Δημοκρατία ν. Χριστόδουλου Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2181/09, 22 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2010:3 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2181/09 Δημοκρατία εναντίον
- Χριστόδουλου Χριστοδούλου
- Αντρέα Χριστοδούλου Κατηγορούμενων -------------------- Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου Για τους κατηγορούμενους: κ. Σ. Σαββίδης με κα Γ. Ζυμπουλάκη Κατηγορούμενοι - παρόντες ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες:
- Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20, του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία).
- Δύο κατηγορίες για απόπειρα φόνου κατά παράβαση των άρθρων 214, 366 και 367 του Κεφ. 154 (2η και 3η κατηγορία).
- Απόπειρα εμπρησμού, κατά παράβαση των άρθρων 316, 366, 367 και 20 του Κεφ. 154 (4η κατηγορία).
- Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ εντός της Δημοκρατίας χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 28
(1), 51 και Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 91
(1)/2005 και άρθρο 20 του Κεφ. 154 (5η κατηγορία). 5. Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 51 και Πρώτο Παράρτημα του Νόμου 113
(1)/2004, όπως τροποποιήθηκε, και άρθρο 20 του Κεφ. 154 (6η κατηγορία). 6. Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(1)(ε)
(4)(δ)
(5)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 27/88 και 19
(1)/2005 και άρθρο 20 του Κεφ. 154 (7η κατηγορία).
- Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση των άρθρων 80 και 20 του Κεφ. 154 (8η κατηγορία).
- Εσκεμμένη παρακώλυση οργάνου τηρήσεως της τάξεως στη δέουσα νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) και 20 του Κεφ. 154 (10η κατηγορία).
- Κακόβουλη ζημιά κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Κεφ. 154 (12η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν ακόμα την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορίες 9 και 11 αντίστοιχα) από τις οποίες απαλλάχτηκαν με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.3.2010. Την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής συνέθεσε τα όσα ο αστυφύλακας 362 Γιώργος Γεωργίου (Μ.Κ. 4) κατέθεσε ότι περιήλθαν σε γνώση του κατά την παρουσία του στο χώρο. Παραθέτουμε συνοπτικά τη μαρτυρία του για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης. Στις 22.2.2009 η ώρα 21:50 πληροφορήθηκε τηλεφωνικά ότι έγινε φασαρία σε καφενείο στο χωριό Μέσανα και χρειαζόταν η βοήθεια της Αστυνομίας. Φτάνοντας στο μέρος η ώρα 22:10 είδε τον κατηγορούμενο 1 να στέκεται έξω από το καφενείο κρατώντας ένα πυροβόλο όπλο τύπου ΔΟΚΟ και να φωνάζει "έλα έξω ρε να σε παίξω" και τον κατηγορούμενο 2 να κάθεται εντός του αυτοκινήτου του. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 2 φώναξε στον κατηγορούμενο 1 "παίξε τον". Ο Μ.Κ.4 προχώρησε προς το μέρος του κατηγορούμενου 1 που ήταν σε έξαλλη κατάσταση και εκτός εαυτού και τότε αυτός έστρεψε το κυνηγετικό όπλο προς το μέρος του και του είπε "φύε που δαμέ τζαι εννα σε παίξω τζαι εσένα ρε". Ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και κινήθηκε για να τον αφοπλίσει. Τότε ο κατηγορούμενος 1 έστρεψε εκ νέου το όπλο προς το μέρος του και του είπε "φύε που δαμέ τζαι εννα σε σκοτώσω τζαι εν με κόφτει". Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 με τις κάννες του όπλου που κρατούσε, αφού έσπασε τα τζάμια της πλαϊνής πόρτας του καφενείου έριξε ένα πυροβολισμό προς το μέρος του μπαρ φωνάζοντας, "έννα σε σκοτώσω να πάεις στ' ανάθεμα". Νέα προσπάθεια του Μ.Κ.4 να τον αφοπλίσει απέβηκε άκαρπη. Στη συνέχεια εισερχόμενος εντός του καφενείου για να εξακριβώσει κατά πόσο τραυματίστηκε κανένας, οι κατηγορούμενοι του φώναξαν ότι ο γαμπρός τους Χαράλαμπος Θεοδοσίου (Μ.Υ.1) κρατείτο όμηρος εντός του καφενείου. Πίσω από το μπαρ βρήκε σκυφτούς τον Παναγιώτη Κονιαράκη να κρατά σφιχτά το γαμπρό τους και οι δύο με τραύματα στο πρόσωπο, καθώς και την Έλενα Κοκκίνου σερβιτόρα του καφενείου. Ο κατηγορούμενος 1 έριξε ακόμα τρεις πυροβολισμούς με το όπλο που κρατούσε. Δεν τραυματίστηκε οποιοσδήποτε από τους πυροβολισμούς. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος 2 έριξε από ένα πλαστικό παγούρι ποσότητα φωτιστικού πετρελαίου στο εσωτερικό του καφενείου και σκύβοντας φώναξε "να σας κάψω να σας κρούσω". Τότε ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και εκείνος δεν είπε τίποτε. Στη συνέχεια και οι δύο κατηγορούμενοι κινήθηκαν να φύγουν. Σε προσπάθεια του Μ.Κ.4 να τους εμποδίσει, ο κατηγορούμενος 1 έστρεψε πάλι το κυνηγετικό όπλο προς το μέρος του και του είπε "αησμας να φύουμε γιατί εννα σε παίξω" Στη συνέχεια εγκατέλειψαν το μέρος με διαφορετικά αυτοκίνητα. Ο Μ.Υ.1 λιποθύμησε και μεταφέρθηκε από τους γονείς των κατηγορουμένων στο Νοσοκομείο ενώ ο Κονιαράκης και η Κοκκίνου εγκατέλειψαν και αυτοί το μέρος παρά την προτροπή του Μ.Κ. 4 να παραμείνουν. Ο Μ.Κ.4 ζήτησε ενισχύσεις και στη σκηνή κατέφθασαν μέλη της Αστυνομίας που άρχισαν εξετάσεις. Η εκδοχή των κατηγορουμένων είχε ως βασικό άξονα την ένορκη κατάθεση του γαμπρού τους Χαράλαμπου Θεοδοσίου (Μ.Υ.1) με τον οποίο οι κατηγορούμενοι είχαν μεταβεί στο καφενείο στα Μέσανα που συμβαδίζει με την ανώμοτη δήλωση τους από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Κοινή αφετηρία της εκδοχής τους ήταν η απρόκλητη επίθεση που υπέστησαν από τον Παναγιώτη Κονιαράκη που καθόταν μόνος του σε άλλο τραπέζι στο καφενείο, τραυματίζοντας τους σοβαρά, ενώ συζητούσαν σε χαμηλούς τόνους με την σερβιτόρα του καφενείου, Έλενα Κοκκίνου, για το ύψος τους λογαριασμού που τους χρέωσε για το φαγητό και τα ποτά που κατανάλωσαν εντός του καφενείου. Σύμφωνα με την ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων ο Κονιαράκης αρχικά επιτέθηκε εναντίον του κατηγορούμενου 2 τον οποίον έριξε στο πάτωμα του καφενείου και ακολούθως στο κατηγορούμενο 1 τον οποίο πέταξε στη πλατεία του χωριού. Όταν και οι δύο βρέθηκαν έξω από το καφενείο, ο Κονιαράκης έκλεισε την εξώπορτα του καφενείου και άκουσαν το Μ.Υ.1 που βρισκόταν εντός αυτού να καλεί σε βοήθεια. Από τη στιγμή αυτή οι κατηγορούμενοι που είχαν ήδη καταναλώσει από τρεις μικρές μπύρες ο καθένας στο καφενείο στα Μέσανα και άλλες μπύρες προηγουμένως σε καφενείο στην Αρμίνου μαζί με κάποιον Σπύρο και πιο πριν ζιβανία στη Σαλαμιού, σταμάτησαν να έχουν οποιαδήποτε επαφή με το περιβάλλον και αγνοούν τα όσα ακολούθησαν. Ήδη μέρος της εκδοχής τους έδωσε ο κατηγορούμενος 1 με τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ότι χτυπήθηκε από τον Κονιαράκη και έχει παράπονο. Οι ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων έχουν κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Απόδειξη του Γ. Κακογιάννη σελ. 253 και Ιωάννου και Σημιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- Για τα μετέπειτα, η μαρτυρία του γαμπρού τους (Μ.Υ.1) συνοψίζεται στα εξής. Όταν οι δυο κατηγορούμενοι βρέθηκαν έξω από το καφενείο μετά την επίθεση που είχαν υποστεί από μέρους του Κονιαράκη, το ίδιο πρόσωπο επιτέθηκε και στον ίδιο εντός του καφενείου δίνοντας του μια γροθιά στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να πέσει στη βεράντα του καφενείου. Ο Κονιαράκης τότε τον τράβηξε στο εσωτερικό του καφενείου και τον ανάγκασε να τοποθετήσει το χαρτονόμισμα των €20,00 που είχε στην τσέπη του πάνω στο μπαρ. Ο Μ.Υ.1 άρχισε να καλεί σε βοήθεια τον κατηγορούμενο
- Από το σημείο αυτό και μετά, ο Μ.Υ.1 δεν γνωρίζει τι έγινε γιατί έχασε τις αισθήσεις του. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ως τεκμήρια 67, 68, 69, 70 και 71 τις ιατρικές εκθέσεις του Νοσοκομείου Πάφου και ιδιωτικών ιατρών όσον αφορά τους τραυματισμούς που υπέστη από τη σε βάρος του επίθεση από το Κονιαράκη και την άδεια ασθενείας που του δόθηκε. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ουσιαστικά βασίστηκε στη μαρτυρία του Μ.Κ. 4 εφόσον ο Παναγιώτης Κονιαράκης και η Έλενα Κοκκίνου - οι παραπονούμενοι - δεν παρέλασαν ως μάρτυρες κατηγορίας για τους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά και τις σχετικές εκδοθείσες ενδιάμεσες αποφάσεις. Μετά την αποχώρηση των κατηγορούμενων από τη σκηνή εξασφαλίστηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους τα οποία εκτελέστηκαν από την Αστυνομία. Διεξήχθηκε επίσης έρευνα από την Αστυνομία στη κατοικία του κατηγορούμενου 2 στη παρουσία του, αφού έδωσε προηγουμένως γραπτή συγκατάθεση. Κατά την έρευνα παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ. 1 αριθμός τεκμηρίων περιλαμβανομένου και του όπλου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 5, 6 και
- Κατά την έρευνα λήφθηκαν επίσης φωτογραφίες από το Μ.Κ.2 οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Παραλήφθηκαν περαιτέρω τεκμήρια από τη σκηνή στα Μέσανα από τον αστυφύλακα 1825 Αντρέα Χριστοφίδη (Μ.Κ. 3). Ο Λοχίας 1003 Κλεάνθης Χριστοφόρου (Μ.Κ.1) που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης διερεύνησε επίσης παράπονο του Μ.Υ.1 για ξυλοδαρμό του από τον Παναγιώτη Κονιαράκη τον οποίον αν και ο ίδιος ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς δεν καταχωρήθηκε ακόμη υπόθεση εναντίον του καθότι, όπως εξήγησε, αναμένετο η εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης. Στη σκηνή λήφθηκαν επίσης το ίδιο βράδυ από τον αστυφύλακα 2588 Αντρέα Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.2), ειδικό φωτογράφο της Αστυνομίας, φωτογραφίες (Τεκμήρια 48 και 49). Οι υπόλοιποι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τυπικοί και η μαρτυρία τους ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτοί είναι ο αστυφύλακας 4329 Γιώργος Σωκράτους (Μ.Κ.5) που ανέλαβε τη φρούρηση της σκηνής. Ο αστυφύλακας 1985 Μάριος Παπαγεωργίου (Μ.Κ. 6) ο οποίος από έρευνα που διεξήγαγε διαπίστωσε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής Ν28142 που ανευρέθηκε κατά την έρευνα στη κατοικία του κατηγορούμενου 2 και το μοναδικό πρόσωπο που δικαιούτο στην κατοχή του, είναι ο κατηγορούμενος
- Ο αναπληρωτής Λοχίας 743 Αντώνης Αλεξάντρου (Μ.Κ.7) και ο αστυφύλακας 4824 Αντρέας Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.8) οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη διακίνηση τεκμηρίων. Ο αστυφύλακας 3773 Νεόφυτος Αραούζου (Μ.Κ.9) ο οποίος πήρε παρειακά επιχρίσματα από το Χαράλαμπο Θεοδοσίου, Κονιαράκη και Κοκκίνου τα οποία παρέδωσε στο Μ.Κ.
- Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και ο συνήγορος των κατηγορούμενων προέβησαν σε σειρά παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και είναι τα εξής: "
- Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε νομότυπα, χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε πλην εκείνης για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης.
- Από την στιγμή αποκοπής της σκηνής από τον αστυφύλακα 362 Γεώργιο Γεωργίου, αυτή φρουρείτο διαρκώς και δεν εισήλθε κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο σ' αυτή.
- Το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του εμπειρογνώμονα Δρ. Μάριου Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Τεκμήριο 59).
- Το περιεχόμενο της έκθεσης του πραγματογνώμονα αρχιαστυφύλακα 2748 Νεόφυτου Νεοφύτου (Τεκμήριο 60).
- Το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων του αστυφύλακα 674 Δημήτρη Γερολέμου (Τεκμήριο 61), του αστυφύλακα 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη (Τεκμήριο 62) και του αστυφύλακα 1314 Αρτέμη Πελεκάνου (Τεκμήριο 65).
- Το περιεχόμενο των ιατρικών εκθέσεων της Δρ. Χ"Μιτσή του ΤΕΠΑ Νοσοκομείου Πάφου (Τεκμήριο 63) και του Δρ. Μ. Κωνσταντή του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (Τεκμήριο 64).
- Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20 είναι φωτιστικό πετρέλαιο, και η ίδια ουσία ανευρέθηκε στο Τεκμήριο 23 και 22 (τεμάχιο βαμβακιού)". Στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο μεν συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε την αθώωση των πελατών του πρωτίστως γιατί ελλείπει το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της ένοχης διάνοιας από μέρους τους λόγω μέθης και διαζευκτικά λόγω της κατάστασης ανάγκης στην οποία βρέθηκαν. Πρόταξε επίσης το ελλειπές του μαρτυρικού υλικού για στοιχειοθέτηση των κατηγοριών. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις του θα γίνει πιο κάτω όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή των κατηγορουμένων και να τους καταδικάσει ενόψει της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει η Κατηγορούσα Αρχή. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), με βάσει το περιεχόμενο, ποιότητα, πειστικότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Θα παραθέσουμε την κρίση μας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας με τη σειρά που κρίνουμε πιο πρόσφορη. Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά τη θεώρηση της την είχαμε υπόψη ως ένα ενιαίο σύνολο και αν καταγράφουμε ξεχωριστά τις απόψεις μας είναι για πρακτικούς και μόνο λόγους (βλ. Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40, 97 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.41, 55). Είναι, όπως αναφέραμε ανωτέρω, παραδεκτό γεγονός ότι η σκηνή από τη στιγμή της αποκοπής της από τον Μ.Κ. 4 φρουρείτο διαρκώς και κανένα, μη εξουσιοδοτημένο, πρόσωπο εισήλθε σ' αυτή. Επίσης, ότι όλα τα τεκμήρια παραλήφθηκαν, σφραγίστηκαν και διακινήθηκαν νομότυπα χωρίς καμιά αλλοίωση ή επέμβαση απ' οποιονδήποτε πλην εκείνης για επιστημονική τους εξέταση. Μη αμφισβητήσιμη παρουσιάζεται και η μαρτυρία των Μ.Κ. 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8 και 9, μελών της Αστυνομίας, η οποία είναι τυπική. Συνεπώς η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Αποτελεί κοινό έδαφος η παρουσία των κατηγορούμενων μαζί με τον γαμπρό τους το βράδυ της 22.2.2009 σε καφενείο στα Μέσανα και η υπ' αυτών κατανάλωση φαγητού και ποσότητας μπύρας. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι αφετηρία των όσων επακολούθησαν ήταν η διαμαρτυρία των κατηγορουμένων και η συζήτηση που είχαν με την Κοκκίνου, σερβιτόρα του καφενείου, σε σχέση με το λογαριασμό που χρεώθηκαν που έκριναν υπερβολικό. Είναι η θέση των κατηγορουμένων ότι αναίτια και απρόκλητα υπέστησαν επίθεση από μέρους του Κονιαράκη που τους ήταν άγνωστος μέχρι στιγμής, με αποτέλεσμα να τους τραυματίσει. Το πρόσωπο αυτό περιγράφουν ως ισχυρής σωματικής διάπλασης και ότι ήταν γνώστης πολεμικών τεχνών. Περίπου την ίδια περιγραφή έδωσαν ο Μ.Κ.4 και Μ.Υ.
- Το πρόσωπο αυτό εισήλθε στο καφενείο μετά λίγη ώρα από την άφιξη της παρέας των κατηγορούμενων και τους επιτέθηκε ενώ οι κατηγορούμενοι συζητούσαν ήρεμα με την Κοκκίνου για το λογαριασμό. Όταν οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν έξω από το καφενείο συνεπεία της σε βάρος τους επίθεσης, άκουσαν τον γαμπρό τους εντός του καφενείου να καλεί σε βοήθεια τον κατηγορούμενο
- Ήταν βασική εισήγηση του συνήγορου υπεράσπισης ότι δεν πρέπει να καταλογιστεί ευθύνη στους κατηγορούμενους για τις πράξεις ή παραλείψεις που τους αποδίδονται, λόγω της κατάστασης μέθης στην οποία τελούσαν και διαζευκτικά της κατάστασης ανάγκης στην οποία βρέθηκαν εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του Κονιαράκη έναντι του γαμπρού τους (Μ.Υ.1). Για να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα και να αποδοθούν στους κατηγορούμενους οι όποιες κινήσεις και ενέργειες ή παραλείψεις τους θα πρέπει να εξεταστεί κατά κύριο λόγο η μαρτυρία του Μ.Κ.4, σε συνάρτηση με την πραγματική μαρτυρία εφόσον στην παρουσία του οι κατηγορούμενοι φέρονται να διέπραξαν τα όσα τους καταλογίζονται, καθώς και εκείνη της υπεράσπισης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι στην ανώμοτη δήλωση τους πρόβαλαν τη θέση ότι από τη στιγμή της σε βάρος τους επίθεσης από τον Κονιαράκη δεν γνωρίζουν τι έγινε μετά, ενώ ο Μ.Υ.1 ότι έχασε τις αισθήσεις του από τη στιγμή που τον τράβηξε στο εσωτερικό του καφενείου ο Κονιαράκης. Μόνο ο κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στην προσέλευση του Μ.Κ. 4 στο μέρος, ενώ ο ίδιος καθόταν εντός του αυτοκινήτου του σε απόσταση 100 μέτρων από το καφενείο και ότι του ζήτησε τρεις φορές να απελευθερώσει το γαμπρό του (Μ.Υ.1). Το ότι ο κατηγορούμενος 2 καθόταν στο αυτοκίνητο του επιβεβαιώνεται και από το Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 4 περιέγραψε το κατηγορούμενο 1 να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και εκτός ελέγχου, προφανώς μεθυσμένος και να κρατά ένα ΔΟΚΟ. Πρόσθεσε ότι με τις κάννες του όπλου έσπασε τα τζάμια του πλαϊνού παραθύρου του καφενείου και έριξε τέσσερεις πυροβολισμούς στο εσωτερικό του. Από εξέταση που έκαμε ο Μ.Κ. 4 εντός του καφενείου υπήρχε ένα σημάδι από πυροβολισμό σε σημείο ψηλά στον τοίχο και άλλο πάνω από το μπάρ πίσω από το οποίο αντιλήφθηκε κρυμμένους τον Κονιαράκη και την Κοκκίνου να κρατούν το Μ.Υ.
- Ο Μ.Κ. 4 δεν απέκλεισε την πιθανότητα οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου 1 αλλά και εκείνες του κατηγορούμενου 2, που θα εξηγήσουμε πιο κάτω, να αποσκοπούσαν σε εκφοβισμό του Κονιαράκη ώστε να αφήσει ελεύθερο το γαμπρό τους. Το γεγονός ότι ο Κονιαράκης κρατούσε όμηρο το γαμπρό τους επιβεβαιώνεται από τον ίδιο το Μ.Κ.4 ότι όταν εισήλθε στο εσωτερικό του καφενείου είδε πίσω και κάτω από το μπαρ τον Κονιαράκη που τον χαρακτήρισε ως πάρα πολύ εύσωμο, παλλικάρι και παλαιστή να κρατά με τα χέρια του κλειδωμένο μπροστά το γαμπρό τους που φαινόταν να είναι σοβαρά τραυματισμένος στο πρόσωπο. Ακόμα και όταν ο ίδιος ο μάρτυρας προσπάθησε να τον ελευθερώσει ζητώντας από τον Κονιαράκη να τον αφήσει ελεύθερο για να ηρεμήσουν οι κατηγορούμενοι, εκείνος αρνήθηκε. Συνέχισε να αρνείται και όταν ακόμη ο μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος να φοβάται ώστε να συνεχίσει να τον κρατά όμηρο. Αποδεχόμαστε ότι ο Μ.Κ.4 περιέγραψε με ακρίβεια τα πραγματικά γεγονότα όπως εξελίχθηκαν στην παρουσία του. Δεν παρατηρήσαμε κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του εχθρότητα ή μεροληψία σε βάρος των κατηγορουμένων. Αντίθετα διαπιστώσαμε προσπάθεια υποβάθμισης της σοβαρότητας της κατάστασης και μια γενική διάθεση να απαμβλύνει, όσο οι περιστάσεις θα μπορούσαν να επιτρέψουν, τη θέση των κατηγορουμένων όχι με διαστρέβλωση των γεγονότων αλλά με αναφορά σε προσωπικές εκτιμήσεις που, κατά τη θέση του, αποκόμισε στη σκηνή. Η γενική αυτή στάση του έναντι των κατηγορουμένων συνιστά εχέγγυο πως τα όσα επιβαρυντικά για την υπόθεση τους ανάφερε, ήταν η αλήθεια. Δεν υπάρχει σαφής τοποθέτηση από μέρους των κατηγορουμένων ότι ο Κονιαράκης κρατούσε ως όμηρο τον γαμπρό τους. Σημειώνουμε μόνο τη γενική αναφορά του κατηγορούμενου 2 στην ανώμοτη δήλωση του ότι ζήτησε από τον Μ.Κ.4 να τον απελευθερώσει. Ούτε και ο γαμπρός τους πρόβαλε τέτοια θέση στη μαρτυρία του. Απλά ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε μια γροθιά από τον Κονιαράκη και έπεσε πάνω στη βεράντα αλλά ο Κονιαράκης τον τράβηξε στο εσωτερικό του καφενείου και τότε κάλεσε σε βοήθεια τον κατηγορούμενο
- Στο σημείο αυτό έχασε τις αισθήσεις του, τις οποίες ανέκτησε μετά από 1½ μέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Όσον αφορά το χρονικό σημείο που ο Μ.Υ.1 έχασε τις αισθήσεις του ο Μ.Κ.4 μαρτύρησε διαφορετικά. Ο Μ.Κ.4 ήταν σαφής ότι όταν εισήλθε εκ νέου στο καφενείο μετά που οι κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το μέρος με τα αυτοκίνητα τους, είδε τον γαμπρό τους να πέφτει στο έδαφος και να λιποθυμεί. Το αβίαστο συμπέρασμα είναι πως πριν τη λιποθυμία αυτή ο γαμπρός των κατηγορουμένων είχε τις αισθήσεις του έστω και αν είχε προηγηθεί και άλλη λιποθυμία παρόλο που ο ίδιος σε μια μόνο έκανε αναφορά. Κατά το χρονικό διάστημα που είχε τις αισθήσεις του αναμένεται πως θα ήταν σε θέση, αν όχι να περιγράψει με λεπτομέρεια γεγονότα, να αναφερθεί στην επικρατούσα κατάσταση. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το λόγο που ο γαμπρός τους τοποθετεί χρονικά τη λιποθυμία του πριν την προσέλευση του Μ.Κ.4 στο μέρος. Μια πιθανότητα είναι να ήθελε να αποφύγει να αναφερθεί στις ενέργειες των κατηγορουμένων στο μέρος που ίσως έκρινε ότι μπορούσαν να τους ενοχοποιήσουν. Βρίσκουμε ότι το χρονικό σημείο της λιποθυμίας του γαμπρού τους είναι αυτό που ανάφερε ο Μ.Κ
- Ο Μ.Υ.1 περιέγραψε γεγονότα που προηγήθηκαν του ουσιώδους για την υπόθεση χρόνου. Το τι προηγήθηκε μέσα στο καφενείο δεν αμφισβητήθηκε. Για τα όσα θα μπορούσε να είχαν άμεση σημασία για τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ο μάρτυρας ουδέν ανέφερε. Η μαρτυρία του τελειώνει στο σημείο που καλεί σε βοήθεια τον κουνιάδο του (κατηγορούμενο 1). Το γεγονός της σε βάρος του επίθεσης από μέρους του Κονιαράκη και του σοβαρού τραυματισμού του επιβεβαιώνεται από τις ιατρικές εκθέσεις που κατέθεσε ως τεκμήρια. Από αυτές και ιδιαίτερα εκείνη του Νοσοκομείου Πάφου στο οποίο μεταφέρθηκε αρχικά (Τεκμήριο 71) διαφαίνεται ότι κατά την ιατρική εξέταση του στις 23.2.2009 παρουσίαζε κακώσεις στο κεφάλι, με οίδημα και κάκωμα περιοφθαλμικά, τραύμα στη δεξιά ζυγωματική περιοχή, αιμάτωμα στα χείλη, ζάλη, κεφαλαλγία και πόνο στο θώρακα. Του δόθηκε από το Νοσοκομείο Πάφου αναρρωτική άδεια μέχρι τις 5.3.2009 και από το ιδιωτικό Νοσοκομείο Ευαγγελισμός άδεια μέχρι τις 15.3.
- Για εμφανή τραύματα στο πρόσωπο του Μ.Υ.1 έκαμε αναφορά και ο Μ.Κ.4 στη μαρτυρία του. Δεν έχουμε επισημάνει σοβαρές αντιφάσεις μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας του Μ.Υ.1 με την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 73), ως η εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1 ως αληθινή όσον αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της επίθεσης του Κονιαράκη και εκείνα που ακολούθησαν στο καφενείο στα Μέσανα, αλλά και όσα προηγήθηκαν της άφιξης τους στο συγκεκριμένο καφενείο. Θα πρέπει να τονιστεί ότι για τα γεγονότα μέχρι την άφιξη του Μ.Κ.4 στο μέρος δεν υπάρχει αντίθετη ή άλλη μαρτυρία ενώπιον μας. Φυσίγγια άδεια ανευρέθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης σε διάφορα σημεία έξω από το καφενείο. Στο σημείο 3 στις φωτογραφίες 6 και 10 του Τεκμηρίου 48 δύο άδεια φυσίγγια (Τεκμήρια 11 και 12) σχεδόν απέναντι από την πλαϊνή πόρτα του καφενείου μέσα στο δρόμο. Άλλα δύο άδεια φυσίγγια ανεβρέθηκαν έξω από το καφενείο, το ένα (Τεκμήριο 9) στο σημείο 2 στις φωτογραφίες 5 και 6 του Τεκμηρίου 48 μέσα στο δρόμο και περίπου εκεί που αρχίζει ο πλαϊνός τοίχος του καφενείου και το άλλο μεταξύ των σημείων 2 και 3 (Τεκμήριο 10). Ακόμα ένα μπροστά και σε αρκετή απόσταση από την εξώπορτα και μπροστινή βεράντα του καφενείου (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με το Μ.Κ.4 στη παρουσία του ο κατηγορούμενος 1 έριξε τέσσερις πυροβολισμούς στο εσωτερικό του καφενείου δια μέσου της πλαϊνής πόρτας ενώ ο ίδιος στεκόταν στο δρόμο έξω από το πλαϊνό μέρος του καφενείου. Από τον αριθμό και τη θέση που ανεβρέθηκαν τα κενά φυσίγγια στα σημεία 2 και 3 στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 48, μέσα στο δρόμο και έξω από το πλαϊνό τοίχο του καφενείου όχι μόνο δημιουργούν σοβαρές ενδείξεις αλλά είμαστε βέβαιοι ότι τα άδεια φυσίγγια προέρχονται από τους πυροβολισμούς στους οποίους έκαμε αναφορά ο Μ.Κ.
- Συνεπώς αυτή η θέση του Μ.Κ.4 επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία. Ήταν το μόνο λογικό συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί κάτω από τις περιστάσεις στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας, όπως βαλλιστικής εξέτασης. Όσον αφορά το άδειο φυσίγγιο που ανεβρέθηκε μπροστά από την κεντρική είσοδο του καφενείου μέσα στη πλατεία και στο σημείο 1 στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 48, δεν αποκλείουμε το ενδεχόμενο να προέρχεται από πυροβολισμό που προηγήθηκε της καθόδου του Μ.Κ.4 στο μέρος και να στόχευε την κεντρική εξωτερική πόρτα του καφενείου, εφόσον ο Μ.Κ.4 όταν πήγε στη σκηνή την είδε να είναι σπασμένη. Δεν μπορούμε όμως να καταλήξουμε με βεβαιότητα ότι και αυτό το φυσίγγιο προέρχεται από πυροδότηση του όπλου που κρατούσε ο κατηγορούμενος
- Δεν υπάρχει μαρτυρία για άμεση σύνδεση του όπλου που βρέθηκε κατά την έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήρια 39 και 40) με το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 1 στη σκηνή. Από τη γραμμή αντεξέτασης του Μ.Κ.4 είναι πρόδηλο ότι οι κατηγορούμενοι μέσω του δικηγόρου τους παραδέχονται ότι ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε όπλο το βράδυ εκείνο. Υποδείχθηκαν στον Μ.Κ.4 κατά την κυρίως εξέταση του τα Τεκμήρια 39 και 40 και σε ερώτηση αν τα αναγνωρίζει απάντησε ότι "μοιάζει με το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 1, ένα δίκαννο κυνηγετικό". Ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε σ' αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του και ούτε προσκομίστηκε από την υπεράσπιση αντίθετη ή άλλη μαρτυρία. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η αντεξέταση ενός μάρτυρα αποσκοπεί στον έλεγχο της φιλαλήθειας και αξιοπιστίας του αλλά ταυτόχρονα με τη θέση αυτή τροχιοδρομείται η εκδοχή της άλλης πλευράς ότι θα παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία η οποία θα ενισχύει τη θέση της (βλ. Γεωργιάδης v. Vasande
(1986)2 CLR 672, Κούρρης v. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291). Δεν αποδίδουμε καταλυτική συνέπεια στο γεγονός της μη αντεξέτασης του μάρτυρα επί του προκειμένου, αφού ο μάρτυρας δεν εξέφρασε βεβαιότητα στην αναγνώριση του όπλου . Ο κατηγορούμενος 1 συνδέθηκε με τα Τεκμήρια 39 και 40 (το κοντάκι και οι κάννες αντίστοιχα) που συνιστούν το όπλο που ανευρέθηκε και παραλήφθηκε από την οικία του κατηγορούμενου 2 στη Σαλαμιού. Ανευρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 1 στο Τεκμήριο 39 που είναι το κοντάκι του όπλου. Γεγονός παραμένει ότι δεν έχει αποδειχθεί με την βεβαιότητα που απαιτείται ότι το όπλο που παραλήφθηκε από την οικία στη Σαλαμιού είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 κατά το επεισόδιο. Δεν υπάρχει όμως η παραμικρή αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε κατά τους ουσιώδεις χρόνους στην κατοχή του και μετέφερε ΔΟΚΟ. Αποδεχόμαστε πως ο Μ.Κ.4 μπορούσε στην θέα ενός ΔΟΚΟ να αναγνωρίσει πως επρόκειτο περί τέτοιου όπλου πράγμα που έκανε. Σε αυτή την έκταση η μαρτυρία του ήταν θετική και εδώ έχει καταλυτική σημασία το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε. Ο αστυνομικός μάρτυρας όχι μόνο είδε από κοντά το όπλο και αναγνώρισε τον τύπο του, αλλά στην παρουσία του ρίχθηκαν οι τέσσερεις πυροβολισμοί από αυτό. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα από τη στιγμή που ο Μ.Κ.4 προσήλθε στη σκηνή, εκτυλίχθηκαν όπως τα περιέγραψε ο Μ.Κ.4 στη μαρτυρία του. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε, ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε άδεια κατοχής και μεταφοράς οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ. Τέτοια άδεια είχε μόνο ο αδελφός του (κατηγορούμενος 2) που είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και ο μοναδικός δικαιούχος σε κατοχή του όπλου (Τεκμήρια 39 και 40) που ανεβρέθηκε στην οικία του. Αυτό λέχθηκε από τον Μ.Κ.6 η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε και την έχουμε αποδεχτεί. Έχουμε ήδη προβεί σε ορισμένα επιμέρους ευρήματα. Θα συνοψίσουμε πιο κάτω τα κύρια ευρήματα μας.
- Στις 22.2.2009 οι κατηγορούμενοι μαζί με τον γαμπρό τους (Μ.Υ.1) και κάποιο Σπύρο συνεβρέθηκαν σε καφενείο στην Αρμίνου και κατανάλωσαν μπύρες. Ακολούθως όλοι πήγαν στο καφενείο στα Μέσανα όπου κατανάλωσαν και άλλες μπύρες και φαγητό.
- Η Κοκκίνου, σερβιτόρα του καφενείου, χρέωσε τους κατηγορούμενους γύρω στα €90.00 ποσό το οποίο οι κατηγορούμενοι έκριναν ψηλό γι' αυτό και άρχισαν συζήτηση μαζί της. Τότε ο κατηγορούμενος 1 τοποθέτησε ένα χαρτονόμισμα των €50.00 πάνω στο μπαρ αναφέροντας της ότι ήταν για εξόφληση του λογαριασμού. Στο σημείο αυτό επενέβηκε ο Κονιαράκης ο οποίος επιτέθηκε αρχικά στον κατηγορούμενο 2 και ακολούθως στον κατηγορούμενο
- Όταν οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν έξω από το καφενείο συνεπεία της εναντίον τους επίθεσης, ο Κονιαράκης επιτέθηκε στη συνέχεια στον Μ.Υ.1 ρίχνοντας τον στη βεράντα. Ακολούθως ο Κονιαράκης τον τράβηξε πάλι εντός του καφενείου και ο Μ.Υ.1 άρχισε να καλεί σε βοήθεια τον κατηγορούμενο
- Ο Μ.Κ.4 που ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων προσήλθε η ώρα 22:10 στο μέρος άοπλος, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης που είχε λάβει προηγουμένως ότι γινόταν φασαρία σε καφενείο στα Μέσανα.
- Κατά την άφιξη του Μ.Κ.4 στο μέρος, ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε ένα ΔΟΚΟ και στεκόταν μπροστά στην κύρια εξώπορτα του καφενείου που ήταν σπασμένη, ενώ ο κατηγορούμενος 2 καθόταν εντός του αυτοκινήτου του 100-200 μέτρα πιο πίσω.
- Ο κατηγορούμενος 1 σε έξαλλη κατάσταση φώναζε "έλα ρε έξω να σε παίξω" ενώ ο κατηγορούμενος 2 του είπε "παίξε τον".
- Ο Μ.Κ.4 κινήθηκε προς τον κατηγορούμενο 1 αλλά αυτός τον κάλεσε να φύγει διαφορετικά θα πυροβολούσε και αυτόν προτάσσοντας του το όπλο. Τότε ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και προσπάθησε να τον πλησιάσει για να τον αφοπλίσει. Ο κατηγορούμενος 1 έστρεψε εκ νέου το όπλο προς το μέρος του Μ.Κ.4 καλώντας τον πάλι να φύγει διαφορετικά θα τον σκότωνε.
- Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 κινήθηκε προς τα πλάγια του καφενείου και με τις κάννες του όπλου έσπασε τα γυαλιά της πλαϊνής πόρτας και από το σημείο που στεκόταν εντός του δρόμου, έριξε ένα πυροβολισμό προς το μπαρ του καφενείου και πάνω από αυτό φωνάζοντας "να σε σκοτώσω ρε να πάεις στα ανάθεμα".
- Ο Μ.Κ.4 κάλεσε εκ νέου τον κατηγορούμενο 1 να ηρεμήσει προσπαθώντας να τον πλησιάσει αλλά αυτός εξακολουθούσε να είναι σε έξαλλη κατάσταση, να φωνάζει και να απειλεί.
- Κατά την είσοδο του Μ.Κ. 4 εντός του καφενείου οι κατηγορούμενοι του φώναξαν ότι ο γαμπρός τους κρατείτο όμηρος εντός του καφενείου. Πίσω από το μπαρ ο Μ.Κ. 4 αντιλήφθηκε σκυφτούς τον Κονιαράκη να κρατά με τα χέρια του σφικτά κλειδωμένο τον Μ.Υ.1, ο οποίος φαινόταν να ήταν σοβαρά τραυματισμένος στο πρόσωπο. Στο ίδιο σημείο πεσμένη ήταν και η Κοκκίνου. Κανένας από αυτούς είχε τραυματιστεί από τους πυροβολισμούς. Ο Μ.Κ.4 κάλεσε τον Κονιαράκη να αφήσει ελεύθερο τον Μ.Υ.1 αλλά εκείνος αρνήθηκε.
- Ο κατηγορούμενος 1 έριξε ακόμα τρεις πυροβολισμούς προς το εσωτερικό του καφενείου από την πλαϊνή πόρτα και ένας από αυτούς έπληξε σημείο του τοίχου ψηλά προς το μέρος του ταβανιού, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 28 και 29 του Τεκμηρίου
- Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος 2 έριξε φωτιστικό πετρέλαιο από πλαστικό παγούρι (Τεκμήριο 21) στο πάτωμα του εσωτερικού μέρους του καφενείου και σκύβοντας φώναξε "να σε άψω να σας κρούσω". Τότε ο Μ.Κ.4 πληροφόρησε και τον κατηγορούμενο 2 ότι είναι υπό σύλληψη.
- Ακολούθως οι κατηγορούμενοι κινήθηκαν να φύγουν αλλά ο Μ.Κ.4 προσπάθησε να τους εμποδίσει. Τότε ο κατηγορούμενος 1 του πρόταξε το όπλο που κρατούσε ζητώντας του να τους αφήσει να φύγουν διαφορετικά θα τον πυροβολούσε. Τελικά οι κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το μέρος με διαφορετικά αυτοκίνητα.
- Ο Μ.Κ.4 εισήλθε εκ νέου στο καφενείο και ο Μ.Υ.1 έπεσε στο πάτωμα χάνοντας τις αισθήσεις του. Τότε οι γονείς των κατηγορούμενων, που εν τω μεταξύ είχαν φτάσει στο μέρος, τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη. Κατά την εξέταση του έφερε τα τραύματα που περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Ακολούθησε εξέταση του και από ιδιώτες ιατρούς και έφερε τα τραύματα που περιγράφονται στα Τεκμήρια 67 και
- Του δόθηκε επίσης αναρρωτική άδεια.
- Ο Κονιαράκης και η Κοκκίνου εγκατέλειψαν το μέρος παρά τη σύσταση του Μ.Κ.4 να τον ακολουθήσουν στον Αστυνομικό Σταθμό.
- Ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε άδεια κατοχής και μεταφοράς οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου.
- Ο κατηγορούμενος 1 στις 23.2.2009 και ώρα 10:20 εξετάστηκε στις Α' Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου και έφερε τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος του, στο κεφάλι και στα δόντια. Ήταν η κύρια εισήγηση του συνήγορου των κατηγορουμένων 1 και 2 πως οι πελάτες του θα πρέπει να απαλλαγούν του συνόλου των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν γιατί έχει αποδειχθεί ότι αμφότεροι ήσαν μεθυσμένοι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνται. Συνεπώς δεν θα μπορούσαν να έχουν την ένοχη διάνοια που ο Νόμος προϋποθέτει ως συστατικό στοιχείο των αδικημάτων αυτών. Είναι καλά καθιερωμένο πως η μέθη (intoxication) σχετίζεται με την ποινική ευθύνη μόνο στο βαθμό που μπορεί να εξαλείψει κάποιο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, και ό,τι εννοούμε είναι την ένοχη διάνοια (mens rea). Επομένως η σχέση περιορίζεται για τα αδικήματα που έχουν ως συστατικό τους στοιχείο την πρόθεση διάπραξης τους. Δεν αφορά αδικήματα αυστηρής ευθύνης ή αδικήματα που τελούνται με αμέλεια ή απερισκεψία. Όπου λοιπόν το αδίκημα προϋποθέτει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση, μπορεί να γίνει επίκληση της μέθης ώστε να ανατραπεί το συμπέρασμα ότι ένα πρόσωπο προβλέπει και επιθυμεί τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Η επιμέρους εισήγηση του δικηγόρου των κατηγορουμένων με αναφορά στη μέθη είναι πως οι πελάτες του ήταν μεθυσμένοι στον βαθμό εκείνο που δεν μπορούσαν να διαμορφώσουν πρόθεση για την διάπραξη των αδικημάτων που κατηγορούνται. Έχουμε μελετήσει αυτή τη πτυχή της υπεράσπισης. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας αν και συνιστά εύρημα μας η κατανάλωση ποσότητας μπύρας από τους κατηγορούμενους, δεν έχουμε πειστεί πως οι κατηγορούμενοι ήταν σε τέτοιο βαθμό υπό την επήρρεια αλκοόλης που να μην μπορούσαν να διαμορφώσουν την απαραίτητη πρόθεση για την διάπραξη των αδικημάτων που κατηγορούνται. Το αντίθετο μάλιστα ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Και εξηγούμε. Οι πράξεις τους, τα λεχθέντα από αυτούς στη σκηνή και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, όπως την περιέγραψε ο Μ.Κ.4, δείχνουν άτομα που ήταν σε θέση να γνωρίζουν τι έκαναν και ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις. Υπήρχε κάποιου είδους συνεννόηση μεταξύ τους προς επίτευξη του φερόμενου σκοπού ο οποίος, όπως ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε στην αγόρευση του, ήταν η απελευθέρωση του γαμπρού τους που έκριναν ότι θα πετύγχανε με εκφοβισμό του Κονιαράκη είτε με τη χρήση του κυνηγετικού όπλου είτε με τη ρίψη φωτιστικού πετρελαίου εντός του καφενείου. Μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 προέτρεπε τον κατηγορούμενο 1 φωνάζοντας του "παίξε τον", προφανώς για να τον ακούσει ο Κονιαράκης. Όπως μαρτύρησε ο Μ.Κ.4, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τον πληροφόρησαν, προβάλλοντας του ως δικαιολογία της συμπεριφοράς τους, ότι ο Κονιαράκης κρατούσε μέσα στο καφενείο όμηρο τον γαμπρό τους, έστω και αν τούτο έγινε στο στάδιο που ο Μ.Κ.4 εισέρχετο στο καφενείο. Αυτό καταδεικνύει πρόσωπα που είναι σε θέση να κατανοήσουν μια υπαρκτή κατάσταση πραγμάτων και να την συνδέσουν ως δικαιολογία για κάποια άλλη πράξη που επομένως κατανοούν πως χρήζει δικαιολογίας. Αντιλαμβάνονταν δηλαδή πως παρανομούσαν στην παρουσία του Μ.Κ.4 και του πρόβαλλαν ως δικαιολογία για τις πράξεις τους το γεγονός ότι ο Κονιαράκης κρατούσε όμηρο τον γαμπρό τους. Δεν μπορεί κάποιος που είναι σε κατάσταση μέθης στο βαθμό που εισηγείται η υπεράσπιση, να επιχειρηματολογεί και να δικαιολογεί τις πράξεις του με βαθμό λογικής συνέπειας. Αν γινόταν δεκτή η θέση των κατηγορουμένων περί μέθης εύλογα γεννάται το ερώτημα πώς είναι δυνατό μερικά λεπτά προηγουμένως οι κατηγορούμενοι να είναι σε θέση να κοστολογήσουν λογαριασμό και να συζητούν με την Κοκκίνου για το ύψος του λογαριασμού και αμέσως μετά να βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση μέθης που να μην μπορούν να αντιληφθούν τι έκαμναν. Είναι φανερό το παράλογο του ισχυρισμού. Καταλήγοντας απορρίπτουμε τη θέση των κατηγορουμένων περί μέθης στο βαθμό που οι ίδιοι την τοποθετούν, την οποία κρίνουμε ως μια προσπάθεια από μέρους τους να δικαιολογήσουν τις παράνομες πράξεις τους. Ήταν η διαζευκτική θέση του συνήγορου υπεράσπισης στην αγόρευση του σε περίπτωση απόρριψης της πιο πάνω εισήγησης του για μέθη, πως για ό,τι έπραξαν οι κατηγορούμενοι δεν πρέπει να τους καταλογιστεί ευθύνη γιατί αποσκοπούσε σε εκφοβισμό του Κονιαράκη να αφήσει ελεύθερο το γαμπρό τους που κατακρατούσε εντός του καφενείου. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Μ.Κ.4 στη μαρτυρία του ότι τον πληροφόρησαν σχετικά οι κατηγορούμενοι, γεγονός που αντιλήφθηκε και ο ίδιος αμέσως μετά. Ο Μ.Κ.4 μάλιστα δεν απέκλεισε την πιθανότητα σε σχετική υποβολή της υπεράσπισης οι ενέργειες των κατηγορουμένων να αποσκοπούσαν στην πραγματικότητα σε εκφοβισμό του Κονιαράκη. Ο συνήγορος υπεράσπισης βασιζόμενος στην πιο πάνω μαρτυρία πρόβαλε την υπεράσπιση της ανάγκης, εισηγούμενος την αθώωση των πελατών του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Κεφ.
- Το άρθρο 17 του πιο πάνω Νόμου με τον τίτλο "κατάσταση ανάγκης" προνοεί ότι: "Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε". Αρχικά θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ο γαμπρός των κατηγορουμένων (Μ.Υ.1) ήταν πρόσωπο το οποίο οι κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση να προστατεύσουν. Το ίδιο θέμα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πετρόπουλος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574. και ο τότε Πρόεδρος κ. Πικής αποφάσισε τα εξής στις σελ. 579-580: "Δεν θα επεκταθούμε σε εξαντλητική ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 17 του Νόμου, αναφορικά με την κατηγορία προσώπων, που ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να υπερασπίζεται έναντι επιβουλής κατά του ατόμου τους. Στον προσδιορισμό των ατόμων αυτών υπεισέρχεται και το ανθρώπινο δικαίωμα του καθενός για τη διασφάλιση της σωματικής του ακεραιότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 7
(1)του Συντάγματος. Η αποτροπή χρήσης βίας σε βάρος του πλησίον αποτελεί εκδήλωση προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος της σωματικής ακεραιότητας και πράξη κοινού ανθρωπισμού. Πέραν τούτου, η αλλοδαπή οικιακή βοηθός, όντας στην υπηρεσία του εφεσείοντος και της παραπονούμενης, τελούσε σε κατάσταση εξάρτησης από αυτούς, οπόταν η αποτροπή άσκησης βίας εις βάρος της από τον εργοδότη της προσλάμβανε νομικό έρεισμα και από αυτή τη σχέση". Συνεπώς κρίνουμε ότι η υπεράσπιση της ανάγκης που προνοείται στο άρθρο 17 μπορεί να εξεταστεί αναφορικά με το πρόσωπο του γαμπρού των κατηγορουμένων. Το άρθρο 17 πιο πάνω εισάγει μια μορφή υπεράσπισης και ρητά εναποθέτει στο κατηγορούμενο πρόσωπο το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου ώστε να απαλλαγεί της ποινικής ευθύνης για το αδίκημα που αποδεικνύεται ότι διέπραξε. Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να μην δώσουν ένορκη μαρτυρία, όπως είχαν δικαίωμα. Προβαίνοντας αμφότεροι σε ανώμοτες δηλώσεις από το εδώλιο του κατηγορούμενου επέλεξαν να ακολουθήσουν την γραμμή ότι βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση που δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν οτιδήποτε. Από τη στιγμή που η θέση τους αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν απορρίφθηκε, βρέθηκαν, εκ των πραγμάτων, σε μειονεκτική θέση και ό,τι εναπομένει είναι να εξετάσουμε τις πρόνοιες του άρθρου 17 με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα όπως προκύπτουν από τα γεγονότα στα οποία καταλήξαμε. Οι αντικειμενικές περιστάσεις θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως κάποια άλλως αδικαιολόγητη συμπεριφορά. Δεν μπορούμε όμως να αποδεκτούμε πως η δημιουργηθείσα κατάσταση, για την οποία ουδέποτε ακούσαμε την υποκειμενική εκτίμηση των κατηγορουμένων, δικαιολογούσε την καταφυγή σε ένοπλη βία. Δεν μας διαφεύγει πως οι παράνομες ενέργειες των κατηγορουμένων συνεχίστηκαν παρά την παρουσία του αστυνομικού οργάνου στη σκηνή. Μάλιστα η πλέον σοβαρή δηλαδή η ρίψη των τεσσάρων πυροβολισμών έλαβε χώρα στην παρουσία του αστυνομικού οργάνου (Μ.Κ.4). Η παρουσία του αστυνομικού οργάνου στο χώρο διασφάλιζε πως ο Νόμος και η τάξη θα επικρατούσαν και οι παράνομες ενέργειες των κατηγορουμένων δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να δικαιολογηθούν. Αναμφίβολα είχαν πλέον αλλότρια κίνητρα. Καταλήγουμε ότι και αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Η έκτη κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αφορά σε κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής κατά παράβαση του άρθρου 5(I) του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου (Ν.113
(1)/04). Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "5.-
(1)(α) Απαγορεύεται η απόκτηση ή η κατοχή των πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών της Κατηγορίας Δ από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός εάν είναι κάτοχος άδειας η οποία εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(4)από τον Αρχηγό της Αστυνομίας κατά τον Τύπο Β του Δεύτερου Παραρτήματος". Ο ορισμός του πυροβόλου όπλου δίνεται από το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου και είναι η έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Πρώτο Παράρτημα. Το Πρώτο Παράρτημα κατατάσσει στη κατηγορία Δ τα "μακρύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής ανά λεία κάννη". Η παράγραφος IV(β) του Πρώτου Παραρτήματος περιγράφει το "μακρύκαννο πυροβόλο όπλο" ότι είναι το μη βραχύ πυροβόλο όπλο. Έχοντας σαν βάση τον ορισμό που δίνει το άρθρο IV(α) για το βραχύ όπλο, μακρύκαννο κυνηγετικό όπλο είναι εκείνο που η κάννη του υπερβαίνει τα τριάντα εκατοστά ή το συνολικό μήκος του υπερβαίνει τα εξήντα εκατοστά. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει δοθεί και έχει γίνει αποδεκτή, το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 1 στη σκηνή ήταν κυνηγετικό όπλο τύπου ΔΟΚΟ (Δίκαννο Οπισθογεμές Κυνηγετικό Όπλο) και αν δεν ήταν τα Τεκμήρια 39 και 40, ήταν τουλάχιστο παρόμοιο με αυτά. Το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει και να περιεργαστεί τα Τεκμήρια 39 και 40. Φτάνει κάποιος να κρατήσει απλώς τα Τεκμήρια στα χέρια του για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για όπλο με δύο κάννες που το μήκος τους υπερβαίνει τα τριάντα εκατοστά, ότι οι κάννες του είναι λείες και εκτελεί μία βολή κάθε φορά από την κάθε κάννη. Συνεπώς έχουμε ικανοποιηθεί ότι το όπλο που κρατούσε στη σκηνή ο κατηγορούμενος 1, εμπίπτει εντός της εννοίας του πυροβόλου όπλου σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του πιο πάνω Νόμου. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας αναφέρεται πως οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ με αριθμό εγγραφής Ν
- Ο αριθμός αυτός με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ.6 ανήκει στα Τεκμήρια 39 και
- Σημασία έχει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε την κατοχή κατά τον ουσιώδη χρόνο πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ. Το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 προνοεί ότι αν μόνο μέρος του κατηγορητηρίου αποδεικνύεται και το μέρος αυτό συνιστά ποινικό αδίκημα ο κατηγορούμενος μπορεί, χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, να καταδικαστεί για το αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε. Ενόψει του ευρήματος μας ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε άδεια κατοχής οποιουδήποτε όπλου, η φυσική κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ από τον κατηγορούμενο 1 στο χωριό Μέσανα στις 22.2.2009 ήταν παράνομη. Συνεπώς έχει αποδειχθεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος 1 κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής. Ενόψει της καταδίκης στο αδίκημα της κατοχής, η μεταφορά του ιδίου όπλου έξω από το καφενείο στα Μέσανα κατά τον ίδιο χρόνο είναι επίσης παράνομη, σύμφωνα με το άρθρο 28
(1)του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα έχει αποδειχθεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής. Στη νομική βάση των κατηγοριών 5 και 6 περιλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Κεφ. 154 που επιτρέπει την καταδίκη και των συνεργών ως πρωτογενώς υπαιτίων για τη διάπραξη εγκλήματος. Το άρθρο 20 έχει ως εξής: "20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος γι' αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) Εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα. (β) Εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον. (γ) Εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) Εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Συναυτουργός είναι αυτός ο οποίος γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος και με δική του οικειοθελή πράξη βοηθεί τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, έστω και αν η συμβολή του αφορά μέρος μόνο των ενεργειών του αυτουργού (βλ. σχετική υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 Κ.Β. 544). Η έννοια του συναυτουργού ή αυτουργού στο άρθρο περιλαμβάνει όπως λέχθηκε στην Περικλέους v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34, 36 "συνεννόηση και συναπόφαση" όπως τον εκεί εφεσείοντα που ήταν συνοδηγός σε νυκτερινό ταξίδι μεταξύ άλλων και για τη φόνευση παρανόμως θηράματος. Το άρθρο 20 εξετάστηκε επίσης και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 στις σελ. 281-2, όπου λέχθηκε ότι εάν η περίπτωση εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες που προδιαγράφει το άρθρο 20, ορθά μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία εναντίον ατόμου ως αυτουργού, παρόλο που ορθότερο είναι να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες του αδικήματος σε τέτοια περίπτωση με αναφορά στο συγκεκριμένο ρόλο του ατόμου εκείνου. Η εξειδίκευση αυτή παρά το ότι είναι επιθυμητή, εντούτοις δεν είναι και απαραίτητη και επομένως η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού (Maxwell v. DPP for Northern Ireland, 68 Cr. App. Rep. αρ. 128 (HL) και Ajini και άλλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Εκείνοι που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι σύμφωνα με τον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice - 2009 - σελ. 1886, παραγρ. 18-10, εκείνοι που είναι παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Από την άλλη, η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση και έτσι ακόμη και η μη τυχαία παρουσία π.χ. σε μια παράνομη θεατρική παράσταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία υποβοήθησης και παρακίνησης. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1Q.B. 11 λέχθηκε από τον Δικαστή Slade ότι απλή παθητική παρουσία είναι ικανοποιητική μόνο όταν εκείνος που κατ' ισχυρισμό παρέχει βοήθεια και παρακινεί, έχει την εξουσία να ελέγξει τον εγκληματία και είναι πράγματι παρών κατά την διάπραξη του εγκλήματος. Η νομολογία λοιπόν υποδεικνύει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εν τούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει συνέργεια πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό, υποκίνηση, υποβοήθηση κ.λ.π. (βλ. R. v. Clarkson and other
(1971)55 Cr. App. R. 445, R. v. Coney,
(1882)8 Q.B.D. 534, 557, R. v. Allan [1965] 1 Q.B. 130, 135, 138; 47 Cr. App. Rep. 243, 246, 249). Τα συστατικά στοιχεία της συνέργιας προσδιορίζονται στην απόφαση R. v. Calhaem
(1985)2 All E.R. 266 και υιοθετήθηκαν στην Αλ-Χάματ και άλλων v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117,
- Αυτά είναι τα εξής: "(I) Επαφή μεταξύ του παροτρύνοντα και του αυτουργού κατά την οποία εξωθείται ο τελευταίος να διαπράξει το έγκλημα. (II) Αιτιώδης σχέση μεταξύ της προτροπής για τη διάπραξη του εγκλήματος και της διάπραξής του, και (ΙΙΙ) διάπραξη του εγκλήματος μέσα στα πλαίσια της παρότρυνσης και όχι ανεξάρτητα από αυτή". Λέχθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Αλ-Χάματ (ανωτέρω) ότι εφόσον συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή δεν βαρύνεται να αποδείξει ότι η παρότρυνση αποτέλεσε ουσιώδη λόγο για την διάπραξη του εγκλήματος. Για να αποφασιστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 ήταν συνεργός του κατηγορούμενου 1 στα αδικήματα που αντιμετωπίζει θα πρέπει να ανατρέξουμε στην όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 σε συνάρτηση με τις περιβάλλουσες συνθήκες. Καθίσταται από τη μαρτυρία πρόδηλο και είναι εύρημα μας ότι οι κατηγορούμενοι συνεβρέθηκαν στο καφενείο στα Μέσανα. Η κατοχή και μεταφορά του πυροβόλου όπλου από τον κατηγορούμενο 1 έγινε στην παρουσία του κατηγορούμενου
- Ό,τι άλλο στοιχείο έχουμε είναι αυτό που ειπώθηκε από τον κατηγορούμενο 2 προς τον κατηγορούμενο 1 όταν του είπε "παίξε τον". Η παρότρυνση αυτή κάτω από τις συνθήκες που ειπώθηκε είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματική, στοχεύουσα να παρακινήσει τον κατηγορούμενο 1 να σκοτώσει τον Κονιαράκη, όπως πιο κάτω εξηγούμε σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τις απόπειρες φόνου. Ο κατηγορούμενος 2 ναι μεν δεν έπραξε ο,τιδήποτε ώστε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο 1 στην διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής και μεταφοράς του όπλου, αλλά αυτή η συμπεριφορά του από μόνη της δεν μπορεί να τον κρίνει ως συναυτουργό του κατηγορούμενου
- Διαφορετική θα ήταν ίσως η κατάληξη μας αν είχε καταδειχθεί μετά βεβαιότητας πως το όπλο το οποίο κρατούσε και μετέφερε ο κατηγορούμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου
- Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 5 και
- Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επίσης κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ)
(5)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 (7η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος είχαν στην κατοχή τους και μετέφεραν πέντε πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια. Το άρθρο 4
(4)(δ) του Νόμου προνοεί τα εξής: "4 .....................
(4)Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο- ................ (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του, οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη εκτός δυνάμει άδειας όπως προνοείται στο άρθρο αυτό (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος) είναι ένοχο αδικήματος .". Στον ορισμό της εκρηκτικής ύλης που δίνεται με το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και φυσίγγια, όπως στην περίπτωση μας. Δεν τέθηκε κανένα στοιχείο ενώπιον μας από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε άδεια κατοχής και μεταφοράς φυσιγγίων από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, αν και είχε σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου το βάρος απόδειξης ύπαρξης τέτοιας. Ούτε και προβλήθηκε εξάλλου τέτοιος ισχυρισμός από τους κατηγορούμενους. Συνεπώς στην απουσία σχετικής άδειας από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)(ε) του Κεφ. 54, η από μέρους του κατηγορούμενου 1 κατοχή τεσσάρων πλήρη φυσιγγίων τα οποία πυροδότησε με το κυνηγετικό όπλο που κρατούσε, ήταν παράνομη. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η κατοχή αφορούσε σε 5 πλήρη φυσίγγια. Ο κατηγορούμενος 1 όμως μπορεί να καταδικαστεί για την παράνομη κατοχή τεσσάρων πλήρη φυσιγγίων χωρίς να παρίσταται ανάγκη τροποποίησης του κατηγορητηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του Κεφ.
- Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην 7η κατηγορία στο ότι κατείχε 4 πλήρη φυσίγγια παράνομα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον πιο πάνω Νόμο υπάρχει ειδική πρόνοια για τα άτομα που θεωρούνται ότι συμμετείχαν στη διάπραξη εγκλήματος δυνάμει του άρθρου 4 του Νόμου και δύνανται να κατηγορηθούν ως αυτουργοί που είναι η εξής: "
- ..........................
(5).......................... (α) ....................... (β) όταν αδίκημα διαπράττεται δυνάμει αυτού, κάθε ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχο του αδικήματος και δύναται να κατηγορηθεί και δικαστεί για το ότι πραγματικά διέπραξε αυτό και δύναται να τιμωρηθεί ανάλογα, δηλαδή: (
- i)κάθε πρόσωπο το οποίο πράγματι τελεί την πράξη ή προβαίνει σε παράλειψη η οποία συνιστά το αδίκημα (
- ii)κάθε πρόσωπο το οποίο τελεί ή παραλείπει να τελέσει οποιαδήποτε πράξη για τον σκοπό να διευκολύνει ή βοηθήσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα (iii) κάθε πρόσωπο το οποίο προάγει, βοηθά ή παρακινεί άλλο πρόσωπο στη διάπραξη του αδικήματος (
- iv)κάθε πρόσωπο που εξωθεί ή παρακινεί ή προσπαθεί να πείσει άλλο πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα (
- v)κάθε πρόσωπο το οποίο τελεί οποιαδήποτε πράξη προπαρασκευαστική της διάπραξης του αδικήματος" Σε κάθε περίπτωση οι λέξεις που ειπώθηκαν από τον κατηγορούμενο 2, στην έκταση που μπορεί να θεωρηθούν ότι παρακινούν τον κατηγορούμενο 1, παραπέμπουν στη διάπραξη άλλων αδικημάτων, ίσως της πρόκλησης ζημιάς ή βλάβης με την χρήση του όπλου ή προς το σκοπό εκφοβισμού αλλά όχι της κατοχής ή μεταφοράς του όπλου ή της κατοχής των φυσιγγίων. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται αθώος στην κατηγορία αυτή για τους ίδιους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από δύο κατηγορίες για απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 του Κεφ. 154, της Έλενας Κοκκίνου (2η κατηγορία) και του Παναγιώτη Κονιαράκη (3η κατηγορία). Η απόπειρα προνοείται στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο καθόση έκταση ενδιαφέρει προνοεί πως: "366. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεσή του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεσή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει". Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Α. Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560 συστατικό στοιχείο του εγκλήματος της απόπειρας φόνου είναι η απόδειξη συγκεκριμένης πρόθεσης δολοφονίας του θύματος με την επιχειρούμενη παράνομη ενέργεια και εμπεριέχει στον πυρήνα του, αλλά και εξυπακούει, πρόθεση διάπραξης του ολοκληρωμένου εγκλήματος, του φόνου. Ακόμη και εκεί όπου το ολοκληρωμένο έγκλημα θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί και με άλλες ενέργειες, όπως με απερισκεψία, η απόπειρα διάπραξης του απαιτεί την ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης (βλ. Andreou v. Republic
(1977)2 C.L.R. 81 και Pefkos and Others v. Republic
(1961)C.LR. 340). Συγκεκριμένη πρόθεση αποδεικνύεται είτε άμεσα, με ομολογία είτε με περιστατική μαρτυρία, εκεί όπου μπορεί να εξαχθεί συμπερασματικά. Ως τέτοια μαρτυρία κρίνεται το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του δράστη, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το είδος του όπλου που χρησιμοποιήθηκε, η φύση και η έκταση του τραυματισμού και άλλα (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 A.A.Δ. 258 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Β. Μενελάου
(1999)2 Α.Α.Δ 603 ). Μελετήσαμε όλο το μαρτυρικό υλικό ενώπιον μας και σημειώνουμε τα εξής: Συνηγορεί προς την κατεύθυνση της διαπίστωσης πρόθεσης θανάτωσης τυχόν εύρημα ότι ο δράστης πυροβόλησε προς το σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος. Όσο πιο κοντά στον παραπονούμενο κατέληγε η βολή τόσο πιο δυνατή είναι η περίπτωση στοιχειοθέτησης της πρόθεσης. Αν ο παραπονούμενος έχει πληγεί αλλά ο θάνατος αποφεύχθηκε η περίπτωση καθίσταται ακόμα ισχυρότερη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποκαλύπτει κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 είχε οπτική επαφή με τον Κονιαράκη ή την Κοκκίνου. Γεγονός παραμένει πως έριξε τέσσερεις πυροβολισμούς εντός του καφενείου χωρίς να τραυματιστεί οποιοσδήποτε από τα σφαιρίδια του όπλου. Υποδείχθηκαν από τον Μ.Κ.4 δύο σημεία εντός του καφενείου με ζημιές που καταδεικνύουν την κατάληξη τουλάχιστο δύο πυροβολισμών και αυτά βρίσκονται σε σημεία ψηλά στους τοίχους ενώ, σύμφωνα με την παρατήρηση του Μ.Κ.4, όταν εισήλθε στο καφενείο ο Κονιαράκης και η Κοκκίνου βρίσκονταν χαμηλά στο πάτωμα σκυμμένοι πίσω από το μπαρ. Η απουσία ευρήματος ότι ο κατηγορούμενος 1 στόχευσε προς την κατεύθυνση του Κονιαράκη ή της Κοκκίνου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι γνώριζε ότι μέσα στο καφενείο βρισκόταν και ο γαμπρός του, μάλιστα υπό περιστάσεις που καθιστούσαν πολύ πιθανό ο γαμπρός του να ήταν πολύ πλησίον ή και να κρατείτο σωματικά από τον Κονιαράκη, δημιουργούν στο μυαλό μας σοβαρότατες αμφιβολίες αναφορικά με τις προθέσεις του κατηγορούμενου 1. Το πιο πιθανό είναι πως ο κατηγορούμενος 1 δεν επιχείρησε να προκαλέσει το θάνατο στον Κονιαράκη ούτε να τον τραυματίσει, αφού κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε την στόχευση του Κονιαράκη κάτι που θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα του γαμπρού των κατηγορουμένων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να ειδωθούν και οι απειλές που εκστόμισε ο κατηγορούμενος 1 στη σκηνή. Είναι άλλωστε σύνηθες σε τέτοια επεισόδια να εκστομίζονται υποτιθέμενες προθέσεις διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων ως τρόπος πίεσης και εξαναγκασμού του άλλου για να ενδώσει, χωρίς να υπάρχει πραγματική διάθεση εφαρμογής τους αν τούτο δεν συμβεί. Καταλήγουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης θανάτωσης των πιο πάνω προσώπων. Συνεπώς η 2η και 3η κατηγορία απορρίπτονται. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επίσης το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Το αδίκημα διαπράττεται όπου δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να προβούν σε μια παράνομη πράξη ή να προβούν σε μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία (βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, (ανωτέρω), παράγρ. 33-5). Η συνωμοσία που αποδίδεται στους κατηγορούμενους, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι ότι αποπειράθηκαν να επιφέρουν το θάνατο στη Κοκκίνου και Κονιαράκη. Εφόσον έχουμε απορρίψει τις κατηγορίες της απόπειρας φόνου στη βάση της απουσίας του απαραίτητου διανοητικού στοιχείου, συνακόλουθα παρασύρεται σε απόρριψη και η κατηγορία της συνομωσίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η σύνταξη των λεπτομερειών της κατηγορίας της συνομωσίας (1η κατηγορία) δεν είναι ορθή και εξηγούμε. Δεν καταγράφεται τι συνομώτησαν να πράξουν οι κατηγορούμενοι. Ό,τι καταγράφεται είναι πως ". δηλαδή αποπειράθηκαν να επιφέρουν το θάνατο στην Έλενα Κοκκίνου και στον Παναγιώτη Κονιαράκη.". Εάν τούτο σημαίνει πως οι κατηγορούμενοι συνομώτησαν για να διαπράξουν απόπειρα να επιφέρουν το θάνατο στα πιο πάνω πρόσωπα, η κατηγορία είναι ιδιόμορφη και αντιφατική ίσως με τις κατηγορίες 2 και 3 που αφορούν απόπειρα φόνου. Για να αποπειρανθεί κάποιος να διαπράξει φόνο πρέπει να έχει την απαραίτητη πρόθεση να επιφέρει τον θάνατο στον άλλο. Επομένως εάν προς τούτο συμφώνησε με άλλο πρόσωπο σημαίνει πως συνομώτησε για να διαπράξει φόνο και όχι για να αποπειρανθεί να διαπράξει φόνο. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επίσης κατηγορία για απόπειρα εμπρησμού (4η κατηγορία). Το άρθρο 315(α) του Κεφ. 154 που αφορά στο αδίκημα του εμπρησμού προβλέπει ότι όποιος εσκεμμένα και παράνομα θέτει φωτιά σε οποιοδήποτε κτίριο ή οικοδομή αποπερατωμένο ή όχι είναι ένοχος κακουργήματος. Στην προκειμένη περίπτωση είναι εύρημα μας ότι ο κατηγορούμενος 2 έριξε φωτιστικό πετρέλαιο στο πάτωμα του καφενείου από ένα πλαστικό παγούρι (Τεκμήριο 21). Δεν έχουμε καμιά μαρτυρία ενώπιον μας σε σχέση με την παρουσία του παγουριού στο μέρος αν δηλαδή τυχαία βρέθηκε εκεί ή το μετέφερε εκεί ο κατηγορούμενος 2 ή και οι δύο κατηγορούμενοι. Απλά, σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 2 θεάθηκε να το κρατά στα χέρια του. Η ρίψη απλά και μόνο του φωτιστικού πετρελαίου στο πάτωμα του καφενείου κάτω από τις συνθήκες που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, δεν σημαίνει απαραίτητα και πρόθεση του να ανάψει φωτιά. Καμιά μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μας ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν σε θέση να υλοποιήσει την απειλή που εκστόμισε ότι θα τους κάψει, όπως να κρατά πάνω του σπίρτα ή άλλη ύλη ικανή για άναμμα φωτιάς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 ενώ κανένας δεν προσπάθησε να τον σταματήσει, δεν προχώρησε στο άναμμα φωτιάς. Ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να είχε πρόθεση πράγματι να ανάψει φωτιά για να εξαναγκάσει ή να εξωθήσει τα πρόσωπα που ήσαν μέσα στο καφενείο, φοβούμενα τυχόν επέκταση της φωτιάς να εξέλθουν του καφενείου. Περί των προθέσεων του δεν είμαστε βέβαιοι. Μπορεί να έχυσε το πετρέλαιο για να νομίσουν ο Κονιαράκης και η Κοκκίνου ότι θα άναβε φωτιά και κατ' αυτό τον τρόπο να επιτύχει τον ίδιο πιο πάνω σκοπό. Οι αμφιβολίες μας αναφορικά με την πρόθεση του κατηγορούμενου 2 οδηγούν στην απόρριψη της κατηγορίας για απόπειρα εμπρησμού, αδίκημα που εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση να ανάψει ο κατηγορούμενος φωτιά. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία που αφορά η 12η κατηγορία είναι η εσκεμμένη (εκούσια) και παράνομη ζημιά σε περιουσία. Εκούσια σημαίνει εσκεμμένα και εκ προθέσεως (βλ. R. v. Senior
(1899)1Q.B. 283 & Stroud`s Judicial Dictionary 4η έκδοση, 5ος τόμος 3022 και 3023). Η λέξη εκούσια επίσης εξυπακούει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να ενεργεί με γνώση του τι διαπράττει δηλαδή πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία κακόβουλα και παράνομα δεν διαπράττεται εκτός αν η πράξη είναι εκούσια (willful). Το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 πάνω στο οποίο στηρίζεται το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς είναι παρόμοιο με το άρθρο 50
(1)του Malicious Damage Act 1861 (βλ. επίσης Russel on Crime, 2ος τόμος, 12η έκδοση, σελ. 1326-1327). Ο ορισμός "κακόβουλη" εμπεριέχει είτε: α. πραγματική πρόθεση να επιφέρει κάποιος μια συγκεκριμένη βλάβη που επιτεύχθη ή β. απερισκεψία ή αδιαφορία ως προς τις συνέπειες και το είδος της βλάβης που μπορεί να επισυμβεί όπως όταν ο κατηγορούμενος μπορεί εύλογα να προβλέψει την ιδιαίτερη φύση της ζημιάς που μπορεί να συμβεί αλλά παρά ταύτα προχωρεί στην πράξη λαμβάνοντας τον κίνδυνο να επιφέρει τέτοια ζημιά. Από την ενώπιον μας μαρτυρία και ευρήματα ο κατηγορούμενος 1 με τις κάννες του όπλου έσπασε τα τζάμια της πλαϊνής πόρτας και έριξε τέσσερεις πυροβολισμούς εντός του καφενείου. Ένας από αυτούς έπληξε σημείο ψηλά του τοίχου και άλλος εξοπλισμό του καφενείου όπως το ξύλινο ράφι πάνω από το μπάρ και ποτήρια. Ο κατηγορούμενος 1 ηθελημένα πυροβόλησε με το κυνηγετικό όπλο τέσσερις φορές στο εσωτερικό του καφενείου και όχι τυχαία. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία και καμιά δεν μπορούσε να υπάρχει στο μυαλό του κατηγορούμενου 1 ότι ο κάθε πυροβολισμός θα προκαλούσε ζημιά μικρή ή μεγάλη στο καφενείο ή και στον εξοπλισμό του. Υπήρχε βεβαιότητα ότι θα προκαλούντο ζημιές. Ό,τι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ήταν η ακριβής έκταση και το είδος της ζημιάς. Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων επικαλέστηκε την υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189 ως αυθεντία στο ότι η κυριότητα των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται μια κατηγορία για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση Δρουσιώτης (πιο πάνω) ήταν ιδιάζουσα. Τίθετο ζήτημα ιδιοκτησίας των αντικειμένων που είχαν υποστεί τη ζημιά. Ο κατηγορούμενος ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης και είχε προκαλέσει ζημιά σε έπιπλα διαμερίσματος όπου διέμενε η εν διαστάσει σύζυγος του. Το διαμέρισμα αποτελούσε πριν τη διάσταση τη συζυγική στέγη. Η ουσία της απόφασης ήταν ότι έπρεπε, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος, να υπήρχε εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα έπιπλα δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο. Αυτό είναι απαραίτητο να καταδειχθεί. Από τη στιγμή που αποδεικνύεται ότι η περιουσία που έπαθε ζημιά δεν ανήκει στον κατηγορούμενο ή ανήκει σε τρίτο πρόσωπο δεν απαιτείται να καταδειχθεί πως είναι περιουσία συγκεκριμένου ή κατονομαζόμενου τρίτου προσώπου. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση είναι αρκετό ότι ο εξοπλισμός του καφενείου αναμφίβολα δεν ανήκε στον κατηγορούμενο 1 και δεν είναι ουσιαστικής σημασίας το κατά πόσο ανήκε στην Έλενα Κοκκίνου που ήταν σερβιτόρα σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, ή το πιθανότερο σε κάποιο Σπύρο στον οποίο έκαναν αναφορά οι κατηγορούμενοι στην ανώμοτη δήλωση τους, ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 12ης κατηγορίας αναφέρεται πως η περιουσία η οποία υπέστη ζημιά ανήκε στην Έλενα Κοκκίνου. Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια, που δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν έχει αποδειχθεί. Η κατάληξη μας είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 προκάλεσε κακόβουλη ζημιά σε περιουσία τρίτου ή τρίτων προσώπων. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 η όλη συμπεριφορά του δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι υπήρξε συνεργός του κατηγορούμενου 1 στη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Δεν προέτρεψε τον κατηγορούμενο 1 να προκαλέσει με το όπλο ζημιά στο καφενείο, ή στον εξοπλισμό του σε καμία περίπτωση. Συνεπώς η κατηγορία 12 απορρίπτεται εναντίον του κατηγορούμενου 2. Καταλήγουμε στη βάση του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως ερμηνεύεται στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, (όπου εξηγείται η λανθασμένη προσέγγιση στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυπριανού
(1988)2 Α.Α.Δ. 209) πως θα πρέπει να προχωρήσουμε στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 13ης κατηγορίας ως ακολούθως: " ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δέκατη τρίτη κατηγορία Κακόβουλη ζημιά κατά παράβαση του Άρθρου 324
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος 1 κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας σε εξοπλισμό του καφενείου τρίτου ή τρίτων προσώπων στο χωριό Μέσανα. " Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην 13η κατηγορία ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 12η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επίσης τη κατηγορία της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (8η κατηγορία). Το άρθρο 80 του Κεφ. 154 στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία αυτή, σ' όση έκταση μας αφορά, προνοεί τα εξής: "
- Όποιος δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο, είναι ένοχος πλημμελήματος .................................. ". Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι δημόσια και άνευ νόμιμου αιτίας μετέφεραν επιθετικό όπλο δηλαδή το ΔΟΚΟ με αριθμό εγγραφής Ν28142 κατά τρόπο που διέγειραν τρόμο στην Κοκκίνου, Κονιαράκη και τον Μ.Κ.
- Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε ένα ΔΟΚΟ σε δημόσιο δρόμο παρά την πλατεία του χωριού Μέσανα. Δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μας ότι για νόμιμη αιτία το μετέφερε και δεν βρίσκουμε να είχε τέτοια. Επίσης ο τρόπος που βρέθηκαν κρυμμένοι και σκυφτοί πίσω και κάτω από το μπαρ ο Κονιαράκης και Κοκκίνου από τον Μ.Κ.4, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η μεταφορά του όπλου από τον κατηγορούμενο 1 τους προκάλεσε τρόμο. Αυτό εξάλλου φαίνεται να αποζητούσαν και οι κατηγορούμενοι. Να εκφοβίσουν δηλαδή τον Κονιαράκη ώστε να αφήσει ελεύθερο τον γαμπρό τους (Μ.Υ.1). Το ότι με τη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος 1 προκάλεσε τρόμο στον Κονιαράκη μαρτύρησε και ο Μ.Κ.
- Ότι σε υπόδειξη του προς τον Κονιαράκη να αφήσει ελεύθερο τον Μ.Υ.1 εκείνος αρνήθηκε γιατί φοβόταν, όπως του είπε, για τη ζωή του. Δεν καταδείχτηκε πως προκάλεσε τρόμο στον Μ.Κ.
- Ο ίδιος θέλησε να πει στο Δικαστήριο ότι δεν τρόμαξε λόγω της γνωριμίας του με τους κατηγορούμενους. Συνεπώς δυνάμει των προνοιών του άρθρου 85
(1)του Κεφ 155 ο κατηγορούμενος 1 μπορεί να καταδικαστεί για το ότι μετέφερε το ΔΟΚΟ κατά τρόπο που διέγειρε τρόμο στον Κονιαράκη και Κοκκίνου (βλ. Νικολαίδης v. Αστυνομίας (αρ.2)(2001 2Α.Α.Δ. 645, 646). Κατά συνέπεια και αυτή η κατηγορία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου 1 όσον αφορά τον Κονιαράκη και Κοκκίνου ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται αθώος για τους ίδιους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω. Παραμένει να εξεταστεί η 10η κατηγορία που αφορά εσκεμμένη παρακώλυση οργάνου τηρήσεως της τάξης στη δέουσα νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος του. Το αδίκημα αυτό προνοείται από το άρθρο 244 και σε όση έκταση μας αφορά είναι το εξής: "
- Όποιος - (α) .................. (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ................. είναι ένοχος πλημμελήματος .." Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας η όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων έναντι του Μ.Κ.4 δεν μπορεί παρά να συνιστά παρακώλυση του στην εκτέλεση του καθήκοντος του για το οποίο κλήθηκε στη σκηνή. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.4 προσπάθησε να αφοπλίσει τον κατηγορούμενο
- Σε αυτή του την προσπάθεια αρχικά τον κάλεσε να φύγει ενώ σε άλλες δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος 1 του πρόταξε το ΔΟΚΟ απειλώντας τον ότι θα τον πυροβολήσει. Ενώ και οι δύο κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν ότι ήταν υπό σύλληψη τον αγνόησαν. Ο μεν κατηγορούμενος 1 συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί κρατώντας το ΔΟΚΟ το οποίο πυροδότησε τέσσερεις φορές στην παρουσία του Μ.Κ. 4, ο δε κατηγορούμενος 2 έριξε πετρέλαιο εντός του καφενείου απειλώντας ότι θα τους κάψει. Η πιο πάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν μπορεί να ιδωθεί διαφορετικά παρά ότι επανειλημμένα εμπόδιζαν τον Μ.Κ.4 να εκτελέσει το καθήκον του για το οποίο κλήθηκε στη σκηνή, να επιβάλει δηλαδή την τάξη. Βρίσκουμε ένοχους και τους δύο κατηγορούμενους στη 10η κατηγορία. Ενόψει όλων των πιο πάνω βρίσκουμε τον κατηγορούμενο 1 ένοχο
- Στην 5η κατηγορία στο ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής.
- Στην 6η κατηγορία στο ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία είχε στην κατοχή του πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής.
- Στην 7η κατηγορία στο ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχε στη κατοχή του και μετέφερε τέσσερα πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών.
- Στην 8η κατηγορία στο ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας μετέφερε επιθετικό όπλο δηλαδή ένα ΔΟΚΟ κατά τρόπο που διέγειρε τρόμο σε άλλα πρόσωπα δηλαδή στους (α) Έλενα Κοκκίνου από τη Λεμεσό και (β) Παναγιώτη Κονιαράκη από τη Λεμεσό. Περαιτέρω βρίσκουμε τον κατηγορούμενο 1 ένοχο στις κατηγορίες 10 και 13 ως έχουν, ενώ τον αθωώνουμε και απαλλάσσουμε στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και
- Επίσης κρίνουμε ένοχο τον κατηγορούμενο 2 στη κατηγορία 10 ενώ τον αθωώνουμε και απαλλάσσουμε στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12 και
- (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο