Δημοκρατία ν. Max Albert Rapp, Αρ. Υπόθεσης: 14942/09, 29 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2010:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14942/09 Δημοκρατία εναντίον Max Albert Rapp Κατηγορούμενου -------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Π. Κυριακίδης Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου με κα. Μ. Τσολιά και κα Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος - παρών ----------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είκοσι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα τα οποία αφορούν την παραπονούμενη (Μ.Κ.1). Η κατηγορία 1 αφορά σε άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 1994 και του Νόμου 119
(1)/
- Η κατηγορία 2 αφορά σε απόπειρα βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 146 του Κεφ.
- Οι κατηγορίες 3, 5, 7, 10, 13 και 16 αφορούν σε διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων κατά παράβαση του άρθρου 153
(2)του Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και του άρθρου 153
(1)του Κεφ. 154 (5η, 7η, 10η, 13η και 16η κατηγορία). Οι κατηγορίες 4, 6, 9, 12 και 15 αφορούν σε βιασμό κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Κεφ. 154. Οι κατηγορίες 8, 11, 14, 17, 18 και 19 αφορούν σε σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(γ)
(2)(β) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου του 2000 (Ν. 3
(1)/2000). Η κατηγορία 20 αφορά σε δημοσίευση αισχρών θεμάτων κατά παράβαση των άρθρων 2,
(1)
(3)(γ) και 3
(1)του Περί Δημοσιεύσεως Αισχρών θεμάτων Νόμου (Ν. 35/63). Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο μεταξύ των ετών 1999 και 2003 όταν η παραπονούμενη ήταν 8 μέχρι 12 χρονών, κατά τις επισκέψεις του μαζί της στο χωριό Φύτη, της επαρχίας Πάφου, στο οποίο ο κατηγορούμενος διατηρούσε εξοχική κατοικία. Η εκδοχή του κατηγορούμενου όπως προκύπτει από την ανώμοτη δήλωση του και τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας είναι ότι η όλη υπόθεση είναι κατασκευασμένη από την παραπονούμενη για άγνωστους σε αυτόν λόγους με πιθανότερο τη σχέση της παραπονούμενης με τον Κύπρο Πάρπα (Μ.Κ.3). Ουσιαστικά η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων βασίζεται σε εκείνη της παραπονούμενης εφόσον η μαρτυρία της μητέρας της Julia Sinden (M.K.2), του αδελφού της Έϊτον Κούλ (Μ.Κ.4) και του Κύπρου Πάρπα (Μ.Κ.3) περιστρέφεται κυρίως στο τι λέχθηκε σ' αυτούς από την παραπονούμενη για τα κατ' ισχυρισμό τεκταινόμενα μεταξύ της και του κατηγορούμενου στο παρελθόν. Ως εκ τούτου η υπόθεση θα κριθεί επί της αξιοπιστίας της. Η παραπονούμενη η οποία γεννήθηκε στην Αγγλία στις 10.2.1991, σε ηλικία 1½ χρονών εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τον αδελφό της στη Κύπρο. Όταν βρισκόταν στην ηλικία των 5 χρονών η μητέρα της συνήψε ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο και η οικογένεια της μετακόμισε στο σπίτι του κατηγορούμενου στο Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου. Ακολούθως μετακινήθηκαν στην Αργάκα και μετά 1-1½ χρόνο η μητέρα της με το κατηγορούμενο άρχισαν να ανεγείρουν εξοχικό σπίτι στη Φύτη. Όταν η παραπονούμενη βρισκόταν σε ηλικία πέριξ των 8 ετών και ενώ είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η ανέγερση του σπιτιού στη Φύτη που τοποθετεί χρονικά μέσα στο 2000, ο κατηγορούμενος άρχισε να την παίρνει μαζί του στο εξοχικό με σκοπό δήθεν να φτιάξουν τον κήπο. Η παραπονούμενη δεν θυμόταν ακριβώς πώς ξεκίνησε η όλη κατάσταση, αλλά θυμάται ότι ο κατηγορούμενος αρχικά την οδηγούσε στο κυρίως υπνοδωμάτιο όπου της ζητούσε να βγάλει τα ρούχα της και να κάμει μπάνιο. Στη συνέχεια η παραπονούμενη ξάπλωνε στο κρεβάτι και ακολούθως ερχόταν ο κατηγορούμενος ο οποίος αφού έβγαζε τα ρούχα του προσπαθούσε να "βάλει το πέος του μέσα στο κόλπο της". Αυτή πονούσε και του ζητούσε να σταματήσει αλλά εκείνος την καθησύχαζε λέγοντας της ότι ήταν κάτι το φυσιολογικό. Τελικά το πέος του κατηγορούμενου εισέρχετο στον κόλπο της και ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε πάνω στην κοιλιά της. Μετά ο κατηγορούμενος ντυνόταν και ασχολείτο με εργασίες του σπιτιού και του κήπου ή μαγείρευε. Μετά 1 ώρα περίπου ο κατηγορούμενος επέστρεφε στο δωμάτιο όπου η παραπονούμενη εξακολουθούσε να ήταν γυμνή και παρακολουθούσε τηλεόραση ή έπαιζε με το play-station που της είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος και επαναλάμβανε την ίδια δραστηριότητα για δεύτερη φορά. Μετά 1 ώρα περίπου ξαναεπέστρεφε και επαναλάμβανε για τρίτη φορά τις ίδιες πράξεις. Η επίσκεψη στη Φύτη και η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της, γινόταν καθημερινά για ένα χρόνο και μετά κάθε δύο-τρεις μέρες και στο τέλος κάθε Σαββατοκύριακο. Η παραπονούμενη εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια των ερωτικών επαφών τους ο κατηγορούμενος την ανάγκαζε να παρακολουθεί μαζί του ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου μέχρι να εκσπερματώσει και την υποχρέωνε περαιτέρω να χρησιμοποιεί δονητές τους οποίους η ίδια τοποθετούσε στο κόλπο της. Εκτός από κανονικό έρωτα ο κατηγορούμενος την υποχρέωνε σε πρωκτικό και στοματικό έρωτα καθώς και σε άλλες ερωτικές περιπτύξεις. Η παραπονούμενη δεν έλεγε σε κανένα τίποτε απ' όσα της συνέβαιναν γιατί ο κατηγορούμενος την απειλούσε ότι αν η μητέρα της λάμβανε σχετική γνώση θα λυπόταν πολύ και θα πάθαινε μεγάλο κακό. Όταν η παραπονούμενη συμπλήρωσε τα 11 της χρόνια και άρχισε η έμμηνος ρύση της ο κατηγορούμενος άρχισε να χρησιμοποιεί κάθε φορά προφυλακτικό. Η πιο πάνω δραστηριότητα του κατηγορούμενου συνέχισε μέχρι το 2003 που η οικογένεια αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Ιταλία. Η παραπονούμενη παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της ότι στο παρελθόν είχε ερωτικές επαφές και με άλλους άντρες εκτός από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα: Τον Αύγουστο του 2003 διατηρούσε δεσμό με κάποιον Αντρέα από τη Μακούντα που ήταν 1 χρόνο μεγαλύτερος της δηλαδή ήταν γύρω στα 13 με τον οποίον έκαμε 2-3 φορές έρωτα. Με τον Αντρέα διέκοψε σχέσεις τον Οκτώβρη του 2003 λόγω της μετακόμισης της οικογένειας της στην Ιταλία όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Στην Ιταλία επίσης είχε ολοκληρωμένες σχέσεις με κάποιο πρόσωπο Αλβανικής καταγωγής και με άλλο Γερμανοϊταλό. Το 2006 η οικογένεια επέστρεψε στην Κύπρο και πριν 2½ χρόνια περίπου η παραπονούμενη συνήψε ερωτική σχέση με τον Κύπρο Πάρπα (Μ.Κ.3) που είναι το πρόσωπο στο οποίο, μετά 2-3 μήνες από τη γνωριμία τους, εξιστόρησε όσα της είχαν συμβεί μέσα στα τέσσερα χρόνια που τη παρενοχλούσε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος. Ο Κύπρος στη συνέχεια αποκάλυψε το μυστικό της στον αδελφό της Έϊτον οπότε η ίδια αναγκάστηκε πλέον να το φανερώσει στη μητέρα της Julia και στη συνέχεια να υποβάλει καταγγελία στην Αστυνομία. Η παραπονούμενη δεν εξιστόρησε με λεπτομέρειες στο Κύπρο όσα της συνέβησαν γιατί ντρεπόταν, απλά του ανάφερε ότι από τα 8 μέχρι τα 12 χρόνια της ο κατηγορούμενος της έκανε έρωτα στο σπίτι στη Φύτη. Ο Κύπρος την ξαναρώτησε όταν άρχισε η ερωτική τους σχέση, δηλαδή μετά 1-2 χρόνια, όταν η ίδια είχε διακόψει άλλη ερωτική σχέση της και τότε του διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος της έκανε έρωτα τρεις φορές την ημέρα. Η οποιαδήποτε σχέση της με τον Κύπρο δεν ήταν συνεχής. Διέκοψε τη φιλία της μαζί του μετά 3-4 μήνες από τη γνωριμία τους γιατί αυτός επιθυμούσε ερωτική σχέση μαζί της ενώ η ίδια όχι. Οριστικά διέκοψαν το Νιόβρη του 2009 αφού προηγήθηκε άλλη διακοπή της σχέσης τους το καλοκαίρι του 2009 λόγω του ότι ο Κύπρος δεν την άφηνε να βγαίνει έξω ή να έχει φίλους και της έλεγε επίσης ψέματα. Μάλιστα σε μια περίπτωση που τη βρήκε στο σπίτι της να είναι μαζί με ένα άντρα Ρωσικής καταγωγής με τον οποίον επίσης είχε δημιουργήσει ερωτική σχέση, ο Κύπρος έκοψε τις φλέβες του. Ο Κύπρος δημιουργούσε επίσης προβλήματα στην οικογένεια της. Όπως όταν έσπασε τα γυαλιά του αυτοκινήτου της μητέρας της τέσσερεις μέρες πριν η παραπονούμενη αποκαλύψει στη μητέρα της τα τεκταινόμενα με τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τη παραπονούμενη, ο Κύπρος την εκβίαζε ότι αν δεν διακόψει την ερωτική της σχέση με τον Ρώσο θα την κατάγγελλε στη μητέρα και τον αδελφό της ότι του είπε ότι την "πείραξε" ο κατηγορούμενος. Αρχικά η παραπονούμενη δεν πίστεψε ότι θα προχωρούσε ο Κύπρος σε υλοποίηση της απειλής του. Όμως αυτός τελικά αποκάλυψε το μυστικό της στον αδελφό της και αυτός στη συνέχεια στη ξαδέλφη της στην Αγγλία και αυτή στους θείους της που άρχισαν και αυτοί να την πιέζουν να μιλήσει με την μητέρα της. Τότε η παραπονούμενη μίλησε για τον εκβιασμό που δεχόταν από τον Κύπρο στο κατηγορούμενο, ο οποίος στη συνέχεια συζήτησε το θέμα με τη μητέρα της αποκαλύπτοντας της ότι ο Κύπρος προσπαθούσε να του κάμει κακό για να πάρει εκβιαστικά χρήματα. Η μητέρα της πληροφορήθηκε τελικά από τον κατηγορούμενο όσα διέδιδε ο Κύπρος ότι του είχε αποκαλύψει η παραπονούμενη, αλλά εκείνη δεν τα πίστεψε. Η υπεράσπιση πρόταξε τον ισχυρισμό περί κατασκευασμένης υπόθεσης από τη παραπονούμενη. Εισηγήθηκε επίσης οικονομικά κίνητρα από πλευράς της μητέρας της, στην οποίαν ο κατηγορούμενος έχει μεταβιβάσει όλη τη κινητή και ακίνητη του περιουσία, στην επιμονή της να πιστεύει σ' όσα της αποκάλυψε η παραπονούμενη. Συγκεκριμένα στην ανώμοτη του δήλωση ανάφερε ότι είναι αθώος και ότι όσα του καταλογίζονται είναι ένα μεγάλο ψέμα που σχετίζεται με τη σχέση της παραπονούμενης με το Κύπρο. Εξ όσων γνωρίζει, η μητέρα της δεν τα πιστεύει αλλά εκμεταλλεύεται την κατάσταση για οικονομικούς λόγους εφόσον πρόκειται για €3-4.000.000. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι σε συνέντευξη του σε λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι όλη του η κινητή και ακίνητη περιουσία βρίσκεται στο όνομα της μητέρας της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε μάρτυρες. Ήταν απόλυτο δικαίωμα του να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να μην καλέσει μάρτυρες. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another ν. Repubblic
(1973)2 C.L.R.139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R.152, 245-288, Δημοσθένους κα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Κρίνος Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Ενόψει των πιο πάνω δεν έχουμε να αντιπαραβάλουμε οτιδήποτε ως προς τις λεπτομέρειες της εκδοχής της παραπονούμενης για όσα κατ' ισχυρισμό συνέβαιναν στη Φύτη μεταξύ της και του κατηγορούμενου. Θα εξετάσουμε επί μέρους σημεία της μαρτυρίας της παραπονούμενης στα οποία η υπεράσπιση στάθηκε ιδιαιτέρως και σε άλλα που κρίνουμε ότι άπτονται της αξιοπιστίας της. Σημειώνουμε πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στη πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στη ποινική δίκη όπου η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με τη πολιτική δίκη στην οποία ο Ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του (βλ. Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 και Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371). Το ζήτημα είναι κατά πόσο τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως περιγράφησαν από την παραπονούμενη ή υπάρχει προς τούτο αμφιβολία. Η Κατηγορούσα Αρχή διατηρεί πάντοτε την υποχρέωση απόδειξης της κάθε κατηγορίας και κάθε στοιχείου της πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Ό,τι έχουμε να σημειώσουμε στο στάδιο αυτό, έχοντας υπόψη τη κάθε πτυχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης αναφορικά με τα γεγονότα που άπτονται άμεσα των κατηγοριών, είναι πως πρόκειται για μια κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου που, αν και διάρκεσε για τέσσερα συνεχόμενα χρόνια και στρεφόταν εναντίον της ανήλικης τότε, παραπονούμενης, δεν έδωσε το δικαίωμα σε κανένα να υποψιαστεί το παραμικρό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εισαγάγουμε τις θέσεις των υπολοίπων μελών της οικογένειας της παραπονούμενης και του Κύπρου. Η μητέρα της Julia, επιβεβαίωσε στη μαρτυρία της τη σχέση της με τον κατηγορούμενο τον οποίο γνώρισε το 1993. Άρχισαν να συζούν αρχικά στο σπίτι του στο Νέο Χωριό και μετά στην Αργάκα. Το 2000 ο κατηγορούμενος άρχισε να επισκέπτεται κατά τα Σαββατοκυρίακα το καινούργιο σπίτι στη Φύτη κάποτε μαζί της και με την παραπονούμενη και κάποτε μόνος του με την κόρη της, για να φτιάξει τον κήπο. Τις μέρες που δεν πήγαιναν στη Φύτη η παραπονούμενη ερχόταν σπίτι με το σχολικό λεωφορείο. Περί τα τέλη του 2003 η οικογένεια αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Ιταλία όπου παρέμεινε για 3 χρόνια. Σ' όλο αυτό το διάστημα η μητέρα της παραπονούμενης δεν αντιλήφθηκε να συνέβαινε οτιδήποτε το ύποπτο μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ήταν πάντοτε ευγενικός με την παραπονούμενη και της αγόραζε δώρα εν αντιθέσει προς το γιο της που ήταν αυστηρός μαζί του. Στις 24.8.2009 ρώτησε την παραπονούμενη γιατί ήταν λυπημένη και αυτή της ανέφερε ότι όταν βρισκόταν στην ηλικία των 9 με 11 χρονών την κακοποιούσε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος. Παρά την επιμονή της να της πει λεπτομέρειες, η παραπονούμενη αρνήθηκε. Τότε η μητέρα της ρώτησε τον κατηγορούμενο αν ήταν αλήθεια αυτό που της αποκάλυψε η κόρη της και εκείνος της απάντησε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι που να την πονέσει γιατί δεν ήθελε να την χάσει και ότι αυτή την ιστορία την ξεκίνησε ο Κύπρος για να του αποσπάσει χρήματα. Στη συνέχεια ήλθε στο σπίτι ο γιος της και ακολούθησε μια διαμάχη μεταξύ του και της παραπονούμενης που προσπαθούσε να τον εμποδίσει να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο. Μαζεύτηκαν οι γείτονες και η ίδια επειδή δεν ένοιωθε καλά μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Όταν η κόρη της τη διαβεβαίωσε ότι όσα είπε για τον κατηγορούμενο ήταν αλήθεια, την συνόδευσε στην Αστυνομία για να υποβάλει σχετική καταγγελία. Όσον αφορά την ερωτική της ζωή με τον κατηγορούμενο η μητέρα της παραπονούμενης τη χαρακτήρισε ομαλή χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις εκτός από μια περίοδο που ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να κάνει έρωτα. Άρεσε στο κατηγορούμενο να παρακολουθεί ταινίες ερωτικού αλλά φυσιολογικού περιεχομένου τις οποίες ο κατηγορούμενος πέταξε στα σκουπίδια προτού φύγουν για την Ιταλία και δεν αγόρασε άλλες ξανά. Επίσης μερικές φορές ο κατηγορούμενος της ζητούσε να χρησιμοποιήσει δονητές που του έφερε κάποιος φίλος του από τη Γερμανία και τους είχε στο υπνοδωμάτιο στην Αργάκα (Τεκμήριο 8). Ο Έϊτον Κούλ είναι ο αδελφός της παραπονούμενης και φίλος με τον Κύπρο. Σε κάποιο στάδιο ο Κύπρος του αποκάλυψε ότι η παραπονούμενη είχε σεξουαλικές επαφές με τον κατηγορούμενο όταν αυτή ήταν στην ηλικία μεταξύ 8 και 12 χρονών. Ο ίδιος όμως ήθελε να το ακούσει από την ίδια. Της τηλεφώνησε ο Κύπρος στη παρουσία του και την άκουσε, να παραπονιέται στο Κύπρο γιατί να του πει το μυστικό της με κίνδυνο ο αδελφός της να κάμει "καμιά μαλακία". Μίλησε και ο ίδιος μαζί της στο τηλέφωνο και του είπε ότι θα μιλούσαν μετά. Στη συνέχεια επισκέφθηκε την παραπονούμενη στο εστιατόριο που εργαζόταν και η παραπονούμενη του αποκάλυψε ότι ο κατηγορούμενος την "άγγιζε" όταν ήταν μικρή στην ηλικία των 8-12 χρονών όταν είχαν το σπίτι στη Φύτη. Επέμενε να μάθει περισσότερα αλλά δεν του είπε. Ο Έϊτον δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο. Δεν του αγόραζε δώρα όπως έκανε με την αδελφή του, με την οποία ο κατηγορούμενος ήταν υπερβολικά προστατευτικός. Όταν ο ίδιος παραπονέθηκε σχετικά στη μητέρα τους αυτή του εξήγησε γιατί. Ότι δηλαδή η παραπονούμενη πήγαινε μαζί του στη Φύτη για να του κάνει παρέα και ο κατηγορούμενος της αγόραζε τα δώρα για να περνά την ώρα της εκεί. Παρέμεινε τέλος η αναφορά στη μαρτυρία του Κύπρου στον οποίο, όπως μαρτύρησε ο ίδιος, η παραπονούμενη μετά 5-6 μέρες από την γνωριμία τους του αποκάλυψε κλαίγοντας ότι στην ηλικία των 8 χρόνων την παρενοχλούσε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος. Την ρώτησε σχετικά την επομένη και αυτή του απάντησε ότι δεν γνώριζε που οφειλόταν η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου, ο οποίος την απειλούσε ότι σε περίπτωση που ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στην οικογένεια της, δεν θα την ήθελαν μετά. Ο Κύπρος άρχισε τότε να τη πιέζει ώστε να αποκαλύψει το μυστικό της μέχρι που ο ίδιος το αποκάλυψε στον αδελφό της και ακολούθως η παραπονούμενη στη μητέρα της αφού προηγουμένως η ίδια είχε μιλήσει σχετικά με τον κατηγορούμενο. Η σχέση του με την παραπονούμενη δεν παρέμεινε φιλική αλλά προχώρησε σε ερωτική και διάρκεσε μέχρι και 1 μήνα πριν τις 24.8.2009, που διέκοψαν. Μετά την καταγγελία στην Αστυνομία ακολούθησε η αστυνομική διερεύνηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο η γ/αστυφ. 3933 Έλενα Αντρέου στις 24.8.2009 έλαβε από τη παραπονούμενη γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 1) στην οποίαν η τελευταία υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Επίσης λήφθηκε η γραπτή συγκατάθεση της παραπονούμενης για να εξεταστεί από τον ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (Μ.Κ.5). Στο σημείο αυτό εισαγάγουμε τη μαρτυρία του ιατροδικαστή ότι στις 24.8.2009 εξέτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου την παραπονούμενη στην παρουσία της γ/αστυφ. 3933 Ε. Αντρέου, του ιατρού γυναικολόγου Β. Βασιλείου και της νοσηλευτικής λειτουργού Σ. Γεωργίου και προέκυψε "παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα" (βλ. ιατροδικαστική έκθεση-Τεκμήριο 7). Δεν πρόσεξε βλάβη στον πρωκτό. Ο ιατροδικαστής αντεξετάστηκε εν εκτάσει όσον αφορά τις επιπτώσεις του πρωκτικού έρωτα στο πρωκτό μιας γυναίκας. Στη μαρτυρία του διευκρίνισε ότι είναι δυνατό να υπάρξει πρωκτική επαφή και να μην επηρεαστεί ο σφικτήρας. Στην περίπτωση όμως βίαιης εισόδου ή κακοποίησης μπορεί να υπάρξει βλάβη. Επίσης η συχνότητα των πρωκτικών σεξουαλικών επαφών δυνατόν να προκαλέσει χάλαση του σφικτήρα ή να προκληθεί βλάβη που παραμένει μόνιμα. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη από τον αστυφ. 1151 Π. Χ"Κυριάκου εξεταστή της υπόθεσης κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης και αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε "Δεν θέλω να πω τίποτε". Στις 25.8.2009 ο ίδιος αστυφύλακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. (Παράρτημα 4 του Τεκμηρίου 9(Α)) με τη βοήθεια του Παύλου Ευαγγέλου που εκτέλεσε χρέη διερμηνέα. Στην γραπτή του κατάθεση ο κατηγορούμενος απέφυγε να σχολιάσει τα όσα του καταλογίζονται. Αναφέρει μόνο ότι πριν 9 χρόνια πήγαινε στη Φύτη κάποτε με την μητέρα της παραπονούμενης και κάποτε με την παραπονούμενη για να κάμουν εργασίες στο κήπο. Στις 27.8.2009 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου διεξήχθηκε έρευνα στην κατοικία του στην Αργάκα στην παρουσία του ιδίου και της μητέρας της παραπονούμενης, όπου ανευρέθηκαν σε συρτάρι του κομοδίνου του υπνοδωματίου ένα σακούλι χάρτινο μέσα στο οποίο υπήρχαν δύο δονητές (Τεκμήριο 8). Με τη βοήθεια του Θεμιστοκλή Χρυσάφη που εκτελούσε χρέη διερμηνέα ο αστυφ. 1151 υπέδειξε το Τεκμήριο 8 στο κατηγορούμενο και αυτός απάντησε "είναι δικά μου, μου τα έφερε κάποιος φίλος από τη Γερμανία, είναι ερωτικά παιχνίδια και τα χρησιμοποιώ με τη σύζυγο μου". Το ίδιο τεκμήριο υποδείχθηκε και στη Julia και απάντησε ότι ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου πριν μετακομίσουν στην Ιταλία και ότι ο κατηγορούμενος τα είχε προμηθευτεί από κάποιο φίλο του από τη Γερμανία. Στις 28.8.2009 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και απάντησε με τη βοήθεια διερμηνέα "Δεν θέλω να πω τίποτε, αλλά έχω την εντύπωση ότι θέλουνε λόγω της μεγάλης περιουσίας μου στην Κύπρο και των χρημάτων μου να με διώξουν από την Κύπρο" (βλ. παραρτήματα 1 και 2 του Τεκμηρίου 9(Α)). Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι όλες οι διαδικασίες που έγιναν από την Αστυνομία διεξήχθηκαν στα σωστά πλαίσια που έθεσε η Νομοθεσία και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν αναξιόπιστη με φανερό το συσχετισμό της καταγγελίας της με τη σχέση της με το Κύπρο. Επικεντρώθηκε στο παράδοξο των ισχυρισμών της και στο τι, κατά την άποψη του, αποτελούσαν αντιφάσεις μεταξύ της παραπονούμενης και των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας. Τόνισε επίσης το ενδεχόμενο πίσω από τη μαρτυρία της μητέρας της παραπονούμενης να κρύβονται οικονομικά κίνητρα. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αντέτεινε το αξιόπιστο της μαρτυρίας της παραπονούμενης και των άλλων μαρτύρων κατηγορίας που την ενισχύουν και κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο σ' όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), με βάση το περιεχόμενο της, τη ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους όπου είχαν να θυμούνται ή να πίστευαν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε επίσης και η συνεχής δικαστική τριβή και εμπειρία, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης, ανθρώπινης βέβαια, για εύρεση της αλήθειας (βλ. μεταξύ άλλων Παπακόκκινου και Άλλης ν. Σμυρλή και Άλλου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653, Ομήρου ν. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C & A. Pelecanos Associates Ltd ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χ"Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Θεωρούμε κρίσιμη τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η μαρτυρία της όπως και εκείνη της μητέρας της, του αδελφού της και του φίλου της Κύπρου ήταν μακρά. Θα εξετάσουμε κατά πρώτο τη μαρτυρία της παραπονούμενης και μετά θα αναζητήσουμε αν παραστεί ανάγκη ενισχυτική μαρτυρία, δεδομένης της φύσης των κατηγοριών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση D.P.P. v. Hester
(1973)A.C.(H.L.) 296, 315 και D.P.P. v. Kilbourne
(1973)A.C (H.L.) 729, 746, δεν τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας όπου το Δικαστήριο δε θα ήταν διατεθειμένο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να στηριχθεί στη μαρτυρία προσώπου του οποίου η μαρτυρία χρειάζεται ενίσχυση. Ο σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία που είναι ελλειπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη. (Βλ. επίσης Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 256, Saad κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 106 και Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224). Έτσι η μαρτυρία που θα πρέπει να ενισχυθεί θα πρέπει πρωτίστως να είναι αξιόπιστη. Με δεδομένη την εγκυρότητα της, τότε μόνο αναζητείται επιβεβαιωτική ή ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα πρακτικής, είτε ως θέμα νόμου. Η αναγκαιότητα της αναζήτησης δεν είναι όμως απόλυτη. Το Δικαστήριο, νοουμένου ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης για το σεξουαλικό αδίκημα, μπορεί να ενεργήσει πάνω σ' αυτή, χωρίς άλλη ενισχυτική μαρτυρία, με την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους να βασισθεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία χωρίς ενίσχυση. Συνιστά κοινό έδαφος οι επισκέψεις του κατηγορούμενου μαζί με τη παραπονούμενη στο εξοχικό του στο χωριό Φύτη του οποίου οι εργασίες ανέγερσης ολοκληρώθηκαν μέσα στο
- Για το τελευταίο μαρτύρησε η μητέρα της και συμφώνησε και η ίδια η παραπονούμενη. Σ' αυτό το χρονικό σημείο άρχισαν οι επισκέψεις του κατηγορούμενου κάποτε μόνος του με τη παραπονούμενη και κάποτε τους συνόδευε και η μητέρα της, με σκοπό να φτιάξουν τον κήπο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τις επισκέψεις του μόνος με την παραπονούμενη διέπραξε όλα εκείνα που του καταλογίζει η παραπονούμενη. Ο συνήγορος υπεράσπισης στάθηκε ιδιαίτερα σε αριθμό αντιφάσεων που επισήμανε στη μαρτυρία της παραπονούμενης με εκείνη των υπόλοιπων μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. Σημειώνουμε ότι δεν είναι όλες οι αντιφάσεις που επηρεάζουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Θα πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Να είναι ουσιαστικής μορφής δηλαδή να πλήτουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να ψευσθεί. Πρέπει τέλος να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Διαφωνία υπήρξε μεταξύ της παραπονούμενης και της μητέρας της όσον αφορά τη συχνότητα των επισκέψεων τους στη Φύτη και ποιοι συνόδευαν κάθε φορά τον κατηγορούμενο. Η μεν παραπονούμενη ανέφερε ότι τον πρώτο χρόνο μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης του σπιτιού, επισκέπτετο τη Φύτη μόνη της με το κατηγορούμενο καθημερινά, αφού την έπαιρνε από το σχολείο και μετά σταδιακά αραίωσαν τις επισκέψεις, η δε μητέρα της έδωσε άλλη εκδοχή. Ότι αρχικά οι επισκέψεις ήταν αραιές δηλαδή μόνο κατά τα Σαββατοκύριακα και κάποτε τους συνόδευε και η ίδια όπου και διανυκτέρευαν. Μετά όταν επιδεινώθηκε η κατάσταση υγείας της μητέρας της, ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη πήγαιναν πιο συχνά. Η συχνότητα των επισκέψεων είναι ουσιώδους σημασίας και δεν αφορά σε λεπτομέρειες. Αφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η παραπονούμενη ήταν κάθετη στο ότι επί καθημερινής βάσης ο κατηγορούμενος το πρώτο χρόνο συνευρέθετο ερωτικά μαζί της στη Φύτη, παρά τη θέληση της, τρεις φορές την ημέρα περιγράφοντας ερωτικές σκηνές με τον κατηγορούμενο. Και μετά που αραίωσαν οι επισκέψεις στη Φύτη πάλι ο κατηγορούμενος φέρεται να είχε σεξουαλική επαφή μαζί της τρεις φορές την ημέρα με τον ίδιο τρόπο. Τον χαρακτηρίζει δηλαδή σαν ένα άντρα θερμό στον έρωτα. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία της μητέρας της, όσον αφορά την σεξουαλική ικανότητα και ερωτικές προτιμήσεις του κατηγορούμενου ότι μερικές φορές κατά τη διάρκεια των δικών της ερωτικών συνευρέσεων με τον κατηγορούμενο αυτός πάθαινε "κράμπα" και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Ή ότι κάποτε με τον κατηγορούμενο χρησιμοποιούσαν δονητές, ακόμα και στο εξοχικό στη Φύτη. Σε ερώτηση του συνήγορου υπεράσπισης αν ο κατηγορούμενος δεν ήταν θερμός προς τον έρωτα, η απάντηση που έδωσε ήταν "δεν ήταν θερμός σε κανένα εκτός από εμένα, αλλά δεν ήταν ρομαντικός". Είχε επίσης παράπονο γιατί δεν τη φιλούσε. Παραδέχθηκε όμως η μητέρα της ότι ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν το σπίτι στη Φύτη πιο συχνά το καλοκαίρι δηλαδή κάποτε 1 ή 2 ή και 3 φορές ακόμα τη βδομάδα. Σε καμιά περίπτωση η μητέρα της αναφέρθηκε σε καθημερινές επισκέψεις ανελλιπώς για ένα ολόκληρο χρόνο, ως η εκδοχή της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη προσπάθησε να συνδέσει τις ερωτικές συνευρέσεις της με τον κατηγορούμενο με δώρα που της έκαμνε ο κατηγορούμενος. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο play-station το οποίο της αγόρασε ο κατηγορούμενος και την προέτρεψε να μην το αποκαλύψει σε κανένα. Μάλιστα ο κατηγορούμενος το έκρυβε στη Φύτη πάνω από το ερμάρι μαζί με τους δονητές και τις κασέτες πορνογραφικού περιεχομένου. Η μητέρα της όμως γνώριζε για την παρουσία των ταινιών πορνογραφικού περιεχομένου και των δονητών αφού τους χρησιμοποιούσε με το κατηγορούμενο στο εξοχικό στη Φύτη. Γνώριζε επίσης ότι ο κατηγορούμενος τους προμηθεύθηκε από ένα φίλο του. Η μητέρα της αρνήθηκε ότι γνώριζε για το play-station. Ο αδελφός της όμως κατάθεσε διαφορετικά. Ότι δηλαδή ο ίδιος γνώριζε για το play-station και για το κατοικίδιο χάμστερ που της είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος από την ίδια την αδελφή του και όταν παραπονέθηκε στη μητέρα του γιατί να μην τα έχει και ο ίδιος, αυτή του απάντησε "η αδελφή σου πάει στη Φύτη και κάνει παρέα στο Max και γιατί να μην έχει κάτι να περνά την ώρα της εκεί". Οπότε η μητέρα της φαίνεται να γνώριζε για την αγορά του play-station και ότι το χρησιμοποιούσε στη Φύτη η παραπονούμενη. Δεν γνωρίζουμε το λόγο που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έκρυβε τα πιο πάνω αντικείμενα. Μόνο η ίδια γνωρίζει. Ίσως στην προσπάθεια της να πείσει ότι ο κατηγορούμενος ήταν προσεκτικός και έπαιρνε προφυλάξεις γι' αυτό και δεν υποψιάστηκε κανένας οτιδήποτε για όσα υποτίθεται συνέβαιναν στη Φύτη. Ακόμα και σε περίπτωση που ήταν επιθυμία του κατηγορούμενου να μην αποκαλυφθεί ότι της αγόραζε δώρα γι' αυτό τα έκρυβε, δεν μας εξήγησε η παραπονούμενη πως συμβιβάζεται αυτό με την πρόθεση του κατηγορούμενου να της αγοράσει διαμέρισμα, μετά που επέστρεψαν από την Ιταλία, όπως μαρτύρησε η ίδια. Σημειώνουμε ότι η φερόμενη σεξουαλική της κακοποίηση είχε ήδη τελειώσει προ πολλού οπότε δεν υπήρχε πλέον λόγος να της κάνει δώρα. Από την άλλη πώς θα έκρυβε το διαμέρισμα; Διατηρούμε αμφιβολίες για το αληθές του ισχυρισμού της ότι ο κατηγορούμενος έκρυβε το play-station. Λόγω της εκδοχής του κατηγορούμενου περί κατασκευασμένης υπόθεσης εξετάσαμε με κάθε λεπτομέρεια την μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Προκύπτει ότι η παραπονούμενη και ο αδελφός της, σύμφωνα με όσα κατέθεσαν, δεν συμπαθούσαν τον κατηγορούμενο που συζούσε με την μητέρα τους, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Ο μεν Έϊτον τον αντιπαθούσε γιατί ήταν αυστηρός μαζί του και τον χτυπούσε και είχε παράπονο γιατί δεν του έκανε δώρα όπως στη παραπονούμενη, η δε παραπονούμενη για όσα φέρεται να βίωνε με τον κατηγορούμενο. Όμως ο Έϊτον έδωσε άλλη εκδοχή για την αρνητική στάση της παραπονούμενης έναντι του κατηγορούμενου ότι δηλαδή κατά καιρούς του έλεγε η αδελφή του ότι μισούσε τον κατηγορούμενο "γιατί την έβαζε να κάνει δουλειές". Η απάντηση της αυτή δεν είναι ασύνδετη με το σκοπό των επισκέψεων του κατηγορούμενου στη Φύτη ότι δηλαδή ήταν για να κάμει δουλειές στο εξοχικό. Αυτό μαρτύρησε η παραπονούμενη και η μητέρα της. Δεν μας διαφεύγει ότι σ' ένα σημείο της μαρτυρίας της η παραπονούμενη αποδίδει και στον εαυτό της να κάμνει δουλειές στο εξοχικό. Ισχυρισμό που αμέσως μετά ανακάλεσε προφανώς γιατί αντιλήφθηκε ότι δεν συμφωνούσε με την εκδοχή της επί των βασικών γεγονότων. Ακόμα και ο Κύπρος στη μαρτυρία του σχολίασε τα αρνητικά αισθήματα που είχε η παραπονούμενη για τον κατηγορούμενο, όπως τα αντιλήφθηκε όταν ο κατηγορούμενος δυο μέρες μετά τη γνωριμία του με την παραπονούμενη πήγε στο κατάστημα στοιχημάτων που εργαζόταν, για να την παραλάβει. Από την αντίδραση της κατάλαβε ότι δεν άρεσε στην παραπονούμενη η πράξη του αυτή. Είναι παραδεκτό από τη παραπονούμενη ότι ο κατηγορούμενος βρήκε μια κασέτα πορνογραφικού περιεχομένου μέσα στη σχολική της τσάντα. Η ίδια απέδωσε τη τοποθέτηση της κασέτας στην τσάντα της σε ενέργεια του κατηγορούμενου με σκοπό να την πάρει μαζί της στη Φύτη. Η μητέρα της μαρτύρησε ότι γνώριζε για το περιστατικό με την κασέτα αφού της το αποκάλυψε ο κατηγορούμενος. Μάλλωσε, όπως είπε, τη παραπονούμενη σε αντίθεση με τη παραπονούμενη η οποία ανέφερε ότι η μητέρα της δεν της είπε τίποτε τότε, αλλά μετά την καταγγελία στην Αστυνομία δηλαδή μετά τις 24.8.2009 της αποκάλυψε ότι της μίλησε σχετικά ο κατηγορούμενος. Δεν μας διαφεύγει ότι η μητέρα της αν και παραδέχθηκε ότι η κασέτα ήταν εξ εκείνων που είχε ο κατηγορούμενος, απέδωσε το γεγονός της κατοχής της από την παραπονούμενη, σε λάθος της παραπονούμενης, όπως είπε και στην ίδια. Ποιο λόγο όμως είχε ο κατηγορούμενος να αποκαλύψει την ύπαρξη της κασέτας στη σχολική τσάντα της παραπονούμενης αν ο ίδιος τη τοποθέτησε εκεί; Δεν συμβαδίζει με τις υπόλοιπες πράξεις που του αποδίδονται στη προσπάθεια του να μην εγείρει υποψίες για τα κατ' ισχυρισμό τεκταινόμενα με την παραπονούμενη. Τι τον εμπόδιζε να πάρει ο ίδιος τη κασέτα στη Φύτη που ήταν και ο πλέον ασφαλής τρόπος και όχι να τη δώσει στη παραπονούμενη να τη πάρει μαζί της στο σχολείο με εμφανές το κίνδυνο να αποκαλυφθεί η παρουσία της στη τσάντα της. Σίγουρα δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά για την αλήθεια του πιο πάνω ισχυρισμού της. Γενικά από τον τρόπο που η παραπονούμενη εξιστορούσε τα γεγονότα και απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, μας έδωσε την εντύπωση ότι δεν της άρεσε που ο κατηγορούμενος ασκούσε έλεγχο στη συμπεριφορά της ή τη μάλλωνε. Αυτό το αίσθημα είναι διάχυτο και στη μαρτυρία του Έϊτον στη συμπεριφορά του οποίου επίσης φαίνεται να ασκούσε έλεγχο ο κατηγορούμενος. Μάλιστα κάποτε τον τιμωρούσε κτυπώντας τον. Είναι παραδεκτό από τον Έϊτον και τη μητέρα του ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είχε αναπτύξει προβληματική συμπεριφορά. Και ότι σε μια περίπτωση που ο οδηγός του σχολικού λεωφορείου παραπονέθηκε για τη συμπεριφορά του στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τον τιμώρησε κτυπώντας τον, ενέργεια που δεν άρεσε στη μητέρα του. Αυτό μαρτύρησε η ίδια. Και η παραπονούμενη όμως, φαίνεται να δημιουργούσε προβλήματα στην οικογένεια της σε μικρή ηλικία. Αυτό επιβεβαίωσε ο αδελφός της στη δια ζώσης μαρτυρία του. Η παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι στην ηλικία των 12 χρονών η ώρα 2 με 3 το πρωί έφευγε από το παράθυρο του σπιτιού της για να συναντήσει κάποιο φίλο της που τον έλεγαν Αντρέα. Το γεγονός αυτό περιήλθε στην αντίληψη του κατηγορούμενου τυχαία όταν πρόσεξε ότι έλειπε από το κρεβάτι της, ενώ η μητέρα της τελούσε σε πλήρη άγνοια. Και αυτή της τη συμπεριφορά ήταν ο κατηγορούμενος που την αποκάλυψε στη μητέρα της. Αν ήταν βάσιμα τα όσα καταλογίζονται στον κατηγορούμενο και ότι φρόντιζε να μην εγείρει υποψίες, θα αναμένετο να αποσιωπήσει το γεγονός αυτό ώστε να μην έλθει σε ρήξη με την παραπονούμενη με ορατό τον κίνδυνο να αποκαλυφθούν τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα στη Φύτη με τη παραπονούμενη. Δεν μας διαφεύγει ότι δεν ήταν ασύνηθες για τη παραπονούμενη να λέει ψέματα. Η παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι δεν αποκάλυπτε στη μητέρα της την αλήθεια για τις διάφορες σχέσεις που είχε, αποκρύπτοντας της το γεγονός ότι αυτές ήταν και ερωτικές. Η καταφυγή στο ψέμα προς τη μητέρα της σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν σχετίζετο με το κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον Κύπρο, αν και αρχικά προσπάθησε να το αρνηθεί, η παραπονούμενη του έλεγε ψέματα για "άσχετα" όμως, όπως είπε, θέματα. Η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε τις διάφορες ερωτικές σχέσεις που είχε από μικρή ηλικία προτού γνωρίσει και συνάψει δεσμό με τον Κύπρο, αν και η μητέρα της προσπάθησε επιμελώς να τις αποκρύψει ή να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα τους. Η τάση αυτή της μητέρας της είναι ιδιαίτερα εμφανής στις περιπτώσεις που η παραπονούμενη έφευγε τα βράδια από το σπίτι από το παράθυρο τις πρώτες πρωϊνές ώρες. Η παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι αυτό γινόταν για να συναντήσει τον Αντρέα σε αντίθεση με τη μητέρα της ότι αυτό συνέβηκε μόνο μια φορά γιατί η παραπονούμενη δεν ήθελε να φύγει για την Ιταλία και να αφήσει τους φίλους της. Πως συμβιβάζεται η θέση αυτή με το γεγονός ότι βρέθηκε να ήταν με τον Αντρέα; Δεν αποδίδουμε αλλότρια κίνητρα σ' αυτή τη συμπεριφορά της μητέρας της ή τον τρόπο που αντιμετώπιζε τα γεγονότα. Καμιά μητέρα θα επιδοκίμαζε ή επικροτούσε τέτοια στάση από την ανήλικη θυγατέρα της. Αν η ίδια πίστευε ή ήθελε να πιστεύει σε ό,τι της έλεγε η κόρη της είναι δικό της θέμα που δεν άπτεται των ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση. Θα μπορούσε ίσως να λεχθεί ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της παραπονούμενης, είχε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό τεκταινόμενα με τον κατηγορούμενο όταν αυτή ήταν στην τρυφερή ηλικία των 8 - 9 χρόνων. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της μητέρας της, η παραπονούμενη άρχισε να παρακολουθείται από ψυχολόγο για να μπορέσει να μιλήσει για τις λεπτομέρειες των όσων της συνέβησαν με τον κατηγορούμενο. Δεν έχουμε τέτοια μαρτυρία ενώπιον μας που θεωρούμε βασική, εφόσον η όλη υπόθεση στηρίζεται αποκλειστικά στη παραπονούμενη. Συνεπώς είναι ανασφαλές να συνδεθεί η οποιαδήποτε ερωτική ή άλλη παράλογη ή τολμηρή συμπεριφορά της παραπονούμενης σε τέτοια μικρή ηλικία με τις φερόμενες πράξεις του κατηγορούμενου. Εκείνο που εξάγεται από τη μαρτυρία της ίδιας της παραπονούμενης είναι ότι ο κατηγορούμενος αλλά και η μητέρα της αποδοκίμαζαν τις διάφορες ενέργειες της που είχαν σχέση κυρίως με άντρες, σε μεγαλύτερο βαθμό ο κατηγορούμενος, ο οποίος της αφαιρούσε κατά διαστήματα τα κινητά της τηλέφωνα. Η παραπονούμενη δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε αποκάλυψε οτιδήποτε για την άνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου εναντίον της τότε, αν και είχε κάθε λόγο να το κάνει. Είναι γεγονός που δημιουργεί επιπρόσθετες αμφιβολίες για την αλήθεια των ισχυρισμών της. Η παραπονούμενη δεν ήταν ακριβής και σ' όσον αφορά την ηλικία της όταν υποτίθεται ξεκίνησε ο κατηγορούμενος να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Ανέφερε επανειλημμένα ότι η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου ξεκίνησε όταν αυτή ήταν στην ηλικία των 8 χρονών όταν φοιτούσε στην πέμπτη ή έκτη τάξη του δημοτικού και σταμάτησε το Σεπτέμβρη του 2003 όταν θα μετακόμιζαν στην Ιταλία. Η παραπονούμενη ήταν σίγουρη ότι τον Οκτώβρη του 2003 είχεν ήδη αποφοιτήσει από τη δευτέρα τάξη του γυμνασίου. Η μητέρα της έδωσε άλλα δεδομένα. Μαρτύρησε ότι το 2003 η παραπονούμενη ξεκίνησε να φοιτά στην πρώτη τάξη του γυμνασίου της Πόλης Χρυσοχούς εφόσον άρχισε να φοιτά κανονικά στο δημοτικό σχολείο στην ηλικία των έξι χρόνων. Συνεπώς είναι απίθανο το 2003 να είχεν ήδη αποφοιτήσει από τη Δευτέρα τάξη του Γυμνασίου. Γενικά διακρίναμε ένα πέπλο θολότητας στη μαρτυρία της παραπονούμενης σ' ότι αφορά τις χρονολογίες που συνέβησαν τα διάφορα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και την ηλικία της. Δεν αποκλείουμε η ασάφεια αυτή να οφείλεται στο μεγάλο χρόνο που μεσολάβησε από τότε και τη μικρή της ηλικία όταν αυτά συνέβησαν. Όμως δεν παραβλέπουμε ότι δεν συμβιβάζεται με την υπόλοιπη της μαρτυρία που η παραπονούμενη ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρειες πολλά άλλα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό συνέβησαν την ίδια περίοδο, που άπτονται του ισχυρισμού της περί σεξουαλικής κακοποίησης της από μέρους του κατηγορούμενου. Η ανακρίβεια στο χρόνο που φέρεται να συνέβησαν τα διάφορα γεγονότα υπάρχει κατ' επέκταση και στο κατηγορητήριο. Η γενική και αόριστη αναφορά στις λεπτομέρειες των αδικημάτων σε σχέση με το χρόνο διάπραξης του κάθε ενός από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, δίνει την εντύπωση ότι ίσως μερικές κατηγορίες να αφορούν ουσιαστικά στο ίδιο αδίκημα, γεγονός που επισήμανε και ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του. Το θέμα αυτό είναι αλληλένδετο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η παραπονούμενη στη δια ζώσης μαρτυρία της πρόβαλε επίσης ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνονται ή έρχονται σε αντίθεση με την γραπτή της κατάθεση. Ενδεικτικά σημειώνουμε τα εξής: Η παραπονούμενη στη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι τον τελευταίο χρόνο πριν φύγουν για την Ιταλία ο κατηγορούμενος της ζήτησε και πρωκτικό έρωτα. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της τοποθετεί την απαίτηση αυτή του κατηγορούμενου στα ενδιάμεσα της σχέσης τους. Όμως και στις δύο περιπτώσεις αποδίδει στο κατηγορούμενο να της υπόσχεται χρήματα και δώρα αν του το επέτρεπε. Της έδινε, όπως είπε, £5 - £10 κάθε φορά. Τέτοια θέση πρώτη φορά προβάλλεται στη δια ζώσης μαρτυρία της και δεν περιέχεται στη γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία. Ούτε επίσης αναφέρει στην κατάθεση της ότι δεχόταν και άλλου είδους σεξουαλική παρενόχληση από τον κατηγορούμενο, όχι ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση, στο σπίτι που διέμεναν στην Αργάκα. Το τελευταίο ισχυρίστηκε στη μαρτυρία της όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση γιατί ο κατηγορούμενος να μην επιδιώξει την ίδια δραστηριότητα και στο σπίτι στην Αργάκα, εφόσον υπήρξαν περιπτώσεις τόσο στη Κύπρο όσο και στην Ιταλία που ο κατηγορούμενος διέμενε στο σπίτι μόνος του με τη παραπονούμενη. Δεν μας διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι ενώ η παραπονούμενη στη κατάθεση της ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε τη κακοποιούσε ή τη χτυπούσε, στη μαρτυρία της αποδίδει στο κατηγορούμενο σε ορισμένες περιπτώσεις να ασκεί βία σε βάρος της όταν αυτή αρνείτο να τον συνοδεύσει στη Φύτη και συνακόλουθα να έλθει σε συνουσία μαζί του. Και αυτό, όπως δικαιολογήθηκε, ξέχασε να το πει στην κατάθεση της. Το βασικό δεν είναι γιατί δεν αναφέρει τα πιο πάνω στη κατάθεση της, που μπορεί να κριθεί ως φυσιολογικό, αλλά γιατί άλλαξε στάση. Η παραπονούμενη δεν αναφέρει επίσης στην κατάθεση της τον ισχυρισμό που πρόβαλε στη μαρτυρία της ότι πήρε στο χέρι της μαχαίρι όταν άκουσε τη μητέρα της και το κατηγορούμενο να συζητούν το θέμα, γιατί φοβόταν μήπως ο κατηγορούμενος κάνει κάτι κακό. Δεν εξήγησε που στηρίζει το φόβο της αυτό. Το μαχαίρι, συνέχισε, προσπάθησε μετά να της αποσπάσει ο αδελφός της για να κάμει κακό στο κατηγορούμενο. Σε τέτοιο περιστατικό δεν αναφέρεται στη γραπτή του κατάθεση ο αδελφός της (Τεκμήριο 6) αλλά ούτε και στη μαρτυρία του πρόβαλε τέτοια θέση. Ίσως μπορεί να δικαιολογηθεί ότι δεν ρωτήθηκε οτιδήποτε σχετικό. Όμως η μητέρα της, προφανώς για να επιβεβαιώσει τα λεχθέντα από τη παραπονούμενη, αναφέρθηκε σε τέτοιο περιστατικό που αφορούσε όμως σε χαρτοκόπτη και όχι μαχαίρι. Δεν έδωσε όμως εξήγηση πώς βρέθηκε ο χαρτοκόπτης στη κατοχή της παραπονούμενης μέσα στην κουζίνα. Από τα πιο πάνω σημειώνουμε ότι σημασία έχει ότι τα γεγονότα που παραλείπονται από τη κατάθεση της παραπονούμενης δεν αναφέρονται σε λεπτομέρειες. Ούτε ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος της έδινε και άλλα δώρα εκτός από το play-station, συνεπεία της ερωτικής σχέσης του μαζί της, προβάλλονται στη γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης. Έχουμε ήδη ενδιατρίψει πιο πάνω επί του θέματος των δώρων του κατηγορούμενου και τη σημασία τους. Ερχόμαστε τώρα στο σημείο που η παραπονούμενη αποκάλυψε για πρώτη φορά τη σχέση της με τον κατηγορούμενο στον Κύπρο. Διάσταση μεταξύ της παραπονούμενης και του Κύπρου υπάρχει ως προς το χρονικό σημείο που η παραπονούμενη προέβη σε τέτοια αποκάλυψη. Η μεν παραπονούμενη το τοποθετεί μετά 2 - 3 μήνες από τη γνωριμία τους, ο δε Κύπρος μετά πέντε μέρες και μάλιστα στην τρίτη τους συνάντηση. Ο λόγος γιατί επέλεξε τον Κύπρο για να του εξομολογηθεί το μυστικό της, όπως είπε, ήταν γιατί ήταν φίλος της και τον εμπιστευόταν και ήταν και λίγο μεθυσμένη αφού ήπιε ένα ποτό μαζί του. Πόση εμπιστοσύνη όμως μπορούσε να της δημιουργήσει ο Κύπρος για να φτάσει στο σημείο να του αποκαλύψει ένα μυστικό που κρατούσε κρυφό για χρόνια ολόκληρα, σε πέντε μέρες που τον γνώρισε; Και μάλιστα κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε ο Κύπρος. Ότι δηλαδή την πρώτη φορά η παραπονούμενη τον επισκέφθηκε μαζί με τη μητέρα της απλά για να ζητήσει δουλειά αλλά αυτός αρνήθηκε, τον ξαναεπισκέφθηκε μόνη της μετά δύο ημέρες και ακολούθησε η τρίτη της επίσκεψη στην οποία προέβη στις φερόμενες αποκαλύψεις. Η τρίτη επίσκεψη διάρκεσε από το μεσημέρι μέχρι τα μεσάνυχτα και η παραπονούμενη, σύμφωνα με τον Κύπρο, "του ανοίχτηκε" μετά που ο Κύπρος της εκδήλωσε το ερωτικό ενδιαφέρον του για εκείνη και κάτω από πιέσεις του να πληροφορηθεί γιατί αυτή δυσανασχέτησε με την ενέργεια του κατηγορούμενου να έλθει να την παραλάβει κατά την προηγούμενη της επίσκεψη. Σημειώνουμε ότι ούτε η αποκάλυψη στο Κύπρο ήταν αυθόρμητη. Στο σημείο αυτό προσέξαμε και το εξής παράδοξο. Ενώ ο Κύπρος αναφέρεται σε επισκέψεις της παραπονούμενης, η ίδια στη μαρτυρία της ανάφερε ότι προέβη στις φερόμενες αποκαλύψεις στο Κύπρο όταν είχαν τελειώσει την εργασία τους και αφού ήπιαν από ένα ποτό, παρέμειναν στο σπίτι του Κύπρου πάνω από το κατάστημα. Υπάρχει κάποια θολότητα στο σημείο αυτό που δεν κρίνουμε όμως βασικό για τα θέματα που εξετάζονται. Θολότητα υπάρχει και όσον αφορά στην κατάσταση της παραπονούμενης. Όπως μαρτύρησε η ίδια ήταν λίγο μεθυσμένη αφού ήπιαν προηγουμένως από ένα ποτό με τον Κύπρο. Ήταν φανερή η διάθεση του Κύπρου να μην τοποθετηθεί επί του θέματος. Γι' αυτό αρχικά αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη ήπιε ποτό ή ήταν μεθυσμένη. Όταν πιέστηκε όμως κατά την αντεξέταση, δεν θυμόταν ούτε αν οι δύο ήπιαν ποτό ούτε αν ήταν μεθυσμένοι. Διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας των δύο υπάρχει και σε άλλα θέματα που μαρτύρησαν. Είναι ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι ο λόγος που δεν αποκάλυψε προηγουμένως όσα της συνέβαιναν με τον κατηγορούμενο ήταν γιατί της έλεγε ο κατηγορούμενος στην μικρή ηλικία των 8 χρονών που ήταν, ότι αν το μάθαινε η μητέρα της θα λυπόταν πολύ και θα πάθαινε κακό, ακόμα και να αυτοκτονούσε. Σε κάποια φάση όμως μεγάλωσε και, όπως είπε στη μαρτυρία της, άρχισε να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Εξακολουθούσε όμως να πιστεύει το ίδιο; Δεν μαρτύρησε έτσι. Είναι φυσικό σε μεγαλύτερη ηλικία να ήταν σε θέση πλέον να αντιληφθεί πόσο βάσιμη ήταν η απειλή του κατηγορούμενου και ανάλογα να ενεργούσε. Στον Κύπρο όμως, όπως μαρτύρησε ο ίδιος, έδωσε άλλη δικαιολογία ότι δηλαδή απέκρυβε τα όσα της έκαμε ο κατηγορούμενος, γιατί ντρεπόταν από την οικογένεια της και λόγω της μικρής της ηλικίας δεν ήθελε να τα μάθει η μητέρα της. Καμιά αναφορά έκαμε προς τον Κύπρο για τους κινδύνους που ενέχει τέτοια αποκάλυψη για την μητέρα της, όπως της υπόβαλλε ο κατηγορούμενος. Ο Κύπρος εξήγησε ότι η παραπονούμενη την πρώτη φορά που μίλησαν για το θέμα του είπε μόνο ότι ο κατηγορούμενος την ενοχλούσε σεξουαλικά και επειδή δεν του είπε λεπτομέρειες φρόντισε να συναντηθούν την επομένη για να τη ρωτήσει αν ήταν αλήθεια. Τότε αυτή του απάντησε καταφατικά ότι δηλαδή έκανε σεξ με τον κατηγορούμενο όταν η ίδια ήταν στην ηλικία των 8 με 12 χρόνων. Αντίθετη εκδοχή έδωσε η παραπονούμενη ότι δηλαδή μετά από εκείνο το βράδυ που προέβη σε αποκάλυψη του μυστικού της, ξαναμίλησε με το Κύπρο για το ίδιο θέμα όταν άρχισε η ερωτική τους σχέση δηλαδή μετά 1 - 2 χρόνια από τη γνωριμία τους. Επίσης όταν ο Κύπρος τη ρώτησε για το λόγο που ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοιες πράξεις, η παραπονούμενη του απάντησε ότι τον είχε ρωτήσει σχετικά σε ανύποπτο χρόνο αλλά εκείνος δεν της έδωσε απάντηση. Αντίθετη θέση πρόβαλε η παραπονούμενη ότι δηλαδή για 7 χρόνια απέφευγε τον κατηγορούμενο και προσπαθούσε να μην ανοίξει συζήτηση μαζί του ή να του ζητήσει εξηγήσεις. Γενικά από την όλη μαρτυρία του Κύπρου ήταν εμφανής η αποφασιστικότητα του να συνεχίσει τον ερωτικό δεσμό του με την παραπονούμενη πάση θυσία και ασχέτως κόστους. Στη προσπάθεια του αυτή ασκούσε τρομερή πίεση όχι μόνο στη παραπονούμενη αλλά και στη μητέρα της την οποία απειλούσε, όπως ομολόγησε η ίδια, και τον κατηγορούμενο ακόμα. Δεν δίστασε ο Κύπρος να κάνει ζημιά στο αυτοκίνητο τους ή ακόμα και να κόψει τις φλέβες του στην παρουσία τους όταν αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη είχεν ήδη ξεκινήσει ερωτική σχέση με άλλον άντρα και τον ίδιο απέφευγαν. Την επισκέφθηκε επίσης και στο Προδρόμι όπου η παραπονούμενη διέμενε ένα διάστημα με δύο αδέλφια. Οι απειλές και εκβιασμοί που ασκούσε στη παραπονούμενη είχαν σκοπό να αποκαλύψει στη μητέρα και τον αδελφό της όσα η ίδια του αποκάλυψε, σε μια προσπάθεια του, όπως παραδέχθηκε, να την κρατήσει κοντά του. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη λογική του πράγματος. Θα αναμέναμε να την παρότρυνε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Ο ίδιος προτίμησε να ενεργήσει αλλιώς, προφανώς, γιατί πίστευε ότι εξυπηρετούσε τους δικούς του σκοπούς. Είναι φανερό ότι δεν ήταν προσωπική επιθυμία της παραπονούμενης η αποκάλυψη των κατ' ισχυρισμό τεκταινομένων με τον κατηγορούμενο στην οικογένεια της. Όπως παραδέχθηκε η ίδια στη μαρτυρία της ουδέποτε θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου αν δεν μεσολαβούσε η πίεση που δέχθηκε από τον Κύπρο. Σημειώνουμε ότι όπως και στην περίπτωση της αποκάλυψης της φερόμενης παράνομης δραστηριότητας του κατηγορούμενου στον Κύπρο, που δεν ήταν αυθόρμητη ούτε και η αποκάλυψη στη μητέρα της και η μετέπειτα καταγγελία στην Αστυνομία ήταν επίσης αυθόρμητες. Χωρίς την παρέμβαση και εκβιασμούς του Κύπρου η παραπονούμενη θα συνέχιζε να αποκρύπτει την κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρελθόν σε βάρος της. Έχουμε σχολιάσει πιο πάνω τους δήθεν λόγους που δεν την αποκάλυπτε και τους δώσαμε την ανάλογη σημασία. Δεν μας διαφεύγει ότι ο Κύπρος δεν ήταν ο μοναδικός φίλος ή εραστής που είχε η παραπονούμενη. Διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και με άλλους άντρες πριν γνωρίσει και δημιουργήσει ερωτικό δεσμό με τον Κύπρο. Οι προηγούμενες ερωτικές της σχέσεις, σύμφωνα με την ίδια, είχαν κάποια χρονική διάρκεια. Τι την εμπόδιζε να αποκάλυπτε σε ένα έστω από αυτούς τους άντρες το μυστικό της, που σίγουρα θα τους γνώριζε περισσότερο, παρά στον Κύπρο που δεν είχε ακόμα προλάβει να γνωρίσει. Σημειώνουμε ότι, όπως η ίδια μαρτύρησε, τους είχε εμπιστοσύνη. Δικαιολογήθηκε ότι ντρεπόταν και νόμιζε ότι δεν θα την ήθελαν μετά αν τους το αποκάλυπτε. Και ο Κύπρος όμως, όπως ανάφερε στη μαρτυρία του, της είχε εκδηλώσει ερωτικό ενδιαφέρον το βράδυ που του αποκάλυψε τα όσα δήθεν συνέβησαν με τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη μάλιστα ισχυρίστηκε ότι το βράδυ εκείνο φιλήθηκαν. Η παραπονούμενη δεν έδωσε καμιά αληθοφανή εξήγηση γιατί να μην αποκαλύψει το μυστικό της πριν ή και μετά που το αποκάλυψε στο Κύπρο και σ' άλλα άτομα του φιλικού ή οικογενειακού της περιβάλλοντος. Έστω στη φίλη της στο σχολείο ή στη ξαδέλφη της ή στους θείους της στους οποίους έκαμε αναφορά στη μαρτυρία της. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι πράγματι η παραπονούμενη προέβη στις αποκαλύψεις που έκανε αναφορά ο Κύπρος στη μαρτυρία του. Αμφιβολίες διατηρούμε όσον αφορά το αληθές των αποκαλύψεων. Όσον αφορά τις μαρτυρίες του αδελφού και της μητέρας της παραπονούμενης δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το ουσιαστικό παράπονο της παραπονούμενης. Γενικά ειδωμένη η μαρτυρία της μητέρας της, διακρίναμε μια τάση από μέρους της να ενισχύσει την εκδοχή της κόρης της. Δεν πίστεψε αρχικά ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοια δραστηριότητα σε βάρος της κόρης της. Απλά τη ρώτησε αν ήταν αλήθεια αυτά που πληροφορήθηκε και τη συνόδευσε στην Αστυνομία να υποβάλει παράπονο. Αυτά αναφέρει και στη κατάθεση της. Στη μαρτυρία της αναφέρθηκε σε γεγονότα, που κατά την άποψη της, εκ των υστέρων θεώρησε ύποπτα, ενώ τότε δεν τους έδωσε τη δέουσα σημασία. Ακόμα και το ότι ο κατηγορούμενος ήταν κοντά στη παραπονούμενη όταν αυτή ήταν άρρωστη ή ένοιωθε ότι ο κατηγορούμενος αγαπούσε την κόρη της όπως την ίδια, χωρίς να διευκρινίσει τι εννοεί, εκ των υστέρων έκρινε ότι ήταν ύποπτα. Τέτοια συμπεριφορά από μόνη της δεν είναι αφύσικη προς ένα παιδί, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η Julia με τα παιδιά της μετακόμισαν στο σπίτι του κατηγορούμενου το 1993, όπως μαρτύρησε η μητέρα της, όταν η παραπονούμενη ήταν μόλις 2 χρονών και όχι 5 όπως ανάφερε η ίδια. Δεν βλέπουμε να ενέχει οτιδήποτε το πονηρό τέτοια συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Έχουμε ήδη αναφερθεί και πιο πάνω για την αλλαγή στάσης της μητέρας της. Προσθέτουμε το σημείο από τη μαρτυρία της ότι στις 24.8.2009 ενώ καθόταν σε γειτονικό σπίτι είδε τον κατηγορούμενο να ανεβαίνει στη ταράτσα του σπιτιού τους και να μετακινεί ένα κουτί με βιντεοταινίες πορνογραφικού περιεχομένου και να λέει "πρέπει αυτά να τα πετάξω". Ακολούθως τα πέταξε σε ένα κάλαθο μακριά από το σπίτι. Κρίνουμε τον ισχυρισμό της αυτό ως εκ των υστέρων σκέψη. Και εξηγούμε. Όχι μόνο δεν τα αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία αλλά στην κατάθεση της ισχυρίζεται διαφορετικά ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πέταξε τις παλιές ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου όταν θα έφευγαν για την Ιταλία και δεν τις αντικατέστησε με άλλες. Σημειώνουμε ότι η μητέρα της παραπονούμενης είχεν υιοθετήσει το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης στην Αστυνομία ως μέρος της κύριας της εξέτασης. Αναφέρθηκε επίσης στη δια ζώσης μαρτυρία της σε μία περίπτωση που είχε αντιληφθεί στο εσώρουχο της παραπονούμενης, όταν αυτή ήταν στην ηλικία των 11 χρονών, κηλίδα αίματος αλλά απόκλεισε το γεγονός να ξεκίνησε η έμμηνος ρύση της. Όχι μόνο τον ισχυρισμό αυτό παρέλειψε να τον αναφέρει στην κατάθεση της αλλά και η ίδια η παραπονούμενη την διαψεύδει, ότι δηλαδή άρχισε η έμμηνος της ρύση στην ηλικία των 11 χρόνων περίπου. Εν πάσει περιπτώσει αν η μητέρα της παραπονούμενης υπονοούσε ότι το αίμα που πρόσεξε ήταν αποτέλεσμα της πρώτης ερωτικής συνεύρεσης της κόρης της με τον κατηγορούμενο, το γεγονός αυτό είναι αντίθετο με την εκδοχή της παραπονούμενης που τοποθετεί την πρώτη φορά που έκαμε έρωτα με τον κατηγορούμενο χρονικά όταν αυτή ήταν στην ηλικία των 8 ή έστω 9 χρονών και όχι στα
- Επίσης αν η μητέρα της ακόμα θεώρησε αφύσικο το γεγονός της παρουσίας αίματος στο εσώρουχο της κόρης της στην ηλικία που ανάφερε, τότε γιατί δεν την πήρε σε γιατρό όπως στη περίπτωση που η παραπονούμενη για 15 μέρες δεν είχε όρεξη για φαγητό. Η μητέρα της στη δια ζώσης μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι μετά που η κόρη της της αποκάλυψε ότι παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από το κατηγορούμενο συνομίλησε σχετικά μαζί του. Τον ρώτησε αν ήταν αλήθεια και αυτός, όπως είπε, "έγινε γκρίζος, έτρεμε, κάθισε πάνω στο κρεβάτι" και απλά συνέχισε να επαναλαμβάνει "Δε θέλω να σε χάσω." Η μητέρα της παραπονούμενης θεώρησε ύποπτο το γεγονός ότι δεν της απάντησε με ένα ναι ή όχι. Η παραπονούμενη όμως μαρτύρησε διαφορετικά. Ότι δηλαδή άκουσε το κατηγορούμενο σε δύο περιπτώσεις να της λέγει ότι δεν ήταν αλήθεια ότι παρενοχλούσε σεξουαλικά τη κόρη της. Όταν ο συνήγορος υπεράσπισης την αντιπαρέθεσε με τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 3), η μητέρα της παραπονούμενης παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος της απάντησε ότι ποτέ του δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι να την πονέσει επειδή δεν ήθελε να τη χάσει. Εμμέσως πλην σαφώς αρνείτο δηλαδή όσα του καταλόγιζε η παραπονούμενη. Της φάνηκε ακόμα ύποπτο, η σωματική του αντίδραση, ότι δηλαδή έτρεμε και έγινε γκρίζος. Όχι μόνο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στις γραπτές της καταθέσεις στην Αστυνομία (Τεκμήρια 3 και 4) αλλά στη δια ζώσης μαρτυρία της εξήγησε ότι αυτή η "αντίδραση" του ήταν που την έκανε να πιστέψει ότι όσα της είπε η κόρη της ότι της έκαμε ο κατηγορούμενος, ήταν αλήθεια. Δεν βλέπουμε το λόγο που θεώρησε τέτοια συμπεριφορά ως ύποπτη. Και έτσι να αντέδρασε ο κατηγορούμενος δεν αποκλείουμε με την επιμονή της να τον ρωτάει συνεχώς αν ήταν αλήθεια όσα της αποκάλυψε η κόρη της και ότι αν έκαμε εκείνα που αυτή του καταλογίζει χρειάζεται βοήθεια, εφόσον ήδη ο κατηγορούμενος τα αρνήθηκε, να του έδωσε την εντύπωση ότι δεν τον πίστευε και η ταραχή του να οφείλετο πιθανόν στον φόβο και ανησυχία του μήπως τη χάσει, εφόσον η ίδια μαρτύρησε ότι συνήθιζε να της λέει ότι θα "πέθαινε χωρίς αυτήν". Αρχικά στη δια ζώσης μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος το 2000 μέχρι 2002 δεν εργαζόταν, ακολούθως παραδέχθηκε ότι ασχολείτο με κηπουρικές εργασίες για τρίτους, έναντι αμοιβής. Πώς συμβιβάζεται η θέση αυτή με το ότι, όπως αποδίδει η παραπονούμενη στο κατηγορούμενο, καθημερινά την έπαιρνε μαζί του στη Φύτη για ένα χρόνο από το 2000 και παρέμεναν για ώρες εκεί. Ερχόμαστε να εξετάσουμε το οικονομικό θέμα που ήγειρε η υπεράσπιση ότι ίσως να ήταν το κίνητρο για τη μητέρα της παραπονούμενης να πιστεύει ότι όσα της είπε η κόρη της ήταν η αλήθεια, γιατί την εξυπηρετούσε. Ήταν η αρχική της θέση ότι συνέβαλε και αυτή οικονομικά στη περιουσία που απέκτησε κατά τη διάρκεια της κοινής ζωής της με το κατηγορούμενο. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι το σπίτι στην Αργάκα κτίστηκε και με δικά της χρήματα. Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση πόσα χρήματα έδωσε απάντησε "Δεν ξέρω, κάποιες χιλιάδες" που πήρε από το διαζύγιο της. Αργότερα παραδέχθηκε ότι κτίστηκε με χρήματα του κατηγορούμενου χωρίς να γνωρίζει αν το ποσό των €500.000 που στοίχισε το κτίσιμο του σπιτιού μεταφέρθηκε στη Κύπρο από λογαριασμό που διατηρούσε ο κατηγορούμενος σε Τράπεζα στη Ζυρίχη. Ήταν όμως σίγουρη ότι ένα μέρος τους προήλθε από την πώληση του σπιτιού του κατηγορούμενου στο Νέο Χωριό. Δεν αρνήθηκε ότι το σπίτι στην Αργάκα διατίθεται προς πώληση για €2.000.000 - €2.500.000, απλά αρνήθηκε ότι το έθεσε προς πώληση αμέσως μετά που ήλθε στο φως η κατ' ισχυρισμό ιστορία με το κατηγορούμενο. Δεν αρνήθηκε ότι πριν 16 με 17 χρόνια δηλαδή στην αρχή της σχέσης τους, ο κατηγορούμενος της άνοιξε λογαριασμό στο όνομα της, σε Τράπεζα στην Ελβετία από τον οποίο πλήρωσε η ίδια €30.000 για τους όρους απόλυσης του που τέθηκαν από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση και άλλες €10.000 για το δικηγόρο που ανέλαβε την υπεράσπιση του και αμέσως μετά τη πληρωμή των ποσών αυτών αφαίρεσε την εξουσιοδότηση που είχε στον κατηγορούμενο να παίρνει χρήματα απ' αυτό το λογαριασμό. Παραδέχθηκε επίσης ότι το σπίτι στην Ιταλία το αγόρασε ο κατηγορούμενος με δικά του χρήματα και ενέγραψε το ½ μερίδιο στο όνομα της. Το σπίτι αυτό το ενοικιάζει και η ίδια παίρνει εισόδημα. Ο κατηγορούμενος αγόρασε επίσης και δύο χωράφια στη Φύτη τα οποία ενέγραψε στο όνομα της μητέρας της και μετά το θάνατο της ενεγράφησαν στο όνομα της ίδιας. Δεν μας διαφεύγει ότι μέχρι να γνωρίσει το κατηγορούμενο η μητέρα της παραπονούμενης με την επάνοδο της από την Αγγλία διέμενε με τα παιδιά της στο σπίτι των γονέων της σε χωριό. Αν είχε, όπως προσπάθησε αρχικά να υποστηρίξει, την οικονομική δυνατότητα εύλογα γεννάται το ερώτημα γιατί διέμενε με τους γονείς της και όχι σε δική της κατοικία. Δεν είναι η κατάλληλη διαδικασία για να αποφασιστούν οι περιουσιακές διαφορές τους. Ούτε εξάλλου έχουμε τέτοια πρόθεση. Σχολιάσαμε τα πιο πάνω ενόψει της θέσης που πρόβαλε η υπεράσπιση. Είτε η μητέρα της παραπονούμενης πιστεύει είτε όχι όσα της αποκάλυψε η παραπονούμενη ότι της έκαμε ο κατηγορούμενος, δεν έχει ουσιαστική σημασία και ούτε αναφέρεται στα επίδικα θέματα. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος στήριξε οικονομικά τη μητέρα της παραπονούμενης και τα παιδιά της. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλουμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος "έβαζε λεφτά" για να της αγοράσει διαμέρισμα όταν αναφέρθηκε στην περίπτωση που διέμενε μαζί με δύο άντρες που ήταν αδέλφια στο Προδρόμι, μετά την επιστροφή της οικογένειας από την Ιταλία. Σημειώνουμε ότι η μητέρα και ο αδελφός της παραπονούμενης δεν πίστεψαν αρχικά όσα τους αποκάλυψε ο Κύπρος ότι του είπε η παραπονούμενη. Γι' αυτό επιζητούσαν επιβεβαίωση από την ίδια. Σύμφωνα με τη παραπονούμενη απέφευγε τον αδελφό της. Αυτό είπε και ο ίδιος. Μάλιστα σ' αυτόν αποκάλυψε ότι απλά την "άγγιζε" ο κατηγορούμενος. Μήπως αυτή η αρχική δυσπιστία τους οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να τους δώσει δικαίωμα να υποψιαστούν ή να σκεφθούν ότι κάτι συνέβαινε μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου; Υπήρξαν και πολλά άλλα στοιχεία διάστασης στη μαρτυρία μεταξύ της παραπονούμενης και των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας εξαιρουμένης εκείνης του Ιατροδικαστή. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε ειδικά στο καθένα ξεχωριστά. Χρησιμοποιήσαμε εκείνα που κατά την άποψη μας πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας της ίδιας της παραπονούμενης. Τονίζουμε ότι δεν υπήρξε καμία άλλη ανεξάρτητη και αυτοτελής μαρτυρία πέραν από τη παραπονούμενη που να ενισχύει αντικειμενικά τη δική της εκδοχή. Η όλη συμπεριφορά της παραπονούμενης, ο χρόνος που υπέβαλε τη καταγγελία της στην Αστυνομία δηλαδή μετά 9 χρόνια από την έναρξη της φερόμενης κακοποίησης της και μάλιστα κατόπιν "παρεξήγησης", όπως ανάφερε, με τον Κύπρο, η καταγγελία δεν έγινε αυτόβουλα αλλά κάτω από τις πιέσεις και εκβιασμούς του Κύπρου στον οποίο σε ανύποπτο χρόνο αποκάλυψε κάτι που φέρεται να συνέβηκε μεταξύ της και του κατηγορούμενου, όταν πλέον ένοιωθε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από του να υποβάλει το παράπονο της στην Αστυνομία μαζί με τη μητέρα της, ο τρόπος με τον οποίο λάμβανε χώρα η κατ' ισχυρισμό σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο που ήταν πάντα ο ίδιος και με την ίδια σειρά και για σειρά ετών, καθώς και η απότομη διακοπή της χωρίς αληθοφανή δικαιολογία, δημιουργούν επιπρόσθετα ερωτήματα για την αξιοπιστία της και συνακάλουθα σε εύλογες αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου. Κρίνουμε ότι με βάση τη γενική εικόνα που μας έδωσε η παραπονούμενη αλλά και με βάση τις αντιφάσεις, ασάφειες, αβεβαιότητα και ερωτηματικά που κυριαρχούν στη μαρτυρία της που θεωρούμε σημαντικά θα ήταν επικίνδυνο να στηριχθούμε σ' αυτήν. Οι αντιφάσεις και ασάφειες είναι ουσιαστικής μορφής και έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και το πυρήνα των ισχυρισμών της. Πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της. Είναι επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. (Βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75, Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 558 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Δεν μας διαφεύγει ότι τα όσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, εβίωσε η παραπονούμενη βρίσκονται αποκλειστικά εντός της προσωπικής της γνώσης. Θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να υπήρχαν μάρτυρες της φερόμενης κακοποίησης και βιασμού της. Κρίνουμε όμως με βάση τη πιο πάνω αξιολόγηση την μαρτυρία της αναξιόπιστη. Όσον αφορά την μαρτυρία του Κύπρου απλά μετέφερε στο Δικαστήριο όσα του εξέφρασε η παραπονούμενη χωρίς να είναι ο ίδιος μάρτυρας των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Σε καμιά περίπτωση οι αποκαλύψεις της παραπονούμενης στον Κύπρο μπορούν να θεωρηθούν ως πρώτο παράπονο εν τη εννοία του Νόμου. Δεν υπάρχει εξάλλου τέτοια εισήγηση από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε επίσης η μαρτυρία του ιατροδικαστή προσθέτει οτιδήποτε στην κατηγορία ή την υπεράσπιση. Εκείνο που μαρτύρησε ο ιατροδικαστής είναι ότι κατά την εξέταση της παραπονούμενης διαπίστωσε παλαιά ρήξη του παρθενικού της υμένα και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε βλάβη στο πρωκτό, όχι ασύνηθες σε περιπτώσεις πρωκτικού έρωτα. Σημειώνουμε ότι από πολύ μικρή ηλικία, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας, η παραπονούμενη άρχισε να έχει σεξουαλικές σχέσεις με άντρες. Σημειώνουμε ακόμα ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία στην όλη μαρτυρία της παραπονούμενης όπως οι επισκέψεις της στη Φύτη με το κατηγορούμενο, η αγορά του play-station ή άλλων δώρων στη παραπονούμενη που δεν φαίνεται να αμφισβητούνται από το κατηγορούμενο, που μπορεί να λεχθεί ότι επιβεβαιώνουν εν μέρει την εκδοχή της. Δεν αναφέρονται όμως σε βασικά γεγονότα. Ούτε από μόνα τους επιτρέπουν με τη δέουσα ασφάλεια τη κατάληξη μας ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι τέτοιας ποιότητας και πειστικότητας ώστε η καταδίκη να μπορεί να βασιστεί σε αυτή και μόνο, ελλείψει ενισχυτικής μαρτυρίας. Καταλήγοντας, από τη στιγμή που κρίναμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης αναξιόπιστη, δεν υπάρχει κανένα μαρτυρικό υλικό ή εύρημα ενώπιον μας που να στοιχειοθετεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Παραμένει να λεχθεί ότι θα απορρίπταμε τη κατηγορία 20 που αφορά σε δημοσίευση αισχρών θεμάτων και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η φερόμενη προβολή ταινίας αισχρού περιεχομένου μέσω τηλεοράσεως, εξαιρείται από τις πρόνοιες του Νόμου 35/63 (βλ. άρθρο 2
(3)(β) του Νόμου). Σημειώνουμε ότι ούτε και η διατύπωση της νομικής πτυχής της κατηγορίας αυτής είναι η πλέον ορθή. Αν και στις λεπτομέρειες αδικήματος γίνεται αναφορά σε προβολή ταινίας αισχρού περιεχομένου, η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 2
(1)
(3)(γ) που είναι άσχετο με ό,τι κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Ούτε και η κατηγορία 8 που αναφέρεται σε σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης θα μπορούσε να πετύχει σε περίπτωση που καταλήγαμε σε διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Ο Νόμος 3
(1)/2000 στον οποίον βασίζεται η εν λόγω κατηγορία τέθηκε σε εφαρμογή στις 21.1.2000 με τη δημοσίευση του. Το αδίκημα της κατηγορίας αυτής με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος και τη μαρτυρία που προσφέρθηκε αναφέρεται όσον αφορά στο χρόνο διάπραξης του αδικήματος, σε άγνωστη ημερομηνία εντός του 2000. Είναι εμφανές το ενδεχόμενο να πρόκειται και περί αδικήματος που διαπράχθηκε σε ημερομηνία πριν την έναρξη εφαρμογής του Νόμου. Ενόψει όλων των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 μέχρι 20 πέρα από κάθε λογική αμφιβολία και απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. (Υπ.) ................................................ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................................ Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ., Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο