Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 1204/07, 23.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1204/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου Ημερομηνία: 23.6.
- Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Συμεού. Για Κατηγορούμενο: κ. Φωτίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα τέσσερεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορείται για εσκεμμένη παρακώλυση οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 21.11.06 στη Κάτω Πάφο, εσκεμμένα παρακώλυσε τον αστυφύλακα 2459 Θ. Νικολάου της ΥΚΑΝ Πάφου, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απείθειας κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία παρέλειψε να υπακούσει σε νόμιμες διαταγές του αστυφύλακα 2459 Θ. Νικολάου της ΥΚΑΝ Πάφου, ο οποίος προσπαθούσε να εκτελέσει ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου και παρόλο που έδωσε οδηγίες στο κατηγορούμενο να εξέλθει από την μπυραρία «Waterhall» για να του γίνει σωματική έρευνα, αυτός αρνείτο να υπακούσει στις πιο πάνω διαταγές. Στην τρίτη κατηγορία κατηγορείται για μεταφορά μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας του. Τέλος στην τέταρτη κατηγορία κατηγορείται για μεταφορά επιθετικού όπλου σε δημόσιο μέρος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Κεφ.
- Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία, σε δημόσιο χώρο δηλαδή στη λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου, μετέφερε επιθετικό όπλο δηλαδή, ένα ρόπαλο. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο των μαρτύρων όσο και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 2937 Παντελής Σοφοκλέους. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ως προς την αξιοπιστία του. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 2986 Κυριάκος Λουκά, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αυτός γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και η όλη εικόνα του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ. 2459 Θ. Νικολάου της Υ.Κ.Α.Ν Πάφου. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα όσα διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο βράδυ, η όλη εκδοχή του ήταν συνεπής, χαρακτηριζόταν από συνοχή αλλά και λογική και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ότι είπε την αλήθεια. Το μόνο που δεν δέχομαι από τη μαρτυρία του είναι ότι το μαχαίρι (τεκμήριο 5) είχε λεπίδα μήκους 8 εκατοστών. Αυτό γιατί στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ δεν μέτρησε το μαχαίρι ενώ δεν διευκρίνισε αν το μέτρησε αργότερα για να διαφανεί αν πράγματι το μήκος της λεπίδας του ήταν 8 εκατοστά, ως ανέφερε στην κατάθεση του, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέταση του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου χωριζόταν σε δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους μέρη. Το πρώτο μέρος αφορούσε το επάγγελμα με το οποίο ασχολείτο κατά τον επίδικο χρόνο, την αναγκαιότητα χρήσης μαχαιριού στα πλαίσια της εργασίας του και στις συνθήκες υπό τις οποίες μετέφερε το επίδικο βράδυ το μαχαίρι τεκμήριο 5 και είχε το ρόπαλο τεκμήριο 6 στο αυτοκίνητο του. Το δεύτερο μέρος αφορούσε τα όσα διαδραματίσθηκαν το επίδικο βράδυ στο μπαρ «Waterhall» και αργότερα. Όσον αφορά το πρώτο μέρος πρέπει να λεχθεί ότι δέχομαι τη μαρτυρία του εφόσον τα όσα ανέφερε σχετικά χαρακτηρίζονταν από συνέπεια αλλά και λογική και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Δεν μπορεί όμως να λεχθεί το ίδιο και για το δεύτερο μέρος. Η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα σε σχέση με αυτό ήταν η ακόλουθη: Όταν εκείνο το βράδυ ο αέρας έγινε πιο δυτικός και η θάλασσα κάλμαρε κάπως περί ώρα 11:30 - 12:30 άφησε δύο υπαλλήλους του για όλο το βράδυ και ο ίδιος με ένα φίλο του πήγε στο μπαρ «Waterhall» για να πιούν ένα ποτό. Μετά από 15 με 20 λεπτά που πήγαν εκεί και ενώ αυτός καθόταν στο μπαρ με το φίλο του σταμάτησε έξω ένα αυτοκίνητο της τροχαίας και κάποιοι είπαν να μετακινηθεί ένα άσπρο τζιπ που ανταποκρινόταν στα νούμερα του αυτοκινήτου του γιατί όπως είπαν δεν ήταν καλά παρκαρισμένο. Ο φίλος του του είπε να μείνει εκεί και να πάει αυτός να μετακινήσει το αυτοκίνητο. Όταν ο φίλος του βγήκε έξω ήλθαν δύο αστυνομικοί τους οποίους ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε και τον ρώτησαν εάν είναι ο Αντρέας Χριστοφόρου. Τους είπε ότι ονομάζεται Χριστοφόρου αλλά όχι Αντρέας. Καθώς τον ρωτούσαν οι αστυνομικοί ο φίλος του επέστρεψε και τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα, το πουκάμισο του σχισμένο και του είπε ότι μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο του δέχτηκε επίθεση από αρκετούς αστυνομικούς και ότι του έκαναν έρευνα και του έβγαλαν και τα ρούχα του. Μετά οι δύο αστυνομικοί έγιναν τέσσερις με πέντε και είπαν στον κατηγορούμενο να βγει έξω από το μπαρ και τον θέλει κάποιος άλλος αστυνομικός. Αυτός αρνήθηκε και τους ρώτησε εάν έχουν οποιοδήποτε ένταλμα. Αυτοί του απάντησαν ότι δεν θέλουν ένταλμα και εκείνος τους είπε ότι αρνείται να βγει και τους παρακάλεσε να μην τον ενοχλούν. Μετά από δύο με τρία λεπτά οι πέντε με έξι αστυνομικοί έγιναν γύρω στους δέκα και του είπαν ότι εάν δεν βγει έξω θα τον πιάσουν πάνω και θα τον σύρουν έξω και εκείνος τους απάντησε ότι εάν νομίζουν ότι αυτό είναι σωστό να κάνουν να το κάνουν. Φορούσε σακάκι και άλλοι τον έπιασαν από το γιακά άλλοι από τα χέρια, άλλοι από τα πόδια, τον σήκωσαν, τον έβγαλαν έξω και του είπαν ότι θέλουν να του κάμουν έρευνα. Εκείνος τους ρώτησε ξανά εάν έχουν ένταλμα έρευνας και του είπαν και πάλι ότι δεν θέλουν ένταλμα. Όταν ξεκίνησαν να του κάνουν έρευνα τους ρώτησε εάν μπορεί να τους ρωτήσει κάτι και εκείνοι αφού σταμάτησαν την έρευνα απάντησαν καταφατικά οπόταν τους ρώτησε αν συνέλαβαν κάποιο με ναρκωτικά και έκαναν αυτό το πράγμα και για ποιο λόγο το έκαναν αφού δεν είχαν κάποια μαρτυρία εναντίον του και εκείνοι του είπαν ότι δεν τους ενδιαφέρει είναι διαταγή από το Αρχηγείο. Τότε εκείνος τους είπε ότι αυτό που έκαναν δεν είναι νόμιμο. Στη συνέχεια της έρευνας βρήκαν το μαχαιράκι στο πίσω μέρος της τσέπης του. Μετά που έκαναν την έρευνα δεν βρήκαν κάτι άλλο και του είπαν να τους δείξει το αυτοκίνητο του. Μέσα σε ορισμένα από τα σκάφη του εκείνο το βράδυ έτυχε να δει μάσκες, πέδιλα, ψαροντούφεκα και στολές και τα μάζεψε όλα και τα έβαλε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Όταν οι αστυνομικοί άνοιξαν πίσω να κάνουν έρευνα είδαν το ρόπαλο που είναι τεκμήριο, τις μάσκες, τα πέδιλα και δύο ψαροντούφεκα καθώς και μία άγκυρα. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε ακόμα ένα μεγάλο μαχαίρι για τις καταδύσεις, το οποίο όμως οι αστυνομικοί δεν είδαν. Σε σχέση με το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ήταν εμφανής η προσπάθεια του μέσα από υπερβολές να πείσει για την εκδοχή του και ιδιαίτερα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι χωρίς λόγο μεγάλος αριθμός αστυνομικών τον προσέγγισε στο μπαρ όπου βρισκόταν και χωρίς να του εξηγήσει ακριβώς το λόγο, του ζήτησε να εξέλθει και αφού αυτός αρνήθηκε τον έσυραν στην ουσία με τη βία έξω από το μπαρ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των υπερβολών του ήταν τα όσα ανέφερε για τον αριθμό των αστυνομικών που τον προσέγγισαν. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αρχικά μπήκαν δύο αστυνομικοί και ότι στη συνέχεια αυτοί έγιναν τέσσερις με πέντε ενώ σε άλλο σημείο στη συνέχεια ανέφερε ότι οι πέντε με έξι αστυνομικοί έγιναν γύρω στους δέκα. Στην αντεξέταση του δε ο τελικός αριθμός των αστυνομικών που τον προσέγγισαν μέσα στο μπαρ ανέφερε ότι ήταν δέκα με δώδεκα. Περαιτέρω κατά την προσπάθεια του αυτή ο κατηγορούμενος περιέπεσε και σε αντιφάσεις σε σχέση με το λόγο για τον οποίο του ζήτησαν οι αστυνομικοί να εξέλθει του μπαρ. Συγκεκριμένα ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι χωρίς να του πουν για έρευνα οι αστυνομικοί που τον προσέγγισαν του είπαν να βγει έξω από το μπαρ και τον θέλει κάποιος άλλος αστυνομικός, χωρίς σε κανένα σημείο αναφερθεί στο Μ.Κ.3, στην αντεξέταση του είπε ότι οι αστυνομικοί του είπαν να βγει έξω και τον θέλει ο Δώρος και ότι μετά ήλθαν και άλλοι αστυνομικοί και τελευταίος ήλθε ο Μ.Κ.3 και του είπε ότι είναι κάτι επείγον και έπρεπε να βγει έξω μαζί τους. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι οι αστυνομικοί του έλεγαν μόνο ότι ήθελαν να βγει έξω να του πουν κάτι ενώ σε άλλο ότι του έλεγαν να βγει έξω και κάτι τον ήθελαν, αναφερόμενος σε πληθυντικό αριθμό και χωρίς να αναφερθεί στο Μ.Κ.3. Τέλος ένα άλλο κύριο σημείο για το οποίο η όλη εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει δεκτή είναι και το ότι αυτή δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας και ιδιαίτερα στο Μ.Κ.3 που ήταν ο μόνος εξ αυτών που βρέθηκε στο μπαρ κατά τον επίδικο χρόνο για να τα σχολιάσει ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να την αξιολογήσει. Το πιο πάνω σε συνδυασμό με τα όσα προαναφέρθηκαν δείχνει ότι τα γεγονότα ως τα έκθεσε ο κατηγορούμενος αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις του και όχι την πραγματικότητα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής όσον αφορά το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του και ως εκ τούτου το μέρος αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Χαλάτσης. Ο μάρτυρας αυτός γνώριζε τον κατηγορούμενο λόγω του ότι εργάστηκε για αυτόν για 5 χρόνια στην επιχείρηση θαλάσσιων σπορ που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στο «Κόραλ Μπιτς». Συγκεκριμένα δούλεψε εκεί ως μηχανικός και σαν οδηγός βάρκας. Ασκεί το επάγγελμα αυτό για 30 περίπου χρόνια. Ήταν δε η θέση του την οποία και εξήγησε ότι το μαχαίρι αποτελεί απαραίτητο εργαλείο κατά την εργασία τους για πρόσωπα που ασχολούνται με θαλάσσια σκάφη. Για αυτό το λόγο ο ίδιος όταν πηγαίνει στη δουλειά του μεταφέρει πάντα στη τσάντα του ανάμεσα σε άλλα εργαλεία και ένα μαχαίρι. Δεν μπορεί να έχει τέτοιο μαχαίρι στην τσέπη του γιατί ο ρουχισμός που φέρει όταν πηγαίνει δουλειά δεν έχει τσέπες. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια και επεξηγούσε τα όσα έλεγε, τα οποία στήριζε στην πολύχρονη πείρα του ως μηχανικός σε θαλάσσια σπορ. Η δε μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι από αυτήν συνάγεται ότι ένα μαχαίρι αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για πρόσωπα που ασχολούνται με θαλάσσια σκάφη αλλά ως ο ίδιος ανέφερε τέτοιο μεταφέρεται όχι πάνω τους και μόνο για σκοπούς της εργασίας τους. Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί ότι η όλη θέση του κατηγορούμενου ως προς τον εντοπισμό του μαχαιριού στη τσέπη του κατά τη σωματική έρευνα στην οποία υπεβλήθη κατά τον επίδικο χρόνο είναι ότι το χρησιμοποίησε λίγο πριν στα πλαίσια της εργασίας του και μετά το ξέχασε στην τσέπη του με αποτέλεσμα να βρεθεί πάνω του κατά την έρευνα και όχι ότι εδικαιούτο να έχει στην κατοχή του μαχαίρι σε ένα μπαρ. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος- (α) ....................................ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης, .................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτίθεται ή να αντιστέκεται ή εσκεμμένα να παρεμποδίζει
- Όργανο τήρησης της τάξης ή άλλο πρόσωπο το οποίο παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο της τάξης, και
- Η επίθεση ή η αντίσταση ή η εσκεμμένη παρεμπόδιση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89 του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2003)σελ. 172-174. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού στην παρ. Β2.25 στη σελ. 172 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). A violent assault in response to a trivial act of unlawfulness on the part of a police officer may be punishable on some other basis (e.g., as a common assault or battery, or as assault occasioning actual bodily harm), but although common assault is necessarily included within any s. 89 assault, courts of summary jurisdiction have no power to convict of included offences, and it may therefore be desirable to draft alternative charges in cases where the legality of the officer's conduct is in doubt (Kerr v DPP; Bentley v Brudzinski
(1982)75 Cr App R 217). The precise limits of a constable's duty remain undefined. It is clear, however, that a police officer may be acting in the execution of his duty, even where he is doing more than the minimum which the law requires of him (Waterfield [1964] 1 QB 164; Coffin v Smith
(1980)71 Cr App R 221). It is also clear that any action amounting to assault, battery, unlawful arrest or trespass to property takes the officer outside the course of his duty (Davis v Lisle [1936] 2 KB 434). Some of the most difficult cases in this area concern the power of a police officer to touch or take hold of an individual (without arresting him) in order to speak with or restrain him. As the Divisional Court held in Donnelly v Jackman [1970] 1 WLR 562, it is not every interference with a citizen's liberty that will amount to a course of conduct sufficient to take the officer out of the execution of his duty; but how far an officer may go in attracting or retaining the citizen's attention appears to be largely a question of fact. In Collins v Wilcock [1984] 1 WLR 1172, a police officer was held to have committed a battery when, without purporting to exercise any lawful power of arrest, she held a woman by the arm in order to question her, whereas in Mepstead v DPP
(1996)160 JP 475, it was held to be lawful for a police officer to take hold of a person's arm in order to attract his attention and calm him down». Ειδικότερα όσον αφορά την έννοια της παρεμπόδισης (obstruction) κατά αστυνομικού οργάνου στην εκτέλεση του καθήκοντος του σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την παρ. Β.2.30 σελ. 173-174 του ίδιου συγγράμματος: «Β2.30: A defendant obstructs a police constable if he makes it more difficult for him to carry out his duty (Hinchcliffe v Sheldon [1955] 1 WLR 1207, obiter). While 'resisting' implies some physical action, no physical act is necessary to constitute obstruction. Simple refusal to answer questions does not constitute an obstruction (Rice v Connolly [1966] 2 QB 414), neither does advising another person not to answer (Green v DPP
(1991)155 JP 816). Answering questions incorrectly may, however, amount to obstruction, although the distinction is not always clear (see Ledger v DPP [1991] Crim LR 439). A person may obstruct by omission, provided that such a person is under an initial duty to act (Lunt v DPP [1993] Crim LR 534). ....................................... In Green v Moore [1982] QB 1044 the court held that a tip-off to persons who were preparing to commit an offence, and who as a result of the tip-off decided not to commit such an offence, could amount to an obstruction. Police could still be said to be acting in execution of their duty even if only making general inquiries before an offence was committed. The court admitted that this was a difficult situation, since the result of the tip-off was in fact the prevention of crime. Liability would turn, however, on the mens rea and the question of whether the defendant's intent was to assist the potential criminal or to assist the police. A constable is not acting in the course of his duty, and a person cannot therefore be liable for obstructing him in the course of such action, if what he is doing is carrying out an arrest which is in fact unlawful (Edwards v DPP
(1993)97 Cr App R 301). If obstruction (rather than resistance) is alleged, it must be proved to have been wilful. The defendant does not commit wilful obstruction if he tries to help the police, even if he actually makes their job more difficult (Wilmott v Atack [1977] QB 498) nor can he be guilty if he is unaware that he is obstructing police officers at all (Ostler v Elliott [1980] Crim LR 584), but if the defendant deliberately obstructs the police, it will be no defence to argue that he was merely trying to prevent the arrest of a person he believed to be innocent (Lewis v Cox [1985] QB 509). As to the obstruction of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104» Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα το αγγλικό κείμενο του οποίου έχει ως ακολούθως: «
- Everyone who disobeys any order, warrant or command duly made, issued or given by any Court, officer or person acting in any public capacity and duly authorised in that behalf is guilty of a misdemeanour and is liable, unless any other penalty or mode of proceeding is expressly prescribed in respect of such disobedience, to imprisonment for two years». Και σε μετάφραση: «Οποιοσδήποτε απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα ή δοθείσα από οποιοδήποτε Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα και το οποίο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται, εκτός εάν οιαδήποτε άλλη ποινή ή διαδικασία καθορίζεται ρητά αναφορικά με την τοιαύτη απείθεια, σε φυλάκιση δύο ετών.». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η ανυπακοή ή απείθεια σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή,
- Το διάταγμα ή το ένταλμα ή η διαταγή να είναι δεόντως εκδοθέντα ή δοθέντα από οποιοδήποτε Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα και το οποίο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό. Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 82 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «82.
(2)Όποιος έχει πάνω του ή μεταφέρει μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής του, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης ενός χρόνου.
(3).................................................................................................................
(4)Κανένας δεν θεωρείται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα δυμάνει του παρόντος άρθρου, αν αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι είχε πάνω του ή μετέφερε εκτός της κατοικίας του ή της αυλής του το μαχαίρι αναφορικά με κάποιο νόμιμο σκοπό, για τον οποίο ήταν αναγκαίο ένα τέτοιο μαχαίρι». Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Ο κατηγορούμενος να μεταφέρει μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη,
- Η μεταφορά αυτή να γίνεται εκτός της κατοικίας ή της αυλής του κατηγορούμενου. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 4 του ίδιου άρθρου αποτελεί υπεράσπιση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε το μαχαίρι εκτός της κατοικίας του ή της αυλής του για κάποιο νόμιμο σκοπό για τον οποίο αυτό ήταν αναγκαίο. Σύμφωνα με το εδάφιο 84 του Ποινικού Κώδικα: «
- Δεν απαγορεύεται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό η μεταφορά κλειστού μικρού μαχαιριού που έχει λεπίδα- (α) μήκους μέχρι τεσσάρων ιντζών, αν αυτή δεν καταλήγει σε μυτερή άκρη, ή (β) μήκους μέχρι δύο και ήμιση ιντζών, αν αυτή καταλήγει σε μυτερή άκρη, εφόσον τέτοιο μικρό μαχαίρι δεν είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μετατρέπεται με ελατήριο ή διαφορετικά σε αμφίστομο μαχαίρι ή σε μαχαίρι το οποίο έχει σταθερή λεπίδα». Το τι συνιστά μαχαίρι και αμφίστομο μαχαίρι καθορίζεται στο άρθρο 86 του ίδιου Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Αμφίστομο μαχαίρι σημαίνει οποιοδήποτε μαχαίρι ή άλλο όργανο το οποίο έχει λεπίδα και στις δύο πλευρές, ανεξάρτητα αν καταλήγει σε μυτερή άκρη ή όχι και περιλαμβάνει και ξίφος σε οποιαδήποτε μορφή». «Μαχαίρι σημαίνει μαχαίρι άλλο από αμφίστομο μαχαίρι το οποίο έχει λεπίδα είτε αυτή καταλήγει σε μυτερή άκρη ή όχι». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η εξαίρεση στην απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριού που εισάγει το άρθρο 84 αφορά μόνο κλειστά μικρά μαχαίρια που έχουν λεπίδα και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που ορίζουν τα (α) και (β) αλλά ακόμη και τα μαχαίρια αυτά εξαιρούνται μόνο αν δεν είναι κατασκευασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να μετατρέπονται με ελατήριο ή διαφορετικά σε αμφίστομο μαχαίρι ή σε μαχαίρι το οποίο έχει σταθερή λεπίδα. Συνεπώς δεν εμπίπτουν στην πιο πάνω εξαίρεση και άρα η απαγόρευση ισχύει για κλειστά μικρά μαχαίρια που έχουν λεπίδα, ανεξαρτήτως του μήκους της λεπίδας, αν είναι κατασκευασμένα με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο. Τέλος η τέταρτη κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 και 3
(1)του Κεφ. 159 τα οποία έχουν ως ακολούθως: «2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά- «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνεται οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. «επιθετικό όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. 3.
(1)Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου». Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι: 1. Ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του, 2. Σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο, 3. Επιθετικό όπλο. Αποτελεί δε υπεράσπιση αν ο κατηγορούμενος έχει το επιθετικό όπλο με νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 1 του αγγλικού Prevention of Crime Act 1953, ανάλυση του οποίου γίνεται στο σύγγραμμα Archbold 2003 παρ. 24-106 - 24-124. Όσον αφορά την έννοια του «έχει μαζί του» στην παρ. 24-110 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «24.110 (
- a)"has with him" Knowledge The words "has with him in any public place" mean "knowingly has with him in any public place", and it is for the prosecution to prove knowledge: R. v. Cugullere, 45 Cr.App.R. 108, CCA. In R. v. McCalla, 87 Cr.App.R. 372, CA, it was held that once a person has something knowingly, he continues to have it until he does something to rid himself of it. Merely forgetting that he has it is not enough to prevent him from continuing to have it. The decision to the contrary in R. v. Russell (R.), 81 Cr.App.R. 315, CA, was held to be per incuriam. When the forgetfulness is coupled with the particular circumstances relating to the original acquisition of the article, that combination could, given sufficient facts, be a reasonable excuse for having the offensive weapon: ibid.; and R. v. Glidewell, 163 J.P. 557, CA (forgetfulness potentially a reasonable excuse where defendant taxi-driver had not introduced the items into his car and had intended to clear them out, but forgot). 24.110a "Has with him" distinguished from possession The words "has with him" require proof of closer contact with the article than mere possession. "Every case of having is one of possessing, but it does not necessarily follow that every case of possessing is one of having ... ": McCalla, ante, and followed in R. v. Daubney, 164 J.P. 519, CA». Όσον αφορά το τι συνιστά επιθετικό όπλο σχετικά είναι τα όσα επίσης αναφέρονται στις παρ. 24-115 - 24-118 του ίδιου συγγράμματος: «24-115 (
- c)"Offensive weapon" Three categories In R. v. Simpson (C.), 78 Cr.App.R. 115, CA, Lord Lane C.J. (considering the definition in s.1
(4), ante, § 24-106a) identified three categories of offensive weapon: those made for use for causing injury to the person, i.e. offensive per se; those adapted for such a purpose; and those not so made or adapted, but carried with the intention of causing injury to the person. In the first two categories, the prosecution do not have to prove that the defendant had the weapon with him for the purpose of inflicting injury (see Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC): if the jury are sure that the weapon is offensive per se, the defendant will only be acquitted if he establishes lawful authority or reasonable excuse (see post). 24-116 Offensive per se In Simpson, ante, Lord Lane C.J. gave as instances of weapons offensive per se a bayonet, a stiletto or a handgun. A police truncheon has been held to be offensive per se: Houghton v. Chief Constable of Greater Manchester, 84 Cr.App.R. 319, CA (Civ. Div.). So have a rice-flail (Copus v. DPP [1989] Crim.L.R. 577, DC) and a swordstick (Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC; R. v. Butler [1988] Crim.L.R. 696, CA). Weapons which are manufactured for an innocent purpose are not offensive per se, e.g. a razor (R. v. Petrie, 45 Cr.App.R. 72, CA); a penknife (R. v. Humphreys [1977] Crim.L.R. 225, CA); some types of sheath knife (see R. v. Williamson, 67 Cr.App.R. 35, CA, and observations thereon in Simpson, ante); a lock-knife (Patterson v. Block
(1984)81 L.S.Gaz. 2458, DC); and a machete and catapult (Southwell v. Chadwick, 85 Cr.App.R. 235, DC). In general, unless the weapon is a flick-knife or butterfly knife (see post) or, perhaps, a swordstick (the Court of Appeal in Butler, ante, thought that the trial judge had been generous in leaving the issue to the jury), the question of whether a weapon is offensive per se is for the jury to decide. 24-117 "adapted for use" This is treated in many cases as being another instance of weapons offensive per se. The example given in Simpson, ante, was a bottle broken deliberately: see Bryan v. Mott, post. 24-118 "for causing injury to the person" In Bryan v. Mott, 62 Cr.App.R. 71, DC, the Crown Court's finding that an article adapted to commit suicide was adapted "for causing injury to the person" was not challenged. For a Crown Court decision to the opposite effect, see R. v. Fleming [1989] Crim.L.R. 71». Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε θαλάσσια σπορ, σκάφη και σχολή καταδύσεων σε μικρό λιμάνι μπροστά από το ξενοδοχείο «Κόραλ Μπιτς». Πιο συγκεκριμένα διατηρούσε τότε μέσα στο εν λόγω λιμανάκι γύρω στα 10 σκάφη διαφόρων τύπων. Τα σκάφη δε αυτά τα είχε δεμένα με σχοινιά για να μην τα παρασύρουν τα ρεύματα. Στις 20.11.06 όταν βράδιασε και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο χώρο της δουλειάς του ξεκίνησε νοτιοδυτικός αέρας με βροντές και βροχές. Έτσι ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο χώρο με δύο υπαλλήλους του και ένα φίλο του για να προσέχει τα σκάφη του εφόσον λόγω των κυμάτων τα σκάφη κουνιούνται και μπορούσε τα σχοινιά με τα οποία ήταν δεμένα να τριφτούν και να κοπούν με αποτέλεσμα τα σκάφη να υποστούν μεγάλη ζημιά. Για το σκοπό αυτό είχε στην κατοχή του σε μικρή θήκη στη ζώνη του μπροστά διάφορα εργαλεία όπως κατσαβίδι και κλειδιά και σε πισινή τσέπη του το μαχαίρι τεκμήριο 5, το οποίο είναι ένα πτυσσόμενο μαχαίρι με μυτερή λεπίδα, το οποίο καταλήγει σε σταθερή λεπίδα και έχει μυτερή άκρη. Τέτοιου είδους μαχαίρι χρησιμοποιείται για να μικράνουν ή να προσθέσουν καθώς και για να κόψουν σχοινιά σε περίπτωση που αυτά πιαστούν κάπου. Το μαχαίρι τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος το χρησιμοποίησε εκείνο το βράδυ για να κόψει μικρά σχοινιά που ήταν τα καλύμματα της τιμονιέρας και να τα δέσει για να μην πιάνουν νερά τα ηλεκτρονικά των σκαφών. Μετά την χρήση του το έβαλε ξανά σε πισινή τσέπη του. Όταν ο αέρας έγινε πιο δυτικός και η θάλασσα κάλμαρε κάπως άφησε δύο υπαλλήλους του για όλο το βράδυ και ο ίδιος με τον φίλο του πήγε για ένα ποτό στο μπαρ «Waterhole» το οποίο βρίσκεται στην Κ. Πάφο σε απόσταση περίπου 25 λεπτά με το αυτοκίνητο από το χώρο εργασίας του. Το μαχαίρι τεκμήριο 5 το ξέχασε στην τσέπη του και το μετέφερε μαζί του. Το ρόπαλο τεκμήριο 6 είναι ρόπαλο το οποίο χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή του αθλήματος του μπέιζμπολ. Τέτοιου είδους ρόπαλα πωλούνται σχεδόν σε όλα τα αθλητικά καταστήματα στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος αγόρασε και έφερε το τεκμήριο 6 από την Κούβα και το χρησιμοποιεί για να παίζει με το γιό του. Συγκεκριμένα του ρίχνει μια μπάλα και εκείνος την χτυπά με το ρόπαλο αυτό. Στις 20.11.06 πρόσωπο από το Αρχηγείο Αστυνομίας μετέφερε στον προϊστάμενο του Μ.Κ.3, ο οποίος ήταν μέλος της ΥΚΑΝ Πάφου, πληροφορία που υπήρχε ότι το εκείνο το βράδυ ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά. Την πληροφορία αυτή ο προϊστάμενος του την μετέφερε στη συνέχεια στο Μ.Κ.3 και με βάση αυτήν εκδόθηκε και ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου για τον εντοπισμό ναρκωτικών. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 με άλλους συναδέλφους του αναζήτησε τον κατηγορούμενο. Στις 21.11.06 και ώρα 02:00 ο Μ.Κ.3 με τους Αστ. 362 Γ. Γεωργίου, Αστ. 2790 Σ. Νεοφύτου, Αστ. 4067 Δ. Χριστοφίδη και Αστ. 3611 Βλ. Αναξαγόρου εντόπισαν στο μπαρ «Waterhole» τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.3 εισήλθε στο μπαρ και αφού πλησίασε τον κατηγορούμενο και παρά το ότι εκείνος τον γνώριζε προσωπικά τον πληροφόρησε ότι ήταν από την Αστυνομία καθώς και για τις υπόνοιες που είχε εναντίον του ότι δηλ. είχε στην κατοχή του ναρκωτικά και του ζήτησε να εξέλθει του μπαρ όπου υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός για να του κάνει σωματική έρευνα. Ο κατηγορούμενος δεν εξήλθε του μπαρ, οπόταν ο Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Ε θα με ερευνήσετε». Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να μην εξέρχεται του μπαρ οπόταν ο Μ.Κ.3 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος απάντησε «Εν παράνομη η σύλληψη». Στη συνέχεια εξήλθαν του μπαρ και ο κατηγορούμενος ερευνήθηκε σωματικά. Κατά την σωματική έρευνα και περί ώρα 02:20 ο Μ.Κ.3 βρήκε σε πισινή τσέπη του παντελονιού του κατηγορούμενου το μαχαίρι τεκμήριο 5. Ακολούθως ο Μ.Κ.3 υπέδειξε το τεκμήριο 5 στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η κατοχή του απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος δεν έδωσε καμία απάντηση. Κατά τη διάρκεια της έρευνας αυτής ο κατηγορούμενος δεν αντιστάθηκε. Στη συνέχεια υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο το ένταλμα έρευνας της οικίας του οπότε εκείνος ανέφερε ότι σε αυτό αναγραφόταν το όνομα Ανδρέας Χριστοφόρου αντί Κωσταντίνος Χριστοφόρου. Μετά από αυτό αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο ότι δεν θα γίνει έρευνα στην οικία του μέχρι την διόρθωση του εντάλματος ή με γραπτή του συγκατάθεση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει γραπτή συγκατάθεση οπόταν εκδόθηκε νέο ένταλμα έρευνας της οικίας του με τα σωστά στοιχεία. Ακολούθως μεταξύ των ωρών 02:30-02:45 με σκοπό και πάλι τον εντοπισμό ναρκωτικών, βάση της ίδιας πληροφορίας που προαναφέρθηκε, έγινε έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής ΕΥΤ643 κατά την οποία περί ώρα 02:40 ο Μ.Κ.3 βρήκε το ξύλινο ρόπαλο τεκμήριο 6. Αμέσως το παρέλαβε το υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η κατοχή του απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Παίζω μπέιζμπωλ». Στη συνέχεια με οδηγίες του υπευθύνου ΥΚΑΝ Πάφου το όχημα του κατηγορούμενου μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Πάφου. Ακολούθως ο Μ.Κ.3 μαζί με τους Αστ. 362, Αστ. 2790, Αστ. 4067, Αστ. 3611 και Γ/Αστ. 3315 μεταξύ των ωρών 03:20-04:00 διενήργησαν έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στην παρουσία του ιδίου και της αδελφότεκνης του με σκοπό την ανεύρεση ναρκωτικών χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή στοιχειοθετούνταν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα εξετάσω την θέση της υπεράσπισης, την οποία πρέπει να σημειωθεί ότι υπέβαλε και στη δίκη εντός δίκης που διεξήχθη σε σχέση με τη νομιμότητα λήψης των τεκμηρίων 5 και 6, ότι δηλ. ο Μ.Κ.3 δεν είχε την απαιτούμενη από το νόμο εύλογη υποψία για να ερευνήσει τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα πάντα με την ίδια εισήγηση το Δικαστήριο μπορεί και σε αυτό το στάδιο και ανεξάρτητα από την απόφαση επί της δίκης εντός δίκης να αποφασίσει εκ νέου το θέμα και να αποκλείσει ως μαρτυρία τα τεκμήρια 5 και 6. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο μπορεί και σε αυτό το στάδιο λαμβάνοντας πάντα υπόψη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στην κυρίως δίκη και ανεξαρτήτως της απόφασης επί της δίκης εντός δίκης να κρίνει εκ νέου το θέμα αυτό και να αποφασίσει καταλήγοντας ακόμη και σε αποκλεισμό της μαρτυρίας που κατατέθηκε προηγουμένως ως τεκμήριο. Αρχικά για σκοπούς οικονομίας της απόφασης πρέπει να λεχθεί ότι η νομική πτυχή που καλύπτει τόσο το θέμα της αποδοχής ή αποκλεισμού μαρτυρίας που λήφθηκε είτε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου είτε κατά παράβαση νόμου όσο και το τι συνιστά εύλογη υποψία έχει ήδη εκτεθεί στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επί της δίκης εντός δίκης ημερ. 26.2.10, λαμβάνεται υπόψη και δεν χρήζει επανάληψης. Στην Tinker v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411 απορρίφθηκε ως εσφαλμένη η θέση του εφεσείοντα, η οποία υποστήριζε ότι υπήρχε έλλειψη στοιχείων που θα δικαιολογούσαν προσωπική υποψία του τελωνειακού λειτουργού, ο οποίος έκανε έρευνα στη βαλίτσα του εφεσείοντσα, μετά από την έρευνα που έκανε προηγουμένως ειδικός αστυφύλακας, εφόσον αυτή η θέση παραγνώριζε το γεγονός ότι ο ειδικός αστυφύλακας είχε προηγουμένως ενημερώσει τον τελωνειακό για τις παρατηρήσεις του. Από αυτό συνάγεται ότι οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα αλλά μπορεί να του μεταφέρονται από κάποιο άλλο στον οποίο δίδονται ή ο οποίος έχει προσωπική γνώση. Για αυτό άλλωστε στην ίδια υπόθεση σε σχέση γενικά με το θέμα της εύλογης υποψίας έγινε αναφορά στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 411 στην οποία «αποδοκιμάστηκαν μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων σε ζητήματα τύπου». Σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)(α)(β) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 «Αστυφύλαξ έχων εύλογον αιτίαν να υποπτεύηται ότι οιονδήποτε πρόσωπον κατέχει ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων κανονισμών δύναται να ερευνήσει το πρόσωπον τούτο και να κρατήση τούτο δια σκοπούς ερεύνης» καθώς και «να ερευνήσει οιονδήποτε όχημα ή σκάφος εν τω οποίω ο αστυφύλαξ υποπτεύεται ότι το φάρμακον δυνατόν να ευρίσκηται και προς τον σκοπόν τούτον να απαιτήση όπως το πρόσωπον το έχον υπό τον έλεγχον αυτού το ρηθέν όχημα ή σκάφος σταματήσει τούτο». Από τα πιο πάνω αναφερόμενα ευρήματα του Δικαστηρίου στην κυρίως δίκη προκύπτουν σχετικά τα ακόλουθα: Κατά τον κρίσιμο χρόνο τέθηκε σε γνώση του Μ.Κ.3, από τον προϊστάμενο του, συγκεκριμένη πληροφορία, η οποία μεταφέρθηκε στον τελευταίο από το Αρχηγείο Αστυνομίας. Η πληροφορία αυτή ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά. Με βάση δε την ίδια πληροφορία εξασφαλίστηκε και ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω στοιχεία που είχε σε γνώση του ο Μ.Κ.3 κατά τον κρίσιμο χρόνο δηλ. κατά το χρόνο που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον ερευνήσει, κρίνω ότι αυτά εύλογα του δημιούργησαν την υποψία ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά αφού ο Μ.Κ.3 ειλικρινά πίστευε ότι η έρευνα ήταν αναγκαία για τον εντοπισμό των ουσιών αυτών και η πληροφορία που είχε δικαιολογούσε αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του. Συνεπώς δεν υπήρχε οτιδήποτε το παράνομο στο να επιδιώξει να ερευνήσει σωματικά τον κατηγορούμενο και το όχημα του δυνάμει πάντα των εξουσιών που του παρείχε το άρθρο 29
(2)του Ν.29/77. Πριν μάλιστα ζητήσει να ερευνήσει τον κατηγορούμενο του ανέφερε για τις υπόνοιες που υπήρχαν εναντίον του. Ως εκ των άνω η θέση της υπεράσπισης για έλλειψη εκ μέρους του Μ.Κ.3 της απαιτούμενης εύλογης υποψίας, η οποία νομιμοποιούσε τις έρευνες που έγιναν, και η εισήγηση για αποκλεισμό σε αυτό το στάδιο της μαρτυρίας και συγκεκριμένα των τεκμηρίων 5 και 6 δεν γίνεται δεκτή. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή φαίνονται τα ακόλουθα: Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία έχει αποδειχθεί ότι ο Μ.Κ.3 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο αστυφύλακας 2459 της ΥΚΑΝ Πάφου και συνεπώς ότι ήταν όργανο τήρησης της τάξης. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο Μ.Κ.3 εκτελούσε κανονικά το καθήκον του εφόσον μετά από πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος κατείχε ναρκωτικά και αφού εκδόθηκε ένταλμα έρευνας της κατοικίας του, ο Μ.Κ.3 αναζήτησε τον κατηγορούμενο με άλλους συναδέλφους του. Όταν δε αυτός εντοπίσθηκε στο συγκεκριμένο μπαρ ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τις υπόνοιες που υπήρχαν εναντίον του και του ζήτησε να εξέλθει του μπαρ όπου υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός για να του κάνει σωματική έρευνα. Σε σχέση με αυτό πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.3 είχε εξουσία σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)(α) του Νόμου 29/77, βάσει της εύλογης υποψίας που προαναφέρθηκε ότι είχε, να ερευνήσει σωματικά τον κατηγορούμενο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο, ζητώντας από τον κατηγορούμενο να εξέλθει του μπαρ για να ερευνηθεί, υπερέβηκε την εξουσία του. Το άρθρο 29
(2)(α) του Νόμου 29/77 δίδει περαιτέρω εξουσία στον αστυφύλακα για σκοπούς της έρευνας να κρατήσει το πρόσωπο που θα ερευνήσει. Παρέχεται με άλλα λόγια εξουσία για ένα επιτρεπτό περιορισμό των κινήσεων του προσώπου που θα ερευνηθεί προφανώς με σκοπό να διεξαχθεί κανονικά και αποτελεσματικά η έρευνα. Στην παρούσα ο Μ.Κ.3 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εξέλθει του μπαρ για να ερευνηθεί γιατί έξω υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός. Φαίνεται λοιπόν ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.3 το ζήτησε αυτό ήταν άμεσα και εύλογα συνδεδεμένος με την ορθή και αποτελεσματική εκτέλεση του καθήκοντος του που ήταν να διεξάγει την έρευνα και δεν υπήρχε κάποιος αλλότριος σκοπός αλλά ούτε και κάτι που δείχνει υπέρβαση των εξουσιών του. Άλλωστε ο Μ.Κ.3 παρά το ότι είχε εξουσία να κρατήσει τον κατηγορούμενο για σκοπούς της έρευνας δεν τον ανάγκασε να εξέλθει του μπαρ αλλά αντίθετα απλά του το ζήτησε. Απομένει να εξετασθεί κατά πόσο η άρνηση του κατηγορούμενου να εξέλθει του μπαρ για να ερευνηθεί συνιστά εσκεμμένη παρεμπόδιση του Μ.Κ.3 κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, ως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής. Από τα όσα συνάγονται από τα πιο πάνω εκτεθέντα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone's φαίνεται ότι παρεμπόδιση υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος κάνει πιο δύσκολη την εκτέλεση του καθήκοντος του αστυφύλακα. Περαιτέρω συνάγεται ότι δεν χρειάζεται κάποια φυσική πράξη για να υπάρχει τέτοια παρεμπόδιση αλλά τέτοια στοιχειοθετείται και σε περίπτωση παράλειψης, όταν όμως ο κατηγορούμενος είχε εξ αρχής καθήκον να πράξει αυτό που παραλείπει. Στην παρούσα δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε τέτοιο καθήκον. Η δε απλή άρνηση, η οποία εκδηλώθηκε με την παράλειψη του να εξέλθει, δεν μπορεί να λεχθεί ότι έκανε την εκτέλεση του καθήκοντος του Μ.Κ.3 πιο δύσκολη. Αυτό γιατί ο Μ.Κ.3 είχε εξουσία και μπορούσε, εφόσον ο κατηγορούμενος αρνείτο να εξέλθει, να τον ερευνήσει επί τόπου, κρατώντας τον και χρησιμοποιώντας μάλιστα εύλογη βία για το σκοπό αυτό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της εσκεμμένης παρεμπόδισης και κατ' επέκταση δεν έχει στοιχειοθετηθεί η πρώτη κατηγορία. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα πρέπει αρχικά να αποδειχθεί ότι η απείθεια του κατηγορούμενου έγινε σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή. Από τα ευρήματα όμως του Δικαστηρίου πρέπει να λεχθεί ότι αβίαστα μπορεί να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κάποιο διάταγμα ή ένταλμα. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί αν το ότι ο Μ.Κ.3 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εξέλθει του μπαρ για να ερευνηθεί αποτελούσε διαταγή εντός της έννοιας του υπό εξέταση άρθρου. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Αυτό γιατί ανεξάρτητα από το τι θεωρείται διαταγή στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 137 τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.3 εμφανώς συνιστούσαν παράκληση προς τον κατηγορούμενο και όχι διαταγή. Άλλωστε και στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής γίνεται αναφορά σε «οδηγίες» που έδωσε ο Μ.Κ.3 στον κατηγορούμενο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ούτε η δεύτερη κατηγορία. Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τεκμήριο 5 ανεβρέθηκε σε πισινή τσέπη του παντελονιού του κατηγορούμενου στην σωματική έρευνα που του έγινε κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο χώρο. Από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή έχει περαιτέρω αποδειχθεί ότι το τεκμήριο 5 αποτελεί μαχαίρι εντός της έννοιας του νόμου εφόσον είναι μαχαίρι το οποίο έχει λεπίδα. Πιο συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα πτυσσόμενο μαχαίρι με λεπίδα, το οποίο καταλήγει σε σταθερή λεπίδα ενώ φαίνεται εξ όψεως ότι έχει μυτερή άκρη. Ως εκ τούτου αν και δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το μήκος της λεπίδας του, αυτό δεν εμπίπτει στην εξαίρεση της απαγόρευσης μεταφοράς που προβλέπει το άρθρο 84, εφόσον είναι προφανώς κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μετατρέπεται σε μαχαίρι το οποίο έχει σταθερή λεπίδα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου φαίνεται περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος το κατείχε πριν και το μετέφερε στην εργασία του για τους σκοπούς αυτής δηλ. για κάποιο νόμιμο σκοπό για τον οποίο ήταν αναγκαίο. Αλλά στη συνέχεια έφυγε από το χώρο της εργασίας του και μετέβηκε στο υπό αναφορά μπαρ ξεχνώντας το μαχαίρι στη τσέπη του με αποτέλεσμα να το μεταφέρει πάνω του και να βρεθεί κατά τη σωματική έρευνα που του έγινε. Η μεταφορά του μαχαιριού όμως σε χώρο άλλο από την εργασία του κατηγορούμενου όπου αυτό του ήταν αναγκαίο και δη σε ένα μπαρ δεν μπορεί να λεχθεί ότι γινόταν για κάποιο νόμιμο σκοπό. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ως προς αυτό ότι το γεγονός ότι το ξέχασε στην τσέπη του δείχνει έλλειψη γνώσης ότι το μετέφερε. Σε σχέση με αυτό πρέπει να λεχθεί ότι σίγουρα θα πρέπει να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή το ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε το μαχαίρι γνωρίζοντας ότι το μετέφερε. Το γεγονός όμως ότι αρχικά ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το μετέφερε και μετά το ξέχασε μεταφέροντας το μαζί του σε άλλο χώρο δείχνει έλλειψη γνώσης ότι το μετέφερε; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά την κρίση μου αρνητική. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω για τη γνώση σε σχέση με τα επιθετικά όπλα, κάτι που ισχύει προφανώς και για την περίπτωση της μεταφοράς ενός μαχαιριού, όταν κάποιος έχει κάτι γνωρίζοντας ότι το έχει, συνεχίζει να το έχει μέχρι να κάνει κάτι για να το ξεφορτωθεί. Το ότι απλά ξέχασε ότι το έχει δεν είναι αρκετό να τον εμποδίσει να συνεχίσει να το έχει (R. v. McCalla, 87 Cr.App.R. 372, CA) και συνεπώς να έχει γνώση ότι το έχει και άρα ότι και το μεταφέρει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε αρχικά ότι μετέφερε το μαχαίρι αλλά στη συνέχεια το ξέχασε στοιχειοθετεί το στοιχείο της εκ μέρους του γνώσης της μεταφοράς του μαχαιριού και δεν τον απαλλάσσει από την ποινική του ευθύνη. Συνεπώς κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας. Όσον αφορά την τέταρτη κατηγορία το τεκμήριο 6 έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί ρόπαλο το οποίο χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή συγκεκριμένου αθλήματος και ειδικότερα του μπέιζμπολ. Δεν έχει δε αμφισβητηθεί ότι είναι κατασκευασμένο για το σκοπό αυτό και όχι ως επιθετικό όπλο. Μάλιστα πωλείται σχεδόν σε όλα τα αθλητικά καταστήματα στην Κύπρο. Άρα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αντικειμένων που κατασκευάστηκαν ή προσαρμόστηκαν για να προκαλούν όταν χρησιμοποιούνται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία δηλ. στην κατηγορία των «per se» επιθετικών όπλων. Για να θεωρηθεί λοιπόν ως τέτοιο στην παρούσα θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι αυτό προοριζόταν από τον κατηγορούμενο για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται τέτοια βλάβη ή ζημιά. Από τη μαρτυρία όμως που έχει τεθεί ενώπιον μου και έχει γίνει δεκτή δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Αντίθετα ως έγινε δεκτό ο κατηγορούμενος το χρησιμοποιούσε για να παίζει με το γιό του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το τεκμήριο 6 αποτελεί επιθετικό όπλο και συνεπώς κρίνω ότι ούτε η τέταρτη κατηγορία έχει αποδειχθεί. Τέλος όσον αφορά τη λήψη των τεκμηρίων 5 και 6, αν και δεν έχει αναφερθεί για ποια αδικήματα συνελήφθη αυτόφωρα ο κατηγορούμενος, εντούτοις ανεξαρτήτως του αν αυτός νόμιμα συνελήφθη για αυτόφωρα αδικήματα η σωματική έρευνα δεν κατέστη παράνομη εφόσον ο Μ.Κ.3 είχε ούτως ή άλλως, ως έχει λεχθεί, εξουσία να κάνει τέτοια έρευνα δυνάμει του άρθρου 29
(2)του Νόμου 29/77 χωρίς να προηγηθεί σύλληψη και μάλιστα να κρατήσει τον κατηγορούμενο για το σκοπό αυτό. Όσο δεν αφορά την έρευνα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου αυτή βασίστηκε στο άρθρο 29
(2)(β) του ίδιου Νόμου και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παρανομίας. Εν κατακλείδι ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1, 2 και 4 ενώ κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 3. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παρακώλυση αστυνομικού - Ανυπακοή - Μεταφορά μαχαιριού και επιθετικού όπλου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο