← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευρυπίδης Σταυρινού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1566/07, 8.7.2010.

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευρυπίδης Σταυρινού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1566/07, 8.7.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1566/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου κ.
  2. Ευρυπίδης Σταυρινού
  3. Αντρέας Δημητρίου Ημερομηνία: 8.7.
  4. Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο 1: κα Παπαδημήτρη. Για κατηγορούμενο 2: κ. Αλεξάνδρου. Οι Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε αρχικά και τις κατηγορίες 1, 3 και 5 και ο κατηγορούμενος 2 και τις κατηγορίες 7 και
  5. Αναφορικά όμως με τις κατηγορίες 1, 3, 5, και 7 καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης ενώ η κατηγορία 9 απορρίφθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του θέματος απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Έτσι τώρα ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2) καθώς και αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του ίδιου Νόμου (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, ο κατηγορούμενος 1 στις 4.6.06 και ώρα 00:30 στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Αστ. 3029 Η. Ηλία και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4 κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη του. Ο δε κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τώρα κατηγορίες επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 6), αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (κατηγορία 8) καθώς και κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 10). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 6, ο κατηγορούμενος 2 στις 4.6.06 και ώρα 00:30 στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Λοχ. 1504 Δ. Ροβέρτου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 8 κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη του και τέλος στην κατηγορία 10 κατηγορείται ότι στις 4.4.06 και ώρα 01:30 στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Λ.Κ.10 σε κυβερνητική περιουσία σπάζοντας ένα συρτάρι του γραφείου παραπόνων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τέσσερεις μάρτυρες. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Αστ. 1039 Αριστείδου κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους 1 και 2. Οι γραπτές αυτές κατηγορίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήρια 8 και 9. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ο δε κατηγορούμενος 2 έκανε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι η κατάθεση του είναι σωστή και ότι χτυπήθηκε από αστυνομικούς και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων και του κατηγορούμενου 1 βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αρχιλοχίας 1504 Δημήτρης Ροβέρτου. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 3029 Ηλίας Ηλία. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες πρέπει να λεχθεί ότι μου έκαναν καλή εντύπωση. Περιέγραψαν και οι δύο με σαφήνεια και αμεσότητα τα γεγονότα όπως τα βίωσε ο καθένας κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από συνέχεια και λογική, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και η όλη εικόνα τους δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ τους δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές στην περιγραφή των όσων έλαβαν χώραν στις 4.6.
  1. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Χριστάκης Ιωάννου, οδηγός ταξί, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ανεκόπη για έλεγχο αλκοόλης όπως και οι κατηγορούμενοι και έτσι ήταν παρών κατά το επίδικο περιστατικό. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Περιέγραψε με αμεσότητα και με το δικό του τρόπο τα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε κατά τον επίδικο χρόνο, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα. Άλλωστε δεν διαφάνηκε ότι ο ίδιος είχε οποιοδήποτε όφελος ή συμφέρον να καταθέσει εναντίον των κατηγορουμένων, τους οποίους και δεν γνώριζε. Ανέφερε δε ότι έδωσε την κατάθεση του την επόμενη μέρα όταν κλήθηκε για να ερωτηθεί σχετικά στην Αστυνομική Διεύθυνση όπου του λέχθηκε ότι είχαν τα στοιχεία του λόγω του ότι τον είχαν σταματήσει για έλεγχο. Δεν μου διαφεύγει ότι μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 και των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 υπάρχουν κάποιες διαφορές στην περιγραφή των γεγονότων. Προσεκτική εξέταση όμως των διαφορών αυτών, οι οποίες πρέπει να λεχθεί ότι συνίσταντο κυρίως στα όσα λέχθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο από τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και τους κατηγορούμενους, καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές ως προς τα γεγονότα αλλά πρόκειται για διαφορές στην περιγραφή. Τέτοιες δε διαφορές μπορούν να δικαιολογηθούν από το ότι είναι φυσικό ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι που παρίστανται σε ένα γεγονός την ίδια παρατηρητικότητα και αντίληψη για να το περιγράψουν με τον ίδιο τρόπο αλλά και ούτε μπορούν να συγκρατήσουν και να μεταφέρουν με την ίδια ακρίβεια τόσο χρονικά όσο και τοπικά τα όσα βλέπουν και ακούουν και μάλιστα σε ένα περιστατικό που δεν διαρκεί μόνο για μια στιγμή αλλά έχει κάποια χρονική διάρκεια, όπως το επίδικο. Άλλωστε ο Μ.Κ.1 ανέφερε σε σχέση με τα όσα ο κατηγορούμενος 1 είπε στο Μ.Κ.2 ότι συγκράτησε κάποιες φράσεις. Ο δε Μ.Κ.2 είπε επίσης κατά τη μαρτυρία του ότι κάποια πράγματα δεν τα ανέφερε στην κατάθεση του, τα οποία ανέφερε στο Δικαστήριο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι διαφορές αυτές στη μαρτυρία είναι όχι μόνο φυσικές αλλά καταδεικνύουν και την έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων και ενισχύουν την αξιοπιστία τους. Θα ήταν δε λογικό αν ο Μ.Κ.4 ήθελε απλά να ενισχύσει τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 να αναφέρει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα όσα και αυτοί ανέφεραν στις καταθέσεις τους. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία των υπό αναφορά μαρτύρων κατηγορίας δεν ήταν αντιφατική μεταξύ τους ή τέτοια που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι κατασκευασμένη ή να αφήνει αμφιβολίες ως προς το αληθές της ούτως ώστε να απορριφθεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν κατηγορήθηκε για όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από τη συμπεριφορά του δεν καθιστά τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αναξιόπιστη. Άλλωστε οι μάρτυρες κατηγορίας δεν είχαν σχέση με τη σύνταξη του κατηγορητηρίου. Καλή εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και ο Μ.Κ.3 Δρ. Μάριος Φιλίππου, Ειδικός Παθολόγος, στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ο μάρτυρας αυτός εξέτασε στις 4.6.06 τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Αστ. 497 Μ.Τζωνή, Αστ. 4474 Ο. Μοδίτη και τον κατηγορούμενο 2 και εξέδωσε σχετικά τα ιατρικά πιστοποιητικά τεκμήρια 2, 4, 5, 6, και 7 αντίστοιχα. Περιέγραψε και εξήγησε με απλότητα και σαφήνεια τα όσα διαπίστωσε κατά τις εξετάσεις τις οποίες έκανε στα πιο πάνω πρόσωπα και κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε καμία αμφιβολία ως προς την αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία του. Τα τραύματα που έφεραν οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 2 και περιγράφονται στα εν λόγω πιστοποιητικά πρέπει να λεχθεί ότι συνάδουν με την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας ότι δηλ. τα δικά τους τους τα επέφερε ο κατηγορούμενος 2 και ότι αυτά του κατηγορούμενου 2 προήλθαν από τη δική του συμπεριφορά καθώς και από την εκ μέρους των αστυνομικών χρήση της ανάλογης βίας για να τον συλλάβουν και στη συνέχεια να τον βάλουν στο περιπολικό με σκοπό να το μεταφέρουν στον Αστυνομικό Σταθμό. Όσον αφορά τα ιατρικά πιστοποιητικά τεκμήρια 5 και 6 αυτά δείχνουν σίγουρα την κατάσταση των Αστ. 497 Μ.Τζωνή και Αστ. 4474 Ο. Μοδίτη κατά το χρόνο εξέτασης τους από το Μ.Κ.
  2. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο να καταθέσουν και έτσι δεν έχει διευκρινιστεί πότε και υπό ποιές συνθήκες προκλήθηκαν σε αυτούς τα εν λόγω τραύματα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Δρ. Ανδρέας Χ' Παναγής ειδικός χειρουργός, ωτορινολαρυγγολόγος. Ανέφερε ότι εξέτασε τον κατηγορούμενο 1 στις 5.2.08 και ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 13) όπου αναφέρεται ότι «Ο ως άνω ασθενής προσήλθε στην κλινική στις 5.2.
  3. Διαγνώστηκε μεγάλη παραμόρφωση - σκολίωση του ρινικού διαφράγματος - υπερτροφία κόγχων. Συστήνεται χειρουργική επέμβαση, διόρθωση του ρινικού διαφράγματος και κογχωτομή με λέιζερ. Συνολικά έξοδα €1,500.». Στην δε αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος 1 τον επισκέφθηκε και στις 22.3.05 οπόταν διαγνώστηκε κάταγμα ρινός. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο κατηγορούμενος 1 πρέπει να λεχθεί ότι αντίθετα με τους μάρτυρες δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει ότι τόσο αυτός όσο και ο κατηγορούμενος 2, κατά την διενέργεια σε αυτούς ενός συνήθους ελέγχου τροχαίας, δέχθηκαν απρόκλητα επίθεση και βάναυσα χτυπήματα από αστυνομικούς, ανάμεσα στους οποίους και οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  4. Στην προσπάθεια του όμως αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις τόσο μεταξύ των όσων ανέφερε ενόρκως όσο και μεταξύ αυτών και των όσων ανέφερε στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως κυρίως εξέταση του, οι οποίες αντιφάσεις δείχνουν ότι δεν είπε την αλήθεια. Πέραν τούτου προσπάθησε να παρουσιάσει ότι λόγω των χτυπημάτων που δέχθηκε έχει υποστεί πρόβλημα στη μύτη που το έχει μέχρι σήμερα. Όμως όχι μόνο δεν τον εξέτασε γιατρός τότε αλλά και ο Μ.Υ.1 που ο ίδιος κάλεσε δεν επιβεβαίωσε στην ουσία την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Ως κυρίως εξέταση υιοθέτησε την κατάθεση του τεκμήριο 11 στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Την 4.6.06 περί ώρα 01:00 έφυγε με τη γυναίκα του και το γιο του ηλικίας 1½ ετών από γάμο που είχαν σε κέντρο στη Χλώρακα. Περί ώρα 01:15 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. ΕΜΧ440 στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου τον σταμάτησε η Αστυνομία. Εκείνη τη στιγμή υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα σταματημένα και περίμενε για πέντε λεπτά περίπου για να έλθει η αστυνομία κοντά του. Μόλις πήγε η αστυνομία στο μέρος τους του είπε ότι θα καταγγελθεί για τα νούμερα πίσω και για το παιδί που δεν ήταν δεμένο. Εκείνος του είπε ότι συμφωνεί για τα νούμερα που δεν έχει πίσω αλλά το μωρό ξύπνησε όπως και η γυναίκα του και το πήρε η γυναίκα του για να το ηρεμήσει. Ο αστυνομικός επέμενε να τον καταγγείλει και για το μωρό και αυτός του είπε ότι έχει άδικο ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Τότε αυτός άρχισε να φωνάζει και ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Μην φωνάζεις εν και ξιτίμασα σε». Τότε ήλθε αμέσως στο μέρος και ένας άλλος αστυνομικός, τράβηξε τον κατηγορούμενο 1 από το δεξί χέρι προς το παράθυρο και του είπε να μην παίζει το παλικάρι. Τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα και ο εν λόγω αστυνομικός τον πήρε από το γιακά του πουκαμίσου, τον πήρε 2-3 μέτρα πιο κάτω από το αυτοκίνητο και του είπε «Γαμώ τη μάνα σου, εν να σε παίξω να πάεις στο διάολο, άμα σου μιλά αστυνομικός να μην φέρνεις αντίσταση». Αμέσως πήγε στο μέρος τρίτος αστυνομικός και μαζί με αυτόν που τον τράβηξε από το χέρι του έδωσαν δύο με τρεις γροθιές στο χέρι και στο κεφάλι. Αυτό το συμβάν έγινε στην παρουσία στης γυναίκας του και του παιδιού του. Το παιδί του την ώρα που οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να του βάλουν χειροπέδες πήγε στο μέρος του κατηγορούμενου 1 και κλαίγοντας τον κρατούσε από το πόδι. Μόλις του έβαλαν χειροπέδες πήγε στο μέρος ένας γνωστός του για τους πει ότι αυτά που γίνονται είναι άδικα και ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είναι κανένας φονιάς. Τότε του επιτέθηκαν και αυτού οι δύο αστυνομικοί που χτύπησαν και τον κατηγορούμενο 1 και ακόμη δύο με τρεις άλλοι αστυνομικοί. Ακολούθως πήγαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και τέθηκε υπό κράτηση. Έμαθε πριν μπει υπό κράτηση ότι το όνομα του αστυνομικού που τον τράβηξε από το χέρι και του έδωσε γροθιά είναι Ροβέρτος και είναι από τη Λευκωσία. Ο άλλος αστυνομικός που τον χτύπησε ήταν ισχυρής σωματικής διάπλασης 1.80-1.90 μελαχρινός με κοντά μαύρα μαλλιά. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι ο πρώτος αστυνομικός δηλ. αυτός που του είπε ότι θα τον καταγγείλει ήταν ο Μ.Κ.2, ο οποίος μόλις πήγε κοντά του ήταν λίγο νευριασμένος. Σε αντίθεση όμως με την κατάθεση του ανέφερε ότι το μόνο που του είπε ο Μ.Κ.2 είναι ότι καταγγέλλεται για τα νούμερα και γιατί το παιδί του δεν ήταν δεμένο και ότι ο μάρτυρας αυτός δεν του φώναξε. Στην αντεξέταση του σε αντίθεση με την κατάθεση του όπου είπε ουσιαστικά ότι ο δεύτερος αστυνομικός που πήγε κοντά του ήταν ο Ροβέρτος ανέφερε ότι αυτός ο αστυνομικός ήταν ένα ψηλός μελαχρινός ισχυρής σωματικής διάπλασης, περιγραφή που στην κατάθεση του έδωσε για τον τρίτο αστυνομικό που τον προσέγγισε λίγο μετά. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο δεύτερος αστυνομικός πήγε κοντά του εκεί στο αυτοκίνητο όταν ο κατηγορούμενος 1 δεν δεχόταν τη δεύτερη καταγγελία και του είπε θυμωμένα «Μην παίζεις το παλληκάρι, γαμώ τη μάνα σου» και τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο. Σε σχέση με αυτό πρέπει να λεχθεί πρώτον ότι η πιο πάνω εξύβριση ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του ανέφερε ότι του έγινε μετά που ο δεύτερος αστυνομικός τον τράβηξε 2-3 μέτρα πιο κάτω από το αυτοκίνητο. Όσον αφορά τη θέση του ότι ο εν λόγω αστυνομικός τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο στη συνέχεια στην αντεξέταση του όταν του ζητήθηκε να περιγράψει πως έγινε αυτό είπε στην ουσία ότι δεν τον τράβηξε έξω αλλά ενώ καθόταν μέσα με το παράθυρο του οδηγού ανοικτό, τον τράβηξε από το δεξί χέρι και χωρίς να έχει άλλη επιλογή και επειδή φοβήθηκε άνοιξε την πόρτα ο ίδιος και κατέβηκε. Όταν όμως ρωτήθηκε γιατί στην κατάθεση του δεν ανέφερε ότι φοβήθηκε και κατέβηκε έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι αυτό είναι αυτονόητο. Στην αντεξέταση ανέφερε περαιτέρω, σε αντίθεση με την κατάθεση του όπου ανέφερε ότι τον χτύπησαν ο δεύτερος και ο τρίτος αστυνομικός που ήλθαν μετά που τον πληροφόρησε ο Μ.Κ.2 ότι θα καταγγελθεί, ότι μετά που αναγκάστηκε να κατεβεί από το αυτοκίνητο ο δεύτερος αστυνομικός μαζί με τον Μ.Κ.2 δηλ. με τον πρώτο αστυνομικό τον τράβηξε 2-3 μέτρα από το αυτοκίνητο και άρχισαν να τον κτυπούν. Σε σύντομο δε χρονικό διάστημα πήγαν στο μέρος και άλλοι δύο αστυνομικοί και το μόνο που ο κατηγορούμενος 1 μπόρεσε να κάνει ήταν να προφυλάξει τον κορμό του και δεχόταν χτυπήματα από αυτούς. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι τον χτύπησαν πέραν των δύο πρώτων αστυνομικών και ο ένας εκ των άλλων δύο αστυνομικών που πήγαν στο μέρος αργότερα και συγκεκριμένα τον έπιασε από το χέρι και του το γύρισε δεξιόστροφα και πόνεσε πάρα πολύ. Σε άλλο όμως σημείο είπε ότι τελικά οι αστυνομικοί που τον κτύπησαν ήταν 4 ενώ από τα προλεχθέντα του συνάγεται ότι αυτοί που τον χτύπησαν συνολικά ήταν τρεις σε αντίθεση με την κατάθεση του όπου ανέφερε στην ουσία ότι αυτοί ήταν δύο. Όσον αφορά το ποιος τον χτύπησε και που, είπε στην αντεξέταση του ότι ο δεύτερος αστυνομικός τον χτύπησε στο στήθος, στα χέρια και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος. Την ίδια ώρα τον χτυπούσε και ο Μ.Κ.
  5. Ενώ πριν ανέφερε ότι το μόνο που ο ίδιος μπόρεσε να κάνει ήταν να προφυλάξει τον κορμό του αργότερα είπε ότι για να προφυλαχθεί έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του αφού δέχθηκε τα πρώτα χτυπήματα από τον δεύτερο αστυνομικό και ότι γροθιές από τον πρώτο αστυνομικό δηλ. το Μ.Κ.2 κατευθύνονταν στο κεφάλι. Στη συνέχεια όμως είπε ότι ο πρώτος τον χτυπούσε στο κεφάλι και ο δεύτερος σε διάφορα μέρη του σώματος. Παρά το ότι ο ίδιος προστάτευε το κεφάλι του με τα χέρια του κάποια χτυπήματα ήδη πέρασαν στο κεφάλι. Σε αντίθεση δε με όσα είπε αρχικά στην αντεξέταση του για το ποιος ήταν ο δεύτερος αστυνομικός που τον προσέγγισε αργότερα στην αντεξέταση του είπε ότι ο δεύτερος ήταν ο Ροβέρτος και ότι αυτός του έδωσε γύρω στις 10 γροθιές ενώ στην κατάθεση του είπε ότι συνολικά ο δεύτερος και ο τρίτος αστυνομικός του έδωσαν δύο με τρεις γροθιές στο χέρι και στο κεφάλι και ότι ο Ροβέρτος του έδωσε γροθιά και όχι γροθιές. Σημειωτέον ότι στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι τον κτύπησε και ο Μ.Κ.
  6. Όσον αφορά τα τραύματα που ισχυρίστηκε ότι του επέφεραν οι αστυνομικοί ανέφερε μετά από ερώτηση στην αντεξέταση του ότι είχε πολλούς μώλωπες στο σώμα. Μώλωπες είχε στο λαιμό, στο κεφάλι και ένα σοβαρό χτύπημα στη μύτη το οποίο του παραμόρφωσε το διάφραγμα και συνεπεία του οποίου μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει πρόβλημα. Όταν του υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα γιατί αρνήθηκε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και δεν πήγε στο Νοσοκομείο να εξετασθεί ανέφερε ότι ο ίδιος αιτήθηκε και τον πήρε στο Νοσοκομείο η Αστυνομία μαζί με τον κατηγορούμενο 2 και ότι εκεί τον εξέτασαν νοσοκόμοι και συγκεκριμένα ένας φαλακρός, ο οποίος όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν υπόθεση της αστυνομίας του είπε ότι είναι εντάξει, να πάει στο καλό και δεν έχει τίποτα, για να αποφύγει το Δικαστήριο. Όμως ενώ ανέφερε ότι τον πήραν στο Νοσοκομείο μαζί με τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο εξέτασε ο Μ.Κ.3 δεν τέθηκε καν στο μάρτυρα αυτό ότι έστω εκείνη τη μέρα πήγε στο Νοσοκομείο και ο κατηγορούμενος
  7. Πέραν τούτου δεν είναι λογικό κάποιος που υφίσταται τραύματα και μάλιστα σοβαρά, ως ισχυρίζεται, και ενώ στο Νοσοκομείο που τον μεταφέρουν του λένε ότι δεν έχει τίποτα για τους λόγους που επίσης ισχυρίστηκε, να μην πάει αργότερα έστω σε κάποιον ιδιώτη γιατρό όχι απλά για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των τραυμάτων αλλά και για να του παρασχεθεί άμεσα σχετική περίθαλψη. Αντί τούτου ο κατηγορούμενος 1 πήγε σύμφωνα με το Μ.Υ.1 για εξέταση στην κλινική του τον Φεβρουάριο του 2008 δηλ. 20 μήνες μετά το συμβάν. Η δε μαρτυρία του Μ.Υ.1 όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορούμενου 1 σε σχέση με το χρόνο που υπέστη το τραύμα που ο εν λόγω ιατρός διαπίστωσε αλλά μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1 ούτε για αυτό το θέμα είπε αλήθεια. Συγκεκριμένα ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι μετά από την εξέταση του κατηγορούμενου 1 το 2008 διαπίστωσε μεγάλη παραμόρφωση - σκολίωση του ρινικού διαφράγματος - υπερτροφία κόγχων και συνέστησε χειρουργική επέμβαση. Ανέφερε όμως περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 1 τον επισκέφθηκε και στις 22.3.05 δηλ. 15 μήνες πριν τον επίδικο χρόνο οπόταν διαγνώστηκε ότι είχε υποστεί κάκωση - κάταγμα ρινός. Όταν ρωτήθηκε γενικά αν μπορούσε η κατάσταση στη μύτη του κατηγορούμενου 1 να προήλθε από χτυπήματα που υπέστη 20 μήνες πριν απάντησε καταφατικά. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι στην επανεξέταση που έκανε στον κατηγορούμενο 1 το 2008 το πρόβλημα που διέγνωσε το 2005 συνέχιζε να υπάρχει και δεν απέκλεισε το πρόβλημα που διέγνωσε το 2008 να είναι συνεπεία αυτού που διέγνωσε το
  8. Εξάλλου η θέση του κατηγορούμενου 1 δεν ήταν ότι είχε εκ των προτέρων πρόβλημα το οποίο επιδεινώθηκε μετά το επίδικο συμβάν αλλά προσπάθησε να πείσει ότι αυτό δημιουργήθηκε κατά το επίδικο συμβάν και συνεπεία χτυπημάτων που του επέφεραν οι αστυνομικοί. Όσον δε αφορά τα όσα είπε ο κατηγορούμενος 1 για τον κατηγορούμενο 2 ενώ στην κατάθεση του δεν ανέφερε τίποτα σχετικά για πρώτη φορά στην αντεξέταση του είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν βρέθηκαν μετά στον Αστυνομικό Σταθμό ήταν πάρα πολύ τραυματισμένος με τραύματα στο κεφάλι, θώρακα και στην πλάτη. Δεν θυμόταν όμως σε πιο σημείο του θώρακα ήταν τα τραύματα στο θώρακα αλλά οι μώλωπες που είχε στο θώρακα και στο υπόλοιπο σώμα ήταν πάρα πολύ εμφανείς. Μετά όμως είπε ότι όταν λέει θώρακα εννοεί το στήθος και την κοιλιά ενώ όταν ρωτήθηκε σε ποιο μέρος της κοιλιάς είπε πάνω από το στέρνο. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε τραύμα στο μέσο της σπονδυλικής στήλης στην πλάτη. Είπε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 φορούσε ένα πουκάμισο το οποίο ήταν σκισμένο στο μπροστινό μέρος μόνο. Όταν όμως ρωτήθηκε πως είδε ο ίδιος τα τραύματα του κατηγορούμενου 2 στην πλάτη έδωσε τη μη πειστική δικαιολογία ότι τα είδε γιατί όταν πήγαν στο Σταθμό είδαν ο ένας τα τραύματα του άλλου και ότι άνοιξε το πουκάμισο και τα είδε. Ήταν λοιπόν εμφανές ότι ο κατηγορούμενος 1 όχι μόνο δεν είπε την αλήθεια για τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο σε σχέση με τον ίδιο αλλά προσπάθησε να βοηθήσει και τον κατηγορούμενο 2, εφόσον φυσικά αυτό υποστήριζε και την δική του εκδοχή, ότι δέχθηκε απρόκλητα επίθεση από αστυνομικούς. Το ότι δεν είπε την αλήθεια φαίνεται άλλωστε και από το ότι σε σχετική υποβολή ότι αυτός επιτέθηκε στο Μ.Κ.2 απάντησε ότι δέχθηκαν μια «προκλητική συμπεριφορά» από την αστυνομία. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είπε την αλήθεια και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο κατηγορούμενος 2, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τη δοθείσα μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση και είναι αντίθετη με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή καμία βαρύτητα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
  1. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
  2. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Το αδίκημα της αντίστασης κατά την νόμιμης σύλληψης εδράζεται στο άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  3. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή ............................................................. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  4. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο
  5. Η επίθεση να γίνεται με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή της κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116 αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε είναι αναγκαίο να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Το δε αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences against the Person Act
  1. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'. In Lee, Rose LJ appears to have assumed that the victim must be the person seeking to make the lawful arrest; but this was obiter and (with respect) mistaken. There is no good reason why s.38 should not extend to assaults on hapless citizens who unwittingly obstruct the accused's attempt to escape from pursuing officers. As to the contrast between the powers of arrest given to police officers and the more restricted powers given to private citizens, see Self and D1.
  2. The mens rea requirement in s.38 may be negatived by the accused's mistaken view of the facts, as for example where he mistakes CID officers for rival gangsters, and believes he is being abducted, rather than arrested. In such a case the accused would have no intent to resist lawful arrest. Indeed, he would not even have the mens rea of assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Williams [1987] 3 All ER 411; Brightling [1991] Crim LR 364). The mistake would not have to be a reasonable one (Williams; Lee; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In contrast, the accused has no defence if his mistake is merely one of law, as for example where he does not appreciate that a citizen has a power of arrest, or where he assumes that an arrest is unlawful merely because he is (or believes himself to be) innocent of the offence in question. As Rose LJ said in Lee: Whether or not an offence has actually been committed or is believed by the defendant not to have been committed is irrelevant. We reach this conclusion without regret. Neither public order nor the clarity of the criminal law would be improved if juries were required to consider in relation to s.38 offences the impact of a defendant's belief as to the lawfulness of his arrest in cases where a lawful arrest is being properly attempted on reasonable grounds.». Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι
  2. Εσκεμμένη και
  3. Παράνομη. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση να το διαπράξει είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. σύγγραμμα Blackstone's ανωτέρω σελ. 431 στα πλαίσια παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 4.6.06 και περί ώρα 01:30 ο Λοχίας 1504 Δ. Ροβέρτου (Μ.Κ.1), ο Αστ. 3029 Ηλίας Ηλία (Μ.Κ.2) και οι Αστ. 497, Αστ. 4474, Ε.Αστ. 5468 και Ε.Αστ. 5186 του Τμήματος Β του Αρχηγείου Αστυνομίας βρίσκονταν για έλεγχο τροχαίας στην Πάφο. Συγκεκριμένα προέβαιναν σε έλεγχο αλκοόλης στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου παρά την οδό Μ. Κυπριανού. Κατά το χρόνο αυτό ο Μ.Κ.1 ανέκοψε ένα όχημα μάρκας Honda με αρ. εγγραφής ΕΧΜ440, το οποίο έφερε μπροστινή πινακίδα εγγραφής μικρότερη του νομίμου, πίσω δεν έφερε πινακίδα εγγραφής ενώ επίσης η συνοδηγός είχε ένα μωρό που καθόταν πάνω της. Ο Μ.Κ.2 ανέλαβε τον έλεγχο του οδηγού του εν λόγω οχήματος, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος
  1. Ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 για τα πιο πάνω αδικήματα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 αντί να απαντήσει αμέσως εξήλθε του οχήματος με βίαιο επιθετικό τρόπο, άρχισε να φωνάζει, ταυτόχρονα έσπρωξε με τα χέρια του τον Μ.Κ.2 χωρίς να του προκαλέσει οποιαδήποτε σωματική βλάβη και με απειλητικό τρόπο κουνούσε τα χέρια του. Ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να ηρεμήσει τον κατηγορούμενο 1 αλλά αυτός συνέχιζε να φωνάζει και να κάνει βίαιες κινήσεις και ο Μ.Κ.2 του επίστησε την προσοχή στο νόμο για την επίθεση, την εξύβριση και την ανησυχία. Εν τω μεταξύ ο Μ.Κ.1 ο οποίος βρισκόταν σε απόσταση περί τα 10 μέτρα και άκουσε και είδε τον κατηγορούμενο 1 να προβαίνει στα πιο πάνω τον πλησίασε μαζί με τον Αστ. 497 και με ήρεμο τρόπο τον κάλεσε να σταματήσει να φωνάζει και να του πει το παράπονο του. Ο κατηγορούμενος 1 δεν ηρεμούσε και για αυτό ο Μ.Κ.1 τον κάλεσε ξανά να ηρεμήσει αλλά αυτός συνέχιζε σε έξαλλη κατάσταση να φωνάζει. Τότε ο Μ.Κ.1 ακούμπησε τον κατηγορούμενο 1 στον ώμο και τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη για επίθεση εναντίον του Μ.Κ.2, για ανησυχία και εξύβριση και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο προσπάθησε να του περάσει χειροπέδες με τον Αστ. 497 αλλά δυσκολεύονταν λόγω της αντίστασης που προέβαλλε με τα χέρια του. Τότε ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ και είχε προηγουμένως ανακοπεί επίσης για έλεγχο από άλλο αστυνομικό της ομάδας, προσέγγισε το Μ.Κ.1 τον τράβηξε βίαια και τον κτύπησε στο πρόσωπο. Οι Αστ. 4474 και Ε.Αστ. 5468, οι οποίοι εν τω μεταξύ προσέγγισαν τον κατηγορούμενο 2, προσπάθησαν να τον ακινητοποιήσουν. Ο Αστ. 4474 τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη και συνέχισαν να προσπαθούν να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν σε ιδιαίτερα βίαιη και έξαλλη κατάσταση και ο Μ.Κ.2 βοήθησε τους Αστ. 4474 και Ε.Αστ. 5468 να τον συλλάβουν. Όταν τελικά οι αστυφύλακες κατάφεραν να περάσουν χειροπέδες και στους δύο κατηγορούμενους προσπάθησαν να τους βάλουν στα περιπολικά για μεταφορά τους στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Πάφου. Συνέχισαν και οι δύο κατηγορούμενοι να αντιδρούν. Ο δε κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να εισέλθει στο περιπολικό και με βίαιο τρόπο άρχισε να κλωτσά τους αστυφύλακες ενώ σε κάποια στιγμή έχασε την ισορροπία του από σιδεροσύνδεση που υπήρχε στο πεζοδρόμιο με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Ενώ βρισκόταν στο έδαφος και οι αστυφύλακες, συμπεριλαμβανομένου του Μ.Κ.2, προσπαθούσαν να τον ακινητοποιήσουν, ο κατηγορούμενος 2 κλώτσησε το Μ.Κ.1 στο αριστερό πόδι με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του και να πέσει επίσης στο έδαφος. Τελικά οι αστυφύλακες κατάφεραν να βάλουν τον κατηγορούμενο 2 στο περιπολικό και στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν στον Σταθμό. Όταν παρέδιδε τον κατηγορούμενο 1 στο Αστυνομικό Σταθμό αυτός είπε στο Μ.Κ.1 με απειλητικό τρόπο «Ξέρω σε καλά ρε Ροβέρτο αλλά εννά δεις, όσο εν τω ύψος σου τόσο εννα σε θάψω κάτω από τη γη, έχω άλλους τρόπους να σε σάσω καλά, εν ηξέρεις ποιος είμαι αλλά εννα μάθεις σύντομα». Ο Μ.Κ.1 τον κάλεσε να σταματήσει να φωνάζει για να μην αναστατώνει την οικογένεια του. Τότε ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να κλωτσά έπιπλα στο γραφείο παραπόνων προκαλώντας ζημιές. Στη συνέχεια τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 μετέβηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εξετάσθηκαν από το Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.1 είχε άλγος στην κάτω σιαγόνα και στην αριστερή κνήμη, εκδορές στην πλάτη στο δεξί και αριστερό μέρος του σβέρκου, εκδορά κάτω από το λαιμό, εκδορά στη δεξιά μασχάλη, εκδορά πίσω από το αριστερό αυτί και πληγή στην αριστερή κνήμη. Ο Μ.Κ.
  3. είχε αυχεναλγία, πόνο στην κάτω σιαγόνα και στο δεξί γόνατο, δύο μεγάλες εκδορές στο αριστερό μέρος του τραχήλου και δύο μεγάλες εκδορές στην εξωτερική επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίωνα. Στο Νοσοκομείο μεταφέρθηκε και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος επίσης εξετάσθηκε από το Μ.Κ.3, ο οποίος διαπίστωσε ότι είχε πόνο στον αυχένα, στο αριστερό ημιθωράκιο στο ύψος της 2ης και 3ης πλευράς κοντά στο στέρνο, εκδορά στα εξωτερικά της αριστερής του παλάμης στη βάση του 1ου και 2ου δακτύλου, εκδορά πάνω από το αριστερό και δεξί αγκώνα, εκδορά στη εμπρόσθια μασχαλιαία γραμμή αριστερά στο ύψος της λεκάνης, εκδορές στα γόνατα και εκδορά στο πίσω μέρος της λεκάνης. Στις ακτινογραφίες αυχένα εντοπίσθηκε ευθιασμός αυχενικής μοίρας. Τα τραύματα του κατηγορούμενου 2 προκλήθηκαν λόγω της όλης συμπεριφοράς του και κατά την προσπάθεια των αστυνομικών χρησιμοποιώντας εύλογη βία να τον συλλάβουν και να τον βάλουν στο περιπολικό. Τα δε τραύματα στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο
  4. Από τα πιο πάνω φαίνεται χωρίς καμία αμφιβολία ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έσπρωξε με τα χέρια του τον Μ.Κ.2 συνιστά επίθεση σύμφωνα με την έννοια του Νόμου. Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea) αποδεικνύεται από τις περιβάλλουσες συνθήκες. Στην παρούσα περίπτωση η αναγκαία πρόθεση του κατηγορούμενου 1 συνάγεται από το ότι μετά που ο Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε για τα τροχαία αδικήματα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός αμέσως εξήλθε του οχήματος με βίαιο επιθετικό τρόπο, άρχισε να φωνάζει και ταυτόχρονα έσπρωξε με τα χέρια του τον Μ.Κ.
  5. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι η επίθεση αυτή δεν προκάλεσε στο Μ.Κ.2 οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Στην παρούσα η σχετική κατηγορία που αντιμετωπίζει για τη συμπεριφορά του αυτή ο κατηγορούμενος 1 είναι η κατηγορία 2 δηλ. για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 αν μέρος μόνο ενός κατηγορητηρίου αποδεικνύεται και αυτό το μέρος συνιστά ποινικό αδίκημα ο κατηγορούμενος δύναται χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδείχθηκε ότι διέπραξε. Παρά το ότι λοιπόν δεν έχει αποδειχθεί η πρόκληση σωματικής βλάβης εντούτοις έχει αποδειχθεί η επίθεση εναντίον του Μ.Κ.2, η οποία συνιστά αδίκημα δυνάμει του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς έχει αποδειχθεί μέρος του κατηγορητήριου το οποίο συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει να έχει λόγω αυτού επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1 εφόσον η θέση της κατηγορούσας αρχής ως εκφράστηκε μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν εξαρχής αυτή και η υπεράσπιση χειρίστηκε την υπόθεση της γνωρίζοντας αυτό από την αρχή και εκλαμβάνοντας το ως δεδομένο. Ως εκ των άνω, χωρίς να απαιτείται τροποποίηση της κατηγορίας 2, ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Όσον αφορά την κατηγορία 4 που επίσης αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω σε σχέση με τη νομική πτυχή της κατηγορίας αυτής σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 επιτέθηκε εναντίον των αστυνομικών και ότι η επίθεση αυτή έγινε με σκοπό την αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη του. Από τη μαρτυρία που έγινε σχετικά δεκτή φαίνεται ότι μετά που ο Μ.Κ.1 συνέλαβε αυτόν για επίθεση εναντίον του Μ.Κ.2, για ανησυχία και εξύβριση και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο προσπάθησε να του περάσει χειροπέδες με τον Αστ. 497 αλλά δυσκολεύονταν λόγω της αντίστασης που προέβαλλε με τα χέρια του. Επίσης όταν τελικά οι αστυνομικοί πέρασαν χειροπέδες και στους δύο κατηγορούμενους προσπάθησαν να τους βάλουν στα περιπολικά για μεταφορά τους στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Πάφου και οι κατηγορούμενοι αντιδρούσαν. Δεν έχει όμως διευκρινιστεί σε τι ακριβώς συνίστατο η αντίσταση που προέβαλλε ο κατηγορούμενος 1 με τα χέρια του όταν οι αστυνομικοί προσπάθησαν να του περάσουν χειροπέδες και «δυσκολεύονταν» καθώς και η αντίδραση του κατά το χρόνο που οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τον βάλουν σε περιπολικό, ούτως ώστε να διαφανεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 συνιστούσε επίθεση με σκοπό την αντίσταση του στη νόμιμη σύλληψη του. Αποτελεί βασική αρχή του ποινικού δικαίου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία
  1. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 αυτός επιτέθηκε στον Μ.Κ.1 τόσο αρχικά χτυπώντας τον στο πρόσωπο, όταν αυτός προσπαθούσε να περάσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο 1 αλλά και στη συνέχεια όταν στην προσπάθεια των αστυνομικών να τον βάλουν στο περιπολικό έπεσε στο έδαφος και βρισκόμενος εκεί κλώτσησε τον Μ.Κ.1 στο αριστερό πόδι με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι έχει αποδειχθεί ότι η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 συνιστούσε επίθεση και ότι αυτή έγινε με πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου
  2. Περαιτέρω δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα τραύματα που προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 στον Μ.Κ.1 συνεπεία της επίθεσης και ιδιαίτερα οι εκδορές που περιγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και η πληγή στην αριστερή κνήμη του συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία 6 εναντίον του κατηγορούμενου
  3. Όσον αφορά την κατηγορία 8 από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή φαίνεται ότι μετά που ο κατηγορούμενος 2 χτύπησε τον Μ.Κ.1 στο πρόσωπο πληροφορήθηκε από τον Αστ. 4474 ότι ήταν υπό σύλληψη και συνεχίστηκαν οι προσπάθειες των αστυνομικών να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες αλλά ο κατηγορούμενος 2 ήταν σε ιδιαίτερα βίαιη και έξαλλη κατάσταση. Με τη βοήθεια τελικά του Μ.Κ.2 οι Αστ. 4474 και Ε.Αστ. 5468 κατάφεραν να τον συλλάβουν. Όταν τελικά του πέρασαν χειροπέδες και προσπάθησαν να τον βάλουν στο περιπολικό για μεταφορά του στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Πάφου αυτός αντιδρούσε. Στη συνέχεια αρνήθηκε να εισέλθει στο περιπολικό και με βίαιο τρόπο άρχισε να κλωτσά τους αστυφύλακες ενώ ακόμη και εβρισκόμενος στο έδαφος μετά τη πτώση του κλώτσησε τον Μ.Κ.1 με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του και να πέσει επίσης στο έδαφος. Είναι εμφανές λοιπόν ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 και ιδίως το ότι κλωτσούσε τους αστυνομικούς συνιστούσε επίθεση. Η δε επίθεση αυτή φαίνεται από το σύνολο των προαναφερόμενων περιβαλλουσών περιστάσεων και την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 ότι σκοπό είχε να αντισταθεί ή να ματαιώσει τη νόμιμη σύλληψη και κράτηση του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορία
  4. Όσον αφορά τέλος την κατηγορία 10 η μόνη μαρτυρία που υπάρχει και έχει γίνει δεκτή είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 στον Αστυνομικό Σταθμό που είχε μεταφερθεί και συγκεκριμένα στο γραφείο παραπόνων άρχισε να κλωτσά έπιπλα προκαλώντας ζημιές. Στις δε λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας δεν γίνεται αναφορά σε ζημιές σε έπιπλα αλλά ζημιά σε ένα συρτάρι του γραφείου. Το τι ακριβώς όμως κλώτσησε και τι ζημιές προκάλεσε ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει διευκρινιστεί και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε σχετικό εύρημα. Αντίθετα η υπάρχουσα μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό είναι εμφανώς τόσο αόριστη που κρίνω ότι δεν είναι ικανοποιητική για να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία εφόσον, σε αντίθεση με το ύψος της ζημιάς το οποίο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, πρέπει να αποδειχθεί ότι προκλήθηκε συγκεκριμένη ζημιά. Πρόκειται συνεπώς για ακόμη ένα κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής που αφήνει την εν λόγω κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Εν κατακλείδι ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2 για το αδίκημα της κοινής επίθεσης ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  5. Τέλος ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 6 και 8 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  6. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη - Αντίσταση σε νόμιμη σύλληψη - Κακόβουλη ζημιά). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.