Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνης Χωραίτης, Αρ. Υπόθεσης: 13360/07, 20.5.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13360/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Αντώνης Χωραίτης Ημερομηνία: 20.5.2010. Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Συμεού. Για Κατηγορούμενο: κ. Τσιαπαλής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 28.4.07 στην περιοχή «Τραπεζίτες» στα Κελοκέδαρα της Επαρχίας Πάφου παράνομα προκάλεσε με το κοπάδι του ζημιά ύψους Λ.Κ.1,044 σε φυτεία από αμπέλι περιουσία του Χαράλαμπου Π/Διοφάντους από τα Κελοκέδαρα. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό γεγονός από το περιεχόμενο του τεκμήριου 5, το οποίο καταρτίστηκε από τον γεωπόνο Α. Παναγιώτου, το ακόλουθο: «Εκτίμηση ζημιάς σε αμπελώνα που προκλήθηκε από ζώα Α. Χωρίον: Κελοκέδαρα. Β. Τοποθεσία: Τραπεζίτες Γ. Έκτασις αμπελώνος 6,7 δεκάρια Δ. Αριθμός σχεδίου 46/59 Ε. Αριθμός τεμαχίου 253 Ζ. Παραγωγή ανα δεκάριο 1800 κιλά. Η. Τιμή πωλήσεως των σταφυλιών ανά τόνο £
- Την 28 Απριλίου σε πρόσκληση του Χαράλαμπου Παπαδιοφάντους επισκέφθηκα τον αμπελώνα για να διαπιστώσω αν έγινε ζημιά ή όχι από ζώα. Σε τρία δεκάρια από τα 6,7 δεκάρια η ζημιά ήτο 75/100 και το ένα δεκάριο ήτο 100/
- Εκ των στοιχείων τούτων συνάγεται ότι η ζημιά που προκλήθηκε για το πρώτο χρόνο είναι Α) 4,000 κιλά Χ 0.12 σεντ= £480 λίρες Β) 1,800 Χ 0,12 σεντ= £216 λίρες Αν ληφθεί υπόψιν ότι η ζημιά που έχει προξενηθεί στα φυτά θα έχει επιπτώσεις και στην παραγωγή του επόμενου χρόνου κατά το ήμισυ. Η ζημιά υπολογίζεται σε £348 λίρες. Σύνολο ζημιάς £1,044 λίρες». Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός προέβη σε ανώμοτη δήλωση, η οποία συνίστατο στην υιοθέτηση του περιεχομένου της κατάθεσης του (τεκμήριο 2), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχω πληροφορηθεί από την Αστυνομία ότι ο Χαράλαμπος ισχυρίστηκε ότι με είδε σήμερα το πρωί να βγάζω περίπου 50 αίγιες από το αμπέλι του η ώρα 05:30 το πρωί και να απομακρύνομαι από την περιοχή. Όλα αυτά που λέει είναι ψέματα αφού εγώ σήμερα το πρωί ξύπνησα μετά τις έξι το πρωί και πήγα στη μάντρα γύρω στις εξέμιση για να γαλέψω και όλες οι αίγες μου ευρίσκονταν στην μάντρα χωρίς κανένα πρόβλημα. Με τον συγκεκριμένο άνθρωπο είμαστε παρεξηγημένοι εδώ και καιρό, αν και φτάνουμε και συγγενείς διότι κατά καιρούς ισχυρίζεται ψευδώς ότι εγώ προκαλώ ζημιές στο αμπέλι του χωρίς να ξέρω το γιατί κάμνει κάτι τέτοιο. Στην περιοχή έρχονταν και άλλα κοπάδια και ίσως κάποιος άλλος να προκάλεσε τη ζημιά αυτή. Εγώ προσπαθώ και είμαι προσεκτικός με το κοπάδι μου για να μην προκαλώ ζημιές στα αμπέλια ή οπουδήποτε αλλού». Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 3299 Αμβρόσιος Γεωργίου, εξεταστής της υπόθεσης, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια σε σχέση με τις ενέργειες και διαπιστώσεις του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και τα όσα ανέφερε βρίσκουν έρεισμα στη λογική και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος Χαράλαμπος Παπαδιοφάντους. Η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα που έδωσε στην κυρίως εξέταση του ήταν η ακόλουθη: Διαμένει στα Κελοκέδαρα, όπου και διατηρεί στην τοποθεσία «Τραπεζίτες» αμπέλι έκτασης περίπου πέντε σκαλών. Στις 28.4.07 ξύπνησε πρωί με σκοπό να πάει να θειαφίσει το αμπέλι αυτό. Έτσι η ώρα 05:30 που είχε ήδη χαράξει το φως πήγε στο αμπέλι του. Πλησιάζοντας εκεί πρόσεξε ότι μέσα στο αμπέλι του βρίσκονταν γύρω στις 50 αίγες, οι οποίες έτρωγαν τους βλαστούς του αμπελιού. Εκεί είδε από απόσταση 15-20 μέτρων τον κατηγορούμενο που είναι αδελφότεκνος της γυναίκας του παραπονούμενου και βοσκός, ο οποίος έβγαζε τις αναφερόμενες αίγες από το αμπέλι και τις κατεύθυνε προς τα κάτω όπου βρίσκεται η μάντρα του. Ο παραπονούμενος του φώναζε να σταματήσει αλλά αυτός απομακρύνθηκε στα χωράφια χωρίς να πει οτιδήποτε. Απ΄ ότι είδε το αμπέλι του είχε υποστεί μεγάλη ζημιά. Πήρε τον εκτιμητή Ανδρέα Παναγιώτου και είδε το αμπέλι και του ετοίμασε σχετική εκτίμηση (τεκμήριο 5). Πρέπει να λεχθεί ότι η γενική εντύπωση που άφησε ο μάρτυρας αυτός είναι ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Κατά τη μαρτυρία του, η οποία θα σχολιασθεί στη συνέχεια, περιέγραψε με σαφήνεια τα επίδικα γεγονότα όπως τα βίωσε, ήταν συνεπής και σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από λογική και συνοχή και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Ήταν δε η θέση της υπεράσπισης ότι η κατάσταση της όρασης του σε συνδυασμό με το ότι το όλο περιστατικό έγινε περί της 05:30 δεν επέτρεπε στον παραπονούμενο κατά τον επίδικο χρόνο να διαπιστώσει ότι το πρόσωπο που βρισκόταν μέσα στο αμπέλι του ήταν ο κατηγορούμενος. Πρέπει να λεχθεί ότι αυτή η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όσον αφορά την κατάσταση της όρασης του κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πριν ενάμιση με δύο χρόνια υπεβλήθη σε εγχείριση καταρράκτη. Όταν δε του υποδείχθηκαν κάποιες λέξεις σε υποστατικό που προφανώς βρισκόταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου ανέφερε ότι αυτές που ήταν γραμμένες οριζόντια δεν μπορεί να τις διαβάσει. Είπε όμως ότι ναι μεν από κοντά χρειάζεται γυαλιά για να δει αλλά ανέφερε ότι από μακριά βλέπει πολύ καλά. Δεν ρωτήθηκε όμως κατά την αντεξέταση του αλλά ούτε και τέθηκε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η κατάσταση της όρασης του κατά τον επίδικο χρόνο είναι αυτή που είναι σήμερα ή ότι ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να βλέπει από μακριά. Όσον αφορά το ότι υπεβλήθη σε επέμβαση καταρράκτη δεν ανέφερε αλλά ούτε και ρωτήθηκε σχετικά με το αν αυτή η κατάσταση υπήρχε και κατά τον επίδικο χρόνο και τι συνέπειες είχε στην όραση του. Αυτό που απλώς ρωτήθηκε και είπε είναι ότι η επέμβαση αυτή του έγινε πριν ενάμιση με δύο χρόνια. Σημειωτέον όμως ότι το επίδικο αδίκημα έγινε πριν τρία περίπου χρόνια. Περαιτέρω το γεγονός ότι δεν μπορούσε να διαβάσει στο Δικαστήριο τις λέξεις που του υποδείχθηκαν εκτός του ότι δείχνει την κατάσταση της όρασης του σήμερα και όχι κατά τον επίδικο χρόνο, το άλλο που δείχνει είναι ότι αυτή δεν του επιτρέπει να διαβάζει κάποιες λέξεις. Ακόμη λοιπόν και να γινόταν δεκτό ότι η κατάσταση της όρασης του τότε είναι όπως σήμερα και πάλι αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούσε να διαπιστώσει και να αναγνωρίσει ποιο ήταν το πρόσωπο που ήταν με τα ζώα μέσα στο αμπέλι του. Αυτό γιατί όπως είναι λογικό το να μην μπορεί κάποιος να διαβάσει από μακριά κάποιες λέξεις, που ας σημειωθεί είναι άγνωστο στην παρούσα πόσο μεγάλα ήταν τα γράμματα που τις αποτελούσαν, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να δει και αναγνωρίσει από μακριά ένα πρόσωπο και μάλιστα όχι κάποιο άγνωστο που πρώτη φορά και στιγμιαία και μόνο βλέπει αλλά κάποιο γνωστό πρόσωπο, εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν αδελφότεκνος της συζύγου του παραπονούμενου και μάλιστα ως ο τελευταίος χαρακτηριστικά ανέφερε η σύζυγος του τον «ανάγιωσε» αφού από μικρός μέχρι και το χρόνο που εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία αυτός πήγαινε στο σπίτι τους και η σύζυγος του παραπονούμενου τον φρόντιζε. Συνεπώς ο κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο που ο παραπονούμενος γνώριζε πολύ καλά. Πρόκειται λοιπόν για περίπτωση αναγνώρισης γνωστού προσώπου (recognition) η οποία είναι διαφορετική και μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από την αναγνώριση αγνώστου προσώπου (identification) από αυτόπτη μάρτυρα της σκηνής του εγκλήματος (βλ. R v. Turnbull [1976] 3 All E.R.549). Αλλά ούτε και η ώρα που σύμφωνα με τον παραπονούμενο είδε τον κατηγορούμενο μεταβάλλει τα πιο πάνω. Αυτό γιατί σύμφωνα με τον παραπονούμενο εκείνη την ώρα, δηλ. η ώρα 05:30, δεν είχε βγει μεν ο ήλιος αλλά ήταν φωτεινά αφού είχε ξημερώσει. Ούτε αυτό διαψεύσθηκε. Μάλιστα όταν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο ότι εκείνη την ώρα ήταν σκοτεινά και λόγω και της κατάστασης της όρασης του δεν έβλεπε ούτε 5 μέτρα απάντησε ότι μέχρι πριν δύο μήνες ασχολείτο με την κατάσβεση πυρκαγιών στα δάση και μεσάνυχτα. Σημειωτέον ότι ο παραπονούμενος είναι επιστάτης στο Τμήμα Δασών. Τέλος όσον αφορά το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι σε «κάτσιμο» όπως ήταν εκεί που βρισκόταν ο επίδικο αμπέλι και σε συνδυασμό με την επίδικη ώρα η ορατότητα περιορίζεται, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για το θέμα της ορατότητας υπό τέτοιες συνθήκες και σίγουρα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο δικαστικής γνώσης για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο εύρημα. Όσον αφορά το ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ότι νιώθει θυμωμένος γιατί ο κατηγορούμενος του προκαλεί ζημιά πρέπει να λεχθεί ότι θα ήταν αφύσικο να μην ένιωθε έτσι από τη στιγμή που ως ανέφερε ο παραπονούμενος, και δεν διαψεύστηκε, ο κατηγορούμενος του είχε προκαλέσει και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν ζημιά στο αμπέλι. Ανέφερε επίσης ότι ένα βράδυ βρήκε ξανά τον κατηγορούμενο στο αμπέλι του και ότι πήγε να τον πλησιάσει και εκείνος τον χτύπησε με βέργα στο χέρι. Είπε επίσης ότι σε κάποιες από τις περιπτώσεις αυτές ο κατηγορούμενος του ζητούσε να του τη «χαρίσει». Άλλωστε το μόνο παράπονο του Μ.Κ.2 ήταν ότι, ως χαρακτηριστικά είπε, ο κατηγορούμενος του «ταίζει» το αμπέλι και θέλει να σταματήσει να το κάνει αυτό. Συνεπώς δεν δέχομαι ότι το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ένιωθε έτσι ήταν αδικαιολόγητο και ότι καταδεικνύει ότι στην επίδικη περίπτωση είπε ψέματα. Όσον αφορά αυτό που πρόσθεσε στην κυρίως εξέταση του ο παραπονούμενος ότι δηλ. όταν είδε τον κατηγορούμενο αυτός στεκόταν στο αμπέλι δίπλα από τις αίγες και μόλις είδε τον παραπονούμενο να σταματά το αυτοκίνητο του και να κατεβαίνει έκανε τις αίγες κάτω και τις έβγαλε, πρέπει να λεχθεί ότι δεν γίνεται δεκτό εφόσον ως είπε στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, όταν είδε τον κατηγορούμενο αυτός έβγαζε τις αίγες από το αμπέλι και τις κατεύθυνε προς τα κάτω όπου βρίσκεται η μάντρα του. Άλλωστε περίπου τα ίδια ανέφερε και στο Μ.Κ.1. Πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας αυτό θεωρώ ότι αποτελούσε μια υπερβολή του παραπονούμενου παρά ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του, η οποία να πλήττει μάλιστα και την αξιοπιστία του σε βαθμό που να καθιστά τη μαρτυρία του μη αποδεκτή στο σύνολο της. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι μεταξύ του παραπονούμενου και του Μ.Κ.1 υπάρχει κάποια διαφορά στη μαρτυρία ως προς συγκεκριμένες αποστάσεις. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος είπε ότι η μάντρα του κατηγορούμενου απέχει από το αμπέλι καμιά 500 μέτρα και όχι 3 χλμ καθώς και ότι η απόσταση από τον κύριο δρόμο μέσω του χωματόδρομου μέχρι το αμπέλι του δεν είναι 2 χλμ αλλά 500-600 μέτρα και για να δείς το αμπέλι από το χωματόδρομο πρέπει να το πλησιάσεις 100 μέτρα. Ο Μ.Κ.1 αντίθετα είπε ότι η απόσταση της μάντρας του κατηγορούμενου από το αμπέλι είναι 3 χλμ ενώ για την απόσταση από τον κύριο δρόμο μέσω του χωματόδρομου στο αμπέλι είπε ότι δεν μπορεί να πει ακριβώς αλλά δεν ξεπερνά τα 2 χλμ, ενώ για να δει κάποιος το αμπέλι πρέπει να περάσει τη μισή τουλάχιστον αυτή απόσταση. Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι αυτό που ίσως να είχε κάποια σχέση στην υπόθεση αλλά και πάλι δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό ήταν η απόσταση που αφορά τη μάντρα. Οι άλλες δύο αποστάσεις δεν είναι σημαντικές ως προς την ουσία της υπόθεσης. Ακόμη όμως και αν η διαφορά σε σχέση με την απόσταση από τη μάντρα εθεωρείτο σημαντική πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο παραπονούμενος έδωσε σαφώς μικρότερη απόσταση από το Μ.Κ.1 δεν καταδεικνύει και προσπάθεια του να ψευστεί γιατί αν επιδιώκε κάτι τέτοιο προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί να πει ψέματα και για τις άλλες δύο αποστάσεις δηλ. από τον κύριο δρόμο μέσω του χωματόδρομου ως το αμπέλι, οι οποίες δεν έχουν ουσιαστική σημασία στην υπόθεση. Αντίθετα από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η διάσταση αυτή στη μαρτυρία πηγάζει από την διαφορετική αντίληψη καθενός από τους δύο μάρτυρες ως προς τις αποστάσεις αυτές και όχι από το ότι ο παραπονούμενος είπε ψέματα σχετικά. Άλλωστε δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να δείχνει ποιες ήταν οι πραγματικές αποστάσεις. Όσον δε αφορά το χρόνο που ο παραπονούμενος έκανε την καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό σύμφωνα με το Μ.Κ.1 αυτό έγινε περί ώρα 07:
- Ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν πήγε αμέσως στον Αστυνομικό Σταθμό, ο οποίος βρισκόταν μόλις 5 λεπτά με το αυτοκίνητο από το αμπέλι. Ανέφερε ότι κατέβηκε, έδωσε ένα γύρω ολόκληρου του αμπελιού για να δει τη ζημιά και μετά πήγε στην Αστυνομία. Το ότι όμως ο παραπονούμενος δεν πήγε αμέσως να κάνει την καταγγελία δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του εφόσον αυτό δεν δείχνει ότι αυτός είπε ψέματα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Όσον δε αφορά τα γεγονότα αυτά το τι αμφισβητήθηκε κυρίως από την υπεράσπιση είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο παραπονούμενος είδε στο αμπέλι και τον κατηγορούμενο. Με άλλα λόγια η μικρή έστω καθυστέρηση στην καταγγελία δεν δείχνει ότι συνδέεται με το ότι ο παραπονούμενος είδε τον κατηγορούμενο εκεί. Ο ίδιος έκρινε ότι πρώτα έπρεπε να δει ολόκληρο το αμπέλι και τη ζημιά που προκλήθηκε. Άλλωστε δεν ρωτήθηκε γιατί πήγε στην Αστυνομία η ώρα 07:00 και όχι πριν ώστε να καταδειχθεί η σημασία της καθυστέρησης αυτής. Ως εκ των άνω δέχομαι τη μαρτυρία του παραπονούμενου με εξαίρεση το ότι μόλις είδε τον κατηγορούμενο αυτός απλά στεκόταν δίπλα από τα ζώα. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τη δοθείσα μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση και είναι αντίθετη με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή καμία βαρύτητα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, το οποίο έχει ως ακολούθως: «324
(1). Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: 1. Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι 2. Εσκεμμένη και 3. Παράνομη. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση να το διαπράξει είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431 στα πλαίσια παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος διέμενε κατά τον επίδικο χρόνο στα Κελοκέδαρα, όπου στην τοποθεσία «Τραπεζίτες» διατηρούσε ένα αμπέλι έκτασης 6,7 δεκαρίων. Στις 27.4.07 ο παραπονούμενος πήγε στο εν λόγω αμπέλι και έφυγε από εκεί περί ώρα 18:45-19:
- Την επομένη 28.4.07 ο παραπονούμενος ξύπνησε πρωί με σκοπό να πάει να θειαφίσει το αμπέλι αυτό. Έτσι η ώρα 05:30 που είχε ήδη χαράξει το φως πήγε στο αμπέλι του. Πλησιάζοντας εκεί πρόσεξε ότι μέσα στο αμπέλι του βρίσκονταν γύρω στις 50 αίγες, οι οποίες έτρωγαν τους βλαστούς του αμπελιού. Εκεί είδε από απόσταση 15-20 μέτρων τον κατηγορούμενο που είναι αδελφότεκνος της γυναίκας του παραπονούμενου και βοσκός, ο οποίος έβγαζε τις αναφερόμενες αίγες από το αμπέλι και τις κατεύθυνε προς τα κάτω όπου βρίσκεται η μάντρα του. Ο παραπονούμενος φώναζε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός απομακρύνθηκε με τα ζώα στα χωράφια χωρίς να πει οτιδήποτε. Ο παραπονούμενος στη συνέχεια από έλεγχο που έκανε στο αμπέλι διαπίστωσε ότι αυτό είχε υποστεί μεγάλη ζημιά. Όταν ο Μ.Κ.1 μετέβηκε στο αμπέλι την ίδια μέρα περί ώρα 07:20 διαπίστωσε ότι στο έδαφος υπήρχαν κόπρανα από αιγοπρόβατα, φρέσκα ούρα και πατημασιές επίσης από αιγοπρόβατα καθώς και ότι οι βλαστοί του αμπελιού είχαν φαγωθεί πρόσφατα χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει το χρόνο που έγινε αυτό. Αργότερα την ίδια μέρα ο παραπονούμενος πήρε τον εκτιμητή Ανδρέα Παναγιώτου και είδε το αμπέλι και του ετοίμασε σχετική εκτίμηση (τεκμήριο 5). Από την εκτίμηση αυτή φαίνεται ότι το αμπέλι είχε ζημιά 75/100 σε τρία δεκάρια από τα 6,7 δεκάρια και 100/100 σε ακόμη ένα δεκάριο. Πιο συγκεκριμένα η ζημιά ήταν ύψους Λ.Κ.696 και υπολογιζόμενου του ότι η ζημιά αυτή θα είχε επιπτώσεις και στην παραγωγή του επόμενου χρόνου κατά το ήμισυ ανερχόταν συνολικά σε Λ.Κ.1,
- Στην ίδια περιοχή με τον κατηγορούμενο διατηρούσαν κατά τον επίδικο χρόνο μάντρες και άλλοι 3 βοσκοί. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω, εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίδικο αμπέλι αποτελούσε περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά. Σε σχέση όμως με το από ποιο ή τι προκλήθηκε η ζημιά αυτή πρέπει να λεχθεί ότι ελλείψει μαρτυρίας σε σχέση με το χρόνο που παρέμειναν τα ζώα που είδε ο παραπονούμενος στο αμπέλι καθώς και μαρτυρίας που να αποκλείει ότι από τις 18:45-19:00 της προηγούμενης μέρας που έφυγε ο παραπονούμενος από το αμπέλι μέχρι τις 05:30 που ξαναπήγε δεν προκλήθηκε τέτοιας φύσης ζημιά από άλλα ζώα και με δεδομένο μάλιστα ότι στην περιοχή έχουν υποστατικά άλλοι 3 βοσκοί, δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι όλη η ζημιά που διαπιστώθηκε προκλήθηκε από τα ζώα που είδε ο παραπονούμενος. Σίγουρα όμως από το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα ζώα θεάθηκαν από τον παραπονούμενο να τρώνε τους βλαστούς του αμπελιού αποδεικνύει ότι μέρος της όλης ζημιάς στο αμπέλι προκλήθηκε από αυτά. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπονούμενος ήταν ιδιοκτήτης του αμπελιού. Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία η ιδιοκτησία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος (βλ. Θωμά ανωτέρω). Τα όσα αναφέρονται σχετικά στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 189 δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αυτό που συνάγεται από την υπόθεση αυτή αλλά προκύπτει λογικά και από την ερμηνεία του άρθρου 324
(1)είναι ότι όταν εγείρεται ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος έχει την ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων, στα οποία αφορά η ζημιά, πρέπει να εξετασθεί και να αποφασισθεί κατά πόσο αυτό έχει αποκλεισθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ούτως ώστε να κριθεί τελικά εάν υπό τις περιστάσεις η πρόκληση της ζημιάς ή η καταστροφή είναι παράνομη. Συνεπώς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει την ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων συνδέεται σε τέτοια περίπτωση με το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο του παράνομου της πράξης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Από δε τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το λεκτικό και το σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 324
(1)συνάγεται ότι αυτό δεν προστατεύει από εσκεμμένη ζημιά μόνο τον ιδιοκτήτη περιουσίας αλλά και το πρόσωπο που έχει φυσική κατοχή και χρήση αυτής ήτοι τον νόμιμο κάτοχο εφόσον τέτοια πράξη αποστερεί από το πρόσωπο αυτό το δικαίωμα χρήσης και απόλαυση της περιουσίας. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία άλλωστε θα καθιστούσε μη αξιόποινη την πρόκληση ζημιάς σε περιουσία όταν αυτή βρίσκεται στη νόμιμη κατοχή άλλου προσώπου πλην του ιδιοκτήτη. Στην παρούσα ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε και η μαρτυρία του έγινε δεκτή ότι διατηρεί αμπέλι στην περιοχή και αρνήθηκε ότι δεν έχει τέτοιο. Ακόμη λοιπόν και να γινόταν δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπονούμενος ήταν ιδιοκτήτης του αμπελιού, από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει τουλάχιστον ότι αυτός είχε φυσική κατοχή και χρήση του αμπελιού αφού το καλλιεργούσε κιόλας. Ήταν δηλ. νόμιμος κάτοχος αυτού. Συνεπώς αυτό δεν αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της επίδικης πράξης. Αυτό άλλωστε το δέχθηκε και ο συνήγορος υπεράσπισης. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι η πρόκληση της ζημιάς ήταν παράνομη αφού έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία. Αυτό λοιπόν που απομένει να εξετασθεί είναι αν στοιχειοθετείται και το συστατικό στοιχείο του εσκεμμένου. Το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος επειδή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Από τα όσα λοιπόν έγιναν δεκτά στην παρούσα φαίνονται σχετικά τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος είναι βοσκός και κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε μάντρα στο χωριό Κελοκέδαρα.
- Στο ίδιο χωριό διατηρούσε κατά τον ίδιο χρόνο αμπέλι ο παραπονούμενος.
- Κατά τον επίδικο χρόνο ο παραπονούμενος είδε μέσα στο αμπέλι του περίπου 50 αίγες να τρώνε τους βλαστούς αυτού.
- Κατά τον ίδιο χρόνο ο παραπονούμενος είδε τον κατηγορούμενο να βγάζει τις αίγες αυτές από το αμπέλι και να τις οδηγεί προς την κατεύθυνση της μάντρας του.
- Ο παραπονούμενος φώναζε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός απομακρύνθηκε με τα ζώα στα χωράφια χωρίς να πει οτιδήποτε.
- Τα ζώα που είδε ο παραπονούμενος στο αμπέλι του προκάλεσαν ζημιά αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι προκάλεσαν όλη τη ζημιά που εντοπίσθηκε. Από όλα λοιπόν τα πιο πάνω φαίνεται ότι παρά το ότι τα ζώα του κατηγορούμενου θεάθηκαν μέσα στο αμπέλι να τρώνε τους βλαστούς δεν έχει αποδειχθεί υπό ποιες περιστάσεις αυτά μπήκαν στο αμπέλι, για πόσο χρόνο έμειναν εκεί, ποια ζημιά προκάλεσαν και ποιες ήταν οι σχετικές ενέργειες του κατηγορούμενου κατά το χρόνο αυτό. Αυτό που έχει καταδειχθεί είναι σίγουρα ότι κατά το χρόνο που τον είδε ο παραπονούμενος ο κατηγορούμενος έβγαζε τα ζώα από το αμπέλι και τα απομάκρυνε από αυτό. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω το Δικαστήριο δεν μπορεί από τις ενέργειες του κατηγορούμενου αλλά και από τα υπόλοιπα που έχουν γίνει δεκτά να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα προκάλεσε τη ζημιά στο αμπέλι δηλ. ότι οδήγησε τα ζώα εκεί για να φάνε με επίγνωση του τι έκανε και έχοντας την πρόθεση να το κάνει είτε έστω ότι τα οδήγησε εκεί με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες αυτού δηλ. ότι θα έτρωγαν τους βλαστούς του αμπελιού και θα προκαλούσαν έτσι τη ζημιά. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή δεν μπορεί να οδηγήσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο συμπέρασμα ότι η ζημιά που προκλήθηκε στο επίδικο αμπέλι από τα ζώα του κατηγορούμενου ήταν εσκεμμένη εκ μέρους αυτού. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο