Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παρασκευούλας Αγγελίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3027/10, 28.04.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3027/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V
- Παρασκευούλας Αγγελίδη
- Vikrant Jaysingh Rajput Κατηγορουμένων ____________________________ 28.04.2010 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στάθης Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για την Κατηγορουμένη 1: κ. Λίζα Θεοφάνους Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δήμητρα Καρακώστα Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας η κατηγορούμενη 1 στις 18 Μαρτίου 2010 στη μπυραρία με την ονομασία «The Players», που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αλκμήνης και Λήδας στην Κάτω Πάφο, εργοδοτούσε παράνομα τον 2ο κατηγορούμενο, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ είναι αλλοδαπός από την Ινδία εργαζόταν παράνομα στη προαναφερόμενη μπυραρία για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και τρίτη κατηγορία, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παρέμενε στο έδαφός μας παράνομα, δηλ. χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, την οποία έχει παραδεχθεί και είναι ορισμένη για γεγονότα και επιβολή ποινής. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δυο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 2791 Χαράλαμπο Γιαννακού (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 3142 Πανίκκο Ζωττή (Μ.Κ.2). Και οι δυο μάρτυρες υιοθέτησαν το περιεχόμενο των καταθέσεών τους, ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους (Τεκ. 1 και 2 αντίστοιχα) και αντεξετάστηκαν από τις ευπαίδευτες συνηγόρους υπεράσπισης. Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του Μ.Κ. 2 κατατέθηκαν, χωρίς ένσταση, τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, τα οποία έκτοτε βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέλος κατατέθηκαν, εκ συμφώνου με την υπεράσπιση, τα Τεκμήρια 6, 7Α και 7Β, με την επιφύλαξη της υπεράσπισης, όσον αφορά την αλήθεια του περιεχομένου των Τεκ. 7Α και 7Β. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο μεν κατηγορούμενος 2 επέλεξε να σιωπήσει, η δε κατηγορουμένη 1 προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Είμαι η Παρασκευούλα Αγγελίδη. Εγώ ουδέποτε εργοδότησα τον κατηγορούμενο 2. Δεν διαχειρίζομαι την μπυραρία «THE PLAYERS», η οποία ανήκει στον άντρα μου. Δεν έχω καμία σχέση με την μπυραρία. Την μπυραρία «THE PLAYERS» την διαχειρίζεται ο άντρας μου. Δεν γνωρίζω εάν ο κατηγορούμενος 2 κρατούσε ή όχι κλειδιά της μπυραρίας στις 18/3/2010 αλλά όταν ο αστυνομικός κ. Γιαννακού μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι βρίσκεται στην μπυραρία και μου είπε ότι θα συλλάβουν τον κατηγορούμενο 2 και ότι ο κατηγορούμενος 2 κρατά κλειδιά και θα κλειδώσει στην παρουσία των αστυνομικών για να μην μείνει η μπυραρία του άντρα μου εκτιθέμενη του είπα δεν έχει πρόβλημα αφού ο σύζυγός μου ήταν στην Λάρνακα και αφού θα γινόταν στην παρουσία αστυνομικών. Δεν έχω ιδέα που βρήκε το τηλέφωνό μου ο κατηγορούμενος 2». Και οι δυο δεν κάλεσαν κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, αναφέρθηκαν στην ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία και προσπάθησαν με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Η 1η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 το οποίο προνοεί ότι: «Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι οχτώ χιλιάδες πεντακόσια σαράντα τρία ευρώ ή και με τις δυο αυτές ποινές». Το άρθρο 2 είναι το ερμηνευτικό άρθρο της συγκεκριμένης νομοθεσίας, όπου μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και ο ορισμός της έννοιας «αλλοδαπός» ως ακολούθως: «αλλοδαπός» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Από το λεκτικό της ανωτέρω νομοθετικής διάταξης , σε συνδυασμό και με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τόσο της πρώτης, όσο και της δεύτερης κατηγορίας, όπου η Κατηγορούσα Αρχή σαφώς προσδιορίζει ότι η κατηγορούμενη 1 εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 2 στη μπυραρία με την ονομασία «The Players», χωρίς την άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και αντίστοιχα στην 2η κατηγορία ότι ο κατηγορούμενος 2 εργαζόταν στην υπ' αναφορά μπυραρία για λογαριασμό της πρώτης κατηγορουμένης, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, προκύπτει ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο και των δυο αδικημάτων είναι η απόδειξη της ύπαρξης σχέσης εργοδότησης μεταξύ Κατηγορουμένης 1 και Κατηγορουμένου
- Στο Κεφ. 105 δεν δίνεται η νομική ερμηνεία των όρων «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος». Πιστεύω όμως ότι δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που δίδεται στο άρθρο 2 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, όπου προνοείται ότι: «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην παρούσα υπόθεση από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σίγουρα δεν έχει προκύψει η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας μεταξύ Κατηγορούμενης 1 και Κατηγορουμένου
- Άρα το μόνο που απομένει να εξετασθεί είναι εάν η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου δύναται να συναχθεί από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου , που συνίσταται, τόσο σε περιστατική, όσο και σε άμεση μαρτυρία. Κομβικής σημασίας για το σημείο αυτό είναι αναμφίβολα η μαρτυρία του Μ.Κ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο Μ.Κ. 1, όπως έχει προαναφερθεί, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκ. 1), ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και αντεξετάστηκε από τις ευπαίδευτες συνηγόρους υπεράσπισης. Έχω διαβάσει με προσοχή το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης. Εχω επίσης ακούσει το μάρτυρα να καταθέτει δια ζώσης ενώπιόν μου και έχω πλήρη αντίληψη για το τι είπε στο Δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία και οφείλω να το πω ευθαρσώς και με κάθε ειλικρίνεια για την αξιοπιστία του Μ.Κ.
- Καταρχήν, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, παρέμεινε σταθερός και σίγουρος στην περιγραφή των γεγονότων της 18.03.2010 και δεν υπέπεσε, κατά την αντεξέτασή του, σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας του. Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι το τελικό κριτήριο για την αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια και κατά την ταπεινή μου άποψη η απουσία αντιφάσεων, στο στάδιο της αντεξέτασης, είναι μια σοβαρή ένδειξη ότι ο μάρτυρας λέει την αλήθεια. Δε θα μείνω όμως μόνο σε αυτές τις σκέψεις, αλλά θα προχωρήσω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του από τα οποία, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, τεκμηριώνεται η αξιοπιστία των ισχυρισμών του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 1, ισχυρίστηκε τόσο στην κατάθεσή του (Τεκ. 1), όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι κατά την άφιξή του στη μπυραρία με την ονομασία «The Players» και μετά από πεντάλεπτη παρακολούθηση, είδε τον κατηγορούμενο 2 να βρίσκεται πίσω από τον πάγκο του μπαρ της μπυραρίας, ο οποίος τη συγκεκριμένη στιγμή σέρβιρε με μπύρα ζεύγος τουριστών που βρίσκονταν στο μέρος. Αμέσως τον πλησίασε και του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα, ζητώντας του τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Ο κατηγορούμενος 2 του παρουσίασε το διαβατήριό του και από τον έλεγχο των στοιχείων του διαπιστώθηκε ότι είναι Ινδός, εισήλθε στην Κύπρο στις 06.07.2005 με άδεια φοίτησης και παραμονής στο Casa College για την περίοδο από την 29.07.2005 μέχρι και την 30.09.2008, την οποία στη συνέχεια δεν ανανέωσε, με αποτέλεσμα η παραμονή του στη χώρα μας να καταστεί παράνομη και το όνομά του να τεθεί στις 05.01.2010 στον κατάλογο ΣΤΟΠ-ΛΙΣΤ με αρ. μηνύματος ΥΑ(Α)193(2-10)Κ37, ως φοιτητής που, σύμφωνα με το κολέγιό του, διέκοψε τη φοίτησή του και παραμένει παράνομα στην Κύπρο σε άγνωστη διεύθυνση. Να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό ότι τα ανωτέρω γεγονότα, σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 2 στη χώρα μας, είναι επί της ουσίας αδιαμφισβήτητα, λαμβανομένης υπόψη της παραδοχής του κατηγορούμενου 2 στην 3η κατηγορία. Αμέσως ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή ότι εργαζόταν και διέμενε παράνομα στην Κύπρο και του επέστησε στην προσοχή στο Νόμο, χωρίς αυτός να απαντήσει οτιδήποτε. Ακολούθως και πιο συγκεκριμένα στις 11:15 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης παραμονής και απασχόλησης, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, χωρίς αυτός και πάλι να απαντήσει οτιδήποτε. Από την αντεξέταση του Μ.Κ.1 δεν έχει προκύψει οτιδήποτε που να δημιουργεί στο μυαλό μου την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτά τα γεγονότα συνέβησαν μεταξύ 11:10 και 11:15 της 18.03.2010 στο snack-bar με την ονομασία «The Players», που βρίσκεται στην οδό Αλκμήνης και Λήδας αρ. 5 στην Κάτω Πάφο και ότι αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην επ' αυτοφώρω σύλληψη του κατηγορουμένου 2 για τα αδικήματα της παράνομης παραμονής και απασχόλησης. Ιδιαίτερα όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης στο συγκεκριμένο snack-bar ενδεικτικά και άκρως αποκαλυπτικά είναι και τα ακόλουθα γεγονότα, που ο Μ.Κ.1 ανέφερε, τόσο στο Τεκ. 1, όσο και ενόρκως στο Δικαστήριο και τα οποία ουδόλως, κατά τη δική μου πάντα εκτίμηση, έχουν κλονισθεί από την υπεράσπιση. Μετά τη σύλληψή του ο κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε, καθ' υπόδειξη των δυο αστυνομικών, τους δυο πελάτες ότι το υποστατικό θα κλείσει και στην παρουσία των αστυνομικών κλείδωσε την ταμειακή μηχανή, τοποθέτησε ένα φορητό υπολογιστή σε συρτάρι, το οποίο επίσης κλείδωσε και αφού κλείδωσε όλες τις εξωτερικές εισόδους του υποστατικού με κλειδιά τα οποία κατείχε, μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου. Αναντίρρητα οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου 2 καταδεικνύουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την ενοχή του στο αδίκημα της παράνομης απασχόλησης. Οσον αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη 1 από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 (Τεκ. 1 και ένορκη μαρτυρία του) προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα. Μετά την επ' αυτοφώρω σύλληψη του κατηγορούμενου 2 ο Μ.Κ.1 τον ρώτησε ποιος είναι ο εργοδότης του και αυτός απάντησε «κάποια Εύη», χωρίς να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία για το πρόσωπο αυτό, παρά μόνο τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της «99 414515». Ο Μ.Κ.1 κάλεσε τον αριθμό αυτό και απάντησε κάποια γυναίκα, η οποία του είπε ότι είναι η σύζυγος του ιδιοκτήτη του μπαρ Μιχάλη Αχιλλέως. Ο Μ.Κ.1 της εξήγησε τους λόγους της εκεί παρουσίας τους και την κάλεσε να προσέλθει στο μέρος. Αυτή αμέσως απάντησε ότι βρίσκεται εκτός Πάφου και ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά με τον αλλοδαπό. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 της ζήτησε όπως διευθετήσει την ασφαλή φύλαξη του υποστατικού της και αυτή ανέφερε ότι, τόσο αυτή, όσο και ο σύζυγός της, βρίσκονται εκτός Πάφου, ενώ όταν ο Μ.Κ.1 την πληροφόρησε ότι ο αλλοδαπός κατέχει τα κλειδιά του υποστατικού και θα κλειδώσει στην παρουσία των αστυνομικών αυτή του είπε ότι δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Στη συνέχεια, όπως επίσης ανέφερε ο Μ.Κ.1, στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου ο κατηγορούμενος 2, αφού ενημερώθηκε για τα δικαιώματα που του παρέχει ο Νόμος και αφού είπε ότι τα κατανοεί και υπέγραψε και το σχετικό έντυπο, ανέφερε, ανακρινόμενος προφορικά, ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό εργάζεται εδώ και τέσσερις ημέρες για το ποσό των €25.- ημερησίως και ότι με το πέρας της εργασίας του τον πληρώνει η σύζυγος του Μιχάλη Αχιλλέως, Εύη Αχιλλέως. Τίποτα από τα ανωτέρω γεγονότα δεν έχει ουσιωδώς αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι πράγματι συνέβη στις 18.03.2010 αμέσως μετά την επ' αυτοφώρω σύλληψη του κατηγορούμενου 2 από τους αστυνομικούς. Η υπεράσπιση, ιδιαίτερα της κατηγορούμενης 1, με έχει καλέσει να μην λάβω υπόψη τις προαναφερόμενες δηλώσεις του κατηγορούμενου 2 στο Μ.Κ.1 σε όση έκταση αυτές ενοχοποιούν την κατηγορούμενη 1, ως την εργοδότριά του. Η λογική της υπεράσπισης εδράζεται κατά κύριο λόγο σε μια καλά γνωστή σε όλους μας αρχή, ότι η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο, όταν ο κατηγορούμενος που προβαίνει στην ενοχοποιητική δήλωση επιλέγει να μην μπει στο εδώλιο του μάρτυρα και να καταθέσει με όρκο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (R V Gunnerwardene
(1951)35 Cr App R 80, Βρακάς και άλλος V Δημοκρατίας
(1973)2 CLR 139, Σύγγραμμα «το Δίκαιο της Απόδειξης», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 334, Ευριπίδου και άλλος V Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337). Εχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, όπως τα έχει εκθέσει στις γραπτές της αγορεύσεις, σε μια προσπάθεια κατανόησης του συλλογισμού της. Οφείλω να καταγράψω τη δική μου αντίληψη για το συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα, η οποία κινείται σε άλλη κατεύθυνση και συνεπώς σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Καταρχήν δεν συμφωνώ ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι συγκατηγορούμενοι, με την έννοια ότι κατηγορούνται για την εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης, δηλ. για τη διάπραξη του ίδιου ή των ίδιων αδικημάτων. Αυτό που επί της ουσίας συμβαίνει είναι ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για διαφορετικά ποινικά αδικήματα, της παράνομης εργοδότησης και παράνομης απασχόλησης αντίστοιχα, με εντελώς διαφορετικά συστατικά στοιχεία, τα οποία βεβαίως προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα. Αυτός είναι και ο λόγος που συμπεριλήφθηκαν στο ίδιο κατηγορητήριο και η υπόθεσή τους συνεκδικάσθηκε. Το γεγονός όμως ότι τα περιστατικά διάπραξης και των δυο αδικημάτων είναι κοινά δεν σημαίνει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ευθύνονται για την ίδια παράνομη πράξη ή συμπεριφορά. Περαιτέρω οι ανωτέρω δηλώσεις του κατηγορούμενου 2 σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ενοχοποιητικές για την κατηγορούμενη 1 με το ακόλουθο σκεπτικό: Ο κατηγορούμενος 2 δεν κατονόμασε την κατηγορούμενη 1 ως την εργοδότριά του προκειμένου να την ενοχοποιήσει και να ελαφρύνει τη δική του θέση, αποκομίζοντας οποιοδήποτε όφελος, άλλωστε δεν θα μπορούσε να προσβλέπει σε μια τέτοια εξέλιξη, εν όψει της αυτόφωρης σύλληψής του, αλλά απαντώντας με ειλικρίνεια στις σχετικές και εύλογες με το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης, που ο ίδιος συνελήφθη να διαπράττει, ερωτήσεις του Μ.Κ.
- Δεν βλέπω λοιπόν οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να αποκλείσω τις σχετικές δηλώσεις του κατηγορούμενου 2 στο Μ.Κ.1 για τον εργοδότη του και να αποσυνδέσω κατ' ουσία την κατηγορούμενη 1 από την εμπλοκή της στο αδίκημα της παράνομης εργοδότησης. Με το ίδιο σκεπτικό αποδέχομαι ως μαρτυρία και το περιεχόμενο του Τεκ. 7Β, δηλ. της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου 2, όπου αυτός επίσης κατονομάζει ως εργοδότριά του «την Εύη από την Κύπρο», απορρίπτοντας τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης
- Οφείλω στο σημείο αυτό να διευκρινίσω ότι, τόσο τις δηλώσεις του κατηγορουμένου 2 στο Μ.Κ.1, όσο και την αναφορά του στο Τεκ. 7Β, τη σχετική με το ποιος ήταν ο εργοδότης του, τις εντάσσω και τις συνυπολογίζω στο ευρύτερο πλέγμα της περιστατικής μαρτυρίας αυτής της υπόθεσης. Συνοψίζοντας σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και την επίλυση του κύριου επίδικου ζητήματος, που βεβαίως είναι εάν το διέπραξε η κατηγορούμενη 1 έχω ενώπιόν μου την ακόλουθη αδιαμφισβήτητη περιστατική μαρτυρία: 1) Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη επ' αυτοφώρω στις 18.03.2010 να εργάζεται παράνομα στο snack-bar με την ονομασία «The Players», που βρίσκεται στην οδό Αλκμήνης και Λήδας αρ. 5 στην Κάτω Πάφο. 2) Μετά τη σύλληψή του κατονόμασε ως εργοδότη του κάποια Εύη και έδωσε στο Μ.Κ.1 τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου (99 414515), με την οποία ο Μ.Κ.1 μίλησε σε αυτό το τηλέφωνο. 3) Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου, όπου μεταφέρθηκε μετά τη σύλληψή του, ανέφερε, ανακρινόμενος προφορικά, ότι εργάζεται εδώ και τέσσερις ημέρες στο συγκεκριμένο υποστατικό για το ποσό των €25.- ημερησίως και ότι με το πέρας της εργασίας του τον πληρώνει η σύζυγος του Μιχάλη Αχιλλέως, Εύη Αχιλλέως. 4) Και στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκ. 7Β) ο κατηγορούμενος 2 επέμεινε ότι η εργοδότης του είναι η Εύη από την Κύπρο. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι βεβαίως ποια είναι η Εύη ή Εύη Αχιλλέως και εάν το πρόσωπο αυτό είναι η κατηγορούμενη 1 που στο κατηγορητήριο κατονομάζεται ως Παρασκευούλα Αγγελίδη. Ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο, διότι δεν είχε, όλως παραδόξως, έρθει σε δια ζώσης επικοινωνία μαζί της, περιοριζόμενος στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν στις 18.03.2010, γι' αυτό και δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την κατηγορουμένη
- Από ερωτήσεις όμως που υποβλήθηκαν στο Μ.Κ.1 από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης της κατηγορούμενης 1, κατά την αντεξέτασή του, από το συνδυασμό των όσων είπε η Εύη στο Μ.Κ.1 , κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, ότι δηλ. είναι η σύζυγος του ιδιοκτήτη του μπαρ Μιχάλη Αχιλλέως, με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Μιχάλη Αχιλλέως (Τεκ. 5, απάντηση στην ερώτηση 4), σε απόλυτη συνάρτηση με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης 1, όπου αφενός μεν δηλώνει ότι είναι η σύζυγος του ιδιοκτήτη του μπαρ, δηλ. του Μιχάλη Αχιλλέως και ξεκαθαρίζει ότι είναι το πρόσωπο που συνομίλησε τηλεφωνικά με το Μ.Κ.1 στις 18.03.2010 δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι η Εύη ή Εύη Αχιλλέως και η κατηγορούμενη 1 είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Απομένει να δούμε εάν από την υπόλοιπη μαρτυρία προκύπτει οποιαδήποτε λογική αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η εργοδότης του κατηγορούμενου
- Θα εστιάσω την προσοχή μου σε δυο στοιχεία για να καταδείξω την συντριπτική υπεροχή της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής σε σύγκριση με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορουμένης
- Στην τηλεφωνική της επικοινωνία με το Μ.Κ.1 η κατηγορουμένη 1 ενημερώνεται για πρώτη φορά για τη σύλληψη του κατηγορούμενου 2 και καλείται να προσέλθει στο μέρος. Αυτή απαντά ότι βρίσκεται εκτός Πάφου και αρνείται ότι γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά με τον κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια πληροφορείται ότι ο κατηγορούμενος 2 κατέχει τα κλειδιά του υποστατικού και θα κλειδώσει στην παρουσία των αστυνομικών και η ίδια απαντά ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Λογικά θα ανέμενε κανείς, εφόσον η κατηγορούμενη 1 δεν γνώριζε τίποτε για τον αλλοδαπό, τουλάχιστον να δείξει έκπληκτη για την παρουσία του εκεί και να παραπέμψει το Μ.Κ.1 στο σύζυγό της, ιδιαίτερα όταν ενημερώνεται από το Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος 2 κατέχει κλειδιά του υποστατικού με τα οποία προτίθεται μάλιστα να το κλειδώσει και όχι να πει στο Μ.Κ.1 ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Η όλη στάση της κατηγορούμενης 1 και οι απαντήσεις της στο Μ.Κ.1, κατά την κρίση μου, επιβεβαιώνουν την όλη περιστατική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στο κρίσιμο επίδικο ζήτημα, ότι δηλ. η ίδια ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η εργοδότης του κατηγορούμενου
- Ο ισχυρισμός στην ανώμοτη δήλωσή της ότι είπε στο Μ.Κ.1 ότι δεν έχει πρόβλημα να κλειδώσει τη μπυραρία ο κατηγορούμενος 2 επειδή ο σύζυγός της ήταν στη Λάρνακα και αυτό θα γινόταν στην παρουσία αστυνομικών, νομίζω ότι περισσότερο με έχει πείσει για την ορθότητα της πιο πάνω κρίσης μου, παρά για το αντίθετο. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της ότι δεν γνωρίζει που βρήκε το τηλέφωνό της ο κατηγορούμενος
- Πέραν τούτου και ο ίδιος ο σύζυγος της κατηγορούμενης 1 στην κατάθεσή του (Τεκ. 5), η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου και το περιεχόμενό της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, επί της ουσίας επιβεβαιώνει την πεποίθησή μου ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η εργοδότης του κατηγορούμενου 2, όπως δείχνει και όλο το άλλο μαρτυρικό υλικό. Στην ερώτηση 8 ερωτάται «Ποιος είναι ο υπεύθυνος για τις προσλήψεις στο υποστατικό σου;» και απαντά «Εγώ», προφανώς σε μια προσπάθεια να αναλάβει αυτός την ευθύνη και να απαλλάξει την κατηγορούμενη
- Μάλιστα η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης 1, στην αγόρευσή της, επικαλέσθηκε τη συγκεκριμένη απάντηση ως απόδειξη της αθωότητας της κατηγορούμενης 1, προφανώς αγνοώντας ότι στο τέλος της κατάθεσής του ο σύζυγος της κατηγορουμένης 1, όταν διάβασε την κατάθεσή του και πληροφορήθηκε από τον αστυνομικό που τη λάμβανε, ότι μπορεί να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, αλλαγές και προσθήκες ήθελε, πριν την υπογράψει, είπε ότι θέλει να αφαιρεθεί η απάντησή του στην ερώτηση 8 και να γραφτεί ως απάντηση «ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο», δηλώνοντας ότι αυτή είναι η ορθή απάντηση. Εχοντας κατά νου όλες τις πιο παρατηρήσεις, που προκύπτουν από την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, δεν έχω καμιά αμφιβολία και κανένα λόγο να μην την αποδεχθώ στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη, να μην υιοθετήσω όλα τα προαναφερθέντα γεγονότα, ως ευρήματα του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και να μην οδηγηθώ, με βάση αυτά τα πραγματικά γεγονότα, σε συμπέρασμα ενοχής των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ως εκ τούτου η Κατηγορούμενη 1 καταδικάζεται στην 1η Κατηγορία και ο Κατηγορούμενος 2 στη 2η Κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: παράνομη εργοδότηση, παράνομη απασχόληση και παράνομη παραμονή αλλοδαπού-συστατικά στοιχεία αδικημάτων-αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο