Δημοκρατία ν. Elisabete Martins Silva κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14015/09, 11 Μαΐου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2010:5 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14015/09 Δημοκρατία εναντίον
- Elisabete Martins Silva
- Κυριάκου Αργύρη Κατηγορούμενων -------------------- Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου Για τον κατηγορούμενο 2: κα Α. Σαββίδου προσωπικά και για κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος 2 παρών ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ To Δικαστήριο ακούει τις απόψεις των δύο πλευρών. Έχουμε ακούσει τις θέσεις που εξέφρασαν και οι δύο πλευρές και κρίνουμε ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου 2 ούτε και η τροποποίηση θέτει τον κατηγορούμενο 2 σε μειονεκτική θέση. Αντίθετα αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και κατοχής του με σκοπό τη προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και με τη τροποποίηση θα αντιμετωπίσει κατηγορίες για απόπειρα διάπραξης των αρχικών αδικημάτων. Συνεπώς το Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 εκδίδει διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη των δύο πιο πάνω κατηγοριών. Ενόψει της πιο πάνω τροποποίησης του κατηγορητηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 το Δικαστήριο ρωτά τον κατηγορούμενο 2 αν είναι έτοιμος να απολογηθεί σε αυτό. Ο κατηγορούμενος 2 δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να απαντήσει και το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 68
(3)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 καταχώρησε μη παραδοχή στις κατηγορίες που έχουν προστεθεί. Το Δικαστήριο καλεί τον κατηγορούμενο 2 να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να δικαστεί στη βάση του κατηγορητηρίου όπως έχει τροποποιηθεί. Με βάση το σκεπτικό της απόφασης μας που εκδόθηκε σήμερα, από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό βρίσκουμε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 στην 8η και 9η κατηγορία που αφορά απόπειρα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και κατοχής του με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, τον οποίο καλούμε να προβάλει την υπεράσπιση του. Η εισήγηση του συνήγορου υπεράσπισης γίνεται αποδεκτή όσον αφορά την 3η και 4η κατηγορία. Η 3η και 4η κατηγορία απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. Θα προχωρήσουμε τώρα να εξετάσουμε την εισήγηση του συνήγορου υπεράσπισης όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες. Με την 1η κατηγορία καταλογίζεται στο κατηγορούμενο 2 ότι από κοινού με την κατηγορούμενη 1 συνωμότησαν με σκοπό να διαπράξουν τα κακουργήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 μέχρι και 4 δηλαδή της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (2η κατηγορία), παράνομης κατοχής του ίδιου φαρμάκου (3η κατηγορία) και κατοχής του με σκοπό την προμήθεια (4η κατηγορία). Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν συμφωνήσει στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Πρόταξε ότι με βάση τη μαρτυρία οι κατηγορούμενοι ουδέποτε συναντήθηκαν ή επικοινώνησαν μεταξύ τους τηλεφωνικά ή διαφορετικά. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 που αφορά η πρώτη κατηγορία διαπράττεται όπου δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να προβούν σε μια παράνομη πράξη ή να προβούν σε μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία (βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 42η Έκδοση, παράγρ. 2-4). Το actus reus της συνομωσίας είναι λοιπόν η ίδια η συμφωνία, το δε mens rea της είναι η πρόθεση κοινής συμμετοχής στη διάπραξη της παράνομης πράξης (βλ. R. v. Nock
(1978)2 All E.R. 654 και Yip Chin - Cheung v. R, 99 Cr. App. Rep. 406, P.C. 410). Πέραν τούτου δεν χρειάζεται να έχει υπάρξει απευθείας επικοινωνία μεταξύ όλων των συνωμοτών, εφόσον υπάρχει ο κοινός σκοπός (βλ. R v. Parnell,
(1881)14 COX 508, R. v. Meyrick and Ribuffi
(1929)21 Cr. App. Rep. 94 CAA), οι δε συνωμότες μπορούν να προχωρήσουν στη συνωμοσία ή να αποχωρήσουν από αυτή σε διάφορα στάδια της, εφόσον και πάλι διατηρείται ο κοινός σκοπός (βλ. R. v. Griffiths
(1966)1 Q.B. 589 Cr. App. Rep. 279 CCA). Ο κοινός σκοπός όμως πρέπει πάντοτε να αποδειχθεί και δεν είναι δυνατό να υπάρξει συνομωσία χωρίς αυτό. Ο κάθε συνομώτης πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχει ένα κοινό σχέδιο στο οποίο προσχωρεί και δεν είναι αρκετό να υπάρχουν χωριστές ανεξάρτητες συνομωσίες μεταξύ του φερόμενου ως εγκεφάλου και εκάστου φερόμενου συνομώτη. Στην R v. Taylor
(2002)Crim. L. R. 205, CA αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση κατηγορίας για συνομωσία, όταν περιγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κάθε ένας των κατηγορουμένων όχι μόνο γνώριζε ότι η συνομωσία αφορούσε σε εισαγωγή, παραγωγή, προμήθεια κ.λ.π. μιας ναρκωτικής ουσίας αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι αυτός γνώριζε ότι αφορούσε στη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, είτε ότι γνώριζε ότι αφορούσε ναρκωτική ουσία της ίδιας κλάσης με εκείνη των λεπτομερειών του αδικήματος, χωρίς να έχει οποιαδήποτε γνώση ή πίστη ότι αφορούσε σε συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία, είτε ότι πίστευε ότι αφορούσε σε άλλη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία της ίδιας κλάσης ή τάξης που επιφέρει μεγαλύτερη ποινή είτε πίστευε ότι αφορούσε σε ναρκωτική ουσία τάξεως που επιφέρει μεγαλύτερη ποινή χωρίς να πιστεύει ότι πρόκειται για συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία ή ότι δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για ποιαν ακριβώς ναρκωτική ουσία επρόκειτο. Τέλος αναφέρουμε ότι η πράξη της συνομωσίας συνήθως αποδεικνύεται συμπερασματικά, ως εκ της φύσεως του αδικήματος. Ό,τι συνεπώς εξετάζεται στη παρούσα υπόθεση είναι η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων 1 και 2 και η πρόθεση κοινής συμμετοχής τους στη διάπραξη των αδικημάτων της εισαγωγής 893 γραμμαρίων κοκαΐνης (2η κατηγορία), κατοχής τους (3η κατηγορία) και κατοχής τους με σκοπό τη προμήθεια (4η κατηγορία). Από το μαρτυρικό υλικό ενώπιον μας δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει έστω εκ πρώτης όψεως τον καταρτισμό τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων. Ο μεν κατηγορούμενος 2 στη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε προηγουμένως την κατηγορούμενη 1 ενώ τη συνάντηση μεταξύ τους στο ξενοδοχείο "Episkopiana" την είχαν διευθετήσει τρίτα πρόσωπα, ο δε λοχίας 4743 Γιάννος Ιωάννου (Μ.Κ. 1) στη προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι η Αστυνομία δεν είχε καμιά συγκεκριμένη πληροφορία για τον κατηγορούμενο 2 προηγουμένως ή ότι είχε οποιαδήποτε επαφή με την κατηγορούμενη 1. Η παρουσία και μόνο του κατηγορούμενου 2 στο δωμάτιο της κατηγορούμενης 1 επ' ουδενί λόγο, στην απουσία άλλης σχετικής μαρτυρίας αποδεικνύει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων για εισαγωγή και κατοχή των συγκεκριμένων ναρκωτικών ουσιών. Διαφορετική ίσως θα ήταν η κατάληξη μας αν στη συνομωσία που αποδίδεται στους κατηγορούμενους 1 και 2 περιπλέκοντο και άλλα πρόσωπα που δεν είναι η περίπτωση μας με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος. Από την άλλη από τη μαρτυρία ενώπιον μας το μόνο στοιχείο που δύναται να καταδειχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι οι οδηγίες που του έδωσαν τρίτα πρόσωπα είχαν σχέση με ναρκωτικά χωρίς όμως να γνωρίζει το είδος ή την ποσότητα τους και όχι ότι συμφώνησε με τη κατηγορούμενη 1. Συνεπώς στην απουσία του συστατικού αυτού στοιχείου δηλαδή συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων για να προβούν στα αδικήματα της 2ης και 3ης κατηγορίας βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στην 1η κατηγορία. Με την 7ην κατηγορία καταλογίζεται στο κατηγορούμενο 2 η διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος στη βάση των άρθρων 2, 3(β), 5(γ), 6, 7 και 8 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188
(1)/07. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος είχε στην κατοχή του το ποσό των €10.000 ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της 1ης, 2ης, 3ης και 4ης κατηγορίας. Ο πιο πάνω Νόμος σύμφωνα με το άρθρο 3 εφαρμόζεται σε σχέση με καθορισμένα αδικήματα που είναι α) αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και β) γενεσιουργά αδικήματα. Το άρθρο 5(γ) του Νόμου κατατάσσει τα αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών μεταξύ των γενεσιουργών αδικημάτων. Στα αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών περιλαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 2(α) και (ε) οποιαδήποτε αδικήματα που διαπράττονται κατά παράβαση μεταξύ άλλων των άρθρων 4, 5, 5Α, 6, 7, 7Α και 10 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 καθώς και του άρθρου 371 του Κεφ. 154 που σχετίζονται με τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η σύνταξη της έκθεσης και των λεπτομερειών του αδικήματος της 7ης κατηγορίας δεν είναι ορθή και εξηγούμε. Η έκθεση αδικήματος αναφέρεται στη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος χωρίς καμία αναφορά στο άρθρο του Νόμου που δημιουργεί τέτοιο αδίκημα. Από την άλλη στις λεπτομέρειες αδικήματος καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 2 ότι είχε στη κατοχή του το ποσό των €10.000 ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων που περιγράφονται στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, αδικήματα που αναφέρονται σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που δημιουργούνται από το άρθρο 4
(1)του πιο πάνω Νόμου. Αν σκοπός της Κατηγορούσας Αρχής ήταν να καταλογίσει στους κατηγορούμενους αδικήματα σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(iii) που εφαρμόζεται και στους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων δυνάμει του άρθρου 4
(2)(β), θα έπρεπε κανονικά να συμπεριλάβει στη νομική βάση της κατηγορίας αυτής το άρθρο 4
(1)που δημιουργεί τέτοια αδικήματα. Δεν έπράξε όμως κατ' αυτό τον τρόπο κατά παράβαση του άρθρου 39 του Κεφ.
- Εκτός από τις πιο πάνω παρατηρήσεις μας ως προς τον ανορθόδοξο τρόπο σύνταξης της κατηγορίας αυτής, από το όλο μαρτυρικό υλικό δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε που να κατατείνει στο ότι το ποσό των €10.000 που είχε στη κατοχή του ο κατηγορούμενος 2 αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη αδικήματος διακίνησης ναρκωτικών. Ούτε και η Αστυνομία είχε πληροφορία ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από παράνομη πράξη. Αυτό μαρτύρησε ο Μ.Κ.
- Συνεπώς βρίσκουμε ότι δεν δύναται εξ αντικειμένου να στοιχειοθετηθεί η 7η κατηγορία γι' αυτό η εισήγηση του συνήγορου υπεράσπισης γίνεται δεκτή όσον αφορά την 7ην κατηγορία. Καμία μαρτυρία επίσης υπάρχει ενώπιον μας ότι ο κατηγορούμενος 2 εισήγαγε τα ναρκωτικά στη Κύπρο ή παρέσχε καθ' οιονδήποτε χρόνο συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 στην εισαγωγή τους. Κατά συνέπεια η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης θα πρέπει να γίνει δεκτή και για την 2η κατηγορία. Ενόψει των πιο πάνω η 1η, 2η και 7η κατηγορία απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. Καλούμε τον κατηγορούμενο 2 σε απολογία στην 8η και 9η κατηγορία. (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο