Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Χρίστου Τσαγγαρά, Αρ. Υπόθεσης:14259/2008, 28 Μαΐου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14259/2008 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή ν Γεώργιος Χρίστου Τσαγγαρά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δημητρίου Για τον/ην Κατηγορούμενο: κος Παπαθεοχάρους Κατηγορούμενος: Παρόν ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις Κατηγορίες που εκτίθενται στο Κατηγορητήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2716 Λοΐζο Λοΐζου, Μ.Κ.1, τον Αστυφύλακα 2791 Γιαννακού Χαράλαμπο, Μ.Κ.2 και την Γυναίκα Αστυφύλακα 3381 Νάσω Χαραλάμπους, Μ.Κ.3 . Περαιτέρω δηλώθηκε από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο σαν παραδεκτό γεγονός ότι: « Κατά τον επίδικο χρόνο το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ZKJE 258, οδηγείτο από κον Robert Lovgren.» Οι μάρτυρες κατηγορίας 1, 2 και 3 υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους τις καταθέσεις τους Τεκμήρια 1, 2 και 5 αντίστοιχα, απάντησαν σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 κατέθεσε τα Τ.3 και Τ.4 και η Μ.Κ.3 τα Τ.6 και Τ.7 Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στον επιβαλλόμενο βαθμό εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία και ως εκ τούτου αυτός πρέπει να αθωωθεί. Την θέση του αυτή στήριξε στο ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή με την οποία στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ήτοι: · Δεν έχει δοθεί μαρτυρία αν ο Κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος ή ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου που οδήγησε ο Robert Lovgren (το τρίτο πρόσωπο) με αριθμούς εγγραφής ZKJE 258. · Δεν ετέθη μαρτυρία από το πρόσωπο που οδήγησε το εν λόγω μοτοποδήλατο ότι του είχε επιτραπεί η οδήγηση του από τον Κατηγορούμενο, και · Δεν εδόθη μαρτυρία από την οποία να αποδεικνύεται ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και ότι δεν καλυπτόταν από ασφάλεια. Η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος η δε μαρτυρία δεν είναι αντινομική αλλά ούτε και έχει κλονιστεί από την αντεξέταση σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα καταδίκαζε τον Κατηγορούμενο. Ειδικότερα είναι η θέση της Συνηγόρου ότι το εάν ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ZKJE 258 που οδήγησε το τρίτο πρόσωπο δεν αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Περαιτέρω εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος, ο Μ.Κ.1 στην μαρτυρία του η οποία είναι αναντίλεκτη αφού δεν αμφισβητήθηκε, ανέφερε ότι στις 22.10.2007 στις 02.40 ανέκοψε τον οδηγό του εν λόγω μοτοποδηλάτου στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο για τροχονομικό έλεγχο οπόταν και διαπιστώθηκαν τα αδικήματα: · Της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδηγού. · Της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια υπέρ τρίτου. · Της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος καθ' όν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπέρβαινε το καθορισθέν όριο. · Χωρίς προστατευτικό κράνος. Το πρόσωπο αυτό όταν κατηγορήθηκε παραδέχτηκε άμεσα τις εν λόγω κατηγορίες και αυτό σε συνάρτηση με τα όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3 ενώπιον του Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα ότι είναι αυτός που ενοικίασε το μοτοποδήλατο στο τρίτο πρόσωπο, είναι η θέση της ότι αποτελούν επαρκή μαρτυρία έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 A.A.Δ 191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου(Κατηγορούμενου), δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας βασίζεται στα Άρθρα 2, 49
(1)(γ), 54 και 59 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Νόμος 94
(1)/ 2001. Όπως προνοείτε στο άρθρο 49
(1)(γ): «49.-
(1)πρόσωπο το οποίο - (α) ........ ....................... (β) .............................. (γ) επιτρέπει η ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή να έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς το πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο του οχήματος να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708, η και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας είναι:
- Πρόσωπο να έχει την κατοχή μηχανοκινήτου οχήματος,
- να επιτρέψει ή να ανεχθεί, την οδήγηση τούτου από άλλο πρόσωπο ή το άλλο πρόσωπο να έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος,
- σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, και
- χωρίς το συγκεκριμένο πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας η απόδειξη της σχέσης αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του προσώπου που επέτρεψε η ανέχτηκε την οδήγηση, με το μηχανοκίνητο όχημα. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας βασίζεται στο Άρθρο 3.-
(1)(β) του Νόμου Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων ( Ασφάλιση Ευθύνης έναντι τρίτου) Νόμο 96
(1)/ 2000. Όπως προνοείτε στο εν λόγω άρθρο: «3 -
(1)τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) ................................... (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιαδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας είναι :
- Πρόσωπο να έχει την κατοχή η έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος,
- να προκαλέσει ή επιτρέψει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει τούτο,
- η χρήση του εν λόγω μηχανοκινήτου οχήματος να γίνει σε οδό, και
- κατά τον χρόνο χρήσης του οχήματος από το άλλο πρόσωπο να μην βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που να καλύπτει το εν λόγω πρόσωπο με ευθύνη έναντι τρίτου. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι ούτε και στην περίπτωση του αδικήματος αυτού αποτελεί συστατικό του στοιχείο η απόδειξη της σχέσης του προσώπου που επέτρεψε ή προκάλεσε την χρήση του μηχανοκινήτου οχήματος, με το ιδιοκτησιακό καθεστώς τούτου και συγκεκριμένα κατά πόσο είναι ο ιδιοκτήτης τούτου. Περαιτέρω στην ενώπιον μου υπόθεση το τρίτο πρόσωπο που οδήγησε το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο κατά τον επίδικο χρόνο, όπως ο Μ.Κ.1 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ανακόπηκε σε οδό-δρόμο, ήτοι στην οδό Αγίου Αντωνίου, στην Κάτω Πάφο και από την διερεύνηση τόσο του Μ.Κ.1 όσο και του Μ.Κ.2, διαπιστώθηκε ότι δεν κατείχε άδεια οδήγησης και δεν καλυπτόταν από ασφάλεια έναντι τρίτου αφού δεν επέδειξε τέτοια έγγραφα. Ακόμη από το περιεχόμενο της κατάθεσης του ιδίου του Κατηγορούμενου Τ.2 ενώπιον μου, προκύπτει ότι είναι αυτός που παρεχώρησε το εν λόγω μοτοποδήλατο στο τρίτο πρόσωπο για να το οδηγήσει-χρησιμοποιήσει. Με βάση τα πιο πάνω, τις καθιερωθείσες νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μέχρι το στάδιο αυτό τεθείσας μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την αντικειμενική υπόσταση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ακόμη η ενώπιον μου μέχρι στιγμής τεθείσα μαρτυρία ούτε αντινομική είναι αλλά ούτε και έχει κλονιστεί σε βαθμό που να την καθιστά καθόλα αναξιόπιστη. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στο επιβαλλόμενο από την νομολογία μέτρο και βαθμό, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στις Κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει ώστε να υποχρεούται να προβάλει την Υπεράσπιση του ως το άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Εν όψει λοιπόν της πιο πάνω απόφασης μου καλώ τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος δύναται: (α) Να προβεί σε ανόμωτη δήλωση από το εδώλιο και την θέση που ευρίσκεται, οπόταν δεν θα υπόκειται σε αντεξέταση. (β) Να καταθέσει ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρος, οπόταν θα υπόκειται σε αντεξέταση. (γ) Εξασκώντας το δικαίωμα της σιωπής να μην προβεί ούτε σε δήλωση αλλά ούτε και να καταθέσει ενόρκως. (δ) Οποιοδήποτε από τα πιο πάνω δικαιώματα του κι αν εξασκήσει να καλέσει μάρτυρες προς υπεράσπιση του. ............. Τάσος Κατσικίδης Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο