Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μαύρου Κιουρτζίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5977/10, 1 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2010:10 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΕΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5977/10 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Εναντίον
- Μαύρου Κιουρτζίδη
- Shadi Abdolal Mohamad Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 1 Ιουλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Αλεξάνδρου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 - παρόντες --------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η και 3η κατηγορία), για βιασμό κατά παράβαση των άρθρων 144, 145 και 20 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και για κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ. 154 (4η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι στις 29.5.10 στην Πάφο συνομώτησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν τα αδικήματα της 2ης και 4ης κατηγορίας δηλαδή να έλθουν σε παράνομη συνουσία με την Toni-Marie Conell από την Αγγλία χωρίς τη θέληση της και να της κλέψουν δύο κινητά τηλέφωνα συνολικής αξίας €
- Οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον μας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 10.6.2010 το οποίο διέταξε την απόλυση τους με όρους. Κατά τη σημερινή παρουσία των κατηγορουμένων τους απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν και αμφότεροι αρνήθηκαν αυτές στο σύνολο τους. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 4.10.2010 και ώρα 9:15 π.μ.. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους. Στήριξε την εισήγηση του κατά κύριο λόγο στον κίνδυνο μη προσέλευσης τους την ημέρα της δίκης με το ενδεχόμενο διαφυγής τους στο εξωτερικό ιδιαίτερα μετά την εξασφάλιση της ιατροδικαστικής έκθεσης που αναφέρεται σε τραύματα της παραπονούμενης. Αυτά σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο καθένας τους αντιμετωπίζει και τη μεγάλη πιθανότητα καταδίκης τους όπως αυτή προκύπτει από το υπάρχον και νέο μαρτυρικό υλικό που εξασφαλίστηκε. Όπως υποστήριξε ενώπιον μας ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ο κατηγορούμενος 1 κατάγεται από τη Γεωργία με την οποία έχει στενούς δεσμούς ενώ ο κατηγορούμενος 2 έχει στενούς δεσμούς με το Λίβανο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να συνεχίσουν να παραμένουν ελεύθεροι υπό όρους όπως αποφάσισε το παραπέμπον Επαρχιακό Δικαστήριο και πως κατ' αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η παρουσία τους στη δίκη. Ο κ. Αλεξάνδρου που εμφανίστηκε για τον κατηγορούμενο 1 τόνισε ότι ο πελάτης του μέχρι σήμερα συμμορφώνετο με τους όρους που τέθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο οπότε δεν τίθεται θέμα μη προσέλευσης του κατά τη δίκη. Ο κ. Δημητρίου που εμφανίστηκε για τον κατηγορούμενο 2 εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος ο πελάτης του με τους ίδιους όρους που τέθηκαν αρχικά κατά την παραπομπή του στο Κακουργιοδικείο, που σήμερα είναι σε θέση να τους ικανοποιήσει ώστε να αφεθεί ελεύθερος. Το στοιχείο της σοβαρότητας του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής συνιστά όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.α ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538 ένα σοβαρό παράγοντα, κριτήριο εκτίμησης της πιθανότητας μη προσέλευσης. Βλ. σχετικά Γιωργαλλίδης ν. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. 526. Ωστόσο, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί από την νομολογία, ο παράγοντας αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Στον παράγοντα αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστούν και άλλα σχετικά στοιχεία και δεδομένα. (Βλ. Χριστοφόρου κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 415 και Θεοδωρίδης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139). Στην τελευταία απόφαση τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση επί εγγυήσει. Την ίδια προσέγγιση υιοθετεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Letellier v. France (A) 207
(1991)). Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, και Adnan ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183). Πέρα από το παράγοντα αυτό, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα εγκλήματα διαδραματίζουν επίσης ρόλο στην κρίση του στοιχείου της μη προσέλευσης κατά την δίκη (βλ. Κάννα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444). Άλλοι σχετικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται. (Βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 όπου και υιοθετήθηκε η θέση που εκφράστηκε στην υπόθεση Neumeister v. Austria A8 p. 39 819689). Η νομολογία καταδεικνύει ότι η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής είναι πρωταρχικός παράγοντας που πάντοτε προσμετρά κατά την εκτίμηση πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στην δίκη του σε συνδυασμό και αναλόγως με τις περιστάσεις και τις περιβάλλουσες συνθήκες που αφορούν στα ίδια τα γεγονότα ή και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Ο παράγοντας βέβαια αυτός από μόνος του και χωρίς άλλο συσχετισμό είναι δυνατό να θεωρείται αρκετός για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου, ενώ άλλοτε κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να απαιτείται η συνύπαρξη και άλλων στοιχείων για την δικαιολόγηση της κράτησης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων οριοθετείται από τις ποινές που ο Νομοθέτης προβλέπει. Περιοριζόμαστε να πούμε πως το αδίκημα του βιασμού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Όπως προκύπτει δε από τη νομολογία μακρόχρονες ποινές φυλάκισης επιβάλλονται για τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων. Η συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνων ενώ το αδίκημα της κλοπής με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνων. Όσον αφορά την πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων παραπέμπουμε στο μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας και το οποίο σημειώνουμε πως εκτιμάται στην όψη του και μόνο «οριστικά συμπεράσματα δεν μπορούν να εξαχθούν ούτε να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα». (Βλ. Γιωργαλλίδης (πιο πάνω)). Ενδεικτικά σημειώνουμε πως υπάρχουν στο μαρτυρικό υλικό η κατάθεση της παραπονούμενης που καταλογίζει στους κατηγορούμενους τα αδικήματα που αυτοί αντιμετωπίζουν, των κατηγορουμένων που θέτουν τον εαυτό τους στη σκηνή και άλλων προσώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες επεισοδίων ότι συνέβησαν μεταξύ των κατηγορουμένων και παραπονούμενης. Έγινε αναφορά από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής για εξασφάλιση ιατροδικαστικής έκθεσης που αφορά την παραπονούμενη. Τέτοια έκθεση δε τέθηκε ενώπιον μας με μαρτυρία. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το περιεχόμενο της. Στην υπόθεση Χαραλάμπους (Φορής ) ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 15, το Εφετείο δέχθηκε την άποψη ότι η συμμόρφωση υπόδικου με τους όρους που είχαν τεθεί προηγουμένως για εξασφάλιση της προσέλευσης του, αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην πρόβλεψη ως προς μελλοντική προσέλευση και συνεκτιμάται στο πλαίσιο των όσων είναι διαθέσιμα κατά τη νέα εξέταση η οποία βέβαια γίνεται εξ υπαρχής. Αυτή η άποψη βρήκε απήχηση και στην Κλεάνθης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και Φώτος Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45). Δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος 1 συμμορφώθηκε με τους όρους που τέθηκαν για απόλυση του κάτι που δεν ισχύει για τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Το γεγονός της συμμόρφωσης του κατηγορούμενου 1 με τους όρους απόλυσης του, αποτελεί μεν σημαντικό παράγοντα όχι όμως καταλυτικό στην πρόβλεψη ως προς τη μελλοντική του προσέλευση. Αυτό συνεκτιμάται με τους άλλους παράγοντες. Η εικόνα που προκύπτει κατόπιν αποτίμησης και συσχετισμού όλων των ενδείξεων είναι ότι η συμμόρφωση του κατηγορούμενου 1 με τους όρους απόλυσης του δεν ανατρέπουν την προοπτική ότι ο κατηγορούμενος 1 ενδέχεται να μην εμφανιστεί για να δικαστεί. Δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο ότι οι κατηγορούμενοι διατηρούν δεσμούς με την Κύπρο. Αντίθετα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει στενούς δεσμούς με τη Γεωργία και ο κατηγορούμενος 2 με το Λίβανο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, η πιθανότητα να καταδικαστούν και να τους επιβληθούν πολυετείς ποινές φυλάκισης θεμελιώνουν τις ανησυχίες του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι ενδέχεται να μην παρουσιαστούν κατά τη δίκη τους και τούτο είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο και μια καθόλου απομακρυσμένη προοπτική. Ως Δικαστήριο έχουμε καθήκον να εξασφαλίσουμε τη παρουσία των κατηγορουμένων κατά τη δίκη τους. Διατάσσεται η κράτηση αμφοτέρων των κατηγορουμένων μέχρι τις 4.10.2010. (Υπ.)............................................... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο