← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νικήτας Νικήτα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2134/07, 26.5.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νικήτας Νικήτα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2134/07, 26.5.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2134/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. Νικήτας Νικήτα
  2. Αριστείδης Κωνσταντίνου Ημερομηνία: 26.5.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενους: κ. Αλεξάνδρου με κ. Φωτίου. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η καταχώρηση της παρούσας αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Η εισήγηση δε αυτή στηρίχθηκε στο ότι καταχωρήθηκε προηγουμένως η υπόθεση 973/07, στην οποία δεν τέθηκαν οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα αν και πηγάζουν από την ίδια σειρά γεγονότων. Ήταν επίσης η εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τους κατηγορούμενους σε αυτό το στάδιο και για αυτόν το λόγο. Αντίθετα ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας καθώς και ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ως εκ των άνω ήταν η εισήγηση της κας Ξενοφώντος όπως οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση έκαστος των κατηγορουμένων αντιμετωπίζει από μια κατηγορία αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1 και 2) και από μια κατηγορία εσκεμμένης παρακώλυσης οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα και νόμιμη εκτέλεση του καθήκοντος, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 3 και 4). Τέλος ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και κατηγορία απόδρασης από νόμιμη σύλληψη, κατά παράβαση του άρθρου 128(β) επίσης του ίδιου Νόμου (κατηγορία 5). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των υπό αναφορά αδικημάτων όλα διαπράχθηκαν στις 2.2.07 στην περιοχή Ανατολικού στο χωριό Αχέλεια της Επαρχίας Πάφου. Έχοντας υπόψην τα ανωτέρω και αφού έχω εξετάσει με προσοχή και αντικειμενικά και μόνο τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία, χωρίς δηλ. να την αξιολογώ και να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής, πράγμα που γίνεται στο τέλος της δίκης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων στις κατηγορίες που ο καθένας αντιμετωπίζει. Το όλο θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Απομένει προς εξέταση η εισήγηση της υπεράσπισης για κατάχρηση διαδικασίας. Νομική Πτυχή Σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος της κατάχρησης διαδικασίας πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα αυτό εξετάστηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 με αναλυτική αναφορά τόσο στη σχετική αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.» Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στη αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και δίδεται ως παράδειγμα, στο οποίο αυτή εκδηλώθηκε, η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες, για να καταλήξει ότι είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Αναφορά γίνεται και στην πιο κάτω διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037: ".... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Περαιτέρω η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου τονίστηκε ότι το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της ως εξής: «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Μετά από επισκόπηση της αγγλική νομολογίας η Χαραλαμπίδης καταλήγει ότι την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, όπου διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και ο σκοπός που τη διαπνέει ως εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Περαιτέρω στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 αναγνωρίσθηκε ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εξηγήθηκε ότι λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Κυπριακής Ποινικής Δικονομίας η αναστολή εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας θα μπορούσε να διαταχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι η συνέχιση εκκρεμούσης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση του δικαιώματος για προσφυγή στο Δικαστήριο και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία αυτή είναι κατ' εξοχή δικαιοδοσία, η οποία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην Constantinides v. Vima
(1983)1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Λέχθηκε επί τούτου ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Έχει συνεπώς το Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει την αναστολή (stay) εκκρεμούσης διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, στην τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου καθώς και ότι η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκλησή της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Στην Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 λέχθηκε ότι αποτελούσε ανέκαθεν εξουσία αλλά και ιδιαίτερη μέριμνα των Δικαστηρίων να αποτρέπουν καταχρήσεις της δικαστικής διαδικασίας από τους διαδίκους με τους κατάλληλους χειρισμούς και μηχανισμούς. Εάν το δικαστήριο δεν ασκούσε τον έλεγχο αυτό θα κινδύνευε να παραμορφωθεί η δικαστική διαδικασία και να χάσει την αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου. Στην Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All. E.R. 401 αναφέρεται ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι αλάνθαστη και ότι δύο Δικαστές μπορούν να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα έχοντας βάση την ίδια μαρτυρία και ότι δεν θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι ο ένας Δικαστής είναι πιο κοντά από τον άλλο σε ένα ορθό συμπέρασμα. Πέραν αυτού η οποιαδήποτε διαφορά σε συμπεράσματα ενδεχομένως να δικαιολογείται και από διαφορές στη μαρτυρία. Καταλήγει ότι αν κανένα σύστημα δικαίου δεν είναι δυνατό να εγγυηθεί ότι κάθε απόφαση είναι ορθή μπορεί τουλάχιστον και θα πρέπει να προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί έτσι ώστε να εξασφαλίσει την αποφυγή συγκρουόμενων αποφάσεων αναφορικά με το ίδιο θέμα. Αν και η απόφαση Connelly εκδόθηκε με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης εντούτοις οι ανωτέρω επισημάνσεις αποτελούν κατά τη γνώμη μου γενικές κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από κάθε Δικαστήριο προς αποφυγή κατάχρησης διαδικασίας και της ταλαιπωρίας και καταπίεσης ενός κατηγορουμένου κατά τη διεξαγωγή μιας ποινικής δίκης. Όσον αφορά λοιπόν την εισήγηση της υπεράσπισης στην παρούσα για κατάχρηση διαδικασίας, η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου σε σχέση με το θέμα αυτό είναι η ακόλουθη: Ο Μ.Κ.1 Αρχιαστυφύλακας 1478 Σωκράτης Σταύρου και ο Μ.Κ.2 Αστ. 4026 Μάριος Στυλιανού, μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου κατά τον επίδικο χρόνο είναι οι δύο από τους τρεις συνολικά μάρτυρες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας. Οι μάρτυρες αυτοί περιλαμβάνονταν και στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 973/
  1. Από τα όσα δε οι ίδιοι είπαν η μαρτυρία τους και για τις δύο υποθέσεις ήταν ακριβώς η ίδια κάτι που φαίνεται και από το γεγονός ότι έκανε ο καθένας μια και μόνο κατάθεση με τα ίδια γεγονότα και για τις δύο υποθέσεις. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δεν έδωσαν μαρτυρία στην υπόθεση 973/
  2. Ο Μ.Κ.3 στην παρούσα Αστ. 3142 Πανίκος Ζωττής ήταν ο εξεταστής αυτής που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μέλος του Γραφείου Μικροπαραβάσεων. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η παρούσα διερευνήθηκε από το Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου γιατί αυτό είναι αρμόδιο αφού η υπόθεση αφορά μικροαδικήματα. Σε ερώτηση γιατί καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές υποθέσεις απάντησε ότι είχε οδηγίες από τους προϊστάμενους του να διερευνήσει ξεχωριστά. Είπε δε σε άλλη σημείο της μαρτυρίας του ότι την υπόθεση διερευνούσαν δύο ξεχωριστά τμήματα και ότι η διερεύνηση από την ΥΚΑΝ γίνεται με οδηγίες του προϊστάμενου τους. Ο ίδιος ανέλαβε τη διερεύνηση την επομένη που έγινε το περιστατικό. Όσον αφορά τη διερεύνηση αυτή είπε ότι το ανακριτικό έργο που έκανε ήταν ότι ζήτησε και πήρε δύο καταθέσεις από τους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ Πάφου και επίσης στις 8.2.07 κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους. Στην ουσία ανέφερε ότι το ανακριτικό του έργο τελείωσε στις 3.2.07 αλλά δεν προχώρησε την ίδια μέρα στις γραπτές κατηγορίες γιατί οι οδηγίες του από τον υπεύθυνο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου ήταν να το κάνει στις 8.2.
  3. Όταν ολοκλήρωσε τη διερεύνηση έστειλε την υπόθεση στην Εισαγγελία για ποινική δίωξη το
  4. Ανέφερε επίσης ότι αφού η υπόθεση διαβιβάσθηκε για ποινική δίωξη ήταν ευθύνη της Εισαγγελίας οι υποθέσεις να πάνε μαζί στο Δικαστήριο. Περαιτέρω είπε ότι το 2010 δηλ. τρία χρόνια μετά μετέβηκε στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η υπόθεση 973/07 με σκοπό να ζητήσει να συμπεριληφθούν στην υπόθεση εκείνη οι κατηγορίες της παρούσας. Είπε ότι συγκεκριμένα κατόπιν συνεννόησης με την Εισαγγελία Πάφου είχε ετοιμασθεί για το σκοπό αυτό σχετικό κατηγορητήριο. Όταν όμως ο μάρτυρας πήγε στο Δικαστήριο εκείνη την ώρα αντεξεταζόταν μάρτυρας στην εν λόγω υπόθεση και έτσι δεν μπορούσε να διακόψει τη διαδικασία για να προβεί στο αίτημα του. Για αυτό το λόγο επιφυλάχθηκε να κάνει το αίτημα του αργότερα. Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι δεν θα υπέβαλλε το αίτημα ο ίδιος στο Δικαστήριο αλλά θα ενημέρωνε τον Εισαγγελέα πράγμα που έκανε και εκείνος του είπε να αποχωρήσει. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν περίμενε την αντεξέταση του μάρτυρα στην άλλη υπόθεση για να υποβάλει το αίτημα είπε ότι ήταν και ο ίδιος μάρτυρας στην υπόθεση για τα ίδια γεγονότα αφού τους κατηγόρησε και δεν μπορούσε να μείνει στο Δικαστήριο. Επανήλθε λοιπόν μετά από μερικές μέρες με σκοπό να υποβάλει το αίτημα του αλλά πληροφορήθηκε ότι είχε γίνει τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην υπόθεση 973/07 και οι κατηγορούμενοι είχαν παραδεχθεί. Τέλος ανέφερε ότι η Αστυνομία δεν θα είχε ένσταση εφόσον υπήρχε παραδοχή στην παρούσα αυτή να ληφθεί υπόψη στην 973/
  5. Στην υπόθεση 973/07, μετά από τροποποίηση του κατηγορητηρίου και προφανώς κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι κατηγορούμενοι άλλαξαν απάντηση, δήλωσαν παραδοχή και στη συνέχεια τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 6 μηνών με αναστολή. Από το σύνολο λοιπόν της μαρτυρίας, η οποία τέθηκε ενώπιον μου και αποτελεί στην ουσία κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, φαίνονται σχετικά τα ακόλουθα: Τόσο τα αδικήματα της παρούσας όσο και αδικήματα που αφορούσαν κατοχή ναρκωτικών διαπράχθηκαν κατ' ισχυρισμό από τους κατηγορούμενους στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο δηλ. στην περιοχή Ανατολικό του χωριού Αχέλεια της Επαρχίας Πάφου στις 2.2.07 (βλ. κατηγορητήριο και τεκμήρια 1 και 2). Όλα δε τα αδικήματα πηγάζουν από την ίδια σειρά διαδοχικών γεγονότων του όλου περιστατικού. Συγκεκριμένα μετά από παρακολούθηση των κινήσεων των κατηγορουμένων από μέλη της ΥΚΑΝ στην εν λόγω περιοχή αυτοί προσπάθησαν να αποφύγουν τον έλεγχο και αφού ανακόπηκαν διέπραξαν τα αναφερόμενα στις κατηγορίες 1-4 της παρούσας αδικήματα ενώ ταυτόχρονα σχεδόν διαπιστώθηκε η διάπραξη και αδικημάτων σχετικά με κατοχή ναρκωτικών. Λίγο αργότερα ακολούθησε η κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας
  6. Τα αδικήματα τα οποία αφορούσαν ναρκωτικά διερευνήθηκαν από την ΥΚΑΝ Πάφου ενώ τα αδικήματα της παρούσας από το Γραφείο Μικροπαραβάσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Μετά τη διερεύνηση όλων των αδικημάτων, η οποία προφανώς ολοκληρώθηκε μέχρι τις 8.2.07 καταχωρήθηκαν εναντίον των κατηγορούμενων δύο ξεχωριστές υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Συγκεκριμένα σε σχέση με τα αδικήματα που αφορούσαν κατοχή ναρκωτικών καταχωρήθηκε η υπόθεση με αριθμό 973/07, η οποία ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 8.2.07 ενώ η παρούσα καταχωρήθηκε στις 9.3.07 και ορίσθηκε για πρώτη εμφάνιση στις 16.4.
  7. Οι δύο από τους τρεις μάρτυρες της παρούσας ήταν και μάρτυρες για τα ίδια γεγονότα και στην υπόθεση 973/
  8. Η δε μαρτυρία του τρίτου μάρτυρα στην παρούσα αν και ήταν ο εξεταστής ήταν στην ουσία τυπική εφόσον το μόνο πράγμα που έκανε επιπλέον ήταν απλά να κατηγορήσει γραπτώς τους κατηγορούμενους. Η κατηγορούσα αρχή είχε τη δικονομική δυνατότητα αλλά και την ευχέρεια ενόψει όλων των ανωτέρω, με βάση τα άρθρα 40-42 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 να καταχωρήσει ένα κατηγορητήριο εναντίον των κατηγορουμένων στο οποίο να συνενώσει όλες τις κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται και στις δύο υποθέσεις. Αντί αυτού επέλεξε να καταχωρήσει δύο διαφορετικά κατηγορητήρια. Η δικαιολογία που στην ουσία δόθηκε για αυτό ήταν ότι τα αδικήματα των δύο υποθέσεων διερευνήθηκαν από δύο διαφορετικά τμήματα της Αστυνομίας. Η εξήγηση όμως αυτή για την καταχώρηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη. Η διερεύνηση του ίδιου επεισοδίου από διαφορετικά τμήματα της Αστυνομίας ήταν εξαρχής γνωστή. Περατώθηκε δε κατά τον ίδιο χρόνο. Η Αστυνομία αποτελεί ένα ενιαίο όργανο και οι ενέργειες της κρίνονται ενιαία με βάση το σύνολο τους και όχι ξεχωριστά και ανάλογα με τις ενέργειες του κάθε τμήματος της. Ο τρόπος δε που λειτουργεί δεν αποτελεί δικαιολογία ιδίως όταν έχει ως αποτέλεσμα να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε οποιονδήποτε πολίτη. Ενόψει λοιπόν αυτού η Αστυνομία όφειλε γνωρίζοντας ότι διερευνάτο η υπόθεση από διαφορετικά τμήματα της να συντονίσει αυτά και να προχωρήσει στην καταχώρηση μιας υπόθεσης με όλα τα αδικήματα. Αλλά και αυτό να μην ήταν εφικτό η κατηγορούσα αρχή είχε τη δικονομική δυνατότητα δυνάμει του άρθρου 83 του Κεφ. 155 να ζητήσει αργότερα τροποποίηση του κατηγορητηρίου στη μια εκ των δύο υποθέσεων με σκοπό την προσθήκη των κατηγοριών της άλλης υπόθεσης. Παρά λοιπόν το ότι η κατηγορούσα αρχή (και εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί στα πλαίσια αυτά να γίνεται διάκριση μεταξύ της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας αυτής) γνώριζε εξ αρχής τα πιο πάνω δηλ. την καταχώρηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων για την ίδια σειρά γεγονότων και με κοινή στην ουσία μαρτυρία, τρία χρόνια μετά την καταχώρηση των υποθέσεων και ενώ στη μια εξ αυτών είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία αποφάσισε να υποβάλει αίτημα για προσθήκη των κατηγοριών της παρούσας στην υπόθεση εκείνη. Το γιατί αυτό αποφασίσθηκε τρία χρόνια μετά δεν εξηγήθηκε. Εν πάση δε περιπτώσει αυτό που φαίνεται τελικά είναι ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στο Δικαστήριο τέτοιο αίτημα. Το ότι η κατηγορούσα αρχή μπορεί να δήλωσε σε κάποιο στάδιο στην παρούσα ότι θα προέβαινε στο διάβημα αυτό και η υπεράσπιση επιφυλάχθηκε ως προς την αποδοχή του δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Αυτό ίσως να είχε κάποια σημασία αν τελικά το αίτημα γινόταν και απορρίπτετο λόγω ένστασης της υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Τα δεδομένα δεν μεταβάλλονται επίσης ούτε από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να ζητήσουν να ληφθεί υπόψην η παρούσα στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής στην υπόθεση 973/07 κάτι για το οποίο η κατηγορούσα αρχή δεν θα είχε ένσταση. Αυτό γιατί κάτι τέτοιο προϋπέθετε ότι οι κατηγορούμενοι θα παραδέχονταν τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στην παρούσα πράγμα που ως είναι απόλυτο δικαίωμα τους δεν έπραξαν. Με αυτό της δε το επιχείρημα η κατηγορούσα αρχή εισηγείται στην ουσία ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της άρνησης των κατηγορουμένων να δηλώσουν παραδοχή σε αδικήματα, τη διάπραξη των οποίων αρνούνται. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό εφόσον όχι μόνο πλήττει το τεκμήριο της αθωότητας αλλά αντιστρατεύεται και κάθε αρχή δικαίου. Με την επιλογή λοιπόν της κατηγορούσας αρχής οι κατηγορούμενοι αναγκάσθηκαν να υποστούν όλες τις συνέπειες της εκδίκασης δύο υποθέσεων, αντί μιας στην οποία θα μπορούσε να συμπεριληφθούν όλες οι κατηγορίες και των δύο υποθέσεων. Συγκεκριμένα αναγκάσθηκαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους δύο φορές, με αποτέλεσμα να υποστούν διπλά έξοδα καθώς και την αχρείαστη ταλαιπωρία αλλά και την αγωνία που επισύρει από άποψη χρόνου αλλά και εκ των πραγμάτων η εκδίκαση δύο ποινικών υποθέσεων στις οποίες σε περίπτωση καταδίκης θα μπορούσαν να επιβληθούν και ποινές φυλάκισης. Μάλιστα κινδυνεύουν αν καταδικασθούν στην παρούσα να τους επιβληθούν ποινές, οι οποίες δεν αποκλείεται να είναι στερητικές της ελευθερίας εφόσον προβλέπονται τέτοιες για τα υπό εξέταση αδικήματα, ενώ για τα αδικήματα της υπόθεσης 973/07 έχουν ήδη τιμωρηθεί με ποινές φυλάκισης 6 μηνών με αναστολή. Περαιτέρω με αυτό τον τρόπο και με δεδομένο ότι η απόδειξη της σειράς των ουσιωδών και κύριων γεγονότων των δύο υποθέσεων στηριζόταν στην ουσία και στη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, ήταν ενδεχόμενο να εκδοθούν και αντικρουόμενες αποφάσεις επί της μαρτυρίας αυτής, εφόσον η κρίση κάθε δικαστή αλλά ακόμη και του ίδιου δικαστή που θα ακούσει τις υποθέσεις μπορεί να είναι διαφορετική ενόψει του ότι μπορεί να υπάρχουν διαφοροποιήσεις από υπόθεση σε υπόθεση τόσο στη μαρτυρία των ίδιων μαρτύρων αλλά και στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τους συνηγόρους και των δύο πλευρών. Περαιτέρω η προαναφερόμενη πιθανότητα επιβολής και άλλων ποινών για το ίδιο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει αίσθημα αδικίας στους κατηγορούμενους όπως και η πιθανότητα έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων για το ίδιο περιστατικό, μπορεί να κλονίσει το αίσθημα εμπιστοσύνης στη δικαστική διαδικασία όχι μόνο των κατηγορουμένων και να πλήξει την αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου. Από το σύνολο λοιπόν των πιο πάνω φαίνεται καθαρά ότι η καταχώρηση και προώθηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων εναντίον των κατηγορουμένων για τον ίδιο σκοπό ενώ μπορούσε να καταχωρηθεί μια, υπό το φως των ιδιαίτερων γεγονότων της παρούσας, απολήγει αναμφίβολα σε έντονη και αχρείαστη ταλαιπωρία και καταπίεση των κατηγορουμένων και σε κατάχρηση του δικαιώματος της κατηγορούσας αρχής για προσφυγή στο Δικαστήριο καθώς και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και συναφώς σε κατάχρηση της διαδικασίας. Επομένως αν και από την αντικειμενική θεώρηση της μέχρι τώρα δοθείσας μαρτυρίας έχει αποδειχτεί εναντίον των κατηγορουμένων εκ πρώτης όψεως υπόθεση, το Δικαστήριο έχει καθήκον, ενόψει των ανωτέρω, να διασφαλίσει την αποφυγή της καταπίεσης των κατηγορουμένων και την παρεμπόδιση της κατάχρησης της διαδικασίας. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει αυτό ενόψει όλων των περιστάσεων της και του σταδίου στο οποίο αυτή βρίσκεται, είναι κατά τη γνώμη μου, η διακοπή από το Δικαστήριο της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω και ασκώντας τη σύμφυτη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς παρεμπόδιση κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών, η παρούσα διαδικασία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 διακόπτεται και αυτοί απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κατάχρηση διαδικασίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.