½ μήνα πριν το επίδικο συμβάν. Ενώ η Μ.Υ.1 στην δική της μαρτυρία ανέφερε ότι το πρόβλημα υγείας διήρκησε από τον Ιούνιο 2007 μέχρι και τον Ιανουάριο 2008 και στο χρονικό αυτό διάστημα λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος στην υγεία του Κατηγορούμενου, του εχορηγείτο ειδική θεραπεία και είχε οδηγίες να παραμένει στο κρεβάτι ακίνητος με ειδική κάλτσα. · Σε αντίφαση επίσης με τις υποβολές που ο Συνήγορος του έκανε στο Μ.Κ.1 ότι δηλαδή εργαζόταν σαν οδηγός ταξί από τις 20 - 25 Ιουλίου 2007, ο Κατηγορούμενος στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τον Ιούλιο 2007 δεν εργάστηκε λόγω του προβλήματος υγείας και βρισκόταν συνεχώς στο σπίτι του. Επισημαίνω επίσης ότι ενώ έγινε κατ' επανάληψη αναφορά στο είδος, την φύση και τους κινδύνους που ενείχε το πρόβλημα υγείας του Κατηγορουμένου αλλά και στις οδηγίες και θεραπευτική αγωγή που έλαβε από τον θεράποντα ιατρό του, εν τούτοις δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, ιατρική, ήτοι πραγματογνώμονα, που να υποστηρίζει τούτο κάτι που αναπόφευκτα αφήνει όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς μετέωρους και χωρίς καμία αποδεικτική αξία. Όπως κατ' επανάληψη έχει νομολογιακά αναφερθεί το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να ενεργήσει σαν πραγματογνώμονας και να εξάξει συμπεράσματα για τα οποία απαιτείται εξειδικευμένη επιστημονική γνώση ή εμπειρία. Σε σχέση με τις φωτογραφίες Τεκμήρια 3 και 4 παρά το ότι δεν αποτελούν πρωτογενή μαρτυρία αλλά εξ ακοής πλήν όμως για τους λόγους που αναφέρω σε ενδιάμεση απόφαση μου έγινε δεκτή η κατάθεση τους, αξιολογώντας τις κρίνω ότι δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα καθότι όπως από την ίδια την μαρτυρία του Κατηγορουμένου και της Μ.Υ.1 αβίαστα εξάγεται, αυτές είχαν ληφθεί σε διαφορετικούς χρόνους από τα επίδικα γεγονότα αφού η μία, Τεκμήριο 3, λήφθηκε τον Ιανουάριο 2008 και η άλλη, Τεκμήριο 4, το 2005 -
  4. Η Μ.Υ.1 πιστεύω ότι έδωσε μαρτυρία με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο σύζυγο της. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με αντιφάσεις στην μαρτυρία της Μ.Υ.1 και του Κατηγορούμενου, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος για το χρονικό διάστημα από τον Ιουνίου 2007 μέχρι τον Ιανουάριο 2008 λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας έπρεπε να μένει στο κρεβάτι ακίνητος ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα αυτό το καθόρισε από τον Ιούνιο 2007, 1 - 1 ½ μήνα πριν το επίδικο συμβάν και για περίοδο συνολικής διάρκειας 3 μηνών. Περαιτέρω η Μ.Υ.1 σε πλήρη αντίφαση με τα ίδια της τα λεγόμενα ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2008 ευρίσκετο με τον Κατηγορούμενο στο κέντρο διασκέδασης «Ηνίοχος» και πιο συγκεκριμένα στις γιορτές τις πρωτοχρονιάς οπόταν και ελήφθη η φωτογραφία Τεκμήριο
  5. Αυτό αντικρούει τον ισχυρισμό της ότι ο Κατηγορούμενος - σύζυγος της δεν ήταν σε θέση να περπατήσει και έπρεπε να παραμένει στο κρεβάτι του από τον Ιούνιο 2007 μέχρι Ιανουάριο
  6. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Υ.1,που έχει σχέση με τα επίδικα γεγονότα, σαν ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε καθόλου και δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο η μαρτυρία του σε σχέση με τον τρόπο οδικής συμπεριφοράς του οδηγού της μοτοσικλέτας που καταδίωκε αλλά ούτε και ότι ο οδηγός της, που σύμφωνα με τα όσα αναφέρω πιο πάνω και έχω αποδεχθεί ήταν ο Κατηγορούμενος, την οδηγούσε χωρίς προστατευτικό κράνος, χωρίς πινακίδες εγγραφής, ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα αστυνομικού με στολή, ότι δεν συμμορφώθηκε σε φώτα τροχαίας και επίσης ότι την οδηγούσε στο πισινό της τροχό και με τρόπο επικίνδυνο προσπερνούσε προπορευόμενα οχήματα θέτοντας τα σε κίνδυνο πρόκλησης τροχαίου δυστυχήματος. EYΡHMATA Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι την 1.8.2007 και περί ώρα 21.10 ο Μ.Κ.1 μαζί με τους Αστ.1888 και Ε/Α 5398 ευρίσκοντο για τροχονομικό έλεγχο με τις υπηρεσιακές μοτοσικλέτες τους, για παραβάσεις οδηγών - επιβατών μοτοποδηλάτων - μοτοσικλετιστών. Έναντι του γυμναστηρίου με την ονομασία «ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟ», το οποίο βρίσκεται στη λεωφ. Δημοκρατίας στην Πάφο, εν κινήσει και αφού πλησίασε 1-1½ μέτρο δεξιά και στο πλάï μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού, χρώματος πράσινου σε ολόκληρο το πάνω μέρος της, που οδηγείτο με κατεύθυνση πρός την λεωφ. Ελλάδος και χωρίς να φέρει στο πίσω μέρος πινακίδα εγγραφής και χωρίς ο οδηγός της να φέρει το προστατευτικό κράνος ασφαλείας του, έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει για έλεγχο. Ο οδηγός την εν λόγω μοτοσικλέτας κοίταξε προς το μέρος του Μ.Κ.1 οπόταν ο Μ.Κ.1 τον ανεγνώρισε σαν τον Κατηγορούμενο. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος, αγνοώντας το σήμα του Μ.Κ.1, πήγε προς την πίσω μεριά της υπηρεσιακής μοτοσικλέτας του Μ.Κ.1 και στην συνέχεια κάνοντας ελιγμό προς την δεξιά μεριά του και κατά τρόπο ο οποίος μπορούσε να τον χτυπήσει, ανέπτυξε ταχύτητα. Ακολούθως οδηγώντας την μοτοσικλέτα του στον πισινό τροχό και κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει δυστύχημα ο Κατηγορούμενος προσπερνούσε τα προπορευόμενα του οχήματα. Ο Μ.Κ.1 με τον Ε/Α 5398 με αναμμένους τους φάρους των μοτοσικλετών τους καταδίωξαν και ακολούθησαν τον Κατηγορούμενο. Παρά τις συνεχείς υποδείξεις του Μ.Κ.1 και του συναδέλφου του Ε/Α 5398, με τα χέρια τους, να σταματήσει αριστερά για έλεγχο, ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς την λεωφ. Ελλάδος και εισήλθε σε αυτήν παραβιάζοντας φωτεινούς σηματοδότες, δηλαδή πέρασε με κόκκινο φως. Στην συνέχεια ακολούθησε τον δρόμο Πετριδιών προς τον κύριο δρόμο Έμπας- Τάλας. Κατά την διάρκεια της καταδίωξης αυτός που ήταν πιο κοντά στον Κατηγορούμενο ήταν ο Μ.Κ.1 ο οποίος σε συνθήκες καλού νυκτερινού φωτισμού και χωρίς να χάσει σε κανένα σημείο οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος γύριζε και το κεφάλι του προς τα πίσω για να ελέγχει αν καταδιώκεται και από απόσταση από 10 - 15 μέτρα αλλά και σε κάποιες στιγμές ευρισκόμενος δίπλα από αυτόν, τον αναγνώρισε κατ' επανάληψη αφού και από προηγούμενους τροχονομικούς ελέγχους που του είχε κάνει ήταν γνωστός του, όπως γνωστά του ήταν και τα στοιχεία του. Επίσης ο Μ.Κ.1 πρίν το δρόμο Έμπας -Τάλας και αφού πλησίασε τον Κατηγορούμενο τον ανεγνώρισε ξανά για άλλη μία φορά. Ο Κατηγορούμενος ο οποίος όπως και πιο πάνω αναφέρεται, δεν φορούσε κράνος, είχε κοντά μαλλιά και λόγω του φωτισμού που ήταν αρκετά καλός αναγνωρίστηκε από τον Μ.Κ.1 από την πρώτη στιγμή. Παρά την καταδίωξη του Κατηγορουμένου από τον Μ.Κ.1 και τον συνάδελφο του δεν έγινε κατορθωτή η ανακοπή και ακινητοποίηση του καθότι αυτός κατάφερε να διαφύγει. Ο Μ.Κ.1 μετά την διαφυγή του Κατηγορουμένου μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου κατέγραψε την κατάθεση του Τεκμήριο 1 και ετοίμασε αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης για τον Κατηγορούμενο το οποίο εξεδόθη στις 01.39 της 2.8.
  7. Ο Κατηγορούμενος ανεζητήθει στην οικία του, ήτοι στην οδό Ζηγιάτ Πασιά 2, στην περιοχή Μούτταλος στην Πάφο, πλην όμως δεν ανευρέθηκε. Ο Κατηγορούμενος μετά που έτυχε ενημέρωσης από τρίτο πρόσωπο, γνωστό του αστυνομικό, ότι αναζητείτο και ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης μετέβη ο ίδιος ένα μήνα μετά το επίδικο συμβάν στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου και κατηγορήθηκε. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα μου ότι ο Κατηγορούμενος τόσο κατά τον επίδικο χρόνο όσο και ένα μήνα μετά, όταν μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου και κατηγορήθηκε, είχε κοντά μαλλιά και όχι μακριά όπως αυτά απεικονίζονται στις φωτογραφίες Τεκμήρια 3 και
  8. Επίσης ελλείψει μαρτυρίας πραγματογνώμονα αποτελεί εύρημα μου ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας το οποίο τον εμπόδιζε από το να οδηγήσει μοτοσικλέτα και συγκεκριμένα την μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής HNY 624 η οποία αποτελεί εύρημα μου ότι είχε χρώμα πράσινο σε ολόκληρο το άνω μέρος της, μαύρο χρώμα στην μέση της και λιλά πάνω από το μαύρο χρώμα και ήταν αυτή που ο Μ.Κ.1 καταδίωξε κατά τον επίδικο χρόνο και η οποία οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο με τον τρόπο που ο Μ.Κ.1 περιέγραψε. Εύρημα μου επίσης αποτελεί ότι ο Μ.Κ.1 κατά τον επίδικο χρόνο ευρίσκετο εν στολή με όλα τα διακριτικά σήματα της Αστυνομίας Κύπρου και κατά την στιγμή που έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να ακινητοποιήσει την μοτοσικλέτα του αλλά και στην συνέχεια κατά την διάρκεια της καταδίωξης του, είχε αναμμένους τους φάρους της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η 2η Κατηγορία στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/
  9. Το άρθρο αυτό αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πάσων των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας πεντακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: - η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος επι οδού, - η οδήγηση του οχήματος να είναι με τρόπο επικίνδυνο, αλόγιστο η απερίσκεπτο για το κοινό, σε συνάρτηση με τον όγκο της τροχαίας κίνησης ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο η ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επι της οδού ταύτης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος κατά το επίδικο χρόνο και τόπο, οδηγούσε κατά τρόπο αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο για το κοινό. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος και χρήσιμη αναφορά για την ερμηνεία που σε αυτούς έχει αποδώσει η νομολογία των Δικαστηρίων κρίνω ότι μπορεί να γίνει στις υποθέσεις που κατά καιρούς απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, από αλόγιστη, επικίνδυνη η απερίσκεπτη πράξη η συμπεριφορά, αφού γίνεται χρήση από τον Νομοθέτη των ιδίων όρων για τον τρόπο διάπραξης των δύο αδικημάτων. Περαιτέρω από το λεκτικό του άρθρου 7 του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.76/1972, προκύπτει ότι οι έννοιες της απερίσκεπτης και αλόγιστης οδήγησης, τίθενται διαζευκτικά από την επικίνδυνη οδήγηση. Δεν είναι αναγκαίο δηλαδή να συνυπάρχουν τούτες καθότι το αδίκημα συντελείται με την απόδειξη είτε του απερίσκεπτου και αλόγιστου τρόπου οδήγησης, είτε με την απόδειξη του επικίνδυνου τρόπου οδήγησης (βλ. Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός,
(2001)2 Α.Α.Δ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ειδικότερα σε ότι αφορά την επικίνδυνη οδήγηση δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πρόθεση (mens rea), (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving. . . . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case». Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R - v - Lawrence
(1981)1 All ER 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R - v- Caldwell
(1981)1 All ER 961). Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου(Αρ.1),
(2002)2 Α.Α.Δ 473: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Επίσης στην υπόθεση R.v.Reid,
(1992)3 All E.R. 673 επισημάνθηκαν υπο του Αγγλικού Εφετείου ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: « the mens rea of the offence consists of either disregarding a recognized risk of causing injury to some other person or damage to property or failing to give any thought to the possibility of there being a serious risk of doing so. Accordingly, the jury should when appropriate be directed in relation to recklessness that they should only convict the defendant of driving recklessly if they are sure first that he was in fact driving in such a manner as to create a serious risk of causing physical injury to some other person who might happen to be using the road or of doing substantial damage to property, and secondly either that he recognized that there was some risk of that kind involved but nevertheless went on to take that risk or that, despite the fact that he was driving in such a manner, he did not even address his mind to the possibility of there being any such risk when the risk was in fact obvious». Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Η πρόθεση του αδικήματος συνίσταται είτε λόγω της παραγνώρισης υπαρκτού αναγνωρισμένου κινδύνου πρόκλησης σωματικών βλαβών σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία ή της παράλειψης να κατευθύνει την σκέψη του στο ενδεχόμενο ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκαλέσει κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα οι ένορκοι θα πρέπει όποτε κρίνεται πρέπον να καθοδηγούνται σε σχέση με το απερίσκεπτο της ενέργειας ή παράλειψης ότι μόνο τότε θα καταδικάσουν κατηγορούμενο ότι οδηγούσε απερίσκεπτα, εάν είναι σίγουροι ότι πρώτον οδηγούσε όντως με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλεί κίνδυνο σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο ο οποίος δυνατό να χρησιμοποιεί τον ίδιο δρόμο ή να προκαλέσει σοβαρή ζημιά σε περιουσία και δεύτερο, είτε ότι αναγνώρισε πως υπήρχε τέτοιος κίνδυνος της φύσεως αυτής και παρόλα ταύτα προχώρησε στην ενέργεια του αναλαμβάνοντας αυτό τον κίνδυνο ή ότι παρά το γεγονός ότι οδηγούσε με αυτό τον τρόπο δεν κατηύθυνε την σκέψη του προς την πιθανότητα να υπήρχε ένας τέτοιος κίνδυνος όταν ο κίνδυνος αυτός ήταν εκ των πραγμάτων φανερός». Στην τελευταία ως άνω αναφερόμενη απόφαση λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων, πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο, αλλά χρειάζεται η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας που υποδηλώνει ότι ο οδηγός έπεσε από το επίπεδο του ικανού και έμπειρου οδηγού έστω και στιγμιαία. Το σφάλμα υπό αυτή την έννοια, έστω και αν είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σε σχέση με τις περιστάσεις και με τον τρόπο οδήγησης της μοτοσικλέτας του Κατηγορουμένου από αυτόν κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς και οι πράξεις του, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η οδήγηση αυτού ήταν επικίνδυνη για το κοινό. Οδηγούσε στον ένα τροχό, προσπερνούσε κάνοντας ελιγμούς με επικίνδυνο τρόπο τα προπορευόμενα του οχήματα και ακόμα διήλθε από ελεγχόμενη διασταύρωση με φωτεινούς σηματοδότες ενώ το φως που ήλεγχε την πορεία του ήταν κόκκινο. Η όλη οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε ακόμη και τα στοιχεία της αλόγιστης και απερίσκεπτης συμπεριφοράς αφού ενώ η πορεία του ελέγχετο με κόκκινο φως αποδεχόμενος η αγνοώντας τον κίνδυνο άλλα οχήματα που η πορεία τους προφανώς κατά τον αυτόν χρόνο ελέγχετο με πράσινο φως να εισέλθουν εντός της διασταύρωσης με άμεσο κίνδυνο πρόκλησης τροχαίου δυστυχήματος, διήλθε χωρίς να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος εκτός από τον άμεσο κίνδυνο που έθεσε του άλλους οδηγούς οδηγούσε με τρόπο που κανένας έμπειρος και ικανός οδηγός θα οδηγούσε με τις δοσμένες συνθήκες, στον τόπο και τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Ο τρόπος οδήγησης του ήταν τέτοιος αλλά και επαναλαμβανόμενος, που η βεβαιότητα πρόκλησης κινδύνου σε τρίτους η περιουσία ήταν φανερή και όμως ο Κατηγορούμενος είτε τον ανεγνώρισε και τον αποδέχτηκε είτε δεν κατηύθυνε την σκέψη του προς αυτή την πιθανότητα ενώ ο κίνδυνος ήταν εκ των πραγμάτων φανερός. Συνακόλουθα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά παρατίθενται πιο πάνω, σε συνάρτηση με την Νομική πτυχή που επίσης αναλύεται πιο πάνω και την υπαγωγή των ευρημάτων μου σε αυτήν, κρίνω ότι o Kατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αριθμούς εγγραφής HNY 624 με τρόπο επικίνδυνο, αλόγιστο η απερίσκεπτο για το κοινό, διαπράττοντας το αδίκημα που εκτίθεται στην 2η κατηγορία. Περαιτέρω τα πιο πάνω ευρήματα μου σε συνδυασμό με την αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος οδηγούν χωρίς άλλο στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 1η 3η, 4η και 5η Κατηγορία και δεν καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω εξέταση των Κατηγοριών αυτών. Σε σχέση με την 6η κατηγορία μετά από την ενδελεχή εξέταση της ενώπιον μου μαρτυρίας διαπιστώνω ότι δεν έχει προσκομιστεί από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής οποιαδήποτε μαρτυρία για το αδίκημα που αναφέρεται σε αυτήν. Των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τις Κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 και την ενοχή του Κατηγορούμενου σε αυτές πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις Κατηγορίες αυτές . Όσο αφορά την Κατηγορία αριθμός 6 και εφ' όσον η Κατηγορούσα Αρχή που είχε και τα βάρος να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν προσεκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο, αυτή παραμένει έκθετη και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην 6η Κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. ....................................... Τάσος Κατσικίδης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.