← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τατιάνα Παύλοβα, Αρ. Υπόθεσης: 2130/07, 27.5.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τατιάνα Παύλοβα, Αρ. Υπόθεσης: 2130/07, 27.5.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2130/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τατιάνα Παύλοβα Ημερομηνία: 27.5.

  1. Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Συμεού. Για Κατηγορούμενη: κ. Φωτίου. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 5-6.10.06 στην Πάφο, με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου, απέσπασε από τη LUCY MYERS από την Αγγλία το ποσό των Λ.Κ.230 σε μετρητά ως προκαταβολή για το ενοίκιο του μήνα Οκτωβρίου ενώ η κατηγορούμενη απολύθηκε από τη Μελίνα Παναγιώτου την 5.10.06 που εργαζόταν με καθήκοντα εισπράξεων ενοικίων για λογαριασμό της πιο πάνω. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρείς μάρτυρες. Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:
  2. Το τεκμήριο 1 δηλ. οι Λ.Κ.230 είναι τα χρήματα που παρέδωσε στις 7.10.06 η κατηγορούμενη στον Αστ. 3785 Δ. Καπλάνιο.
  3. Οι αποδείξεις τεκμήρια 2 και 3 παραδόθηκαν από τη Μελίνα Παναγιώτου στον Αστ. 3785 Δ. Καπλάνιο. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο των μαρτύρων κατηγορίας όσο και της κατηγορούμενης βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η παραπονούμενη Μελίνα Παναγιώτου. Η μάρτυρας αυτή πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της περιέπεσε σε αρκετές ουσιώδεις αντιφάσεις, η εκδοχή της δεν είχε συνοχή ενώ σε κάποια σημεία της δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση της ημερ. 6.10.05 ανέφερε ότι διαθέτει κτηματομεσιτικό γραφείο στο οποίο είχε εδώ και δύο χρόνια ως γραμματέα την κατηγορούμενη, η οποία ορισμένες φορές όταν οι πελάτες πήγαιναν στο γραφείο για να πληρώσουν είσπραττε λεφτά. Στην αντεξέταση της όμως συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη εισέπραττε ενοίκια εκ μέρους της από πελάτες της και είπε ότι τις αποδείξεις τις έκοβε η ίδια και τις έδιδε στην κατηγορούμενη για να εισπράξει ενοίκια. Ήταν δε σίγουρη για αυτό και μάλιστα ανέφερε ότι η κατηγορούμενη ποτέ δεν έκδωσε απόδειξη για οποιοδήποτε μίσθωμα. Σε επόμενη όμως ερώτηση αν είπε ότι έκδιδε από πριν τις αποδείξεις απάντησε αρνητικά ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι τις αποδείξεις για τα μηνιαία ενοίκια τις έβγαζε η ίδια αλλά τις αποδείξεις για την προμήθεια κάποιες φορές τις έβγαζε η κατηγορούμενη. Ανέφερε επίσης ότι στην κατηγορούμενη για να εισπράξει ενοίκια έδιδε προεκδομένες αποδείξεις όπως αυτές του τεκμηρίου
  1. Σε άλλη όμως ερώτηση αν τις αποδείξεις του τεκμηρίου 5 τις έκδιδε, τις έδιδε στην κατηγορούμενη και εκείνη αφού πήγαινε και εισέπραττε τα ενοίκια τους έδιδε την απόδειξη απάντησε αρνητικά ενώ στη συνέχεια είπε ότι τις έβγαζε, τις είχε στο γραφείο και πολλές φορές έρχονταν οι ενοικιαστές στο γραφείο και πλήρωναν, όμως κάποιες φορές πήγαινε και η κατηγορούμενη και εισέπραττε το ενοίκιο όταν δεν έρχονταν να πληρώσουν στην μέρα τους. Δεν απέκλεισε δε να είχε πάρει και η κατηγορούμενη ένα μπλοκ αποδείξεων της παραπονούμενης και να έκδιδε κάποιες αποδείξεις. Ήταν όμως σίγουρη ότι το μπλοκ από το οποίο κόπηκαν οι αποδείξεις τεκμήρια 2 και 3 δεν ήταν δικό της. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι τους τελευταίους 2-3 μήνες ανακάλυψε ότι η κατηγορούμενη την έκλεβε και συγκεκριμένα ότι με ορισμένους πελάτες έκλεινε συμφωνίες για ενοικίαση διαμερισμάτων, χωρίς να ενημερώνει την ίδια και λάμβανε τη σχετική προμήθεια χωρίς να της δίδει τα λεφτά. Δεν της το ανέφερε όμως καθόλου μέχρι τις 5.10.06 επειδή περίμενε να το ξανακάνει. Στην κυρίως εξέταση της όμως είπε, σε ερώτηση εάν θυμάται και άλλες περιπτώσεις εκτός από τη συγκεκριμένη, ότι η κατηγορούμενη το είχε ξανακάνει, είχε εισπράξει ενοίκια αλλά όχι από διαμέρισμα που την πλήρωναν με το μήνα για να το ανακαλύψει αλλά από πελάτες που έμπαιναν στο γραφείο και ήθελαν να ενοικιάσουν διαμέρισμα. Είπε δε μάλιστα ότι για αυτό το ζήτημα της έκανε παρατήρηση. Εδώ όμως φαίνεται από τη μια αντίφαση εφόσον στην κατάθεση της είπε ότι δεν ανέφερε στην κατηγορούμενη τίποτα σχετικά ενώ από την άλλη τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν πήγε να καταγγείλει την κατηγορούμενη τότε. Στην αντεξέταση της δε η βεβαιότητα της ότι η κατηγορούμενη είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο μετατράπηκε σε απλή υποψία. Στην κατάθεση της είπε ότι στις 5.10.06 και ώρα 11:00 όταν πήγε η κατηγορούμενη στο γραφείο συζήτησαν και μάλωσαν γιατί την έκλεβε και έτσι την απέλυσε. Η θέση της όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική εφόσον η ίδια στην κατάθεση της είπε ότι δεν ανέφερε τίποτα σχετικά στην κατηγορούμενη μέχρι τότε επειδή περίμενε να το ξανακάνει. Δεν ανέφερε όμως να έγινε κάτι εκείνη την ημέρα που να δείχνει ότι η κατηγορούμενη ξανάκανε κάτι ώστε να διδόταν στην παραπονούμενη η αφορμή να το συζητήσει μαζί της. Είναι όμως και πάλι εύλογο το ερώτημα γιατί εφόσον η παραπονούμενη πίστευε κάτι τέτοιο δεν κατήγγειλε την κατηγορούμενη στην αστυνομία. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε δε ότι όταν απέλυσε την κατηγορούμενη προφορικά εκείνη της ζήτησε να της δώσει γραπτή απόλυση και η παραπονούμενη της είπε να πάει την επόμενη μέρα για να της την δώσει. Μάλιστα δεν θυμόταν τι της απάντησε η κατηγορούμενη μετά από αυτό. Αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η παραπονούμενη δεν το ανέφερε στην κατάθεση της ενώ εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί δεν της έδωσε γραπτή απόλυση την ίδια μέρα και της είπε να πάει την επόμενη για το σκοπό αυτό. Πέραν τούτου στην αντεξέταση της όταν της τέθηκε αυτό το εύλογο ερώτημα σε αντίθεση με τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση της απάντησε ότι η κατηγορούμενη έφυγε νευριασμένη από το γραφείο και της είπε ότι θα περάσει αύριο μεθαύριο να το πάρει γραπτώς. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση της αν από τότε μέχρι σήμερα έδωσε ή έστειλε στην κατηγορούμενη γραπτώς την απόλυση είπε ότι δεν το έκανε διότι τελικά ξαναβρέθηκαν στην αστυνομία όταν πήγε για να την καταγγείλει για την παρούσα, χωρίς να εξηγήσει πως σχετιζόταν τελικά το ένα με το άλλο. Όταν στην αντεξέταση της της τέθηκε η θέση της κατηγορούμενης ότι όταν η τελευταία της ζητούσε να της δώσει τα δικαιώματα της αυτή της έλεγε ότι απολύεται απάντησε ότι δεν ήταν σίγουρη αν κατάλαβε την ερώτηση αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ εκτός της μέρας που μάλωσαν. Σε υποβολή ότι επανειλημμένα «απέλυσε», γιατί ποτέ δεν απέλυσε στην ουσία, την κατηγορούμενη λόγω του ότι της ζητούσε την καταβολή των χρημάτων που της όφειλε για την εργασία της, απάντησε ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση. Όταν δε της επαναλήφθηκε η υποβολή ρώτησε εάν εννοεί τον μισθό της και όταν της αναφέρθηκε ότι εννοεί τον μισθό, τα δικαιώματα της, τον 13ο και τις υπερωρίες απάντησε και πάλι ότι δεν κατάλαβε. Όλα λοιπόν τα πιο πάνω δείχνουν ότι η παραπονούμενη υπέκφευγε να απαντήσει στα σχετικά ερωτήματα τα οποία περιείχαν στην ουσία τη θέση της κατηγορούμενης. Περαιτέρω στην κατάθεση της είπε ότι μετά που απέλυσε την κατηγορούμενη την ίδια μέρα της είπε να πάει στις 17:00 για να την πληρώσει όπως και έγινε και ότι μάλιστα η παραπονούμενη της είπε ότι δεν θέλει να τη ξαναδεί και η κατηγορούμενη την ευχαρίστησε και έφυγε. Τα πιο πάνω όμως προφανώς δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί δεν είναι λογικό, πάντα σύμφωνα με τα όσα η παραπονούμενη είπε, να απέλυσε την κατηγορούμενη, εκείνη να της ζήτησε γραπτώς την απόλυση της και μάλιστα, σύμφωνα με τη μια εκ των εκδοχών της παραπονούμενης, η κατηγορούμενη να έφυγε νευριασμένη από το γραφείο και να της είπε ότι θα περάσει την επόμενη ή τη μεθεπόμενη για να την πάρει γραπτώς και παρά ταύτα η κατηγορούμενη να πήγε την ίδια μέρα να πληρωθεί και μάλιστα φεύγοντας να ευχαρίστησε κιόλας την παραπονούμενη. Στην αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι όταν πήγε στην αστυνομία στις 6.10.06 για να καταγγείλει την κατηγορούμενη την είδε εκεί. Σε ερώτηση τι έκανε εκεί απάντησε ότι προφανώς φοβήθηκε όταν της είπε ότι θα πήγαινε στην Αστυνομία και από ότι φαίνεται πήγε για να παραδώσει τα λεφτά που πήρε. Η ίδια δεν είπε σε κανένα ότι θα πάει στην αστυνομία και δεν ξέρει πως το έμαθε η κατηγορούμενη ούτε και πως βρέθηκε εκεί. Η πιο πάνω θέση της όμως όσον αφορά το πως η κατηγορούμενη έμαθε ότι θα πήγαινε στην αστυνομία είναι εμφανώς αντιφατική. Αυτό γιατί από τη μια ανέφερε ότι της το είπε η ίδια κάτι που συνάδει και με την εκδοχή της κατηγορούμενης ενώ από την άλλη ότι δεν ανέφερε σε κανένα και δεν ξέρει πως το έμαθε η κατηγορούμενη. Σε ερώτηση στην αντεξέταση της αν για τους Thomas και Lucy Myers έκδιδε το γραφείο της αποδείξεις όπως αυτές του τεκμηρίου 5 δεν ήταν σίγουρη και απάντησε ότι νομίζει ναι. Σε επόμενη δε ερώτηση εάν συνεπώς ήταν η θέση της ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε στο παρελθόν έκδωσε στα πρόσωπα αυτά αποδείξεις όπως αυτές των τεκμηρίων 2 και 3, απάντησε ότι δεν ξέρει. Όταν δε ρωτήθηκε αν τα ενοίκια από τα πρόσωπα αυτά τα εισέπραττε η ίδια απάντησε ότι με αυτούς έχουν κάποιο πρόβλημα γιατί χρωστούν πολλά ενοίκια και ότι όσες φορές είσπραξε ενοίκια έδιδε αποδείξεις όπως του τεκμηρίου
  2. Σε ερώτηση αν για το Σεπτέμβρη είσπραξαν το ενοίκιο από τα πρόσωπα αυτά επανέλαβε ότι αυτοί χρωστούν πολλά ενοίκια και εάν η απόδειξη δεν είναι σε αυτές του τεκμηρίου 5 τότε δεν είσπραξε. Όταν όμως της τέθηκε το εύλογο ερώτημα, με δεδομένο ότι τα πρόσωπα αυτά χρωστούσαν ενοίκια προηγούμενων μηνών δεν θα ήταν λογικό αν την πλήρωναν αυτό να ήταν για το πρώτο μήνα που καθυστερούσαν και όχι για το ενοίκιο του Οκτώβρη, που ως είπε στην κατάθεση της πήγε να εισπράξει, έδωσε τη μη πειστική απάντηση και αντίθετη με τα όσα προανέφερε ότι αυτό είναι μεν λογικό αλλά με το συγκεκριμένο ενοικιαστή έχουν κάποιου είδους συμφωνία και όποτε έχει λεφτά της τα δίδει και ότι αυτός είναι ο συντηρητής του μπλοκ και συμφώνησαν να του κόβει κάποιο ποσό κάθε μήνα για τις υπηρεσίες του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν ήταν ειλικρινής αλλά αντίθετα προσπάθησε με τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο να πείσει για την εκδοχή της και να διαψεύσει την εκδοχή της κατηγορούμενης. Συνεπώς η μαρτυρία της στο μέτρο που δεν συνάδει με αυτή της κατηγορούμενης δεν γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 2495 Ανδρόνικος Τσαππής. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ως τεκμήρια 7 και 7Α την κατάθεση της LUCY MYERS στην αγγλική γλώσσα και την πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 8 ιατρικό πιστοποιητικό από παθολόγο του Νοσοκομείου Πάφου με ημερ. 23.2.10 σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της LUCY MYERS. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 3785 Δημήτρης Καπλάνιος. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης καθώς και σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Πέραν των πιο πάνω όπως και η μαρτυρία του Μ.Κ.2 έτσι και του μάρτυρα αυτού πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Τέλος η κατηγορούμενη πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα, περιέγραψε με σαφήνεια τα επίδικα γεγονότα, ήταν συνεπής και σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες χαρακτηρίζονταν επίσης από λογική και συνοχή και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η μαρτυρία της δε και η όλη εικόνα της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Συνεπώς η εκδοχή της ως προς τα γεγονότα γίνεται δεκτή. Όσον αφορά την κατάθεση της LUCY MYERS (τεκμήριο 7Α) αυτή αποτελεί εμφανώς εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Για να δικαιολογηθεί το γεγονός αυτό προσκομίστηκε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 23.2.10 (τεκμήριο 8) το οποίο αφορά την κατάσταση της υγείας της. Στο εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό αναφέρεται ότι το πρόσωπο αυτό πάσχει από κίρρωση ήπατος συνεπεία της οποίας εισήχθη αρκετές φορές στο Νοσοκομείο Πάφου και ότι παρόλες τις συστάσεις των ιατρών δεν συνεργάζεται και συνεχίζει τη χρήση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ. Καταλήγει ότι λόγω των προβλημάτων της αυτή δεν δύναται να εξασκήσει κανένα επάγγελμα. Από το πιο πάνω πιστοποιητικό φαίνεται λοιπόν ότι το υπό αναφορά πρόσωπο αντιμετωπίζει μεν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας αλλά όχι και ότι δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι η μη κλήτευση της είναι δικαιολογημένη. Παρόλα αυτά σχεδόν όλα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 7Α συνάδουν με τα όσα είπε η κατηγορούμενη και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Συνεπώς γίνονται δεκτά στο μέτρο που συνάδουν με τα όσα ανέφερε η κατηγορούμενη. Δεν γίνεται όμως δεκτό το ότι όταν στις 5.10.06 πήγε η κατηγορούμενη στο διαμέρισμα των Myers αυτή της είπαν ότι δεν είχαν χρήματα και την παρακάλεσαν να πάει την επόμενη οπόταν εκείνη εισηγήθηκε να της δώσουν τα μισά και θα πήγαινε για τα υπόλοιπα την επομένη. Αυτό δεν γίνεται δεκτό γιατί αντίκειται στη θέση της κατηγορούμενης, η οποία ήταν ότι αυτοί της είπαν ότι έχουν μόνο Λ.Κ.120 και της ζήτησαν να πάει την επόμενη για τα υπόλοιπα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
  1. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  2. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  3. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  4. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  5. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  6. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη για δύο χρόνια δούλευε στο κτηματομεσιτικό γραφείο της παραπονούμενης Μ.Κ.
  1. Τα καθήκοντα της ήταν να δείχνει σε πελάτες διαμερίσματα και σπίτια για πώληση ή ενοίκιο καθώς και να εισπράττει τα ενοίκια και να κάνει σχετικές καταθέσεις στο λογαριασμό των ιδιοκτητών των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων. Ανάμεσα στους πελάτες του γραφείου ήταν και οι Thomas και Lucy Myers οι οποίοι ενοικίαζαν το διαμέρισμα 5 στο «Venus Village». Αυτοί δεν πήγαν να πληρώσουν το ενοίκιο για το μήνα Οκτώβριο του 2006 και η παραπονούμενη, όπως συνήθιζε όταν αργούσαν οι πελάτες να πληρώσουν, έστειλε την κατηγορούμενη στο διαμέρισμα τους για να εισπράξει το ενοίκιο. Η κατηγορούμενη πήγε για το σκοπό αυτό εκεί στις 1.10.06, 2.10.06 και 3.10.06 αλλά δεν τους βρήκε. Στις 5.10.06 περί ώρα 12:00 ενώ ήταν στο γραφείο η κατηγορούμενη άρχισε να διαμαρτύρεται και να συζητά με την παραπονούμενη επειδή δεν την είχε πληρώσει για όλο το Σεπτέμβρη καθώς και για το ότι έκανε τις δουλειές του γραφείου με το αυτοκίνητο της και με το τηλέφωνο της και για άλλα προβλήματα της δουλειάς. Αφού συζήτησαν η παραπονούμενη είπε στην κατηγορούμενη «Αν δεν σου αρέσει να φύγεις να πας να βρεις άλλη δουλειά με αυτοκίνητο, τηλέφωνο, 13ο μισθό κλπ». Αυτό για όσο χρόνο δούλευε η κατηγορούμενη εκεί συνέβηκε άλλες δύο με τρεις φορές. Περί ώρα 13:00 της ίδιας μέρας η κατηγορούμενη πήγε για διάλειμμα και επέστρεψε η ώρα 15:
  2. Η παραπονούμενη επέστρεψε στις 17:00 και τότε είπε την κατηγορούμενη «Γιατί είσαι δουλειά αφού σου είπα να μην έλθεις;». Η κατηγορούμενη της είπε «Δώσε μου γραπτώς ότι με απολύεις από τη δουλειά και το λόγο» οπόταν η παραπονούμενη της είπε «Δεν σου δίδω τίποτα γραπτώς και να βρεις το δίκαιο σου όπου θέλεις». Έτσι η κατηγορούμενη είπε στην παραπονούμενη «Αφού δεν μου έδωσες γραπτώς οποιαδήποτε απόλυση εγώ προχωρώ τη δουλειά μου». Την ίδια μέρα και ώρα 17:45 η κατηγορούμενη έφυγε από το γραφείο και πήγε στο διαμέρισμα των Thomas και Lucy και ζήτησε το ενοίκιο για το μήνα Οκτώβριο. Επειδή αυτοί δεν είχαν όλα τα λεφτά έδωσαν στην κατηγορούμενη έναντι το ποσό των Λ.Κ.120 και την παρακάλεσαν να πάει την επόμενη μέρα για το υπόλοιπο. Η κατηγορούμενη μόλις πήρε τα χρήματα αυτά έκδωσε και παρέδωσε στη Lucy απόδειξη για το ποσό αυτό, με αρ. 324461 (τεκμήριο 3). Την επόμενη μέρα δηλ. στις 6.10.06 περί ώρα 16:45 η κατηγορούμενη πήγε ξανά στο εν λόγω διαμέρισμα και εισέπραξε το υπόλοιπο ενοίκιο δηλ. ακόμη Λ.Κ.110, δίδοντας στη Lucy απόδειξη με αρ. 324463 (τεκμήριο 2) για το ποσό των Λ.Κ.230 που ήταν το συνολικό ποσό για το ενοίκιο του μήνα Οκτωβρίου. Αμέσως μόλις έφυγε από εκεί η κατηγορούμενη πήγε στο γραφείο και είπε στην παραπονούμενη να της παραδώσει τα λεφτά από τον εν λόγω ενοίκιο που εισέπραξε. Η παραπονούμενη της είπε «Μην μου δώσεις τίποτα. Κράτα τα και εγώ θα σε καταγγείλω ότι έκλεψες αυτά τα λεφτά» καθώς και ότι θα πάει στην αστυνομία να την καταγγείλει. Όταν αργότερα η παραπονούμενη πήγε στην αστυνομία για να κάνει καταγγελία βρήκε την κατηγορούμενη εκεί. Η κατηγορούμενη περίμενε έξω γιατί ήθελε να ξέρει τι γίνεται. Εναντίον της κατηγορούμενης εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Την επόμενη ημέρα 7.10.06 μετά που ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη, αυτή πήγε στην αστυνομία όπου και συνελήφθη. Όταν της εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης της και της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο απάντησε «Έκαμνα τη δουλειά μου». Στη συνέχεια η κατηγορούμενη παρέδωσε στο Μ.Κ.3 τις Λ.Κ.230 (τεκμήριο 1) που εισέπραξε από τους Thomas και Lucy καθώς και το αντίτυπο χρώματος ροζ της απόδειξης που τους έδωσε με αρ.
  3. Οι αποδείξεις τεκμήρια 2 και 3 παραδόθηκαν στις 6.10.06 από τη Lucy Myers στην παραπονούμενη, η οποία την ίδια μέρα τις παρέδωσε στο Μ.Κ.
  4. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω, εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης εξασφάλισε το ποσό των Λ.Κ.230 από τη Lucy Myers. Σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση η ψευδής παράσταση συνίστατο στο ότι ενώ η κατηγορούμενη είχε προηγουμένως απολυθεί από την παραπονούμενη και συνεπώς δεν ασκούσε πλέον τα καθήκοντα της για είσπραξη ενοικίων μετέβηκε στο διαμέρισμα που ενοικίαζαν οι Myers και εισέπραξε το πιο πάνω ποσό ως ενοίκιο για λογαριασμό της. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και έχουν γίνει δεκτά φαίνεται ότι η παραπονούμενη είπε προφορικά στην κατηγορούμενη μετά από τη συζήτηση που είχαν «Αν δεν σου αρέσει να φύγεις να πας να βρεις άλλη δουλειά με αυτοκίνητο, τηλέφωνο, 13ο μισθό κλπ» και μετά που αυτή επέστρεψε μετά το διάλειμμα «Γιατί είσαι δουλειά αφού σου είπα να μην έλθεις;». Η κατηγορούμενη της είπε τότε «Δώσε μου γραπτώς ότι με απολύεις από τη δουλειά και το λόγο». Η παραπονούμενη αρνήθηκε οπόταν η κατηγορούμενη της είπε «Αφού δεν μου έδωσες γραπτώς οποιαδήποτε απόλυση εγώ προχωρώ τη δουλειά μου». Υπό αυτές τις περιστάσεις η κατηγορούμενη αργότερα την ίδια μέρα πήγε και εισέπραξε μέρος του ενοικίου από τους Myers, κάτι που η παραπονούμενη της είχε αναθέσει λίγες μέρες πριν. Περαιτέρω την επόμενη μέρα πήγε και εισέπραξε το υπόλοιπο ενοίκιο. Φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο θεωρούσε ότι ενόψει του ότι δεν της δόθηκε γραπτώς απόλυση δεν είχε απολυθεί και ότι μπορούσε έτσι να συνεχίσει τη δουλειά της. Όταν λοιπόν πήγε να εισπράξει το ενοίκιο φαίνεται ότι είχε την πεποίθηση ότι εξακολουθούσε να εκτελεί την εργασία της για λογαριασμό της παραπονούμενης. Η πεποίθηση της δε αυτή δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν ήταν εύλογη, ούτε ειλικρινής με δεδομένο ότι και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν συζήτησαν με την παραπονούμενη για το ίδιο θέμα και εκείνη της έλεγε να πάει αλλού να βρει δουλειά με αυτά που ζητούσε, δεν της έδωσε γραπτώς την απόλυση και το λόγο αλλά ούτε και της ζήτησε να της επιστρέψει τα κλειδιά του γραφείου που αυτή κατείχε. Συνεπώς ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα όσα είπε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη συνιστούσαν αντικειμενικά απόλυση της, η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο είχε την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο και ότι ως εκ τούτου συνέχιζε να κάνει τη δουλειά της για λογαριασμό της παραπονούμενης. Κατ' επέκταση ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι στην πραγματικότητα η παράσταση ήταν ψευδής, ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη προέβη σε αυτή γνωρίζοντας ή πιστεύοντας ότι ήταν ψευδής ή μη πιστεύοντας ότι είναι αληθινή. Πέραν των πιο πάνω για στοιχειοθέτηση του επίδικου αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση έγινε με σκοπό την καταδολίευση. Το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος ως έχει προαναφερθεί μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από τα όσα λοιπόν έγιναν δεκτά στην παρούσα φαίνονται σχετικά τα ακόλουθα:
  5. Η κατηγορούμενη εργαζόταν για την παραπονούμενη για δύο περίπου χρόνια. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η είσπραξη ενοικίων για λογαριασμό πελατών της παραπονούμενης.
  6. Η παραπονούμενη είχε αναθέσει λίγες μέρες πριν τις 5.10.06 στην κατηγορούμενη να εισπράξει το ενοίκιο από τους Μyers, οι οποίοι καθυστερούσαν την πληρωμή του.
  7. Είχε μάλιστα πάει για το σκοπό αυτό στο εν λόγω διαμέρισμα σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες δηλ. την 1η, 2η και 3η Οκτωβρίου, χωρίς όμως αποτέλεσμα εφόσον δεν βρήκε τους ενοικιαστές.
  8. Στις 5.10.06 η κατηγορούμενη δεν θεώρησε ότι απολύθηκε από την παραπονούμενη γιατί εκείνη δεν της έδωσε γραπτώς απόλυση και η κατηγορούμενη της δήλωσε ότι για αυτό θα συνεχίσει τη δουλειά της. Η πεποίθηση της δε ότι δεν είχε απολυθεί ήταν εύλογη και ειλικρινής, ως προαναφέρθηκε.
  9. Την ίδια μέρα πήγε στο διαμέρισμα και εισέπραξε από τους Myers έναντι του ενοικίου του μήνα Οκτωβρίου το ποσό των Λ.Κ.
  10. Μάλιστα εξέδωσε και τους παρέδωσε σχετικά την απόδειξη τεκμήριο 3 η οποία αναφέρει ότι ελήφθη το ποσό αυτό από τους Tomas και Lucy για το ενοίκιο του διαμερίσματος 5 «Venus Village» για τον μήνα Οκτώβριο του
  11. Η Lucy της ζήτησε επειδή δεν είχαν όλα τα λεφτά να πάει για τα υπόλοιπα την επόμενη. Έτσι η κατηγορούμενη πήγε την επόμενη δηλ. στις 6.10.06 και αφού εισέπραξε τις υπόλοιπες Λ.Κ.110 έδωσε απόδειξη τεκμήριο 3, η οποία γράφει επίσης ότι λήφθηκε από τους Tomas και Lucy το ποσό των Λ.Κ.230 για το μήνα Οκτώβριο. Όπως δε εξήγησε η κατηγορούμενη η απόδειξη αυτή εκδόθηκε για Λ.Κ.230 που ήταν το συνολικό ποσό του ενοικίου το οποίο και εισπράχθηκε. Όσον δε αφορά το ότι ως ημερομηνίες στις εν λόγω αποδείξεις αναφέρονται οι 6.9.06 και οι 4.10.06 η κατηγορούμενη έδωσε για αυτό κάποια δικαιολογία αλλά εν πάση περιπτώσει αυτό που είναι αναντίλεκτο είναι ότι τα δύο τεκμήρια είναι αποδείξεις που εκδόθηκαν και δόθηκαν στα πρόσωπα που πλήρωσαν για το ενοίκιο του συγκεκριμένου διαμερίσματος.
  12. Αμέσως μόλις έφυγε από εκεί η κατηγορούμενη πήγε στο γραφείο και είπε στην παραπονούμενη να της παραδώσει τα λεφτά από τον εν λόγω ενοίκιο που εισέπραξε. Η παραπονούμενη όμως αρνήθηκε να τα παραλάβει και της είπε να τα κρατήσει και ότι θα πήγαινε στην αστυνομία να την καταγγείλει ότι τα έκλεψε.
  13. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη πήγε στην αστυνομία όπου και την είδε η παραπονούμενη να περιμένει απ' έξω.
  14. Την επόμενη ημέρα 7.10.06 μετά που ο Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη αυτή πήγε στην αστυνομία όπου και συνελήφθη. Όταν της εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης της και της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο απάντησε «Έκαμνα τη δουλειά μου». Στη συνέχεια η κατηγορούμενη παρέδωσε στο Μ.Κ.3 τις Λ.Κ.230 (τεκμήριο 1) που εισέπραξε από τους Thomas και Lucy καθώς και το αντίτυπο χρώματος ροζ της απόδειξης που τους έδωσε με αρ.
  15. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται εδώ είναι εάν από τις πιο πάνω περιστάσεις συνάγεται ως μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη κατά το χρόνο που εισέπραττε το υπό αναφορά ενοίκιο το έκανε αυτό με σκοπό καταδολίευσης και ειδικότερα ως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής επί του προκειμένου, με σκοπό να εξασφαλίσει τα λεφτά του ενοικίου όχι για λογαριασμό της παραπονούμενης αλλά για δικό της λογαριασμό. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι προφανώς αρνητική εφόσον οι ενέργειες της κατηγορούμενης συνάδουν με το ότι αυτή δρούσε πάντα με την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν απολύθηκε και ότι εκτελούσε την εργασία της και εισέπραττε τα λεφτά στα πλαίσια αυτά όχι για δικό της λογαριασμό αλλά για λογαριασμό της εργοδότριας της. Αυτό άλλωστε συνάγεται όχι μόνο από το ότι κατά την είσπραξη των λεφτών έδιδε στα πρόσωπα που πλήρωναν αμέσως γραπτές αποδείξεις, όπου αναφέρονται τα ποσά και το τι αυτά αφορούσαν αλλά και από το ότι η ίδια πήγε να παραδώσει το ποσό αυτό στην παραπονούμενη πριν την καταγγελία, όμως εκείνη δεν το αποδέχθηκε. Περαιτέρω το πιο πάνω συνάγεται και από το ότι πήγε και η ίδια στην αστυνομία την ίδια μέρα που πήγε και η παραπονούμενη όταν εκείνη της ανέφερε ότι θα την κατάγγελε καθώς και από το ότι όταν κλήθηκε την επόμενη πήγε στην αστυνομία και παρέδωσε όχι μόνο το εν λόγω ποσό αλλά και το αντίτυπο της απόδειξης που η ίδια κράτησε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ούτε η ύπαρξη σκοπού καταδολίευσης. Συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απόσπαση χρημάτων με ψ/π) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.