Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Λαούρη, Αρ. Υπόθεσης: 14954/06, 29.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14954/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Λαούρη Ημερομηνία: 29.6.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο: κ. Η. Ηλία. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος μετά την ενδιάμεση απόφαση αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως κλήθηκε σε απολογία σε κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 6) και σε κατηγορία απάτης κατά την πώληση περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 303(γ) και 20 του Κεφ. 154 (κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 6 ο κατηγορούμενος την 4.4.03 στην Πάφο με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απόκτησε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.15,000, των ψευδών παραστάσεων συνιστάμενων στο ότι πώλησε στην Olga Shafranska το διαμέρισμα 201 στον τρίτο όροφο του κτιρίου με την ονομασία CHRISTADIA 6, στο κτήμα με αρ. εγγραφής 27703 φυλ./σχέδιο 51/10.3.6 τεμάχιο 2126 στην περιοχή Αγ. Θεόδωρος στην Πάφο, γνωρίζοντας ότι το ίδιο διαμέρισμα το είχε πωλήσει στους Αμέλια Νεοφύτου και Renato Perri την 11.3.03 με αριθμό πωλητήριου 862/03, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου την 24.3.
- Επίσης κατηγορείται στη κατηγορία 7 ότι την 4.4.03 στην Πάφο με σκοπό την καταδολίευση πώλησε στην Olga Sharfranska το διαμέρισμα 201, που αναφέρεται και στην κατηγορία 6 και αποσιώπησε ουσιώδες γεγονός το οποίο έχει συνάφεια με τον τίτλο δηλαδή απέκρυψε το γεγονός ότι το ίδιο διαμέρισμα το είχε πωλήσει στους Αμέλεια Νεοφύτου και Renato Perri την 11.3.03 με αρ. πωλητηρίου 862/03, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου την 24.3.
- Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τέσσερεις μάρτυρες. Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:
- Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1-
- Ότι από το 2000 και μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής της εταιρείας LAOURIS HOLDINGS LTD.
- Ότι το τεκμήριο 22 αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο του τεκμηρίου
- Ότι το τεκμήριο 25 αποτελεί τη μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 6 που είναι στα αγγλικά. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 6 και 7 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο των μαρτύρων κατηγορίας όσο και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Αμέλια Νεοφύτου, η οποία μαζί με το σύζυγο της συνήψαν με την εταιρεία στην οποία είναι διευθυντής ο κατηγορούμενος το συμβόλαιο-αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 11.3.03 (τεκμήριο 7) για την αγορά διαμερίσματος τριών υπνοδωματίων με αρ. 201 στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας CHRISTADIA 6 για το ποσό των Λ.Κ.40,
- Ως προκαταβολή για το διαμέρισμα αυτό η μάρτυρας και ο σύζυγος της έδωσαν στον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ.15,000 και τους εκδόθηκαν σχετικά οι αποδείξεις (τεκμήρια 9 και 10). Σύμφωνα με το τεκμήριο 7 το διαμέρισμα θα τους παραδιδόταν στις 30.11.03 αλλά δεν τους παραδόθηκε ποτέ. Ως εκ τούτου η μάρτυρας καταχώρησε εναντίον της εταιρείας του κατηγορούμενου αγωγή μέσω του δικηγόρου της και εξασφάλισε σχετική απόφαση. Η μάρτυρας αυτή πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και απλότητα, ως ίδια αντιλαμβανόταν και θυμόταν, τα όσα γνώριζε σε σχέση με τις συνθήκες σύναψης και την εξέλιξη της πιο πάνω συμφωνίας καθώς και το ρόλο του κατηγορούμενου σε αυτή. Κατά τη μαρτυρία της δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και η όλη εικόνα της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας ήταν ειλικρινής. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Σάββας Μιχαήλ Σάββα, δημοτικός μηχανικός στο Δήμο Πάφου και υπεύθυνος για την έκδοση αδειών οικοδομής. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια για όσα γνώριζε αναφορικά με την παρούσα με βάση τους φακέλους της υπηρεσίας του και σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείτο για την μεταφορά συντελεστή δόμησης από ένα ακίνητο σε άλλο και την έκδοση πολεοδομικών αδειών και αδειών οικοδομής. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Αστέρω Κυριακού, κτηματολογική λειτουργός και υπεύθυνη του Κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Κατέθεσε σε σχέση με τη διαδικασία αποδοχής-κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης καθώς και για τα πωλητήρια έγγραφα που κατατέθηκαν με αυτό τον τρόπο σε σχέση με την παρούσα δηλ. για τα τεκμήρια 7 και
- Η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση και τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με το Μ.Κ.2 ισχύουν και για αυτήν. Τέλος ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Olga Shafranska, η οποία συνήψε με την εταιρεία του κατηγορούμενου το συμβόλαιο-αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 4.4.03 (τεκμήριο 22) για την αγορά επίσης διαμερίσματος με αρ. 201 στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας CHRISTADIA
- Όπως και οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας έτσι και αυτή η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της περιέγραψε με αμεσότητα και ευθύτητα τα επίδικα γεγονότα και την ιστορία της γνωριμίας της με τον κατηγορούμενο καθώς και τα σχετικά με τη σύναψη των διαφόρων συμβολαίων που έκαναν καθώς και για το επίδικο (τεκμήριο 22). Δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από λογική, συνοχή και σταθερότητα. Οι δε θέσεις της δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση της. Όσον αφορά τη γνωριμία της με τον κατηγορούμενο στη Ρωσία και τα όσα έγιναν εκεί ιδίως σε σχέση με διαφήμιση της εταιρείας του κατηγορούμενου από ρωσικό σταθμό η μάρτυρας απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις που της έγιναν και οι θέσεις της επίσης δεν κλονίστηκαν. Το δε τεκμήριο 26 που αναφέρεται σε συμφωνία μεταξύ της Μ.Κ.4 και της εταιρείας του κατηγορούμενου για την εν λόγω διαφήμιση και την πληρωμή του σχετικού ποσού, κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο στην κυρίως εξέταση του και δεν υποδείχθηκε στη Μ.Κ.4 κατά την αντεξέταση της, ούτως ώστε να δώσει τη θέση της επ' αυτού και έτσι το Δικαστήριο να μπορέσει να την αξιολογήσει. Εν πάση όμως περιπτώσει κρίνω ότι το θέμα αυτό δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα στην παρούσα και συνεπώς ακόμη και αν υπήρχαν οποιεσδήποτε αντιφάσεις θα ήταν ως εκ τούτου επουσιώδεις και δεν θα μετέβάλλαν την εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο η Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος πρέπει να λεχθεί ότι γενικά δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ενώ σε ορισμένα σημεία απαντούσε άμεσα και με αρκετή λεπτομέρεια σε άλλα έδειχνε ότι σκεφτόταν τι να απαντήσει και απαντούσε με υπεκφυγές ενώ σε κάποια σημεία η μνήμη του παρουσιαζόταν επιλεκτική. Ήταν εμφανής δε η προσπάθεια του να πείσει ότι όλα έγιναν νομότυπα, η μη εκπλήρωση των συμβολαίων οφειλόταν σε εξωγενείς παράγοντες, ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση για ουσιώδη θέματα και ότι η κύρια έγνοια του ήταν η αποζημίωση των παραπονουμένων. Ουσιώδεις όμως θέσεις του φαίνεται ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, άλλες δεν είναι πειστικές, άλλες διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία ενώ κάποιες δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε στη λογική. Κάποια σημεία όμως από τη μαρτυρία του για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια γίνονται δεκτά. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Συγκεκριμένα: Δέχτηκε ότι υπέγραψε τα συμβόλαια τεκμήρια 7 και 22 εφόσον ως διευθυντής της εταιρείας υπέγραφε όλα τα συμβόλαια πώλησης διαμερισμάτων. Δέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος διαπραγματεύτηκε και τα δύο συμβόλαια, ότι γνώριζε το αντικείμενο πώλησης σε αυτά καθώς και ότι οι παραπονούμενες πλήρωσαν τα λεφτά που ισχυρίζονται. Ανέφερε περαιτέρω ότι ως πολιτικός μηχανικός που είναι μπορεί να διαβάσει αρχιτεκτονικά σχέδια ως αυτά που επισυνάπτονται στα τεκμήρια 7 και
- Προσπάθησε όμως να πείσει ότι δεν ήταν εις γνώση του η διαφορά στα σχέδια των δύο τεκμηρίων. Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι το σχέδιο στο τεκμήριο 7 παρουσιάζει το διαμέρισμα 201 ως τριών υπνοδωματίων ενώ στο τεκμήριο 22 υπάρχει διαφοροποιημένο σχέδιο το οποίο παρουσιάζει το διαμέρισμα 201 ως ενός υπνοδωματίου. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τα σχέδια αυτά τα ετοίμασε η σχεδιάστρια της εταιρείας, υπεύθυνη για τον σχεδιασμό των έργων, Αντιγόνη Βαρνάβα. Ενώ όμως δεν ανέφερε τίποτα περαιτέρω σε σχέση με τη διαφορά στα σχέδια στην κυρίως εξέταση του, για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι είχε γίνει «παρατυπία» στα σχέδια με το θέμα της κάτοψης και του αριθμού τους, χωρίς και πάλι να εξηγήσει από ποιον έγινε, υπό ποιές συνθήκες και σε τι ακριβώς συνίστατο. Ανέφερε περαιτέρω για πρώτη πάντα φορά στην αντεξέταση του ότι το ανακάλυψαν αυτό το
- Σε ερώτηση αν εξήγησε στη Μ.Κ.4 οτι είχε γίνει λάθος απάντησε καταφατικά και είπε ότι αυτό έγινε τότε που έκανε την καταγγελία όταν ανακάλυψαν και το λάθος αυτό. Σε ερώτηση όμως να διευκρινίσει αν είπε στη Μ.Κ.4 ότι έγινε λάθος από την εταιρεία υπεκφεύγοντας είπε ότι όταν έκανε την καταγγελία το ανακάλυψαν. Εδώ πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η πιο πάνω εκδοχή για παρατυπία ή λάθος στα σχέδια δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας για να την σχολιάσουν όπως επίσης δεν τέθηκε στη Μ.Κ.4 η θέση ότι της εξήγησε το λάθος αυτό το 2004 όταν έκανε την καταγγελία. Προσπάθησε σε συνάφεια με τα πιο πάνω να πείσει ότι δεν ήταν αυτός που χρωμάτισε με κίτρινο χρώμα το περίγραμμα των δύο διαμερισμάτων με αρ. 201 στα αρχιτεκτονικά σχέδια των τεκμηρίων 7 και
- Όταν ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση του τι σημαίνει το χρωματισμένο με κίτρινο είπε ότι στα συμβόλαια που αφορούν πώληση διαμερισμάτων ή κατοικιών πρέπει να υπάρχει το περίγραμμα του πωλούμενου ακινήτου. Στην κυρίως δε εξέταση του δεν ανέφερε ότι το χρωμάτισμα αυτό δεν έγινε από τον ίδιο. Για πρώτη φορά το ανέφερε αυτό και πάλι στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε αν έπρεπε να παραδώσει το διαμέρισμα το οποίο σκιαγράφησε με κίτρινο μαρκαδόρο στο τεκμήριο
- Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι αυτό στο τεκμήριο 7 πιθανόν να έγινε από την υπάλληλο του Μαρία Κιουζέλ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.1 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι το χρωμάτισμα αυτό το έκανε ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά το τεκμήριο 22 και πάλι στην αντεξέταση του ανέφερε για πρώτη φορά ότι το χρωμάτισμα έγινε από την Κιουζέλ. Όμως όπως και η Μ.Κ.1 έτσι και η Μ.Κ.4 ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι αυτό το έκανε ο κατηγορούμενος. Σε άλλη ερώτηση στην αντεξέταση του είπε ότι το προσωπικό της εταιρείας έφυγε τέλος του 2003 και πιο συγκεκριμένα ότι η Κιουζέλ έφυγε μαζί με τους άλλους υπαλλήλους στις 30.11.
- Σε κατάθεση του όμως ημερ. 18.9.04, η οποία του υποδείχθηκε και αναγνώρισε την υπογραφή του, ανέφερε ότι η εν λόγω υπάλληλος εργάστηκε κοντά του από το 2000-2002 περίπου. Όταν δε του τέθηκε αυτό έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι στην κατάθεση του απάντησε «περίπου». Ως εκ των άνω η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν γνώριζε τη διαφορά στα σχέδια των τεκμηρίων 7 και 22 κατά το χρόνο υπογραφής των συμβολαίων και τα σχετικά περί λάθους δεν μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον φαίνεται ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του. Ενδεικτικό αυτού είναι και το ότι ενώ έδειχνε να θυμάται τα πάντα σε σχέση με την υπόθεση και ανέφερε ότι η εταιρεία κατέθεσε και σχετική αίτηση προσθηκομετατροπών για ανέγερση του 3ου ορόφου όταν ρωτήθηκε ποια σχέδια καταχωρήθηκαν στα πλαίσια αυτής δηλ. αν ήταν αυτά που επισυνάπτονται στο τεκμήριο 7 ή στο τεκμήριο 22 δήλωσε μη πειστικά ότι αυτό ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να το θυμάται. Δεν δέχομαι επίσης τη θέση του ότι τα λεφτά που πλήρωσαν οι παραπονούμενες δεν τα παρέλαβε ο ίδιος εφόσον η σχετική θέση των παραπονούμενων δεν διαψεύστηκε και ιδίως όσον αφορά ότι αυτός υπέγραψε τις αποδείξεις είσπραξης. Από την άλλη δέχομαι εφόσον αυτό φαίνεται και από τις εν λόγω αποδείξεις ότι τα λεφτά αυτά τα παρέλαβε σαν διευθυντής δηλ. για λογαριασμό της εταιρείας του αφού άλλωστε αυτή ήταν το συμβαλλόμενο με τους παραπονούμενους πρόσωπο και όχι ο ίδιος. Όσον αφορά το θέμα της ανέγερσης τρίτου ορόφου στην επίδικη πολυκατοικία δέχομαι τη θέση του ότι τέτοιος μπορούσε να ανεγερθεί εφόσον αυτό το δέχθηκε και ο Μ.Κ.2, ο οποίος όμως πρόσθεσε ότι θα έπρεπε για το σκοπό αυτό να γινόταν σχετική αίτηση και να ακολουθηθεί η διαδικασία παρέκκλισης από το Τοπικό Σχέδιο Πόλης με τη μεταφορά συντελεστή δόμησης από άλλο τεμάχιο της εταιρείας. Δέχομαι επίσης ότι κατά τον επίδικο χρόνο που η εταιρεία έκανε τη μελέτη υπήρχε αδιάθετος συντελεστής δόμησης πέραν των 400 τ.μ. σε άλλο τεμάχιο της και ότι για το ακίνητο εκείνο (δότη) έγινε η αίτηση 121/02 τον Ιούνιο του 2002 καθώς και ότι η εταιρεία κατέθεσε στο Δήμο Πάφου αίτηση προσθηκομετατροπών για ανέγερση του 3ου ορόφου με αρ. 106/
- Αυτό άλλωστε ο Μ.Κ.2 δεν το απέκλεισε. Από τα όσα όμως έχει αναφέρει ο Μ.Κ.2 και δεν έχουν αμφισβητηθεί η αίτηση αυτή δεν μπορούσε να εξεταστεί αν δεν υπήρχε προηγουμένως ο αναγκαίος συντελεστής δόμησης. Δεν δέχομαι επίσης τη θέση του ότι πέραν της επιστολής που έστειλε στο Δήμο το 2007 για το θέμα της μεταφοράς συντελεστή δόμησης έκανε πολλαπλές επισκέψεις και διαπραγματεύσεις στο Δημαρχείο με δύο τεχνικούς του Δήμου ανάμεσα στους οποίους και ο Μ.Κ.2 εφόσον κάτι τέτοιο δεν τέθηκε στο μάρτυρα. Σε σχέση με το ότι μέχρι σήμερα δεν κτίσθηκε τρίτος όροφος δέχομαι εφόσον είναι λογικό και δεν έχει αντικρουστεί ότι αυτό οφειλόταν στο ότι η εταιρεία έκλεισε τα γραφεία της περί τα τέλη του 2003 με αρχές του 2004 λόγω των αδυναμιών της να συνεχίσει τη λειτουργία της καθώς και στο ότι οι αγοραστές έκαναν σχετικές αγωγές εναντίον της εταιρείας στο Δικαστήριο. Δεν δέχομαι όμως ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος από την Γενική Εισαγγελία εμπόδισε την προσπάθεια του κατηγορούμενου για μεταφορά συντελεστή δόμησης και για το κτίσιμο του τρίτου ορόφου εφόσον ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε το διάταγμα αυτό εκδόθηκε στις 14.11.06 και αποσύρθηκε την 9.1.07 και συνεπώς είχε σύντομη διάρκεια. Εν πάση όμως περιπτώσει ως θα διαφανεί στη συνέχεια η πεποίθηση αναφορικά με τη δυνατότητα ανέγερση τρίτου ορόφου κατά τον επίδικο χρόνο και οι λόγοι που αυτό δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα είναι άνευ σημασίας. Πριν προχωρήσω στα σχετικά ευρήματα μου με βάση τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή θα αναφερθώ στη νομική πτυχή της υπόθεσης με αναφορά στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία κατά τον επίδικο χρόνο δηλ. το 2003 είχαν ως ακολούθως: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης τριων χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 7 αυτό εδράζεται στο άρθρο 303(γ) το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο είχε ως ακολούθως: «
- Όποιος, είναι πωλητής περιουσίας ή ενυπόθηκος οφειλέτης, ή είναι δικηγόρος, ή αντιπρόσωπος αυτών, με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο ο οποίος του προσφέρθηκε ή ο οποίος προσκομίστηκε και με σκοπό καταδολίευσης- ................................................................................................................... (γ) προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποσιωπά ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Από το λεκτικό λοιπόν της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ή ο δικηγόρος, ή ο αντιπρόσωπος αυτών,
- Με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο, ο οποίος του προσφέρθηκε ή ο οποίος προσκομίστηκε,
- Και με σκοπό καταδολίευσης,
- Να προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποσιωπά ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Από το 2000 και μέχρι και τις αρχές του 2004 η εταιρεία LAOURIS HOLDINGS LTD (στο εξής η εταιρεία) ασχολείτο με την ανάπτυξη γης. Από το 2000 και μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής της εν λόγω εταιρείας. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 27703, τεμ. 2126 Φυλ./Σχεδ. 51.10.3.6 στην τοποθεσία Τρικάντουνος, στον Άγιο Θεόδωρο της Πάφου ανήκει στην εταιρεία. Για την ανάπτυξη του τεμαχίου αυτού εκδόθηκε στις 9.12.02 η πολεοδομική άδεια με αρ. 3342 και στις 13.9.04 η άδεια οικοδομής με αρ. Κ
- Οι άδειες αυτές αφορούσαν οικοδομή με υπόστεγο χώρο στάθμευσης και δύο ορόφους. Ειδικότερα προνοούσαν την ανέγερση 4 διαμερισμάτων στον πρώτο όροφο και 3 στον δεύτερο. Ο συντελεστής δόμησης του οικοπέδου ήταν τέτοιος που δεν μπορούσε να κατασκευαστεί τρίτος όροφος. Θα μπορούσε να γίνει αυτό αν εξασφαλιζόταν χαλάρωση των προνοιών του Τοπικού Σχεδίου Πόλης με Υπουργική Απόφαση. Συγκεκριμένα θα έπρεπε να γίνει μεταφορά συντελεστή δόμησης από ασυμπλήρωτο συντελεστή άλλων τεμαχίων αφού προηγουμένως υποβαλλόταν αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, δηλ. στην προκειμένη στο Δήμο Πάφου, για παρέκκλιση των προνοιών του Τοπικού Σχεδίου, η οποία θα διαβιβαζόταν στο Συμβούλιο Παρεκκλίσεων, το οποίο με τη σειρά του θα υπέβαλλε τις απόψεις του στο Υπουργικό Συμβούλιο, που είναι και το μόνο αρμόδιο για παραχώρηση σχετικής χαλάρωσης. Ούτε η εταιρεία του ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος για λογαριασμό αυτής υπέβαλαν μέχρι σήμερα τέτοια αίτηση. Το μόνο που έγινε σχετικά ήταν ότι στις 19.4.07 ο κατηγορούμενος ως διευθυντής της εταιρείας έστειλε επιστολή στο Δήμαρχο Πάφου ζητώντας τη μεταφορά συντελεστή δόμησης από άλλα τεμάχια. Στην επιστολή αυτή υπήρχε επισυνημμένη επιστολή ημερ. 5.2.07 με την οποία ζητείται η μεταφορά συντελεστή 220 τ.μ. για το CHRISTADIA για κατασκευή 4 διαμερισμάτων στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας. Η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Πάφου αφού υπολόγισε τον υπολειπόμενο αδιάθετο συντελεστή δόμησης και τι μπορούσε το τεμάχιο δέκτης να αποδεχτεί απάντησε στον κατηγορούμενο στις 19.6.08 ότι η μόνη ενδεδειγμένη οδός για πιθανή υλοποίηση της αιτούμενης ανάπτυξης ήταν η υποβολή αίτησης για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση των προνοιών του Τοπικού Σχεδίου Πάφου. Από τις 19.6.08 δεν υπήρξε στην Τεχνική Υπηρεσία οποιαδήποτε αίτηση για την σκοπούμενη μεταφορά συντελεστή δόμησης. Κατά τον επίδικο χρόνο που η εταιρεία έκανε τη μελέτη υπήρχε αδιάθετος συντελεστής δόμησης πέραν των 400 τ.μ. σε άλλο τεμάχιο της και για το ακίνητο εκείνο (δότη) έγινε η αίτηση 121/02 τον Ιούνιο του
- Τούτου δεδομένου η εταιρεία κατέθεσε στο Δήμο Πάφου αίτηση προσθηκομετατροπών για ανέγερση 3ου ορόφου με αρ. 106/
- Η αίτηση όμως αυτή δεν μπορούσε εν πάση περιπτώσει να εξεταστεί αφού δεν υπήρχε προηγουμένως ο αναγκαίος συντελεστής δόμησης. Η Μ.Κ1 με το σύζυγο της, οι οποίοι επιθυμούσαν να αγοράσουν διαμέρισμα, με προτροπή κάποιου συναδέλφου του συζύγου της επισκέφθηκαν κτηματομεσιτικό γραφείο όπου τους σύστησαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος, ως τους είπαν, είχε εργοληπτική εταιρεία. Αρχικά η Μ.Κ.1 και ο σύζυγος της από τη μια και ο κατηγορούμενος για την εταιρεία από την άλλη υπέγραψαν το συμβόλαιο τεκμήριο 8 ημερ. 9.12.
- Το συμβόλαιο αυτό αφορούσε την αγορά του διαμερίσματος αρ. 2 στην πολυκατοικία CHRISELINA COTTAGES BLOCK B στο τεμ. 520 στο κτήμα με αρ. εγγραφής 25277 Φ./Σ.51/2, τοποθεσία Ποταμούδια στο Μούτταλο στην Πάφο. Το τίμημα πώλησης ήταν Λ.Κ.40,000 και το διαμέρισμα ήταν 2 υπνοδωματίων. Για το σκοπό αυτό έδωσαν στον κατηγορούμενο Λ.Κ.15,000 σε μετρητά και τους δόθηκαν οι αποδείξεις είσπραξης της εταιρείας ημερ. 17.12.02 (τεκμήρια 9 και 10) τις οποίες υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Όμως επειδή δεν άρεσε στη Μ.Κ.1 η περιοχή αυτή και οι κάτοικοι της, ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως ακυρωθεί η συμφωνία αυτή όπως και έγινε. Έτσι τον Φεβρουάριο του 2003 η Μ.Κ1 με το σύζυγο της και τον κατηγορούμενο πήγαν στην περιοχή Τρικάντουνος στον Άγιο Θεόδωρο στην Πάφο όπου τους έδειξε μια πολυκατοικία δύο ορόφων στην οποία ήταν έτοιμος μόνο ο σκελετός και ο κατηγορούμενος τους είπε ότι το διαμέρισμα τους θα ήταν στον τρίτο όροφο που θα κατασκευαζόταν. Εξήγησαν στον κατηγορούμενο ότι ήθελαν ένα διαμέρισμα 3 υπνοδωματίων και συμφώνησαν το τίμημα πώλησης στις Λ.Κ.40,
- Για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος υπέγραψαν στις 11.3.03 το συμβόλαιο ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 7). Σε αυτό συμβαλλόμενοι είναι η εταιρεία ως πωλητής και η Μ.Κ.1 με το σύζυγο της ως αγοραστές. Αναφέρει δε το συμβόλαιο αυτό ότι η εταιρεία, η οποία είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμ. 2126 με αρ. εγγραφής 27703 αποφάσισε να ανεγείρει κτίριο με την ονομασία CHRISTADIA COURT
- Αναφέρει επίσης ότι η εταιρεία πωλεί στους αγοραστές το διαμέρισμα με αρ. 201 σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία επισυνάπτονται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου. Ορίζεται ως τίμημα πώλησης το ποσό των Λ.Κ.40,000 και αναγνωρίζεται από την εταιρεία ότι παρέλαβε ποσό Λ.Κ.15,000 ενώ προβλέπεται ότι οι υπόλοιπες Λ.Κ.25,000 θα πληρωθούν στις 8.5.
- Ορίζεται δε ως ημερομηνία παράδοσης του διαμερίσματος η 30.11.
- Η μεταβίβαση του διαμερίσματος ορίζεται ότι θα γίνει εντός ευλόγου χρόνου από τότε που η Δημοτική Αρχή και το Κτηματολόγιο θα διαχωρίσουν το εν λόγω κτίριο και θα εκδώσουν ξεχωριστά πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης περιουσίας και νοουμένου ότι θα καταβληθεί το τίμημα αγοράς. Το συμβόλαιο φέρει στο τέλος των σελίδων 1-3 τις μονογραφές των αγοραστών καθώς και του κατηγορούμενου πάνω από την σφραγίδα της εταιρείας. Επίσης στη σελίδα 4 φέρει τις υπογραφές των αγοραστών και του κατηγορούμενου πάνω από την σφραγίδα της εταιρείας για τους πωλητές. Επισυνάπτονται επίσης στο συμβόλαιο δυο σελίδες με αρχιτεκτονικά σχέδια. Η μια εξ αυτών φέρει τίτλο «ΚΑΤΟΨΗ 3ου ΟΡΟΦΟΥ» και είναι χρωματισμένο με κίτρινο χρώμα το περίγραμμα ενός διαμερίσματος το οποίο φέρει αριθμό 201, περιλαμβάνει 3 υπνοδωμάτια, καθιστικό, κουζίνα, μπάνιο και δύο βεράντες. Τον χρωματισμό αυτό τον έκανε ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα στην παρουσία της Μ.Κ.1 και του συζύγου της. Το υπό αναφορά διαμέρισμα φαίνεται ότι βρίσκεται αριστερά του κλιμακοστασίου. Ολόκληρος ο όροφος δείχνει τρία διαμερίσματα και συγκεκριμένα πέραν του 201, ακόμη ένα δύο υπνοδωματίων και ακόμη ένα ενός υπνοδωματίου. Μέσα στο σχέδιο του σκιαγραφημένου διαμερίσματος υπάρχουν τα αρχικά των αγοραστών. Την ίδια μέρα δηλ. στις 11.3.03 ο κατηγορούμενος έκανε στις αποδείξεις είσπραξης τεκμήρια 9 και 10 τις απαραίτητες διορθώσεις ώστε να φαίνεται ότι αυτές αφορούσαν την προκαταβολή για το διαμέρισμα στο οποίο αναφερόταν το τεκμήριο
- Με άλλα λόγια τα λεφτά που έδωσαν στις 17.12.02 αποτέλεσαν την προκαταβολή για το διαμέρισμα του τεκμηρίου
- Το τεκμήριο 7 κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο στις 24.3.03 με αίτηση δικηγόρου και έλαβε τον αρ. 862/
- Η Μ.Κ.1 σταδιακά επισκεπτόταν την οικοδομή αλλά δεν είχε γίνει περαιτέρω δουλειά. Μίλησε αρκετές φορές με τον κατηγορούμενο, ο οποίος της έδιδε διάφορες δικαιολογίες όπως ότι είχε πρόβλημα με τις άδειες. Όταν πέρασε ο προβλεπόμενος στη συμφωνία χρόνος παράδοσης η Μ.Κ.1 ζήτησε τα χρήματα που έδωσε ως προκαταβολή από τον κατηγορούμενο, ο οποίος της είπε ότι πρέπει να περιμένουν καθότι προτίθετο να πουλήσει κάποια χωράφια και όταν θα έπαιρνε τα χρήματα θα τους τα έδιδε. Όταν μια μέρα άκουσε στις ειδήσεις ότι και άλλα πρόσωπα είχαν ίδια προβλήματα με τον κατηγορούμενο η Μ.Κ.1 έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της και καταχώρησε αγωγή εναντίον της εταιρείας. Σε σχέση με την αγωγή αυτή το Νοέμβριο του 2005 ο κατηγορούμενος δέχθηκε και έτσι εκδόθηκε υπέρ τους και εναντίον της εταιρείας απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.15,000 αλλά μέχρι σήμερα δεν πήραν τα χρήματα. Η Μ.Κ.4 γνώρισε τον κατηγορούμενο το 1996 όταν αυτός πήγε στη Ρωσία για ανάπτυξη σχέσεων στον τομέα της ακίνητης περιουσίας. Εκεί η Μ.Κ.4 τον βοήθησε μετά από παράκληση κύπριας συναδέλφου της να βρει τα αναγκαία πρόσωπα για επισύναψη συμφωνιών. Το 2002 η Μ.Κ.4 αποτάθηκε στον κατηγορούμενο για να αγοράσει από αυτόν διαμέρισμα στην Πάφο. Της είπε ότι ήταν διατεθειμένος να της εξασφαλίσει διαμέρισμα σε χαμηλή τιμή αν πλήρωνε προκαταβολικά τη συνολική αξία του διαμερίσματος. Έτσι η Μ.Κ.4 έδωσε στον κατηγορούμενο συνολικά το ποσό των Λ.Κ.15,000 σε μετρητά στις 20 και 24.5.2002 και εκείνος της έδωσε τις αποδείξεις είσπραξης της εταιρείας τεκμήρια 17 και 18, τις οποίες έκδωσε ο ταμίας του και υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Για το σκοπό αυτό η Μ.Κ.4 και ο κατηγορούμενος για λογαριασμό της εταιρείας υπέγραψαν το συμβόλαιο τεκμήριο 19 ημερ. 24.5.02 το οποίο αφορούσε την αγορά διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου, εμβαδού 61 τ.μ., στην πολυκατοικία CHRISTADIA COURT 8, η οποία θα ανεγειρόταν στο τεμάχιο 386 με αρ. εγγραφής 30154, Φ./Σχ. LI/2, στην Πάφο. Η τιμή πώλησης ήταν Λ.Κ.15,000 και η ημερομηνία παράδοσης ορίστηκε για τις 30.4.
- Στην επόμενη συνάντηση της Μ.Κ.4 με τον κατηγορούμενο, αυτός της εξήγησε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να χτιστεί η οικοδομή στο αναφερόμενο από το συμβόλαιο τεμάχιο και για αυτό υπέγραψαν νέο συμβόλαιο στις 26.7.02 (τεκμήριο 20), όπου όλοι οι όροι έμειναν οι ίδιοι και απλά άλλαξε το τεμάχιο το οποίο αντικαταστάθηκε από το τεμ. 394 με αρ. εγγραφής 30162, Φ./Σχ. LI/2, στην Πάφο. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι το τίμημα πώλησης έχει ήδη πληρωθεί. Ο δε χρόνος αποπεράτωσης ορίσθηκε για τις 30.6.
- Επειδή όμως μετά από πέντε μήνες μπόρεσε ο δικηγόρος της Μ.Κ.4 να επικυρώσει στο Κτηματολόγιο, τα σχέδια του διαμερίσματος αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος δεν θεωρείτο ιδιοκτήτης αυτού του οικοπέδου, συμβόλαιο με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με το τεκμήριο 20 υπογράφηκε στις 28.11.02 (τεκμήριο 21). Τον Απρίλιο του 2003 επειδή ακόμη οι εργασίες οικοδόμησης δεν ξεκίνησαν ο κατηγορούμενος πρότεινε στη Μ.Κ.4 να κάνουν νέο συμβόλαιο για άλλο διαμέρισμα στον τρίτο όροφο υπό ανέγερση οικοδομής στην οποία υπήρχαν ήδη δύο όροφοι. Η Μ.Κ.4 δέχθηκε και έτσι αφού υπέγραψαν συμφωνία ακύρωσης του συμβολαίου τεκμηρίου 21 (τεκμήριο 23) στις 4.4.03, την ίδια μέρα υπέγραψαν το συμβόλαιο τεκμήριο
- Το συμβόλαιο τεκμήριο 22 έχει ως συμβαλλόμενους την εταιρεία και τη Μ.Κ.
- Αναφέρει ότι η εταιρεία σκοπεύει να ανεγείρει πολυκατοικία με το όνομα CHRISTADIA COURT 6 στο κτήμα με αρ. εγγραφής 27703, τεμ. 2126, Φ./Σχ. LI/10.3.VI στον Άγιο Θεόδωρο στην Πάφο. Αναφέρει επίσης ότι η εταιρεία πωλεί στη Μ.Κ.4 το διαμέρισμα με αρ. 201, εμβαδού 61 τ.μ., όπως φαίνεται στα επισυνημμένα σχέδια και ορίζεται ως τίμημα πώλησης το ποσό των Λ.Κ.15,
- Αναφέρεται επίσης ότι το ποσό αυτό έχει ήδη πληρωθεί. Ορίζεται δε ως ημερομηνία παράδοσης η 30.9.
- Η μεταβίβαση του διαμερίσματος προνοείται ότι θα πρέπει να γίνει εντός 5 ετών από την υπογραφή του συμβολαίου. Το συμβόλαιο φέρει στο τέλος της πρώτης σελίδας τις μονογραφές της Μ.Κ.4 καθώς και του κατηγορούμενου πάνω από την σφραγίδα της εταιρείας. Στη σελίδα 2 κάτω από τον τίτλο «Τα Μέρη» φέρει τις υπογραφές της Μ.Κ.4 και του κατηγορούμενου πάνω από την σφραγίδα της εταιρείας. Επισυνάπτονται επίσης στο συμβόλαιο δυο σελίδες με αρχιτεκτονικά σχέδια και ακόμη τρεις σελίδες με προδιαγραφές. Η μια από τις σελίδες με τα αρχιτεκτονικά σχέδια φέρει τίτλο «ΚΑΤΟΨΗ 3ου ΟΡΟΦΟΥ» και είναι χρωματισμένο με κίτρινο χρώμα το περίγραμμα ενός διαμερίσματος το οποίο φέρει αριθμό 201, περιλαμβάνει 1 υπνοδωμάτιο, καθιστικό, μπάνιο, ένα δωμάτιο και μια βεράντα. Τον χρωματισμό αυτό τον έκανε ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα στην παρουσία της Μ.Κ.
- Το υπό αναφορά διαμέρισμα φαίνεται ότι βρίσκεται αριστερά του κλιμακοστασίου. Ο όροφος δείχνει συνολικά τέσσερα διαμερίσματα και συγκεκριμένα το 201 και άλλα τρία του ενός υπνοδωματίου. Μέσα στο σχέδιο του σκιαγραφημένου διαμερίσματος υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου πάνω από την σφραγίδα της εταιρείας και η υπογραφή της ΜΚ
- Την ίδια μέρα δηλ. 4.4.03 μετά από αίτηση της Μ.Κ.4 το συμβόλαιο αυτό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έλαβε τον σχετικό αρ. 949/
- Τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου κατά την νέα συνάντηση της Μ.Κ.4 με τον κατηγορούμενο φάνηκε ότι τίποτα δεν κτίσθηκε. Κατά την επόμενη συνάντηση της με τον κατηγορούμενο τον Μάιο του 2004 αυτός της ζήτησε να του δώσει λεφτά ώστε να μπορέσει να ξοφλήσει το δάνειο που είχε στην Τράπεζα και αμέσως θα τις τιτλοποιούσε το διαμέρισμα, κάτι που η Μ.Κ.4 αρνήθηκε. Επιπρόσθετα έκαναν τη συμφωνία τεκμήριο
- Το τεκμήριο 24 με τίτλο SIDE AGREEMENT φέρει ημερ. 19.11.03 και συμβαλλόμενους την εταιρεία και τη Μ.Κ.
- Στο συμβόλαιο αυτό αφού γίνεται αναφορά στο συμβόλαιο τεκμήριο 22 και στο ότι εκείνο προνοούσε την παράδοση του διαμερίσματος στις 30.9.03, οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν όπως το διαμέρισμα παραδοθεί στις 30.9.04 και όπως η εταιρεία πληρώνει την Μ.Κ.4 το ποσό των Λ.Κ.200 κάθε μήνα από την 1.10.03 μέχρι την παράδοση. Το ποσό αυτό αναφέρεται ότι αντιπροσωπεύει έξοδα διαμονής. Όλες οι συναντήσεις που έγιναν με τη Μ.Κ.4 για την αγορά του διαμερίσματος και οι υπογραφές των συμβολαίων έγιναν στο γραφείο του κατηγορούμενου στην Πάφο. Κατά την άφιξη της Μ.Κ.4 στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2004 αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο και εκεί φάνηκε ότι για το ίδιο διαμέρισμα που είχε αυτή συμφωνήσει να αγοράσει υπήρχε συμβόλαιο προηγουμένως με άλλο πρόσωπο. Ο όροφος όπου θα έπρεπε να ήταν το διαμέρισμα της Μ.Κ.4 βρισκόταν τότε στο αρχικό στάδιο οικοδόμησης του και συγκεκριμένα στέκονται μονάχα άχυτες μεταλλικές κολώνες. Στη συνέχεια η Μ.Κ.4 προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Ο τρίτος όροφος στην επίδικη πολυκατοικία δεν έχει κτιστεί μέχρι σήμερα. Υπάρχουν κτισμένοι δύο όροφοι ενώ όσον αφορά τον τρίτο υπάρχουν μόνο οι άχυτες σιδερένιες κολώνες. Η Μ.Κ.4 κίνησε εναντίον της εταιρείας την αγωγή αρ. 3434/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και πριν δύο χρόνια ο κατηγορούμενος ως διευθυντής της εταιρείας δέχτηκε απόφαση για το ποσό €48,
- Ο ίδιος ο κατηγορούμενος πρότεινε να τοποθετηθούν μέμο σε όλη την περιουσία της εταιρείας για επιπλέον εξασφάλιση της Μ.Κ.
- Στις 11.3.08 η Μ.Κ.4 κατέθεσε το μέμο με αρ. 392/08 εναντίον της εγγραφής 27703 δηλ. του επίδικου τεμαχίου. Η Μ.Κ.4 δεν έλαβε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό για την εν λόγω απόφαση. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα θα εξετάσω στη συνέχεια αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν γίνει δεκτά φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας και όχι προσωπικά. Κατηγορείται στην ουσία για παροχή συνδρομής στη διάπραξή των υπό εξέταση αδικημάτων. Η ιδιότητα όμως ενός φυσικού προσώπου ως διευθυντή ενός νομικού προσώπου δεν είναι αφ' εαυτής και δίχως άλλο αρκετή για να οδηγήσει στην εναντίον του διευθυντή στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης από τη διάπραξη αδικήματος από το νομικό πρόσωπο (βλ. Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Ο διευθυντής ενός νομικού προσώπου μπορεί να έχει ποινική ευθύνη για αδικήματα που τελούνται από το νομικό πρόσωπο ως συνεργός του νομικού προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έχει δε νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του πιο πάνω άρθρου (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με τα επίδικα συμβόλαια τεκμήρια 7 και 22 η εταιρεία πώλησε στους παραπονούμενους το διαμέρισμα αρ. 201 στον τρίτο όροφο της επίδικης οικοδομής. Αυτό του τεκμηρίου 7 ορίζεται στο συμβόλαιο ως διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων και έχει ως τιμή πώλησης Λ.Κ.40,000 ενώ αυτό του τεκμηρίου 22 ορίζεται στο συμβόλαιο ως διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου και έχει ως τιμή πώλησης Λ.Κ.15,
- Μέχρι του σημείου αυτού θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν πρόκειται για το ίδιο διαμέρισμα αλλά υπάρχει απλά λάθος στο αριθμό του διαμερίσματος. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Και στα δύο συμβόλαια για τον επακριβή καθορισμό του πωλούμενου διαμερίσματος γίνεται παραπομπή στα επισυναπτόμενα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία αποτελούν αναπόσπαστα μέρη των συμβολαίων. Τα σχέδια αυτά «ΚΑΤΟΨΗ 3ου ΟΡΟΦΟΥ» πρέπει να λεχθεί ότι ως προς τη διαμόρφωση του ορόφου δεν είναι τα ίδια. Στο τεκμήριο 7 το σχέδιο δείχνει τρία διαμερίσματα και συγκεκριμένα πέραν του 201, ακόμη ένα δύο υπνοδωματίων και ένα ενός υπνοδωματίου. Στο δε τεκμήριο 22 το σχέδιο δείχνει συνολικά τέσσερα διαμερίσματα και συγκεκριμένα πέραν του 201, άλλα τρία του ενός υπνοδωματίου. Σύγκριση όμως των δύο σχεδίων και του σημείου όπου είναι τοποθετημένα τα δύο διαμερίσματα με αρ. 201 δείχνει ότι αυτό του τεκμηρίου 22 αποτελεί μέρος του διαμερίσματος 201 στο τεκμήριο
- Με άλλα λόγια ολόκληρος ο χώρος που καταλαμβάνει το διαμέρισμα 201 στο τεκμήριο 22 εμπίπτει ακριβώς ως προς τη θέση και περιλαμβάνεται στο χώρο του διαμερίσματος 201 που φαίνεται στο τεκμήριο 7, το οποίο είναι μεγαλύτερο και καταλαμβάνει και άλλο χώρο. Συνεπώς είναι εμφανές ότι με το τεκμήριο 22 πωλήθηκε στη Μ.Κ.4, με βάση συγκεκριμένα υφιστάμενα σχέδια, διαμέρισμα το οποίο θα ανεγειρόταν στον ίδιο χώρο με αυτό που πωλήθηκε στη Μ.Κ.1 και στο σύζυγο της προηγουμένως με το τεκμήριο
- Με τον τρόπο αυτό στην ουσία έγινε παράσταση στην Μ.Κ.4 ότι με βάση υφιστάμενα σχέδια αγόραζε διαμέρισμα το οποίο δεν είχε πουληθεί σε άλλο ενός στην πραγματικότητα κατά το χρόνο υπογραφής του τεκμηρίου 22 το διαμέρισμα αυτό είχε ήδη πωληθεί στη Μ.Κ.1 και στο σύζυγο της, δυνάμει του τεκμηρίου
- Η παράσταση λοιπόν αυτή ήταν ψευδής και προφανώς επενέργησε στο μυαλό της Μ.Κ.4 για να δώσει και συνεπώς να αποσπαστεί από την εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.15,000 εφόσον η Μ.Κ.4 αυτό που ήθελε ήταν να αγοράσει διαμέρισμα δικό της και η πληρωμή που αυτή έκανε για προηγούμενο συμβόλαιο θεωρήθηκε ως πληρωμή για το διαμέρισμα του τεκμηρίου
- Όσον αφορά το ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε η δυνατότητα ανέγερσης 3ου ορόφου και συνεπώς η σχετική εύλογη πεποίθηση για αυτό είναι εν τέλει άνευ σημασίας με δεδομένο ότι ακόμη και αν ανεγειρόταν ο τρίτος όροφος βάση είτε του ενός σχεδίου είτε του άλλου δεν θα μπορούσαν να κτιστούν και να παραδοθούν και τα δύο διαμερίσματα που πωλήθηκαν στους παραπονούμενους εφόσον ως έχει αναφερθεί η θέση του ενός συμπίπτει με τη θέση του άλλου. Αυτό άλλωστε καταδεικνύει και ότι η ψευδής παράσταση έγινε κατά τον ίδιο χρόνο με πρόθεση καταδολίευσης. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτός ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο μοναδικός διευθυντής και το πρόσωπο που διαπραγματευόταν και υπέγραφε όλα τα συμβόλαια για λογαριασμό της εταιρείας, όπως έκανε και για τα τεκμήρια 7 και
- Επίσης ήταν αυτός που χρωμάτισε με κίτρινο χρώμα το περίγραμμα των διαμερισμάτων που πωλούνταν στους παραπονούμενους. Μάλιστα ο ίδιος ανέφερε ότι σε τέτοια συμβόλαια πρέπει να υπάρχει το περίγραμμα του πωλούμενου ακινήτου. Αυτό γίνεται προφανώς για να προσδιορίζεται επακριβώς επί του αρχιτεκτονικού σχεδίου, στο οποίο παραπέμπει το συμβόλαιο, το πωλούμενο διαμέρισμα. Πέραν αυτών ο κατηγορούμενος δεν ήταν κάποιος που δεν είχε σχέση με το αντικείμενο της ανάπτυξης και πώλησης ακινήτων αλλά ήταν μάλιστα και πολιτικός μηχανικός και γνώριζε εκ της ιδιότητας του αυτής να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται αρχιτεκτονικά σχέδια. Άλλωστε τα δύο συμβόλαια υπογράφηκαν με διαφορά μόνο ενός μηνός το ένα από το άλλο κάτι που δείχνει επίσης ότι δεν είχε μεσολαβήσει τέτοιος χρόνος ούτως ώστε να άλλαξαν κάποια δεδομένα και εξάλλου δεν τέθηκε κάτι σχετικό στη μαρτυρία. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν λοιπόν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υπογραφής των συμβολαίων αυτών γνώριζε τι ακριβώς υπέγραφε και ποίο ήταν το αντικείμενο πώλησης και συνεπώς ότι με τον τρόπο αυτό παρείχε βοήθεια στην εταιρεία του να προβεί στην υπό αναφορά ψευδή παράσταση με πρόθεση την καταδολίευση και να αποσπάσει ως αποτέλεσμα αυτής από τη Μ.Κ.4 το ποσό των Λ.Κ.15,
- Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι τα ακόλουθα γεγονότα καταδεικνύουν την έλλειψη ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης:
- Το ότι οι παραπονούμενοι μπορούσαν και κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο τα επίδικα συμβόλαια για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.
- Το ότι έγινε επιπλέον συμφωνία με τη Μ.Κ.4 για μηναία αποζημίωση μέχρι αποπεράτωσης του διαμερίσματος.
- Το ότι έγινε ενέργεια για μεταφορά συντελεστή δόμησης και,
- Το ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε εκ συμφώνου την έκδοση αποφάσεων εναντίον της εταιρείας και υπέρ των παραπονουμένων. Λαμβάνοντας υπόψην τα όσα έχω κάνει δεκτά η πιο πάνω θέση πρέπει να λεχθεί ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό γιατί ανεξαρτήτως των πιο πάνω ενεργειών δεν μεταβάλλεται το ουσιώδες γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο ότι δεν μπορούσαν να ανεγερθούν και συνεπώς να παραδοθούν και τα δύο διαμερίσματα τα οποία πωλήθηκαν. Πέραν τούτου όσον αφορά το 1 αυτό αποτελεί κάτι που προνοεί ο νόμος για την προστασία των αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι έτσι είχαν και το σχετικό δικαίωμα. Όσον αφορά το 2 αυτό προβλεπόταν ήδη και στο τεκμήριο 22 αλλά και στο τεκμήριο
- Τέλος όσον αφορά το 4 σίγουρα υπήρχε και αστικής φύσεως ευθύνη της εταιρείας έναντι των παραπονουμένων και η πρόθεση για αποζημίωση τους έστω και αργότερα δεν μεταβάλλει ενόψει των υπολοίπων που έχουν λεχθεί το εύρημα για ύπαρξη σκοπού καταδολίευσης κατά το χρόνο υπογραφής των συμβολαίων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία 6 εναντίον του κατηγορούμενου. Όσον αφορά την κατηγορία 7 βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτής είναι η ύπαρξη τίτλου. Με βάση όμως το σύνολο της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αυτό που έχει σίγουρα καταδειχθεί είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο και δη κατά την υπογραφή των επίδικων συμβολαίων (τεκμήρια 7 και 22) δεν υπήρχαν τίτλοι ιδιοκτησίας για τα επίδικα διαμερίσματα, ούτε και προσφέρθηκαν τέτοιοι στους παραπονούμενους κατά τον ίδιο χρόνο. Αντίθετα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών φαίνεται ότι προβλέπεται ο διαχωρισμός του κτιρίου και η έκδοση ξεχωριστών τίτλων στο μέλλον οπόταν θα γινόταν και η μεταβίβαση. Κατ' επέκταση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ψευδή δήλωση προς τίτλο ή αποσιώπηση ουσιώδους γεγονότος το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία
- Όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης για παραβίαση του εύλογου χρόνου που διασφαλίζεται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια παραβίαση αναλύονται στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 A.A.Δ. 223 και στην Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 A.A.Δ. 330 όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και στη Κυπριακή νομολογία, η οποία είναι απόλυτα ταυτισμένη με αυτή. Από τα όσα αναφέρονται σχετικά με το θέμα συνάγονται τα ακόλουθα:
- Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για τους αιτούντες, η στάση των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών και η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.
- To εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι, η εξέταση πρώτα των παραγόντων ξεχωριστά και μετά να υπολογιστούν οι σωρευτικές τους επιπτώσεις.
- Η προσέγγιση που πρέπει να υιοθετείται όταν αποφασίζεται κατά πόσο έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου έχει αναλυθεί στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All E.R. 1 όπου κρίθηκε ότι το κατώφλι της απόδειξης παραβίασης της απαίτησης του εύλογου χρόνου ήταν ψηλό και ήταν σχεδόν με βεβαιότητα αχρείαστο να εξεταστεί περαιτέρω εκτός αν το χρονικό διάστημα που παρήλθε εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο έδινε λαβή για πραγματική ανησυχία. Ωστόσο αν η περίοδος που παρήλθε, εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο, πράγματι δίνει λαβή για τέτοια ανησυχία, το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει τα λεπτομερή γεγονότα και περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και η Πολιτεία έπρεπε να εξηγήσει και δικαιολογήσει οποιοδήποτε χρονικό διάστημα που διέρρευσε που φαινόταν ότι ήταν υπερβολικό.
- Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany [1983] 5 E.H.R.R. 1). Ένα πρόσωπο υπόκειται σε κατηγορία εντός της έννοιας του αρ. 6 της Σύμβασης όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (Deweer v. Belgium [1979-80] 2 E.H.R.R. 439). Σε μια εύκολη υπόθεση (straight forward) αυτή είναι η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται από την Αστυνομία (Ewing v. U.K. [1988] 10 E.H.R.R. 141 και Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Πλην όμως σε υποθέσεις όπου καθυστερεί η διατύπωση του κατηγορητηρίου ο χρόνος δυνατόν να αρχίζει από την ημερομηνία της σύλληψης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώνεται (becomes aware) ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης του (X. v. U.K. [1978] 14 D.R. 26).
- Η διαπίστωση ότι η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διακοπή της δίκης και απαλλαγή του κατηγορούμενου. Αυτό όμως δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία όπως σε μείωση της ποινής κατά την επιμέτρηση της. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Απρίλιο του
- Η υπόθεση καταγγέλθηκε από την Μ.Κ.4 στην Αστυνομία στις 5.10.
- Λήφθηκαν καταθέσεις από την Μ.Κ.1 στις 10.3.06, από το Μ.Κ.2 στις 28.4.06, από τη Μ.Κ.3 στις 6.12.05 και από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου στις 27.4.
- Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για την εναντίον του καταγγελία και του λήφθηκε κατάθεση στις 19.4.
- Το κατηγορητήριο της υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 30.11.
- Στο κατηγορητήριο αρχικά υπήρχαν δύο κατηγορίες για κλοπή υπό αντιπροσώπου. Στην παρούσα υπόθεση ο χρόνος προφανώς αρχίζει από τότε που ο κατηγορούμενος, ενημερώθηκε ότι εξετάζεται εναντίον του η συγκεκριμένη καταγγελία δηλ. στις 19.4.
- Για την καθυστέρηση λοιπόν από τις 19.4.06 μέχρι τις 30.11.06 που είναι 7 περίπου μήνες δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία από την κατηγορούσα αρχή. Η καθυστέρηση όμως αυτή από μόνη της δεν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια ώστε να οδηγεί σε συμπέρασμα παραβίασης του ευλόγου χρόνου. Πρέπει να εξετασθεί το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 28.12.
- Τότε δεν επιδόθηκε και ορίστηκε εκ νέου στις 22.2.07 οπόταν ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε και αφού απάντησε, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 8.8.
- Στις 8.8.07 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε με δικηγόρο και λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά για τις 17.3.
- Στις 17.3.08 ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε και εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε για έλεγχο του εντάλματος στις 6.5.
- Μετά από εκτέλεση εντάλματος σύλληψης ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στις 17.4.08 οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 29.10.
- Στις 29.10.08 όταν η υπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλου δικαστή σύμφωνα με το πρόγραμμα του Δικαστηρίου ο αδελφός δικαστής εξαιρέθηκε για το λόγο που αναφέρει στο πρακτικό του ίδιας ημερομηνίας οπόταν με οδηγίες του προέδρου η υπόθεση τέθηκε την ίδια μέρα ενώπιον άλλου δικαστή. Την μέρα εκείνη όμως ο κατηγορούμενος και πάλι δεν ήταν παρών, εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης και η υπόθεση ορίσθηκε για έλεγχο του εντάλματος στις 31.10.
- Στις 31.10.08 ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε ξανά στις 5.11.08 οπόταν αυτός εμφανίσθηκε. Την ημέρα εκείνη ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο αποσύρθηκε με άδεια του Δικαστηρίου και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 9.2.
- Στις 9.2.09 ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε και εκδόθηκε εναντίον του νέο ένταλμα σύλληψης και η υπόθεση ορίσθηκε για έλεγχο του εντάλματος στις 4.3.
- Εκείνη τη μέρα ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε με νέο δικηγόρο και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση ξανά στις 15.5.
- Στις 15.5.09 κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορούμενου στο οποίο τέθηκε και θέμα επανεξέτασης της θέσης της υπεράσπισης, η υπόθεση ορίσθηκε για προγραμματισμό στις 15.6.09 ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος και πάλι δεν εμφανίσθηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί νέο ένταλμα σύλληψης και να ορισθεί για έλεγχο στις 14.7.
- Μέχρι την ημέρα εκείνη το ένταλμα δεν εκτελέστηκε οπόταν ορίσθηκε ξανά για έλεγχο στις 12.8.
- Ούτε μέχρι τότε εκτελέστηκε και ορίσθηκε για έλεγχο στις 12.11.09 οπόταν για τον ίδιο λόγο ορίσθηκε στις 23.11.
- Στις 13.11.09 μετά από την εκτέλεση του εντάλματος ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 23.11.
- Την ημερομηνία αυτή ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε με το δικηγόρο του, ο οποίος με άδεια του Δικαστηρίου αποσύρθηκε λόγω διαφωνίας στο χειρισμό της υπόθεσης. Μετά την εξέλιξη αυτή ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο για να διορίσει άλλο δικηγόρο οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε ξανά για ακρόαση στις 2.12.09 ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε με νέο δικηγόρο και δη τον υφιστάμενο. Κατά την ημερομηνία εκείνη η κατηγορούσα αρχή είχε δύο μάρτυρες παρόντες και υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης των κατηγοριών 3-
- Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ήγειρε ένσταση στο αίτημα αυτό και ζήτησε χρόνο για να αγορεύσει σχετικά σε άλλη δικάσιμο αλλά και για να πάρει το σύνολο των καταθέσεων της υπόθεσης εφόσον κάποιες από αυτές που του δόθηκαν από το συνάδελφο του που εκπροσωπούσε πριν τον κατηγορούμενο δεν ήταν πλήρεις ενώ κάποιες καταθέσεις και έγγραφα δεν είχαν δοθεί. Το αίτημα του εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε για να ακουστεί και εξεταστεί το θέμα της τροποποίησης και ανάλογα να προχωρήσει η υπόθεση στις 16.12.
- Εκείνη την ημέρα αφού ακούστηκε η ένσταση της υπεράσπισης το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του και για τους λόγους που εξηγούνται εκεί ενέκρινε το αίτημα της κατηγορούσας αρχής και έδωσε άδεια για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Μετά την τροποποίηση επί του κατηγορητηρίου και αφού ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και απάντησε σε σχέση με τις προστεθείσες κατηγορίες, ερωτώμενος αν είναι έτοιμος να δικασθεί με βάση το κατηγορητήριο ως έχει τροποποιηθεί, ο συνήγορος του ζήτησε άλλη ημερομηνία για να είναι έτοιμος γιατί ως δήλωσε έλαβε το μαρτυρικό υλικό που ζήτησε την προηγούμενη ημέρα. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 21.12.09 ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση ξεκίνησε. Η ακρόαση συνεχίσθηκε στις 8.1.10, 11.1.10, 26.1.10, 8.2.10, 23.2.10 και 24.2.10 οπόταν η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε στις 11.3.10 για αγορεύσεις για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Στις 11.3.10 επιφυλάχθηκε η σχετική απόφαση η οποία δόθηκε στις 24.3.
- Εκείνη την ημέρα μετά την έκδοση της απόφασης η υπεράσπιση δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος θα καταθέσει ενόρκως και ζήτησε όπως η υπόθεση αναβληθεί για το σκοπό αυτό σε άλλη ημερομηνία οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε στις 23.4.
- Κατά τη δικάσιμο αυτή ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου και η υπόθεση ορίσθηκε για αντεξέταση αυτού στις 18.5.10 και στη συνέχεια την 1.6.
- Την 1.6.10 η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας του πατέρα του κατηγορούμενου και έτσι η υπόθεση ορίσθηκε στις 17.6.10 οπόταν ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του κατηγορούμενου και αφού η υπεράσπιση δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση της ακολούθησαν οι τελικές αγορεύσεις και επιφυλάχθηκε η τελική απόφαση για σήμερα. Λαμβάνοντας τώρα υπόψην τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κρίνω ότι η υπόθεση δεν ήταν από τις απλές του είδους της αλλά παρουσίαζε κάποια πολυπλοκότητα, η οποία θα ληφθεί υπόψη στα πλαίσια του ευλόγου του χρόνου που παρήλθε. Όσον αφορά το τι διακυβευόταν για τον κατηγορούμενο λαμβάνεται φυσικά υπόψην ότι η εκκρεμότητα της υπόθεσης αυτής προκάλεσε τη συνήθη για ποινικές υποθέσεις κατάσταση αβεβαιότητας και αγωνίας για την τύχη του εφόσον επικρέμετο η τιμωρία και ο φόβος για επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Τέλος όσον αφορά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι εμφανές ότι την ευθύνη για το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης από την καταχώρηση του κατηγορητήριου και εντεύθεν την φέρει ο ίδιος. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η καθυστέρηση η οποία παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του. Ακόμη όμως και αν κρινόταν ότι αυτή η καθυστέρηση ήταν υπερβολική και δεν ευθυνόταν για αυτήν ο κατηγορούμενος, ενόψει των προαναφερθέντων δεδομένων της υπόθεσης, αυτό δεν θα οδηγούσε σε διακοπή της δίκης και απαλλαγή του κατηγορούμενου. Όλα τα σχετικά δεδομένα μπορούν να ληφθούν υπόψην δεόντως στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής. Ως εκ των άνω η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Εν κατακλείδι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 6 ενώ στην κατηγορία 7 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απόσπαση χρημάτων με ψ/π - Απάτη κατά την πώληση περιουσίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο