← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. David Watmough, Αρ. Υπόθεσης: 13219/08, 16.6.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. David Watmough, Αρ. Υπόθεσης: 13219/08, 16.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ.Κατσικίδη Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13219/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή - ν - David Watmough Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16.6.2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τον Κατηγορούμενο: κος Παπακλεοβούλου για κον Φιλίππου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ημερομηνία: 16.6.2010 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο κ. Φιλίππου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του περί Μηχανοκινήτων οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.80

(1)/2000 και τον Ν.166/
  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες. Τον Υπαστυνόμο Αργύρη Φωτίου (Μ.Κ.1) και την κα Ανδρούλλα Λεωνίδου (Μ.Κ.2). Περαιτέρω στις 5.1.2010 με προφορική δήλωση που έγινε και από τις δύο πλευρές εγκρίθηκε δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 και έγιναν αποδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω, τα οποία και αποτελούν συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου: «Το τεκμήριο 5 αποτελεί πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου 4, ήτοι της κατάθεσης του Κατηγορουμένου που λήφθηκε και συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα.» Ο Υπαστυνόμος Αργύρης Φωτίου (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. της ΑΔΕ Πάφου. Το 2006 είχε το βαθμό του Λοχία και υπηρετούσε στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων της ΑΔΕ Πάφου. Στην παρούσα υπόθεση ήταν ο εξεταστής και έχει κάνει γραπτή κατάθεση την οποία κατέθεσε ενώπιον μου χωρίς ένσταση σαν Τεκμήριο
  2. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 υιοθετήθηκε πλήρως από τον Μ.Κ.1 και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, αναφέρει ότι στις 7.2.2006 και περί ώρα 15.05 υπηρετούσε στην ΑΔΕ Πάφου και ήταν τοποθετημένος στην Τροχαία, στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Στις 7.2.2006 και περί ώρα 15.05 ενώ βρισκόταν καθήκον στο Σταθμό έλαβε τηλεφώνημα από τον Λοχία 1653 Κ. Περικλέους της Υ.Κ.Α.Ν. Πάφου, ότι ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο HHP 918 στην οδό Νίκου Νικολαϊδη στην Πάφο. Μετά το τηλεφώνημα επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος με τον Αστυφ. 1054 όπου διαπίστωσε ότι ενεχόμενα ήταν το ιδιωτικό αυτοκίνητο με στοιχεία «ΔΟΚΙΜΗ ΤΕΣΤ 63 - 4» με αριθμό μηχανής 174927 και το αστυνομικό όχημα με αρ. εγγραφής HHP
  3. Εκεί βρήκε και τους δύο ενεχόμενους οδηγούς δηλαδή τον David Watmough από την Αγγλία 51 ετών μόνιμο κάτοικο Κύπρου, οδός Λίθος Valley στη Μεσόγη και τον Λοχία 1653 Κυριάκο Περικλέους της Υ.Κ.Α.Ν. Πάφου. Στην παρουσία και των δύο οδηγών πήρε διάφορα μέτρα, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο επεξήγησε και στους δύο και αφού συμφώνησαν με αυτό το υπέγραψαν. Την ίδια ημέρα 7.2.2006 μεταξύ των ωρών 16.25 - 17.00 στη Τροχαία Πάφου πήρε κατάθεση από τον David Watmough. Στα 9.2.2006 μεταξύ των ωρών 14.05 - 14.10 στην Τροχαία Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον David Watmough για αμέλεια οδηγού και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «The truth is in my statement». Από το δυστύχημα τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές ως ακολούθως: Το αυτοκίνητο «ΔΟΚΙΜΗ ΤΕΣΤ 63 - 4», Αριθμό μηχανής 174927 - Στην μπροστινή δεξιά πόρτα (οδηγού), στη πισινή δεξιά πόρτα (επιβάτη) και στο μπροστινό δεξιό φτερό. Το αυτοκίνητο HHP 918 - Στον μπροστινός προφυλακτήρα, γρίλια, φανάρι αριστερό μπροστινό, τραφικέϊτορ αριστερό και μπροστινό αριστερό φτερό. Το δυστύχημα έγινε η ώρα 15.00, υπήρχε ελαφριά τροχαία κίνηση. Το όριο ταχύτητας στο δρόμο ήταν 50 Χ.Α.Ω και η ορατότητα πέραν των 150 μ. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις της συνηγόρου της κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι: Η ορατότητα και προς τις δύο κατευθύνσεις στο σημείο που έγινε η σύγκρουση ήταν πέραν των 150 μέτρων. Ότι το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος ευρίσκετο στην κατοχή του το και οποίο κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο
  4. Ότι από το Τεκμήριο 2 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής το οποίο κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο
  5. Ότι πήρε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο και κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο 4 την εν λόγω κατάθεση η οποία λήφθηκε στην Αγγλική γλώσσα και σαν Τεκμήριο 5 την πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 4 στην Ελληνική γλώσσα. Με δήλωση που έγινε και από τις δύο πλευρές έγινε και εγκρίθηκε αποδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου
  6. Ότι υιοθετεί όλα τα σημεία και τις μετρήσεις που απεικονίζονται στο Τεκμήριο
  7. Ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 2 και η υπογραφή του είναι αυτή που φαίνεται κάτω από τον αριθμό
  8. Ότι το βέλος στο σημείο που αναγράφεται η λέξη «ΔΟΚΙΜΗ ΤΕΣΤ 63 - 4» δεικνύει την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Ότι από τις έρευνες του προέκυψε ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυς η οποία ονομαζόταν Ανδρούλλα Λεωνίδου η οποία είδε πως έγινε το δυστύχημα και αφού την εντόπισε της πήρε κατάθεση. Στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του κατηγορούμενου ανέφερε: Ότι έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον άλλο εμπλεκόμενο οδηγό καθώς και από την αυτόπτη μάρτυρα στις 7.2.2006, ήτοι την ημέρα του δυστυχήματος. Αφού δε έλαβε όλες τις καταθέσεις που έκρινε ότι ήταν αναγκαίες, κατηγόρησε τον κατηγορούμενο στις 9.2.2006 και διαβίβασε τον φάκελο στον Υπεύθυνο τροχαίας για τα περαιτέρω. Ότι η ένδειξη 1,80 μέτρα στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με το βέλος που σημειώνεται με το γράμμα Β στο Τεκμήριο 3, απεικονίζει το πλάτος του πεζοδρομίου στο συγκεκριμένο σημείο. Ότι η τελική θέση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου δεν έχει σημειωθεί στο Τεκμήριο 3 διότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι μετά την σύγκρουση το όχημα παρακώλυε την τροχαία κίνηση και γι΄ αυτό το μετακίνησε. Ότι το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ήταν 7,40 μέτρα και το σημείο σύγκρουσης Χ απείχε 3 μέτρα από την αριστερή μεριά του δρόμου και ότι το μέσο του δρόμου, εφ΄ όσον το συνολικό πλάτος ήταν 7,40 μέτρα ήταν στα 3,70 μέτρα που αντιστοιχούσε επίσης στο πλάτος της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας. Ότι δεν υπήρχε οριζόντια σήμανση επί του οδοστρώματος που να χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ότι μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου την στιγμή της σύγκρουσης ευρισκόταν και η γυναίκα του από την οποία όμως δεν πήρε κατάθεση διότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως αυτή δεν τραυματίστηκε και δεν ήθελε να δώσει κατάθεση. Περαιτέρω και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ως εξεταστής της υπόθεσης πήρε καταθέσεις και διενήργησε τις ανακρίσεις τις οποίες έκρινε ικανοποιητικές για την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ότι επί του Τεκμηρίου 3 με το λοξό βέλος που σημειώνεται με το γράμμα Α1 σημείωσε την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου σύμφωνα με τις ενδείξεις που είχε. Ότι στη σκηνή όταν μετέβη ήταν παρών ο κατηγορούμενος, ο άλλος ενεχόμενος οδηγός και άλλα άτομα, έμεινε δε μαζί τους στην σκηνή για όσο χρόνο απαιτήθηκε να πάρει τις διάφορες μετρήσεις και να ετοιμάσει το σχέδιο, Τεκμήριο
  9. Στην σκηνή όταν μετέβη δεν ήταν παρούσα η κα Ανδρούλλα Λεωνίδου πλην όμως από τις πληροφορίες που πήρε πληροφορήθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο ακολουθούσε το δεύτερο, το όχημα που ήταν πίσω από τον άλλο ενεχόμενο οδηγό. Από τα άλλα πρόσωπα που ήταν παρόντα στην σκηνή δεν είχε δει άλλος πώς έγινε το δυστύχημα. Ότι την πληροφορία πως η κα Ανδρούλλα Λεωνίδου είχε δει πώς έγινε το δυστύχημα του την έδωσε ο άλλος ενεχόμενος οδηγός, Λοχίας 1653, Κυριάκος Περικλέους. Συγκεκριμένα ο άλλος οδηγός την στιγμή που ενεπλάκη στο δυστύχημα πρόσεξε ότι τον ακολουθούσε και πέρασε δίπλα από το όχημα του μετά την σύγκρουση ένα αυτοκίνητο του οποίου πήρε τους αριθμούς εγγραφής τους οποίους και του έδωσε. Κατόπιν έρευνας ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος ήταν η κα Ανδρούλλα Λεωνίδου την οποία εντόπισε και όταν την ρώτησε αν είδε κάποιο δυστύχημα στην οδό Νίκου Νικολαΐδη αυτή του απάντησε «ναι» και γι΄ αυτό της πήρε γραπτή κατάθεση. Απαντώντας δε σε υποβολή ότι η κα Λεωνίδου Ανδρούλλα δεν ήταν παρούσα όταν έγινε το δυστύχημα, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι σύμφωνα με τα όσα η ίδια του ανέφερε ήταν εκεί και είδε το δυστύχημα. Σε υποβολή ότι μπορούσε να πάρει κατάθεση και από την σύζυγο του κατηγορούμενου και να μην δεχτεί την συμβουλή του για να μην της πάρει, απάντησε ότι δεν πήρε συμβουλή από κανένα οδηγό και ότι ενήργησε και εξέτασε το δυστύχημα σύμφωνα με τα όσα γνώριζε, μέσα στα πλαίσια της δουλειάς του και επειδή έκρινε πως η σύζυγος του κατηγορούμενου δεν θα του έλεγε τίποτα περισσότερο από όσα του είπε ο ίδιος, έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να της πάρει κατάθεση. Ότι επί του Τεκμηρίου 3 με το γράμμα Β1 απεικονίζονται τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του παραπονούμενου. Αυτά είναι απόστασης 6 μέτρων και στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων υπηρέτησε τρία χρόνια σαν υπεύθυνος. Σε ερώτηση γιατί δεν αναφέρει στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, οτιδήποτε σε σχέση με την αυτόπτη μάρτυρα κα Ανδρούλλα Λεωνίδου παρά το ότι αυτή φέρει ημερομηνία 7.6.2006, απάντησε ότι δεν συνηθίζεται να αναφέρεται στις καταθέσεις των εξεταστών το όνομα των αυτοπτών μαρτύρων. Το όνομα του αναφέρεται στην πρώτη σελίδα της γραπτής κατάθεσης της κας Λεωνίδου Ανδρούλλας σαν το πρόσωπο που της πήρε την κατάθεση. Σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ» είναι εντός της αριστερής λωρίδας του δρόμου ως η πορεία των ενεχομένων οχημάτων. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ανέφερε: Ότι δεν μέτρησε τις διαστάσεις των ενεχομένων οχημάτων, και Ότι η ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης και προς τις δύο κατευθύνσεις, βορρά και νότο ήταν 150 μέτρα. Η κα Ανδρούλλα Λεωνίδου, Μ.Κ.2, υιοθέτησε και διάβασε την γραπτής της κατάθεση, Τεκμήριο 6, η οποία και αποτέλεσε μέρος της κυρίας εξέτασης της. Όπως αναφέρει σε αυτή είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου HZP
  10. Την 7.2.2006 και περί ώρα 15.00 περίπου οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Διγενή Ακρίτα και φθάνοντας στο τέλος της που ενώνεται με την οδό Νικόλα Νικολαΐδη σταμάτησε στο σήμα ΑΛΤ. Κοίταξε στα δεξιά της και πρόσεξε ότι ερχόταν ένα αυτοκίνητο τύπου jeep χρώματος άσπρου. Αφού πέρασε από μπροστά της αμέσως εκκίνησε με κατεύθυνση νότια στη Νικολαΐδη και ακολουθώντας το πιο πάνω αυτοκίνητο. Την ίδια ώρα ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλε τύπου jeep ήταν σταθμευμένο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου έξω από το περίπτερο. Εντελώς ξαφνικά ο οδηγός του εισήλθε στο δρόμο με αποτέλεσμα να αντικόψει την πορεία του άσπρου αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να συγκρουστούν, παρά το γεγονός ότι ο οδηγός του άσπρου αυτοκινήτου προσπάθησε πατώντας στόπερ και στρίβοντας προς τα δεξιά να αποφύγει την σύγκρουση. Το συμβάν αυτό έγινε στη παρουσία της και σε απόσταση από εκείνη περί τα δέκα μέτρα. Το αυτοκίνητο χρώματος μπλε ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά και δεν είχε αναμμένο το σηματοδείκτη του ότι θα έβγαινε δεξιά. Αυτή δεν σταμάτησε στο δυστύχημα αλλά πρόσεξε ότι το άσπρο αυτοκίνητο είχε αριθμούς εγγραφής HHP 918 ενώ το μπλε jeep δεν έφερε πινακίδες εγγραφής και νομίζει ήταν καινούργιο. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του κατηγορουμένου ανέφερε ότι: Το αυτοκίνητο της είναι τύπου jeep όπως τύπου jeep ήταν και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΗΡ
  11. Ότι όταν λέει στην κατάθεση της, Τεκμήριο 6, ότι είχε σταματήσει στο σημείο Αλτ εννοούσε ότι σταμάτησε και κοίταξε προς την οδό Νίκου Νικολαΐδη όπου πρόσεξε ένα αυτοκίνητο χρώματος άσπρου τύπου jeep να περνά από μπροστά της και στην συνέχεια εξήλθε στην οδό Νίκου Νικολαΐδη ακολουθώντας το συγκεκριμένο όχημα σε απόσταση περίπου 10 μέτρα από αυτό. Οδηγούσε κρατώντας την λωρίδα της και ακολουθούσε το άσπρο jeep που επίσης κινείτο κανονικά στην πορεία του σύμφωνα με την κατεύθυνση της. Ότι όταν αναφέρει στην κατάθεση της πως ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλε ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου εννοεί ότι ήταν σταματημένο και μέσα σε αυτό είδε ένα κύριο Άγγλο. Ότι το εν λόγω όχημα ήταν σταθμευμένο και εκκίνησε χωρίς να δείξει καν ότι θα εισερχόταν εντός του δρόμου. Ότι όπως ήταν σταθμευμένο το μπλε αυτοκίνητο τύπου jeep στην αριστερή λωρίδα χωρίς να δείξει εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας ανακόπτοντας την ελεύθερη πορεία του άσπρου αυτοκινήτου που ακολουθούσε. Σε υποβολή ότι μέσα στο αυτοκίνητο χρώματος μπλε, τύπου jeep εκτός από τον οδηγό υπήρχε και συνοδηγός, απάντησε ότι δεν θυμόταν διότι δεν σταμάτησε στην σκηνή αλλά συνέχισε την πορεία της. Ότι είδε πολύ καλά ότι ο κατηγορούμενος δεν έδειξε την πρόθεση του να εκκινήσει και να εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας διότι ήταν πολύ κοντά πίσω από το όχημα του άλλου οδηγού. Ότι σε υποβολή ότι ο δεξιός δείκτης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν αναμμένος απάντησε ότι δεν ήταν. Ότι έδωσε κατάθεση την ίδια ημέρα του δυστυχήματος αφού από τα νούμερα εγγραφής του αυτοκινήτου της την εντόπισαν μετά που αυτή έφυγε από την σκηνή και πήγε στην δουλειά της και στο σπίτι της. Ότι είδε το δυστύχημα αφού αυτό έγινε μπροστά της και στην συνέχεια έφυγε από την σκηνή. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Περαιτέρω κάλεσε σαν Μάρτυρα Υπεράσπισης 1 την κα Ιωάννα Παυλίδου. Στην μαρτυρία του ο κατηγορούμενος διάβασε και υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο 4, η οποία και απετέλεσε μέρος της κυρίας εξέτασης του. Σ΄ αυτήν αναφέρει ότι κατάγεται από την Αγγλία και ήρθε στην Κύπρο μαζί με την σύζυγο του πέντε μήνες πριν το συμβάν για να ζήσουν μόνιμα. Την προηγούμενη του συμβάντος εβδομάδα, αγόρασε ένα ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο με αριθμό μηχανής
  1. Στις 7.2.2006 και περί ώρα 15.00 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Νικόλα Νικολαΐδη στην Πάφο και είχε την σύζυγο του Άλισον ως συνοδηγό. Φθάνοντας έξω από το κατάστημα Πετούση οδήγησε το αυτοκίνητο του με χαμηλή ταχύτητα επειδή ήθελε να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την κατεύθυνση του. Έβαλε το σηματοδείκτη του, κοίταξε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και έκανε δεξιό ελιγμό και άρχισε να στρίβει δεξιά για να μπει στο χώρο στάθμευσης του καταστήματος. Εκείνη τη στιγμή ένοιωσε ένα χτύπημα στο αυτοκίνητο του από το αυτοκίνητο το οποίο τον ακολουθούσε στο δρόμο, στη πόρτα του οδηγού. Μετακίνησε το αυτοκίνητο του από αυτό το σημείο επειδή το δυστύχημα συνέβηκε στη μέση του δρόμου και μπλόκαραν την κυκλοφορία. Μετά από δέκα λεπτά αφίχθηκε στη σκηνή η Αστυνομία και στην παρουσία του πήρε μερικές μετρήσεις και σχεδίασε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Αστυνομικός του εξήγησε το σχεδιαγράφημα με το οποίο συμφώνησε και υπέγραψε. Τόσος αυτός όσο και η σύζυγος του δεν τραυματίστηκαν από το δυστύχημα. Το αυτοκίνητο του έπαθε ζημιές στην πόρτα του οδηγού, την πίσω πόρτα και στο μπροστινό δεξιό φτερό. Κατά την ώρα του δυστυχήματος φορούσε την ζώνη ασφαλείας του και η ταχύτητα του ήταν 2 με 3 χιλιόμετρα μόνο. Περαιτέρω απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε και τα εξής: Ότι κατά τον επίδικο χρόνο κατευθυνόταν και πήγαινε στο κατάστημα Πετούση το οποίο βρισκόταν στην οδό Νικολαΐδη και σύμφωνα με την κατεύθυνση του βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε σταθμεύσει σε κανένα σημείο του δρόμου ούτε ήταν σταματημένος αλλά προχωρούσε στον δρόμο με πρόθεση να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του καταστήματος Πετούση. Το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε με το δικό του, το πρόσεξε ενώ οδηγούσε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του και μετά που το είδε προχώρησε, έδειξε με το δεξιό σηματοδείκτη του και ενώ ήταν στην αριστερή λωρίδα και ήταν έτοιμος να αρχίσει ελιγμό με κατεύθυνση προς τα δεξιά ένιωσε την σύγκρουση του αυτοκινήτου που είχε δει στο καθρεφτάκι του στο πλευρό του αυτοκινήτου του. Μετά την σύγκρουση του αυτοκινήτου που είδε στο καθρεφτάκι το οποίο κτύπησε το δικό του αυτοκίνητο στη δεξιά πλευρά, είδε τον οδηγό του να κρατά στο δεξί του χέρι τηλέφωνο. Αυτός παρέμεινε στη σκηνή και του ανάφερε ότι ήταν αστυφύλακας της ΥΚΑΝ. Κατά τον επίδικο χρόνο μέσα στο αυτοκίνητο του βρισκόταν και η σύζυγος του Άλισον σαν επιβάτης. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε τα εξής: Ότι προτού αποφασίσει να στρίψει δεξιά εκινείτο στον κύριο δρόμο συνεχώς και προηγουμένως αντιλήφθηκε ένα δρόμο στα αριστερά του και ένα δρόμο στα δεξιά του. Ότι προτού αποφασίσει να στρίψει δεξιά εκινείτο πολύ αργά διότι δίπλα από το κατάστημα που θα πήγαινε υπήρχε ένα νηπιαγωγείο και επειδή ανέμενε να υπάρχουν παιδιά στην περιοχή οδηγούσε προσεκτικά. Η ταχύτητα αυτή την υπολογίζει ότι ήταν σε τέτοιο ύψος που να του επιτρέπει με ασφάλεια να κάμει ελιγμό για να στρίψει δεξιά. Σε ερώτηση ότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι εκινείτο την ώρα του δυστυχήματος με 2-3 χιλιόμετρα ανά ώρα και γιατί ανάφερε αυτή την ταχύτητα, απάντησε ότι οδηγούσε με ασφαλή ταχύτητα διότι υπήρχε σταυροδρόμι προηγουμένως. Ότι όπως κατευθυνόταν για να στρίψει δεξιά υπήρχε σταυροδρόμι, ένας δρόμος αριστερά και ένας δρόμος δεξιά όπως η κατεύθυνση του, και μετά το σταυροδρόμι 25 μέτρα απόσταση είναι η είσοδος του χώρου στάθμευσης του καταστήματος, αμέσως δε μετά την είσοδο στον εν λόγω χώρο είναι το νηπιαγωγείο. Δεν ήταν σε θέση να πει συγκεκριμένο ύψος ταχύτητας αλλά συνεχώς οδηγούσε ελαττώνοντας την ταχύτητα του για να μπορεί να κάμει ελιγμό δεξιά. Σε ερώτηση πώς ελάττωσε ταχύτητα, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει γιατί το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν ολοκαίνουργιο αλλά επειδή ήταν αυτόματο μάλλον θα σήκωσε το πόδι του από το pedal της βενζίνης και άφησε το αυτοκίνητο μόνο του να ελαττώσει ταχύτητα χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα. Πρώτη φορά που έλεγξε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του ήταν όταν πλησίαζε το σταυροδρόμι οπότε και είδε ένα αυτοκίνητο πίσω του. Ότι όπως κατευθυνόταν είδε το σταυροδρόμι και αντιλήφθηκε ότι από την πάροδο αριστερά του υπήρχε ένα αυτοκίνητο το οποίο αναμενόταν ή να στρίψει αριστερά μπροστά του με την ίδια με αυτόν κατεύθυνση ή να εισέλθει στο δρόμο απέναντι. Αμέσως μετά που πέρασε από το σημείο που ήταν το αυτοκίνητο αυτό σταματημένο στο σταυροδρόμι έδειξε με το σηματοδείκτη του ότι θα στρίψει δεξιά. Ότι προτού αποφασίσει να στρίψει δεξιά οδηγούσε στην μέση της αριστερής λωρίδας της πορείας του. Σε υποβολή ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στην αριστερή πλευρά του δρόμου απάντησε ότι δεν είχε καμία πρόθεση να σταματήσει στην πλευρά αυτή του δρόμου διότι πήγαινε στο κατάστημα για να αγοράσει εμπορεύματα, κάποια από τα οποία ήταν βαριά και γι΄ αυτό πήγαινε με το αυτοκίνητο του. Σε υποβολή ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω του ότι απέκοψε την πορεία του οχήματος ΗΗΡ 918 εισερχόμενος από το σημείο που ήταν σταθμευμένος απότομα μπροστά του, απάντησε ότι δεν ευσταθεί η θέση αυτή. Ότι προτού αποφασίσει να στρίψει δεξιά έλεγξε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του, πέρασε από το σταυροδρόμι και ακολούθως έδειξε ότι θα στρίψει δεξιά έτσι ώστε το όχημα που ερχόταν από πίσω του να αντιληφθεί την πρόθεση του ότι θα έστριβε δεξιά στο κατάστημα Πετούση. Ότι η απόσταση του σημείου σύγκρουσης μέχρι το σταυροδρόμι ήταν 25 μέτρα ακριβώς. Σε υποβολή ότι εισερχόμενος από το σημείο που ήταν σταματημένος στην αριστερή πλευρά του δρόμου χωρίς να δείξει με το σηματοδείκτη του εισήλθε ξαφνικά στο δρόμο, απάντησε ότι ο σηματοδείκτης του λειτουργούσε, βρισκόταν κινούμενος στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ουδέποτε ήταν σταματημένος και τον σηματοδείκτη του τον έθεσε σε λειτουργία ενώ περνούσε από το σταυροδρόμι πριν το σημείο σύγκρουσης. Σε διευκρινιστική ερώτηση από τον συνήγορο του την επανεξέταση του ανέφερε ότι κατέληξε ότι η απόσταση του σημείο «Χ» από το σταυροδρόμι πριν από αυτό είναι 25 μέτρα μετά που επέστρεψε ο ίδιος στην ακηνή και την μέτρησε ο ίδιος. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: Ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 αλλά δεν θυμόταν αν όταν το υπόγραψε ήταν σημειωμένες σε αυτό όλες οι λεπτομέρειες. Ότι ο χώρος στάθμευσης του καταστήματος Πετούση που είχε πρόθεση να εισέλθει είναι αυτός που φαίνεται με ορθογώνιο σχήμα απέναντι από το Β
  2. Σημείωσε δε με το γράμμα «Χ» με μπλε μελάνι επί του δεξιού πεζοδρομίου ως η πορεία του, το σημείο από το οποίο μέτρησε την απόσταση μέχρι το σταυροδρόμι της οδού Διγενή Ακρίτα με την οδό Νικόλα Νικολαΐδη. Ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε έφερε πινακίδες «Δοκιμή». Η Μ.Υ.1 κα Ιωάννα Παυλίδου, στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι: Ότι είναι υπάλληλος στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Τμήμα Ποινικών Υποθέσεων και έλαβε κλήση για να καταθέσει στην παρούσα υπόθεση τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Πάφου με αρ. 13900/
  3. Στη συνέχεια κατάθεσε σαν Τεκμήριο 7 φωτοτυπία του κατηγορητηρίου της Υπόθεσης Ε. Δ. Πάφου 13900/06 και σαν Τεκμήριο 8 το πρωτότυπο του φακέλου της Υπόθεσης Ε.Δ. Πάφου 13900/
  4. Δεν υπήρξε αντεξέταση της Μ.Υ.
  5. Στην αγόρευση του ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου καθότι: Παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από την οποία να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα προς τούτο. Η μόνη μαρτυρία που δόθηκε για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι από την Μ.Κ.2 η οποία είπε απλώς ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το έβλεπε να ήταν πάντα στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι η αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου ήταν κατειλημμένη από το αυτοκίνητο του. Επίσης από τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε και φαίνονται και επί των τεκμηρίων 2 και 3 το σημείο σύγκρουσης απέχει 2,70 μέτρα από την άκρια του αριστερού πεζοδρομίου σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Με δεδομένο αυτό και σε συνάρτηση με το ολικό πλάτος του δρόμου που ήταν 7,40 μέτρα συνάγεται ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Με δεδομένο αυτό και σε συνάρτηση με το ολικό πλάτος του δρόμου που ήταν 7,40 μέτρα συνάγεται ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Τούτο σημαίνει ότι αυτός ο οποίος εισήλθε στην λωρίδα του κατηγορούμενου ήταν ο παραπονούμενος. Όσον δε αφορά τη μαρτυρία που έδωσε ο κατηγορούμενος είναι εισήγηση του συνηγόρου του ότι αυτή δεν έχει κλονιστεί και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της. Περαιτέρω ο συνήγορος του κατηγορούμενου επικαλούμενος τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 7 και το φάκελο της Υπόθεσης 13900/06 Ε.Δ. Πάφου, Τεκμήριο 8, εισηγήθηκε ότι προκύπτει κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής και γι΄ αυτό η διαδικασία και η δίκη στην παρούσα υπόθεση πρέπει να ακυρωθεί. Τη θέση του αυτή στήριξε επικαλούμενος το γεγονός ότι η υπόθεση 13900/06 Ε.Δ. Πάφου διακόπηκε δυνάμει του άρθρου 154 του Κεφ. 155 από την Κατηγορούσα Αρχή, λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής χωρίς ο κατηγορούμενος να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη γι΄ αυτό. Προς τούτο με παρέπεμψε στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Δημήτρης Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 510, Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 294, Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522, καθώς επίσης και στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας του Δικαστή Γιαπανά με αρ. 25258/04 ημερ. 14.12.2005. Είναι εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η επανακαταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου για το ίδιο αδίκημα που είχε καταχωρηθεί η υπόθεση 13900/06, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία ή εξήγηση αποτελεί κατάχρηση και παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ο οποίος δικαιούται να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου. Τούτο βεβαίως διευκρίνησε, χωρίς να αμφισβητείται το συνταγματικά διασφαλισμένο δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να διακόπτει την διαδικασία σε ποινική δίκη και να ξανακαταχωρεί άλλη χωρίς το δικαίωμα του αυτό να υπόκειται σε οποιονδήποτε έλεγχο ή περιορισμό. Από την άλλη όμως τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σε σχέση με την εντός ευλόγου χρόνου διάγνωση της ποινικής του ευθύνης είναι επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα και γι΄ αυτό η νομολογία μέσα από τις αρχές που έχει καθιερώσει καταδεικνύει ότι σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων αυτών η διαδικασία ανακόπτεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται. Αντίθετη είναι η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία στη δική της αγόρευση εισηγείται ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου και γι΄ αυτό θα πρέπει να καταδικαστεί. Σε σχέση με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για κατάχρηση της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση από πλευράς Kατηγορούσας Αρχής είναι η θέση της ότι από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει τέτοιο ζήτημα. Θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα το οποίο έχει θέσει ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφορικά με την διακοπή και επανακαταχώρηση της ποινικής διαδικασίας που αφορά το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης από τον Γενικό Εισαγγελέα και στο κατά πόσο έχουν επηρεαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου για την εντός ευλόγου χρόνου διάγνωσης της ποινικής του ευθύνης η κατά πόσο η συμπεριφορά αυτή συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Τούτο διότι κρίνω πως σε περίπτωση που η απόφαση μου είναι ότι έχουν παραβιασθεί τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, είτε λόγω της παρόδου υπέρμετρα μεγάλου χρονικού διαστήματος είτε λόγω κατάχρησης, τότε η διαδικασία θα ανακοπεί και σαν επακόλουθο ο κατηγορούμενος θα απαλλαγεί από την κατηγορία καθιστώντας την περαιτέρω διερεύνηση της ποινικής του ευθύνης αχρείαστη. Σε σχέση δε με τον χρόνο και στο σημείο της δίκης που έχουν εγερθεί τα εν λόγω ζητήματα, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, τούτο μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, το δε βάρος της στοιχειοθέτησης της κατάχρησης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου. Στην απόφαση Κ.Δ. ν. Ηρακλέους
(1994)2 Α.Α.Δ. 225 αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στην εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, παράπονα για παραβιάσεις των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης το κρίνει επιβεβλημένο. Συνακόλουθα κρίνω ότι μπορούσε να εγερθούν στο στάδιο που ηγέρθηκαν και γι αυτό και προχωρώ στην εξέταση τους. Κατ' αρχάς όπως και ο ίδιος ο συνήγορος του κατηγορούμενου επισημαίνει, το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να διακόπτει και να επαναρχίζει ποινική δίωξη για αδίκημα είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και δε υπόκειται σε έλεγχο από το Δικαστήριο. Αν αυτή η εξουσία ασκείται καταχρηστικά μπορεί μόνο να εξεταστεί σε συνάρτηση με την διερεύνηση υπό του Δικαστηρίου τυχόν παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Όπως επανειλημμένως έχει αναφερθεί υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου η απλή πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη ενός αδικήματος δεν είναι αρκετό στοιχείο για να οδηγήσει στον παραμερισμό και ακύρωση μιας ποινικής διαδικασίας. Όπως νομολογιακά έχει καθιερωθεί το εύλογο του χρόνου εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με άλλες παραμέτρους και με την συμπεριφορά που επιδεικνύουν τα μέρη. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του Συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ 405). Όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της Συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Το τι συνιστά όμως εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(1996)2 Α.Α.Δ 200, υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Έχει νομολογηθεί (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147, ότι είναι εύλογος ο διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της. Όπως επίσης έχει αναφερθεί στα Νομικά Ερωτήματα στην Δημοκρατία ν. Alan Carl Ford, Νομικά Ερωτήματα 305 και 306 ημερ. 11.7.1995, ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα είναι συνυφασμένα με την διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργηση της. Παραθέτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση : «Η προάσπιση των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου βάσει του άρθρου 30
(3)(δ) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι με τον αποκλεισμό της δίκης ως του μέσου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται». Σημαντική διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση θεωρώ την επισήμανση ότι το αντικείμενο του άρθρου 30.2 δεν είναι η παραγραφή των αστικών δικαιωμάτων των διαδίκων στην πολιτική δίκη ή της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου, αλλά ο καθορισμός του πλαισίου για την έγκυρη διαπίστωση τους. Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Για το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας γίνεται αναφορά και στο σύγγραμμα του Archbold, Criminal Pleading and Practice, 2007, σελίδες 353-359, παράγραφοι 4-48 μέχρι 4-58 (από τώρα και στο εξής καλουμένου«ο Archbold». Τα όσα εκτίθενται στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα του έγκριτου συγγραφέα είναι σίγουρα καθοδηγητικά όπως χρήσιμες και καθοδηγητικές είναι και οι αποφάσεις των Αγγλικών δικαστηρίων αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται σε αυτό. Τα Κυπριακά Δικαστήρια ναι μέν δεν δεσμεύονται από τις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων πλην όμως ακολουθούν αυτές ως έχουσες πειστική δύναμη (βλέπε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου στην υπόθεση Κωνσταντίνος Κολοκασίδης ν. Της Δημοκρατίας,
(1992)2 Α.Α.Δ 252). Οι αρχές δε που έχουν καθιερωθεί μέσα από τις αποφάσεις αυτές είναι βασικά οι ίδιες με τις αρχές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει καθιερώσει και μέσα από την δική μας νομολογία και αποφάσεις. Δυνάμει των αρχών αυτών είναι καταπίεση για τον κατηγορούμενο και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας όταν αυτός καλείται να αντιμετωπίσει: (α) μια δίκη η οποία είναι μη δίκαιη, και (β) όταν θα ήταν άδικο γι αυτόν να δικαστεί (βλέπε παραγρ.4-55 του Archbold). To βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του κατηγορούμενου το δε δικαστήριο είναι με πολύ φειδώ που θα εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του και εφ όσον πειστεί με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι τα εγειρόμενα ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που επηρεάζουν αποκλειστικά το δίκαιο της διεξαγωγής της δίκης για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο (βλέπε παραγρ.4-50,4-51 και 4-58 του Archbold). Επίσης βλέπε από το ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 4-54 το απόσπασμα από την απόφαση Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 στο οποίο κατάχρηση της διαδικασίας καθορίζεται κάτι το οποίο είναι τόσο άδικο και λάθος που το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει στην κατηγορούσα αρχή να προχωρήσει σε κάτι που για όλα τα άλλα ζητήματα είναι κανονική η διαδικασία. Από την ενώπιον μου μαρτυρία εκείνο το οποίο προκύπτει, Τ.7 και Τ.8, είναι ότι στις 12/9/2008 επειδή ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας, ήτοι ο οδηγός του άλλου ενεχομένου οχήματος, δεν μπορούσε λόγω επιχείρησης της υπηρεσίας του να ήταν παρόν στο Δικαστήριο για να αρχίσει η ακρόαση και επειδή το Δικαστήριο δεν παρεχώρησε την αιτηθείσαν αναβολή υπό της Κατηγορούσας Αρχής, καταχωρήθηκε προφορική αναστολή της ποινικής δίωξης δυνάμει των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα. Στην συνέχεια και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι στις 16/10/2008 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10/11/
  1. Ως εκ των αναφερθέντων κρίνω ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης 13900/2006, Ε.Δ Πάφου, ή τον χειρισμό της πριν από την καταχώρηση της από τις Αρμόδιες Αρχές. Αντιθέτως προκύπτει ότι οι Ανακριτικές Αρχές διενήργησαν εντός εύλογου χρόνου και ολοκλήρωσαν τις εξετάσεις και ανακρίσεις τους έγκαιρα. Η διακοπή της προηγούμενης ποινικής υπόθεσης 13900/06 που από το Τ.8 προκύπτει ότι καταχωρήθηκε στις 23/10/2006, έγινε λόγω της μη δυνατότητας της Κατηγορούσας Αρχής να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία για λόγο που οφειλόταν στην μη παρουσία του μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου της. Επισημαίνω ότι προηγουμένως η εν λόγω υπόθεση αναβλήθηκε για επίδοση σε διάφορες ημερομηνίες ήτοι στις 16/2/2007, στις 1/6/2007 και στις 13/9/2007 οπόταν αφού του επιδόθηκε, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 9/5/
  2. Στις 9/5/2008 ελλείψει χρόνου του Δικαστηρίου η ακρόαση αναβλήθηκε για τις 12/9/2008 οπόταν λόγω του προβλήματος με το μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής διακόπηκε. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 16/10/2008 και ορίστηκε στις 10/11/
  3. Λόγω μη επίδοσης αναβλήθηκε για να επιδοθεί στον κατηγορούμενο στις 3/3/2009, στις 31/3/2009 και στις 11/5/
  4. Στις 11/5/2009 ο συνήγορος του κατηγορούμενου έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας οπόταν η υπόθεση για να ακουστούν οι θέσεις και των δύο πλευρών, ορίστηκε στις 9/6/
  5. Στις 9/6/2009 ελλείψει χρόνου του Δικαστηρίου η ακρόαση για το εγερθέν ζήτημα αναβλήθηκε για τις 22/9/
  6. Στις 22/9/2009 το εγερθέν ζήτημα, μετά από επισημάνσεις υπό του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για να εξεταστεί, παρέμεινε να εξεταστεί όταν θα ετίθετο ξανά από την υπεράσπιση και νοουμένου ότι θα είχε τεθεί προηγουμένως το υπόβαθρο προς τούτο. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 9/12/2009 οπόταν ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από την Κατηγορούσα Αρχή, στο αίτημα δε αυτό έφερε ένσταση η υπεράσπιση. Λόγω του ότι το Δικαστήριο είχε να επιληφθεί ακρόασης που χρονολογικά προηγείτο της παρούσας επιφύλαξε την απόφαση του για τις 5/1/
  7. Στις 5/1/2009 άρχισε η ακροαματική διαδικασία αφού η Κατηγορούσα Αρχή ήταν έτοιμη προς τούτο. Ακολούθως αναβλήθηκε για συνέχιση στις 12/1/2010 και μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία για τις 21/1/
  8. Στις 21/1/2010 συνεχίστηκε η ακρόαση όμως λόγω προβλήματος που προέκυψε με την μαρτυρία της Μ.Υ.1 αυτή αναβλήθηκε για συνέχιση για τις 29/1/
  9. Στις 29/1/2010 ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με επακόλουθο η υπόθεση να αναβληθεί για συνέχιση και για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη εναντίον του κατηγορούμενου, για τις 23/3/
  10. Λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης αφού ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο εξωτερικό, στις 23/3/2010 η υπόθεση ορίστηκε για προγραμματισμό στις 21/4/
  11. Στις 21/4/2010 μετά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 29/4/
  12. Στις 29/4/2010 ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία και το Δικαστήριο επεφύλαξε την απόφαση του για σήμερα. Όπως λοιπόν διαπιστώνω από την παράθεση της πορείας των δύο υποθέσεων η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου οφείλεται τόσο στην κατηγορούσα αρχή όσο και στον κατηγορούμενο, αλλά και στο ίδιο το Δικαστήριο λόγω της έλλειψης χρόνου για έναρξη ενωρίτερον της ακροαματικής διαδικασίας συνεπεία του φόρτου εργασίας στο πρόγραμμα του. Είναι δε γεγονός ότι η προκληθείσα καθυστέρηση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, εντοπίζεται κυρίως στην διακοπή της υπόθεσης 13900/2006 Ε.Δ Πάφου, για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/9/
  13. Η μετέπειτα καθυστέρηση κρίνω ότι δεν οφείλεται αποκλειστικά στην Κατηγορούσα Αρχή αφού σε αυτή συνέτεινε και ό ίδιος ο κατηγορούμενος με το να οδηγήσει την υπόθεση σε ακρόαση αλλά και με την απουσία του από την Κύπρο και τις αλλεπάλληλες αναβολές για επίδοση. Επισημαίνω ότι σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου προς τον συνήγορο του, μετά το πέρας της τελικής του αγόρευσης δεν αναφέρθηκε τίποτα που να καταδεικνύει πως και ποίο δικαίωμα του κατηγορούμενου έχει επηρεαστεί δυσμενώς για την διεξαγωγή δίκαιης δίκης η οποία ειρήσθω εν παρόδω διεξήχθη και ολοκληρώθηκε. Συνακόλουθα δεν συμφωνώ με τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι η διεξαχθείσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση ή ότι παραβιάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα συνταγματικά δικαιώματα του Κατηγορουμένου. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Ανδρέας Πουμπουρής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 103/07 στην οποία αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι « Το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς». Θεωρώ συνεπώς ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα είναι τέτοιος που πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ως μετριαστικός παράγοντας σε περίπτωση που κατηγορούμενος κριθεί ένοχος, αλλά δεν συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον κατηγορούμενο ότι πρέπει να αποτελέσει λόγο για την πλήρη απαλλαγή του κατηγορούμενου. Τέλος κρίνω ότι η διακοπή και επανακαταχώρηση υπόθεσης από τον Γενικό Εισαγγελέα μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και για να διασφαλίσει την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για την παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, εν όψει και των λοιπών παραμέτρων που εκθέτω πιο πάνω, δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ακόμη δεν διαπιστώνω άλλωστε δεν ετέθη κάν τέτοιος ισχυρισμός η θέση, ότι η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα είχαν στόχο και σκοπό άλλο από εκείνο για τις οποίες τις προορίζει ο νόμος. Ούτε και η διεξαχθείσα δίκη έχω πειστεί από τα όσα έχουν αναφερθεί ότι ήταν μη δίκαιη για τον κατηγορούμενο η ότι ήταν άδικο γι αυτόν η διεξαγωγή της. Όσο αφορά τις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος του κατηγορούμενου από την μελέτη τους έχω διαπιστώσει ότι τα γεγονότα τους διαφέρουν από αυτά της ενώπιον μου. Όσο δε αφορά την απόφαση του αδελφού δικαστή κ. Γιαπανά στην υπόθεση του Ε.Δ. Λευκωσίας υπ' αριθμό 25258/2004 αυτή δεν με δεσμεύει αφού είναι πρωτόδικη και περαιτέρω επισημαίνω ότι τα όσα ισχύουν στην Αγγλία σε σχέση με τους δημόσιους κατήγορους διέπονται από σχετικό κώδικα κάτι που δεν μπορεί να ισχύσει στην Κύπρο ούτε και σαν κατευθυντήριος, αφού το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα είναι ανεξέλεγκτο και χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς. Περαιτέρω και σε αυτήν τα γεγονότα και η πορεία της υπόθεσης δεν προσομοιάζουν με αυτά της ενώπιον μου. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Κ.1 Υπαστυνόμος Φωτίου Αργύρης, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και τούτο διότι χωρίς περιστροφές και ενδοιασμούς απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι το πλάτος του δρόμου όπως φαίνεται και από το Τ.3, ήταν 7,40 μέτρα και η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε σε απόσταση 3 μέτρων ακριβώς από την άκρια του αριστερού πεζοδρομίου ως η πορεία των δύο οχημάτων, ήτοι σε σημείο που βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας τους. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι η Μ.Κ.2 εντοπίστηκε αφού του είχε δοθεί από τον οδηγό του HHP 918 ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου που αυτή οδηγούσε. Ο εντοπισμός της έγινε την ίδια ημέρα και την ίδια ημέρα περί ώρα 18.15 της πήρε την κατάθεση, Τεκμήριο
  14. Επισημαίνω ότι στον Μ.Κ.1 υποβλήθηκε ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν παρούσα και αυτόπτης μάρτυρας στην σκηνή, κάτι το οποίο αυτός αρνήθηκε. Επισημαίνω επίσης ότι ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε καθόλου σε σχέση με τις μετρήσεις και τα ευρήματα του στην σκηνή και συνακόλουθα η μαρτυρία του αυτή παρέμεινε ακλόνητη. Ακόμη σε κανένα σημείο κατά την διάρκεια της αντεξέτασης δεν του υποβλήθηκε η έστω αμφισβητήθηκε, ότι όταν ο Κατηγορούμενος υπόγραψε το Τεκμήριο 2 σε αυτό δεν είχε τοποθετήσει και σχεδιάσει όλα τα σημεία, μετρήσεις και ευρήματα του στην σκηνή έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει και να τοποθετηθεί στην θέση αυτή. Σε σχέση με την μη λήψη κατάθεσης από την σύζυγο του Κατηγορουμένου διευκρίνισε ότι αυτό δεν το έκανε διότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος του το ζήτησε και επίσης διότι με βάση την εμπειρία του στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων έκρινε ότι δεν θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε η λήψη κατάθεσης από μέρους της καθ' ότι αυτή δεν θα έλεγε τίποτα περισσότερο από τα όσα ο σύζυγος της - Κατηγορούμενος. Σε σχέση με την απόσταση του σημείου Χ από το αριστερό πεζοδρόμιο ως η πορεία των δύο οχημάτων, η αναφορά του Συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.1 την καθόρισε στα 2,70 μέτρα επισημαίνω ότι δεν συνάδει στο τι είπε και σημειώσει επι του Τ.2 και Τ.3 ο μάρτυρας αυτός. Την απόσταση αυτή την καθόρισε στα 3,00 μέτρα όπως φαίνεται και στο Τ.3 και συνακόλουθα κρίνω ότι δεν υπήρξε καμία ανακρίβεια η αντίφαση στην μαρτυρία του. Όσο αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, όπως και το Τεκμήριο 2, αποτελούν την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1A 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ 1362 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)
  1. Εν όψει όλων των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως αντιπροσωπεύουσα την πραγματική εικόνα και αλήθεια σε σχέση με τα ευρήματα, μετρήσεις που έκανε στην σκηνή αλλά και τις ενέργειες του μετέπειτα κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος και για τα όσα περί τούτων ανέφερε. Η Μ.Κ.2, κα. Ανδρούλλα Λεωνίδου, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας και οδηγός του οχήματος HZP 110 που ακολουθούσε το όχημα HHP 918 μου έκανε επίσης πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, η μαρτυρία της συνάδει πλήρως με την πραγματική μαρτυρία και σε κανένα σημείο κατά την διάρκεια της αντεξέτασης δεν της υπεβλήθη ότι δεν ήταν παρούσα στην σκηνή του δυστυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο. Ειδικότερα σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία και ότι τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.2 ταυτίζονται πλήρως με αυτήν, υποστηρίζεται και από την ταύτιση των ιχνών τροχοπέδησης που έχουν σημειωθεί επί του Τεκμηρίου 3 το οχήματος HHP 918 με το γράμμα Β2 και την προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης με ελιγμό προς τα δεξιά του οδηγού του, αλλά και με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου που έχουν σημειωθεί με το γράμμα Α2 επί του Τεκμηρίου
  2. Με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο αντέκρουσε όλες τις υποβολές αναφορικά με τον τρόπο και ενέργειες του Κατηγορουμένου πριν και κατά την στιγμή της σύγκρουσης, καθώς επίσης και του οδηγού του αυτοκινήτου HHP 918, έδωσε δε επαρκή δικαιολογία για το πώς και από ποιόν εντοπίστηκε μετά το δυστύχημα και την απομάκρυνση της από την σκηνή. Επίσης ήταν απόλυτα βέβαιη και σαφής για τα όσα είδε μπροστά της και δικαιολόγησε πλήρως την δυνατότητα της να παρακολουθεί τα τεκταίνομενα αφού τα παρακολουθούσε από απόσταση 10 περίπου μέτρων χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα της. Συνακόλουθα δεν θα συμφωνήσω με την θέση του Συνηγόρου Υπεράσπισης αναφορικά με την αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής. Επίσης η επισήμανση του Συνηγόρου Υπεράσπισης πως η Μ.Κ.2 ανέφερε απλά ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου το έβλεπε να ήταν πάντα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, δεν συνάδει με την ενώπιον μου μαρτυρία της, η οποία προέκυψε μάλιστα και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της. Ούτε και το αν δεν θυμόταν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε συνοδηγό στο αυτοκίνητο του επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της ΜΚ.
  3. Συνακόλουθα αποδέχομαι στην ολότητα την μαρτυρία της ΜΚ.2 σαν ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Προς τούτο έχω οδηγηθεί και διότι αυτή ήταν μία μάρτυρας ανεξάρτητη και δεν είχε κανένα απολύτως συμφέρον ή κίνητρο για να διαφοροποιήσει τα όσα είδε και αντιλήφθηκε. Άλλωστε ούτε και της υπεβλήθη οτιδήποτε περί του αντιθέτου η ότι τα όσα κατέθεσε δεν ανταποκρίνοντο στα πραγματικά γεγονότα. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η μαρτυρία του αλλά και η κατάθεση που έδωσε κρίνω ότι δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Ιδιαίτερα εμφανής ήταν η προσπάθεια του κατά την κυρίως εξέταση του, να πείσει ότι ουδέποτε είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στην αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας έξω από ένα περίπτερο αλλά πριν και κατά την σύγκρουση κινείτο κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας του και επέδειξε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά θέτοντας σε λειτουργία τον δεξιό σηματοδότη του για απόσταση 25 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ήτοι αμέσως μόλις διήλθε από την διασταύρωση της οδού Νίκου Νικολαΐδη με την οδό Διγενή Ακρίτα. Ακόμη ο κατηγορούμενος τέσσερα χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα και ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το όχημα που τον ακολουθούσε, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου θυμήθηκε ότι όταν ήλεγξε από το καθρεφτάκι του είδε το όχημα με το οποίο συγκρούστηκε από το σημείο που διήλθε από την διασταύρωση, ήτοι 25 μέτρα πρίν το σημείο Χ. Περαιτέρω σε αντίφαση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήρια 4 και 5, στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε προτού ακόμη αρχίσει τον ελιγμό προς τα δεξιά. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ενώ έκανε δεξιό ελιγμό και άρχισε να στρίβει δεξιά εκείνη την στιγμή ένοιωσε το χτύπημα. Τούτο εκτός από την αντίφαση που παρουσιάζει με το περιεχόμενο της κατάθεσης του έρχεται και σε πλήρη αντίφαση με την πραγματική μαρτυρία και που αφορά τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του. Όπως ο Μ.Κ.1 ανέφερε, αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του, οι ζημιές στο αυτοκίνητο του εντοπίστηκαν στην πόρτα του οδηγού, στην δεξιά πίσω πόρτα και στο δεξιό μπροστινό φτερό. Τούτο με οδηγεί στο μόνο λογικό και αναπόφευκτο συμπέρασμα πως αν η σύγκρουση γινόταν όπως την περιέγραψε ο κατηγορούμενος στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι προτού αρχίσει να στρίβει δεξιά, η σύγκρουση του HHP 918 θα προκαλούσε ζημιές στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Μια ακόμα σοβαρή αντίφαση είναι ότι όταν σε σχετική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε πως δεν θυμόταν αν υπέγραψε το Τεκμήριο 2 και ούτε αν όταν του επεδείχθη υπήρχαν σε αυτό όλες οι ενδείξεις και σημεία που τοποθέτησε σε αυτό ο Μ.Κ.
  4. Η θέση του αυτή έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 στο οποίο ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε και ανέφερε ότι έθεσε την υπογραφή του ο κατηγορούμενος και ενώ σε αυτό είχε ήδη συμπληρώσει όλα τα στοιχεία και σημεία. Επίσης με την ίδια την κατάθεση του Τ.4, στην οποία αναφέρει ότι ο Μ.Κ.1 έκανε πρόχειρο σχέδιο στην σκηνή το οποίο του επεξήγησε και αφού συμφώνησε με αυτό το υπέγραψε. Ακόμη επισημαίνω ότι στο Τ.3 το τόξο κάτω από τις λέξεις «ΔΟΚΙΜΗ ΤΕΣΤ 63-4» Α1 όπως εξήγησε ο Μ.Κ 1 δείχνει την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, το σημείο Α την θέση που ήταν σταθμευμένο και τα ίχνη με το γράμμα Α2 όπως αναφέρει ο Μ.Κ.1 στον επεξηγηματικό πίνακα, είναι τα ίχνη φρένων του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου από τα οποία προκύπτει ότι αρχίζουν από απόσταση 1,10 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο και έχουν διαγώνια κλήση μέχρι το σημείο Χ. Αυτές οι ενδείξεις δεν αμφισβητήθηκαν όταν δε ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τ.2 δεν εξέφρασε οποιαδήποτε διαφωνία η επιφύλαξη για αυτές έρχονται δε σε πλήρη αντίφαση με την εκδοχή του για το πού βρισκόταν το αυτοκίνητο του πρίν την σύγκρουση. Τούτων δεδομένων κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα και τις συνθήκες που οδήγησαν στην σύγκρουση των δύο οχημάτων αλλά και την οδηγική του συμπεριφορά. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι, κατά την 7/2/2006, περί ώρα 15.00 ο κατηγορούμενος στάθμευσε τα όχημα του τύπου jeep, μπλέ χρώματος, με πινακίδες «ΔΟΚΙΜΗ- ΤΕΣΤ 63-4»,στην άκρια της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας έξω από ένα περίπτερο με νότια κατεύθυνση επι της οδού Νικου Νικολαΐδη στην Πάφο (σημείο Α επι του Τ.3). Κατά τον αυτόν χρόνο ο Μ.1 επί του κατηγορητηρίου, κος Κυριάκος Περικλέους, οδηγούσε το υπηρεσιακό όχημα τύπου jeep με αριθμούς εγγραφής ΗΗΡ 918 με την ίδια κατεύθυνση. Το εν λόγω πρόσωπο διήλθε από την διασταύρωση της οδού Νίκου Νικολαΐδη με την οδό Διγενή Ακρίτα, στο Αλτ της οποίας ήταν σταματημένη με το όχημα της με αριθμούς εγγραφής ΗΖΡ 110 τύπου jeep, η M.K.2 αναμένοντας το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΡ 918 να διέλθει για να εισέρθει και αυτή εντός της οδού Νίκου Νικολαΐδη. Μετά την διέλευση του οχήματος ΗΗΡ 918 η Μ.Κ.2 εισήρθε εντός της οδού Νίκου Νικολαΐδη και με νότια κατεύθυνση ακολουθούσε από απόσταση 10 περίπου μέτρων το εν λόγω όχημα. Ο κατηγορούμενος προτού διέλθει το όχημα ΗΗΡ 918 από το σημείο που είχε σταθμεύσει και χωρίς να δείξει την πρόθεση του με τον δεξιό σηματοδείκτη του η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, εκκίνησε απότομα το αυτοκίνητο του και με διαγώνια κατεύθυνση ως το τόξο Α1 επί του Τ.3 και καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με διαγώνια κλήση ως το τόξο Α1 επί του Τ.3, απέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος ΗΗΡ 918 με αποτέλεσμα παρά την προσπάθεια του οδηγού του, με την χρήση των φρένων, 6 μέτρων (σημείο Β2 επί του Τ.3), αλλά και με ελιγμό προς τα δεξιά, τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ επί του Τ.3 σε απόσταση 3 μέτρων από το αριστερό πεζοδρόμιο ως η πορεία των οχημάτων, ήτοι εντός της αριστερής - ορθής λωρίδας που κινούντο τα δύο οχήματα αλλά και το όχημα της Μ.Κ.
  5. Τα γεγονότα τα παρακολούθησε η Μ.Κ.2 αφού αυτά εξελίχθηκαν μπροστά της σε απόσταση 10 περίπου μέτρων, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα της και κάτω υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας. Μετά την σύγκρουση ο κατηγορούμενος μετακίνησε το όχημα του από την τελική του θέση διότι εμπόδιζε την κυκλοφορία. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο οδηγός του οχήματος ΗΗΡ 918 παρέμειναν στην σκηνή μέχρι την άφιξη του Μ.Κ.1 και την ολοκλήρωση των μετρήσεων της σκηνής από αυτόν. Η Μ.Κ.2 μετά την σύγκρουση προχώρησε και αφού διήλθε από την σκηνή μετέβηκε στην δουλειά της και εν συνεχεία στο σπίτι της. Τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου της Μ.Κ.2 σημείωσε ο οδηγός του οχήματος ΗΗΡ 918 και εν συνεχεία τον έδωσε στον Μ.Κ.
  6. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος στις 7.2.2006 και περί ώρα 15.05 βρισκόταν καθήκον στο Σταθμό Τροχαίας Πάφου, έλαβε τηλεφώνημα από τον Λοχία 1653 Κ. Περικλέους της Υ.Κ.Α.Ν. Πάφου, ότι ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο HHP 918 στην οδό Νίκου Νικολαΐδη στην Πάφο. Μετά το τηλεφώνημα επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος με τον Αστυφ. 1054 όπου διαπίστωσε ότι ενεχόμενα ήταν το ιδιωτικό αυτοκίνητο με στοιχεία «ΔΟΚΙΜΗ ΤΕΣΤ 63 - 4» με αριθμό μηχανής 174927 και το αστυνομικό όχημα με αρ. εγγραφής HHP
  7. Εκεί βρήκε και τους δύο ενεχόμενους οδηγούς δηλαδή τον κατηγορούμενο και τον Λοχία 1653 Κυριάκο Περικλέους της Υ.Κ.Α.Ν. Πάφου. Στην παρουσία και των δύο οδηγών πήρε διάφορα μέτρα, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τ.2) το οποίο επεξήγησε και στους δύο και αφού συμφώνησαν με αυτό το υπέγραψαν, χωρίς να εκφράσουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με το τι απεικονίζει. Την ίδια ημέρα 7.2.2006 μεταξύ των ωρών 16.25 - 17.00 στη Τροχαία Πάφου ο Μ.Κ.1 πήρε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τ.4, στην αγγλική γλώσσα, του οποίου πιστή μετάφραση στην ελληνική είναι το Τ.
  8. Στις 9.2.2006 μεταξύ των ωρών 14.05 - 14.10 στην Τροχαία Πάφου ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για αμελές οδήγημα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «The truth is in my statement ». Από το δυστύχημα δεν υπήρξαν τραυματισμοί όμως τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές ως ακολούθως: Το αυτοκίνητο «ΔΟΚΙΜΗ ΤΕΣΤ 63 - 4», Αριθμό μηχανής 174927 - Στην μπροστινή δεξιά πόρτα (οδηγού), στη πισινή δεξιά πόρτα (επιβάτη) και στο μπροστινό δεξιό φτερό. Το αυτοκίνητο HHP 918 - Στον μπροστινό προφυλακτήρα, γρίλια, φανάρι αριστερό μπροστινό, τραφικέϊτορ αριστερό και μπροστινό αριστερό φτερό. Η ορατότητα στο σημείο σύγκρουσης Χ και προς τις δύο κατευθύνσεις ήταν 150 μέτρα και το όριο ταχύτητας στο δρόμο ήταν 50 Χ.Α.Ω. Ο Μ.Κ.1 την ημέρα του δυστυχήματος μετά που πήρε τα στοιχεία του αυτοκινήτου της Μ.Κ.2 από τον οδηγό του ΗΗΡ 918, διαπίστωσε την ταυτότητα της κι ότι ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος ΗΖΡ
  9. Εν συνεχεία ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στην Μ.Κ.2 και περί την 18.15 της 7/2/2006 της πήρε κατάθεση Τ.
  10. Ο Μ.Κ.1 τα ευρήματα και μετρήσεις του που σημείωσε στο Τ.2 τα μετέφερε στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τ.3 του οποίου το περιεχόμενο και ότι απεικονίζεται σε αυτό αποδέχομαι ως ορθά και αποτελούν και ευρήματα μου, εξ αυτών δε έλαβα ιδιαίτερα υπόψη οτι: · Το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει 3.00 μ. από την άκρια του αριστερού πεζοδρομίου ως η πορεία των δύο οχημάτων με κατεύθυνση προς νότο. · Ότι οι πορείες των δύο οχημάτων πρίν την σύγκρουση ήταν ως τα γράμματα Α1 του κατηγορουμένου και Β του άλλου ενεχόμενου οδηγού. · Το τόξο Α1 απεικονίζει την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου την οποία διέγραψε μετά που εκκίνησε από το σημείο που ήταν σταθμευμένος, ήτοι το σημείο Α. · Το πλάτος του δρόμου στο σημείο σύγκρουσης ήταν 7,40 μ. της λωρίδος προς νότο 3,70 μ. και της λωρίδας προς βορρά επίσης 3,70 μ. · Η τελική θέση του αυτοκινήτου ΗΗΡ 918 είναι το σημείο Β
  11. · Το σημείο Α2 επι του Τ.3 απεικονίζει τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και το σημείο Β1 του οχήματος ΗΗΡ
  12. · Τα ίχνη τροχοπέδησης Α2 έχουν διαγώνια κλήση προς το κέντρο της λωρίδας κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση και αρχίζουν από απόσταση 1,10 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1. Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης. (Βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1A Α.Α.Δ 383). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και δεδομένου και του ευρήματος μου ότι το αυτοκίνητο ΗΗΡ 918 πρίν την σύγκρουση εκινείτο σύννομα στην λωρίδα του και ότι ο κατηγορούμενος ενώ είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητο του στο άκρο αριστερό μέρος του οδοστρώματος της εν λόγω λωρίδας, χωρίς να επιδείξει την πρόθεση του να επανεισέλθει εκκίνησε ξαφνικά, με διαγώνια κλήση και νότια κατεύθυνση προς το κέντρο της λωρίδας και απέκοψε την ελεύθερη πορεία του εν λόγω οχήματος, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος και η ενέργεια του η γενεσιουργός αιτία για την προκληθείσα σύγκρουση. Ο κατηγορούμενος χωρίς να ελέγξει καθόλου η επαρκώς για την επερχόμενη τροχαία κίνηση εκ των όπισθεν του και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον δεξιό σηματοδείκτη του και όλως ξαφνικά με το να εκκινήσει και διαγράφοντας διαγώνια πορεία εντός της λωρίδας κυκλοφορίας και μπροστά από το αυτοκίνητο ΗΗΡ 918 χωρίς να αναμένει την ασφαλή διέλευση του, ενήργησε αμελώς. Των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία της παρούσας υπόθεσης. . ........................................... Τάσος Κατσικίδης Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.