Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ηλίας Ευσταθίου, Αρ. Υπόθεσης: 543/03, 20.8.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 543/03 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ηλίας Ευσταθίου Ημερομηνία: 20.8.
- Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο: κ. Κυπριανού με κα Πιερή. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά στην παρούσα συνολικά 27 κατηγορίες. Μετά όμως την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν την έκδοση απόφασης για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναστάληκε η ποινική δίωξη στις κατηγορίες 4, 8, 13, 17, 22 και
- Έτσι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πλέον κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1, 10 και 19), συνομωσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 2, 11 και 20), εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 305 και 20 του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 3, 12 και 21), διαφθοράς δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 3(α)(β)(γ) του Κεφ. 161 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 5, 14 και 23), δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 100 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 6, 15 και 24), καταρτισμού εγγράφων άνευ εξουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 343(α) του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 7, 16 και 25) και κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 9, 18 και 27). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 9 ο κατηγορούμενος κατά τον Ιούλιο του 2002 τη Λευκωσία και Πάφο συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να διαπράξει κακούργημα και να καταδολιεύσει το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (στο εξής ΤΟΜ) δηλαδή να εξασφαλίσει στην αλλοδαπή LIU YAN από την Κίνα και τώρα στη Λευκωσία Kυπριακή άδεια οδηγού κατηγορίας «Δ» χωρίς αυτή να παρακαθίσει στις νενομισμένες εξετάσεις οδήγησης. Περαιτέρω εσκεμμένα συνέργησε και βοήθησε στην εξασφάλιση πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι παρέδωσε στο ΤΟΜ Πάφου τα διάφορα έγγραφα που πήρε από την εν λόγω αλλοδαπή με αποτέλεσμα να της εξασφαλίσει την άδεια οδηγού της Κυπριακής Δημοκρατίας κατηγορίας «Δ» με αριθμό 5/387547, χωρίς αυτή να παρακαθίσει στην απαραίτητη εξέταση για την ικανότητα οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος. Επίσης κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός στο ΤΟΜ Πάφου με τέτοιο τρόπο που υποδήλωνε διαφθορά και δεκασμό και κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του προέβηκε σε πράξη που αποσκοπούσε στο κέρδος, δηλαδή πήρε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.300 από τον Αντώνη Παύλου από το Παλιομέτοχο και εξασφάλισε στην εν λόγω αλλοδαπή την προαναφερόμενη άδεια οδηγού χωρίς αυτή να παρακαθίσει στις νενομισμένες εξετάσεις οδήγησης. Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο χωρίς νόμιμη εξουσία και με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε έγραφα δηλαδή πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης και αίτηση για απόκτηση άδειας οδήγησης σε πρόσωπο που δεν είχε παρουσιασθεί στις ενδεδειγμένες εξετάσεις για απόκτηση άδειας οδηγού δηλαδή στην εν λόγω αλλοδαπή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 10, 11, 12, 14, 15, 16 και 18 ο κατηγορούμενος κατά τον Ιούλιο του 2002 τη Λευκωσία και Πάφο συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να διαπράξει κακούργημα και να καταδολιεύσει το ΤΟΜ δηλαδή να εξασφαλίσει στo Χρύσανθο Πισσαρίδη από τη Λευκωσία Kυπριακή άδεια οδηγού κατηγορίας «Η» χωρίς αυτός να παρακαθίσει στις νενομισμένες εξετάσεις οδήγησης. Περαιτέρω εσκεμμένα συνέργησε και βοήθησε στην εξασφάλιση πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι παρέδωσε στο ΤΟΜ Πάφου τα διάφορα έγγραφα που πήρε από το εν λόγω πρόσωπο με αποτέλεσμα να του εξασφαλίσει την άδεια οδηγού με αριθμό 1/775347, χωρίς αυτός να παρακαθίσει στην απαραίτητη εξέταση για την ικανότητα οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος. Επίσης κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός στο ΤΟΜ Πάφου με τέτοιο τρόπο που υποδήλωνε διαφθορά και δεκασμό και κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του προέβηκε σε πράξη που αποσκοπούσε στο κέρδος, δηλαδή πήρε ένα χρυσό δακτυλίδι αξίας Λ.Κ.40 από τον Χρύσανθο Πισσαρίδη και του εξασφάλισε την προαναφερόμενη άδεια οδηγού χωρίς αυτός να παρακαθίσει στις νενομισμένες εξετάσεις οδήγησης. Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο χωρίς νόμιμη εξουσία και με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε έγραφα δηλαδή πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης και αίτηση για απόκτηση άδειας οδήγησης σε πρόσωπο που δεν είχε παρουσιασθεί στις ενδεδειγμένες εξετάσεις για απόκτηση άδειας οδηγού δηλαδή στο εν λόγω πρόσωπο. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 19, 20, 21, 23, 24, 25 και 27 ο κατηγορούμενος μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Απριλίου του 2002 τη Λευκωσία και Πάφο συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να διαπράξει κακούργημα και να καταδολιεύσει το ΤΟΜ δηλαδή να εξασφαλίσει στo VALENTIN VALEV από τη Βουλγαρία και τώρα στη Λευκωσία Kυπριακή άδεια οδηγού κατηγορίας «Δ» χωρίς αυτός να παρακαθίσει στις νενομισμένες εξετάσεις οδήγησης. Περαιτέρω εσκεμμένα συνέργησε και βοήθησε στην εξασφάλιση πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι παρέδωσε στο ΤΟΜ Πάφου τα διάφορα έγγραφα που πήρε από τον εν λόγω αλλοδαπό με αποτέλεσμα να του εξασφαλίσει την άδεια οδηγού κατηγορίας «Δ» με αριθμό 5/406164, χωρίς αυτός να παρακαθίσει στην απαραίτητη εξέταση για την ικανότητα οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος. Επίσης κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός στο ΤΟΜ Πάφου με τέτοιο τρόπο που υποδήλωνε διαφθορά και δεκασμό και κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του προέβηκε σε πράξη που αποσκοπούσε στο κέρδος, δηλαδή πήρε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.150 από τον Αδάμο Κούντουρο από τη Λευκωσία και εξασφάλισε στον εν λόγω αλλοδαπό την προαναφερόμενη άδεια οδηγού χωρίς αυτός να παρακαθίσει στις νενομισμένες εξετάσεις οδήγησης. Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο χωρίς νόμιμη εξουσία και με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε έγραφα δηλαδή πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης και αίτηση για απόκτηση άδειας οδήγησης σε πρόσωπο που δεν είχε παρουσιασθεί στις ενδεδειγμένες εξετάσεις για απόκτηση άδειας οδηγού δηλαδή στον εν λόγω αλλοδαπό. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 16 μάρτυρες. Κατατέθηκαν δε συνολικά 69 τεκμήρια. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των τεκμηρίων 54, 55, 57, 58 και 59 καθώς και το ότι τα τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 12, 13 και 14 παραλήφθηκαν από το Λοχ. 837 Γ. Χρυσάνθου, ο οποίος τα παρέλαβε προηγουμένως από τον Υπαστυνόμο Ελευθέριο Χριστοδούλου, τίτλο που αυτός είχε το 2002 και ο Λοχ. 837 τα είχε υπό την ασφαλή φύλαξη του και στις 5.10.02 τα παρέδωσε στο Λοχ. 558 Γ. Πολυδώρου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες και προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα: «Κατηγορούμαι για διάφορα αδικήματα τα οποία συνέβησαν κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου, Απριλίου και Ιουλίου του 2002 δηλαδή έχουν παρέλθει 8 χρόνια από τις εναντίον μου προβαλλόμενες κατηγορίες. Κατ' εκείνη την περίοδο είχα διάφορα ψυχικά προβλήματα υγείας περιλαμβανομένης και της προγεροντικής άνοιας. Για του λόγου το αληθές έχω να δηλώσω το περιεχόμενό του ιατρικού πιστοποιητικού που κρατώ με ημερομηνία έκδοσης 21.9.09, το οποίο μου έδωσε ο θεράποντας γιατρός μου Γιάγκος Μικελλίδης, ο οποίος με παρακολουθεί μέχρι σήμερα: «Θέμα Ηλίας Ευσταθίου, ημερομηνία γέννησης 28.10.42 από τη Λευκωσία, αριθμός αναφοράς
- Παρακολουθώ τον πιο πάνω από τον Οκτώβριο του
- Στην αρχή έπασχε από κατάθλιψη με έντονη συμπτωματολογία. Του έδωσα φαρμακευτική αγωγή την οποία και λαμβάνει μέχρι σήμερα. Τελευταία άρχισε να αναπτύσσει προγεροντική άνοια με έντονες απώλειες μνήμης». Υπογράφει με εκτίμηση Δρ. Γιάγκος Μικελλίδης, ψυχίατρος. Μετά απ' όλες αυτές τις κατηγορίες που μου προσήψαν η υγεία μου έχει κλονιστεί και έχει χειροτερεύσει. Είμαι σε πολύ άσχημη κατάσταση και δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε και τα πιο στοιχειώδη σημεία με σκοπό να βοηθήσω το Δικαστήριο. Το μόνο πρόσφατο γεγονός που θυμάμαι είναι ότι μου ζήτησε ο δικηγόρος μου να θέσω την υπογραφή μου σε 2 ξεχωριστές κόλλες όταν η υπόθεση εκδικαζόταν, πράγμα που έπραξα. Είχα δει από ότι θυμάμαι ότι αυτές οι κόλλες με άλλες κόλλες έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της παρούσας. Αυτές οι άλλες κόλλες έλαβα γνώση ότι έχουν υπογραφεί και από άλλα πρόσωπα. Είμαι 68 χρόνων, συνταξιούχος από το 2003, έχω οικογένεια η οποία αποτελείται από τη σύζυγό μου και τα 4 παιδιά μου, τα οποία συμπάσχουν μαζί μου όλο αυτό τον καιρό. Πιστεύω στη δικαιοσύνη και είμαι βέβαιος ότι θα βρω δικαιοσύνη στο Δικαστήριο». Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.9 κατέθεσαν οι Αρχιλοχίας 558 Γιώργος Πολυδώρου, Λοχίας 727 Γιώργος Χριστόπουλος, Λοχίας 4043 Ιωσήφ Κατσιολούδης, Υπαστυνόμος Ανδρέας Λαμπριανού, Λοχίας 338 Στέλιος Στυλιανού, Λοχίας 1489 Ντίνος Άνιφτος και η Γ/Αστ. 2338 Νάσια Φιλίππου αντίστοιχα. Όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης προβαίνοντας σε διάφορες σχετικές ενέργειες όπως τη λήψη καταθέσεων από μάρτυρες αλλά και τον κατηγορούμενο, τη διατύπωση γραπτών κατηγοριών, την παραλαβή, διακίνηση, φύλαξη και παράδοση σχετικών έγγραφων, τη διεξαγωγή ερευνών, τη λήψη δειγμάτων γραφής κλπ. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους τόσο οι εν λόγω μάρτυρες όσο και ο Μ.Κ.8 Ανώτερος Υπαστυνόμος Κύπρος Μιχαηλίδης, ο οποίος προΐστατο στην ουσία των ανακρίσεων στην παρούσα, αναφέρθηκαν με ειλικρίνεια, λεπτομέρεια και σαφήνεια στις ενέργειες που έκαστος έκανε κατά τη διερεύνηση, με αναφορά και στη μαρτυρία που συνέλεξαν και οι θέσεις τους δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση τους. Ως εκ των άνω η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.16 Ανώτερος Υπαστυνόμος Ελευθέριος Χριστοδούλου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα του, την πείρα του, τις γνώσεις του και το ότι ορίζεται ως εμπειρογνώμονας με την Κ.Δ.Π.152/98 ημερ. 205.98 καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.16 είναι εμπειρογνώμονας στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων, δακτυλογραφημένων κειμένων και εντύπων ασφαλείας. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε την αμφισβητούμενη γραφή στις αιτήσεις για άδεια οδηγού τεκμήρια 3, 5 και 14 και τη σύγκρινε με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον Χρύσανθο Πισσαρίδη (τεκμήριο 11) και Valentin Valev (τεκμήριο 12) και με τη γραφή δείγμα στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 19). Περαιτέρω εξέτασε τις αμφισβητούμενες υπογραφές στη θέση «Εξεταστή» στα πιστοποιητικά ικανότητας οδήγησης τεκμήρια 2, 4, και 13 και τις σύγκρινε με τις υπογραφές δείγμα του κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 19 και στα πιστοποιητικά τεκμήριο
- Μετά την εξέταση και αφού κατέληξε σε σχετικά συμπεράσματα κατήρτισε στις 26.11.02 την έκθεση του τεκμήριο 48 όπου περιλαμβάνει τα αποτελέσματα της εξέτασης του, τα οποία έχουν ως ακολούθως: (α) Η γραφή - συμπλήρωση στις αιτήσεις για άδεια οδηγού τεκμήρια 5 και 14 σε σύγκριση με τα δείγματα γραφής τεκμήρια 11 και 12 παρουσιάζει διαφορές και κατά τη γνώμη του αυτοί δεν μπορούν να συνδεθούν. (β) Η γραφή - συμπλήρωση (μικρά γράμματα) στις αιτήσεις για άδεια οδηγού (τεκμήρια 3, 5 και 14) σε σύγκριση με τη γραφή δείγμα στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (τεκμήριο 19) παρουσιάζει διαφορές και κατά τη γνώμη του αυτή δεν ανήκει στο ίδιο πρόσωπο. (γ) Οι υπογραφές στα πιστοποιητικά ικανότητας οδήγησης (τεκμήρια 2, 4 και 13) στη θέση Εξεταστή σε σύγκριση με τις υπογραφές δείγμα του κατηγορουμένου παρουσιάζουν μεταξύ τους ουσιώδεις ομοιότητες και κατά τη γνώμη του όλες ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε, σε σχέση με το συμπέρασμα του υπό (γ) ανωτέρω, συγκριτικό πίνακα (τεκμήριο 68), τον οποίο εξήγησε πως, πότε και για ποιό λόγο κατήρτισε και στον οποίο υπάρχουν οι φωτογραφικές μεγεθύνσεις των αμφισβητούμενων υπογραφών και των υπογραφών δειγμάτων τις οποίες και σύγκρινε. Εξήγησε με λεπτομέρεια, παραπέμποντας και υποδεικνύοντας στο συγκριτικό αυτό πίνακα ότι από την εξέταση που έκανε προέκυψε ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές στα τεκμήρια 2, 4 και 13 είναι ελεύθερα γραμμένες χωρίς να παρατηρείται σε αυτές προσπάθεια παραποίησης, αλλοίωσης ή αντιγραφής, περιέχουν τεχνική στον τρόπο σχηματισμού τους και όσον αφορά τα ατομικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συγγραφέα των, τα οποία έχουν αναλυθεί, είναι τα ίδια με τις υπογραφές δείγματα στα τεκμήρια 19 και
- Οι ομοιότητες που έχουν αναφερθεί, ο τρόπος σχηματισμού των γραμμάτων, η κλίση της υπογραφής, το μέγεθος, το ύψος, οι μεσογραμματικές αποστάσεις και το ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν περιέχουν οποιοδήποτε στοιχείο αντιγραφής ή απομίμησης είναι δηλαδή ελευθέρα γραμμένες τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές στα τεκμήρια 2, 4 και 13 έγιναν από το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν οι υπογραφές δείγμα στα τεκμήρια 19 και 21, δηλ. ότι πρόκειται για γνήσιες υπογραφές του ιδίου αυτού προσώπου και όλες οι υπογραφές ανήκουν στο πρόσωπο αυτό. Τέλος εξήγησε ότι μεταξύ γνήσιων υπογραφών πάντα υπάρχουν ορισμένες παραλλαγές γιατί το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανή για να αποτυπώνει τα ίδια χαρακτηριστικά και οπωσδήποτε αν ο ειδικός καταλήξει ότι μεταξύ αμφισβητούμενων και δειγματικών υπογραφών υπάρχουν ουσιώδεις ομοιότητες σημαίνει ότι οι οποιεσδήποτε μικροπαραλλαγές ή διαφοροποιήσεις είναι επουσιώδεις, δεν αλλοιώνουν το θετικό αποτέλεσμα και ως εκ τούτου δεν αναφέρονται. Πρόσθεσε δε ότι εάν στην παρούσα οι διαφοροποιήσεις ή οι παραλλαγές ήταν τέτοιες που θα αλλοίωναν τη θετικότητα του πορίσματος θα γινόταν αναφορά και θα επεξηγούνταν ανάλογα. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Υπήρξε σαφής και κατηγορηματικός στις θέσεις του και έδωσε αλλά και επεξήγησε με λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Το γεγονός ότι έφυγε από το Εργαστήριο Γραφολογίας του οποίου προΐστατο και σήμερα υπηρετεί σε άλλο τμήμα κατ' ουδένα λόγο επηρεάζει τα πιο πάνω γιατί εξήγησε το λόγο που ο ίδιος ζήτησε και μετατέθηκε από εκεί και ο λόγος αυτός δεν αφορούσε τα προσόντα ή τις σχετικές ικανότητες του ως γραφολόγου. Όσον δε αφορά το συγκριτικό πίνακα τεκμήριο 68 ήταν σαφές από τη μαρτυρία του ότι αυτός δεν καταρτίστηκε με σκοπό να κάνει ο μάρτυρας την απαιτούμενη εξέταση και να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Εξήγησε πολύ λογικά ότι αφού έκανε σε σύντομο διάστημα από την παραλαβή των εγγράφων, που προαναφέρθηκαν, την εξέταση τους, λαμβάνοντας και σχετικές σημειώσεις (τεκμήριο 69) κατέληξε στα συμπεράσματα του τα οποία περιέχονται στη σχετική έκθεση (τεκμήριο 48) που ετοίμασε τότε και το τεκμήριο 68 το κατήρτισε και το προσκόμισε με αποκλειστικό σκοπό να εξηγήσει και να γίνει κατανοητό στο Δικαστήριο πως κατέληξε στα συμπεράσματα του και όχι για να κάνει την εξέταση των εγγράφων. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς την αποδέχομαι. Ως Μ.Κ.14 κατέθεσε ο Valentin Valev. Ο μάρτυρας αυτός κατάγεται από τη Βουλγαρία και ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο έδωσε στο Μ.Κ.11, ο οποίος ήταν ο εργοδότης του και του τα ζήτησε, χωρίς να του εξηγήσει το λόγο που τα ήθελε, 4 μικρές φωτογραφίες, που ο Μ.Κ.11 τον έστειλε προηγουμένως να βγάλει, και τη βουλγαρική άδεια οδηγού του. Είπε επίσης ότι ο Μ.Κ.11 είχε στην κατοχή του τόσο το διαβατήριο του μάρτυρα όσο και το δελτίο εγγραφής αλλοδαπού του. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε έκανε μαθήματα οδήγησης ούτε και πήγε για εξέταση οδήγησης στην Κύπρο. Μάλιστα για πρώτη φορά ερχόταν στην Επαρχία Πάφου κατά την εμφάνιση του στο Δικαστήριο για να καταθέσει στην παρούσα. Δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ούτε και γνώριζε ότι εκδόθηκε Κυπριακή άδεια οδηγού στο όνομα του, κάτι που έμαθε από την Αστυνομία όταν του λήφθηκε η κατάθεση του για την παρούσα υπόθεση. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, η μαρτυρία του ήταν σαφής και λογική και δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ως Μ.Κ.10, Μ.Κ.13 και Μ.Κ.15 κατέθεσαν οι Κυριακή Κυριάκου, Μάκης Πρωτοπαπάς και Μίνως Δρυάδης. Η Μ.Κ.10 από το 1995 υπηρετεί στο ΤΟΜ Πάφου και μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η έκδοση αδειών οδήγησης. Ο Μ.Κ.13 εργαζόταν από το 2001 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 ως Υπεύθυνος των Επιθεωρητών Οχημάτων και Εξεταστών Οδηγών στο ΤΟΜ Πάφου. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να καθορίζει τις ημερομηνίες εξέτασης των υποψηφίων οδηγών, Κυπρίων και αλλοδαπών. Ο Μ.Κ.15 εργάζεται στα Κεντρικά Γραφεία του ΤΟΜ και είναι Ανώτερος Τεχνικός Επιθεωρητής στον Κλάδο Εξεταστών Οδηγών. Και οι τρεις πιο πάνω μάρτυρες άφησαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψαν με σαφήνεια και λεπτομέρεια τόσο τις διάφορες διαδικασίες που ακολουθούνταν κατά τον επίδικο χρόνο στο ΤΟΜ για την έκδοση αδειών διαφόρων κατηγοριών σε Κύπριους αλλά και αλλοδαπούς αιτητές καθώς και τις δικές τους ενέργειες και όλα όσα γνώριζαν σε σχέση με την παρούσα, κάνοντας αναφορά και στα σχετικά τεκμήρια. Η μαρτυρία τους ήταν επίσης σταθερή, συνεπής, λογική και τεκμηριωμένη και οι θέσεις τους δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση τους. Όσον αφορά τους Μ.Κ.10 και Μ.Κ.13 έγινε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η θέση τους ότι, για την μεν πρώτη στα τεκμήρια 2 και 4 για το δε δεύτερο στα τεκμήρια 2, 4 και 13, στη θέση «Εξεταστή» η υπογραφή ανήκε στον κατηγορούμενο. Σε σχέση με το θέμα αυτό η Μ.Κ.10 ειλικρινώς παραδέχτηκε στην αντεξέταση της ότι δεν είδε ποτέ τον κατηγορούμενο να υπογράφει. Ήταν όμως, όπως εξήγησε, σε θέση να καταλαβαίνει κατά τον επίδικο χρόνο την υπογραφή του κατηγορούμενου εφόσον ως ταμίας που η ίδια ήταν την έβλεπε καθημερινά πάνω στα πιστοποιητικά ικανότητας που αυτός εξέδιδε και παρουσιάζονταν στην μάρτυρα για να εκδώσει μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή την άδεια οδηγού για τους επιτυχόντες εξεταζόμενους. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με το τεκμήριο Α προς αναγνώριση πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην εφόσον το τεκμήριο αυτό δεν έγινε ποτέ κανονικό τεκμήριο ενώ ως πολύ λογικά είπε η ίδια αναγνώρισε τις υπογραφές αυτές όταν της λήφθηκε κατάθεση από την Αστυνομία τότε που προφανώς θυμόταν καλύτερα και μπορούσε να αναγνωρίσει την υπογραφή του κατηγορούμενου. Ο δε Μ.Κ.13 ανέφερε σχετικά ότι αναγνώρισε τις υπογραφές του κατηγορούμενου γιατί γνώριζε την υπογραφή του εφόσον αρκετές φορές τον είδε να υπογράφει. Όπως λέχθηκε και για τη Μ.Κ.10 τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με το τεκμήριο Α προς αναγνώριση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην εφόσον το τεκμήριο αυτό δεν έγινε ποτέ κανονικό τεκμήριο ενώ ως επίσης και αυτός πολύ λογικά είπε αναγνώρισε τις υπογραφές αυτές όταν είδε τα υπό αναφορά τεκμήρια κατά τη λήψη της κατάθεσης του το 2002 τότε που προφανώς θυμόταν καλύτερα και μπορούσε να αναγνωρίσει την υπογραφή του κατηγορούμενου. Ως αναφέρεται στα συγγράμματα Κακογιάννη, Η Απόδειξη σελ. 693-694 και Τάκη Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 78 ο γραφικός χαρακτήρας και η υπογραφή μπορεί να αποδεικνύεται και με μάρτυρα που δεν είναι πραγματογνώμονας. Αυτό που χρειάζεται να αποδειχθεί σε αυτή την περίπτωση είναι ότι ο μάρτυρας γνώριζε καλά την υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε ή έγγραψε το έγγραφο. Δεν χρειάζεται να τον είδε να υπογράφει, αρκεί μόνο να είχε πάρει ένα εύλογο αριθμό εγγράφων γραμμένων ή υπογραμμένων από το πρόσωπο αυτό. Μάλιστα δεν έχει σημασία υπό ποια ιδιότητα πήρε τα έγγραφα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ.10 και Μ.Κ.13 για το πως αναγνώριζαν την υπογραφή του κατηγορούμενου δέχομαι ότι η σχετική μαρτυρία τους είναι ικανοποιητική για απόδειξη του θέματος αυτού. Πρέπει άλλωστε να λεχθεί επιπλέον όσον αφορά και την αξιοπιστία τους ότι η υπό εξέταση θέση των μαρτύρων αυτών επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου Μ.Κ.16, η οποία ως προαναφέρθηκε έγινε δεκτή. Όσον αφορά το Μ.Κ.13 αυτός αντεξετάσθηκε επί μακρόν σε σχέση με το περιεχόμενο και την τήρηση του τεκμηρίου 20 δηλ. του «Μητρώο Εξέτασης Αλλοδαπών του ΤΟΜ Πάφου από 1999 - 2002». Ως εξήγησε ο Μ.Κ.13 το μητρώο αυτό τηρείτο για αλλοδαπούς που ήθελαν να αποκτήσουν κανονική Κυπριακή άδεια οδηγού και δεν είχαν μαθητική Κυπριακή άδεια ούτε η άδεια που κατείχαν στην χώρα τους ανταλλασσόταν με Κυπριακή γιατί αυτοί δεν ήταν καταχωρημένοι στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ. Στο μητρώο δε αυτό στο πίσω-δεύτερο μέρος ο Μ.Κ.13 για τον επίδικο χρόνο σημείωνε τα ονόματα, τις ημερομηνίες και ώρες εξέτασης των προσώπων αυτών ενώ στο μπροστινό-πρώτο μέρος οι εξεταστές οδηγών συμπλήρωναν στις ανάλογες στήλες την ταυτότητα, ημερομηνία εξέτασης, όνομα, κατηγορία, διεύθυνση, χώρα προέλευσης, αποτέλεσμα, εξεταστή, όχημα και υπέγραφαν. Η υπεράσπιση, ως προαναφέρθηκε, αμφισβήτησε το τεκμήριο 20 και ιδίως την τήρηση και την όλη εικόνα του πίσω-δεύτερου μέρους του. Ως φαίνεται από το εν λόγω μέρος του τεκμηρίου 20 αλλά και ως ειλικρινώς δέχθηκε και ο ίδιος ο Μ.Κ.13 πράγματι αυτό δεν παρουσιάζει και την σαφέστερη εικόνα. Εξήγησε όμως ο μάρτυρας ότι τα ραντεβού στο μέρος αυτό δεν καταχωρούνταν με τη σειρά δηλ. είτε με αύξοντα αριθμό είτε με ημερομηνία. Το τεκμήριο δε αυτό προφανώς παρουσιάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή για να καταδείξει ότι ο Valentin Valev (Μ.Κ.14), ο οποίος ως πρόσωπο κατέχων Βουλγαρική άδεια οδηγού που δεν ανταλλασσόταν με Κυπριακή και δεν κατείχε Κυπριακή μαθητική άδεια, έπρεπε να κλείσει ραντεβού για να εξετασθεί και αφού πετύχει στην εξέταση να του εκδοθεί η κανονική Κυπριακή άδεια και άρα έπρεπε να ήταν καταχωρημένος στο υπό εξέταση τεκμήριο, ουδέποτε πήγε για εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου. Ο Μ.Κ13 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι στο τεκμήριο 20 δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα του Valev δηλ. ούτε στα ραντεβού για εξέταση. Περαιτέρω η τήρηση του πρώτου μέρους του τεκμηρίου 20 το οποίο συμπλήρωναν οι εξεταστές, όπου επίσης δεν αναφέρεται ότι ο Valev είτε δεν πήγε για εξέταση είτε ότι πήγε και πέτυχε, δεν αμφισβητήθηκε. Πέραν τούτου το ότι ο Valev δεν έκανε ποτέ αίτηση ούτε και πήγε για εξέταση για άδεια οδηγού στην Πάφο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ίδιου του Valev, η οποία ως προαναφέρθηκε έγινε δεκτή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20 και τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ.Κ.13 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και η αντίθετη θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι ακόμη και αν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20 δεν γινόταν δεκτό είτε ως προς το δεύτερο μέρος του είτε στο σύνολο του, το γεγονός ότι ο Valev ουδέποτε πήγε σε εξέταση για σκοπούς εξασφάλισης κανονικής Κυπριακής άδειας οδηγού στο ΤΟΜ Πάφου αποδεικνύεται, ως προαναφέρθηκε, και μόνο από την ίδια τη μαρτυρία αυτού. Ως εκ των άνω και η μαρτυρία των Μ.Κ.10, Μ.Κ.13 και Μ.Κ.15 γίνεται δεκτή. Τέλος η μαρτυρία των Χρύσανθου Πισσαρίδη (Μ.Κ.7), Αδάμου Κούντουρου (Μ.Κ.11) και Αντώνη Παύλου (Μ.Κ.12) λόγω της φύσης της αλλά και του περιεχομένου της εγείρει το θέμα της συμμετοχής τους στα αδικήματα που η κάθε μια τους αφορά. Συγκεκριμένα η μαρτυρία του Μ.Κ.7 αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 10, 11, 12, 14, 15, 16 και 18, του Μ.Κ.11 των κατηγοριών 19, 20, 21, 23, 24, 25 και 27 και του Μ.Κ.12 των κατηγοριών 1, 2, 3, 5, 6, 7 και
- Όσον αφορά την προσέγγιση μαρτυρίας συνεργού στην Said Saad κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 106 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα που διέπει τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας συναυτουργού από ένα Δικαστήριο, εξετάστηκε στην υπόθεση Zacharias ν. The Republic, 1962 C.L.R. 52, στην οποία ο Δικαστής Βασιλειάδης είπε το πιο κάτω: "
- Όταν το πρωτόδικο δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία ενός μάρτυρα που μπορεί να 'ναι ή να μην είναι συναυτουργός στην υπόθεση, το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο ο μάρτυρας είναι κατά την άποψη του συναυτουργός.
- Όταν ο μάρτυρας είναι προφανώς συναυτουργός, ή το δικαστήριο τον θεωρεί τέτοιο, το επόμενο ερώτημα που μπαίνει είναι κατά πόσο, αξιολογώντας την αξιοπιστία του, το δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Σχετικά με αυτό, το δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα· και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση.
- Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχτεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου συναυτουργού, κι αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχτεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση, το δικαστήριο έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου βέβαια ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα.
- Αν όμως το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα 'ταν διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία ενός συναυτουργού χωρίς άλλο στήριγμα, το δικαστήριο πρέπει ν' αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία (ξεχωριστή από μαρτυρία που προέρχεται από άλλο συναυτουργό) η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συναυτουργού σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα. Κι η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει πού το δικαστήριο βρήκε μια τέτοια ενίσχυση.» Για το ποια πρόσωπα θεωρούνται συνεργοί στην Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Davies v. D.P.P. [1954] A.C. (H.L.) 378, συνεργός (accomplice), είναι το πρόσωπο που συμμετέχει στη διάπραξη του αδικήματος (participes criminis), είτε ως αυτουργός ή ως συνεργός, πριν ή μετά το γεγονός ή το πρόσωπο που διενεργεί ή παράγει την πράξη (committing or procuring), ή που παρέχει βοήθεια. Σε όλες όμως αυτές τις ιδιότητες θα πρέπει να υπάρχει η εγκληματική πρόθεση (mens rea), η πρόθεση παραβίασης του νόμου. (Περισσότερα για το συναυτουργό βλέπε επίσης Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 24). ................................................................................................................................................ Μάρτυς για να θεωρηθεί συνεργός, θα πρέπει είτε ο ίδιος να ομολογήσει τη συμμετοχή του στο αδίκημα ή η μαρτυρία του κρινόμενη μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία στην υπόθεση, να εγείρει το θέμα της συμμετοχής του στα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί (Mousoulides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 336, 339).» Όσον αφορά το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη Said Saad ανωτέρω όπου γίνεται αναφορά στη σχετική Αγγλική αλλά και Κυπριακή νομολογία: «"Στην BECK (πιο πάνω έχει αναφερθεί ότι η κυριώτερη αυθεντία πάνω στο ζήτημα της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι υπόθεση R. ν. Baskerville [1916] 2 Κ.B. 658, στην οποία ειπώθηκαν τα πιο κάτω: 'Ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να είναι ανεξάρτητη μαρτυρία που θίγει τον κατηγορούμενο συνδέοντάς τον ή τείνοντας να τον συνδέσει με το ποινικό αδίκημα. Με άλλα λόγια, πρέπει να 'ναι μαρτυρία που τον εμπλέκει, δηλαδή που επιβεβαιώνει σε κάποιο ουσιώδες σημείο, όχι μόνο τη μαρτυρία ότι διαπράχθηκε το αδίκημα αλλά κι ότι διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο. Συνεπόμενα, το κριτήριο που εφαρμόζεται για τον καθορισμό της φύσης και του βαθμού της ενίσχυσης είναι το ίδιο, ανεξάρτητα αν η περίπτωση ανήκει στον κανόνα πρακτικής που εισήγαγε το κοινοδίκαιο ή στην κατηγορία εκείνη των αδικημάτων που η ενίσχυση απαιτείται από τη νομοθεσία ---- Η ενίσχυση δεν χρειάζεται να είναι άμεση μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα· είναι αρκετό αν είναι απλώς περιστατική μαρτυρία της σύνδεσης του με το αδίκημα.' Επίσης στην υπόθεση BECK (πιο πάνω) ο δικαστής Λόρδος Ackner είπε: 'Η άλλη υπόθεση στην οποία πρέπει να γίνει αναφορικά είναι η R. ν. Mullins [1848] 3 COX CC 526 στη σελίδα 531 στην οποία πολύ ορθά, κατά την κρίση μας, ο δικαστής MAULE είπε ότι ενίσχυση δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία πάνω σε εκείνο που είπε ο συναυτουργός γιατί σε τέτοια περίπτωση η μαρτυρία του θα ήταν αχρείαστη, γιατί απλά θα ήταν επιβεβαιωτική άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας.' Στην υπόθεση Βουνιώτη (πιο πάνω) ο δικαστής κ. Μαλαχτός είπε: 'Το είδος της ενίσχυσης που χρειάζεται δεν είναι επιβεβαίωση με ανεξάρτητη μαρτυρία ολόκληρης της αφήγησης του συναυτουργού, γιατί σε τέτοια περίπτωση η μαρτυρία του θα 'ταν άχρηστη (R. ν. Myllins [1848] 3 COX 526, 531). Εκείνο που χρειάζεται είναι κάποια ανεξάρτητη μαρτυρία που να θίγει τον κατηγορούμενο τείνοντας να τον συνδέσει με το αδίκημα· μαρτυρία δηλαδή, άμεση ή περιστατική που εμπλέκει τον κατηγορούμενο, που επιβεβαιώνει σε κάποιο ουσιώδες σημείο όχι μόνο τη μαρτυρία του συναυτουργού ότι διαπράχθηκε το αδίκημα αλλά επίσης τη μαρτυρία ότι το διέπραξε ο κατηγορούμενος (R. ν. Baskerville άνω).' Στην υπόθεση ΤΤοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, ο δικαστής κ. Πικής είπε: 'Τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία αποτέλεσε το θέμα πολλών δικαστικών αποφάσεων τόσο στην Αγγλία (Βλέπε μεταξύ άλλων, D.P.P ν. HESTER [1972] 3 All E.R. 1056, D.P.P. ν. KILBOURNE [1973] 1 All E.R. 456, R. ν. SPENCER [1986] 2 All E.R. 928), όσο και στην Κύπρο, (Βλέπε μεταξύ άλλων, Georghios I. Peristianis ν. The Police
(1969)2 C.L.R. 137, Nicos Flourentzou ν. The Police
(1973)2 C.L.R. 526, Yiannis Antoniou Vouniotis ν. The Republic
(1975)2 C.L.R. 34, Fourri & others ν. The Republic
(1980)2 C.L.R. 152), και εξετάστηκε με πολλή λεπτομέρεια από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απόφαση του Λόρδου READING στην υπόθεση R. ν. BASKERVILLE [1916] 2 K.B. 658 έχει επανειλημμένα κριθεί ότι συνοψίζει όλα τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν την ενισχυτική μαρτυρία. Πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση TURNER ν. BLUNDEN [1986] 2 All E.R. 75 δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ότι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (ACCOMPLICE) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος. (Βλέπε R. ν. BECK [1982] 1 All E.R. 807). Δεδομένου ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις η αποδεικτική αξία της ενισχυτική μαρτυρίας ποικίλλει ανάλογα με το περιεχόμενο της και τη βεβαιότητα που δημιουργεί για την αξιοπιστία του συνεργού, θέματα που ανάγονται κατ' εξοχή στην κρίση του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στη σχετικά πρόσφατη αγγλική απόφαση ATTORNEY GENERAL OF HONG KONG ν. WONG MUKPIMK [1987] 2 All E.R. 488 αμφισβητήθηκε η πατροπαράδοτη προσέγγιση των Δικαστηρίων να εξετάζεται σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα, συνενόχου ή υπόπτου, και να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας κρίνεται κατ' αρχή αξιόπιστος. Η απόφαση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα. Η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο.''» Όσον αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας συναυτουργού στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 628 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κυπριακή όσο και η αγγλική νομολογία, από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση, υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. Στην απόφαση του Privy Council - Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488 - ως επισημάναμε στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, 266, αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το, κατ' αρχήν, παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει, όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού. Παρόλο που το Κακουργιοδικείο εκδήλωσε την ετοιμότητά του να βασιστεί στη μαρτυρία του Ηρακλέους και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας, δε διαπίστωσε κατά πόσο υπήρχε ή όχι ενισχυτική μαρτυρία. Ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικάζον δικαστήριο προχωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίζουμε τον όρο "ορθολογιστική", για να υπογραμμίσουμε ότι δεν ισχύει άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση». Περαιτέρω στην Said Saad ανωτέρω τέθηκε σχετικά, σε μετάφραση, το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488: «"Στις υποθέσεις εκείνες όπου οι ένορκοι έπρεπε να προειδοποιούνται για τον κίνδυνο καταδίκης με βάση τη μαρτυρία υπόπτων μαρτύρων όπως οι συναυτουργοί που δεν ενισχύεται από άλλη μαρτυρία, δεν υπάρχει νομικός κανόνας ότι είναι αναγκαίο για το δικαστή να καθοδηγήσει τους ένορκους να εξετάσουν κατά πόσο η μαρτυρία του ύποπτου μάρτυρα είναι αξιόπιστη προτού εξετάσουν κατά πόσο οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία είναι ενισχυτική της κατάθεσης του ύποπτου μάρτυρα. Είναι ακριβώς γιατί η μαρτυρία ενός ύποπτου μάρτυρα μπορεί να είναι αμφισβητήσιμης αξιοπιστίας που οι ένορκοι έπρεπε να προειδοποιούνται για τον κίνδυνο καταδίκης πάνω σε αυτή τη μαρτυρία αν δεν ενισχύεται από άλλη. Η ενισχυτική μαρτυρία δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα καταστήσει αξιόπιστη τη μαρτυρία του ύποπτου μάρτυρα αλλά δυνατόν να βοηθήσει στην εδραίωση της αξιοπιστίας της. Εν τούτοις η μαρτυρία ενός υπόπτου μάρτυρα έστω και αν έχει ενισχυθεί από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία δεν οδηγεί αφ' εαυτής στην καταδίκη εάν δεν είναι αποδεκτή ως αληθής---"». Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω σελ. 156-160 αναφέρεται περαιτέρω ότι η ενισχυτική μαρτυρία δεν είναι ανάγκη να επιβεβαιώνει όλες τις λεπτομέρειες του αδικήματος αλλά είναι ικανοποιητική αν επιβεβαιώνει μια ουσιώδη λεπτομέρεια και την ταυτότητα του κατηγορούμενου. Πρέπει όμως να είναι θετική και να μην επιδέχεται άλλες προεκτάσεις. Τέλος η ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να πάρει πολλές μορφές όπως π.χ. ομολογία, προηγούμενη συμπεριφορά, σιγή ή ψέματα του κατηγορούμενου, μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων, πραγματική μαρτυρία κ.α. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω και ακολουθώντας τον τρόπο προσέγγισης που εισηγείται η σύγχρονη νομολογία θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενισχυτική μαρτυρία στην εκδοχή των υπό αναφορά μαρτύρων και στη συνέχεια θα προχωρήσω σε τελική κρίση της αξιοπιστίας τους. Όσον αφορά το Χρύσανθο Πισσαρίδη (Μ.Κ.7) από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή μετά από την αξιολόγηση της εντοπίζονται τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία σωρευτικά τείνουν ουσιωδώς να ενισχύσουν τη μαρτυρία του καταδεικνύοντας ότι όχι μόνο διαπράχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 12, 14, 15, 16 και 18 αλλά και ότι ήταν ο κατηγορούμενος που τα διέπραξε:
- Το γεγονός ότι εκδόθηκε στο όνομα του Πισσαρίδη (Μ.Κ.7) η άδεια οδηγού τεκμήριο 8 όπου φαίνεται ότι στις 26.7.02 προστέθηκε, πέραν της άδειας οδηγού κατηγορίας Δ που αυτός κατείχε από το 1995 και άδεια οδηγού κατηγορίας Η δηλ. για οδήγηση μοτοσικλέτας.
- Το γεγονός ότι για να εκδοθεί η άδεια τεκμήριο 8 έπρεπε ο Πισσαρίδης να παρουσιασθεί στο ΤΟΜ Πάφου σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα και να επιτύχει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση στην οποία θα υποβαλλόταν από εξεταστή οδηγών του Τμήματος, ο οποίος επιλέγετο με κλήρο. Όμως στην ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ημερ. 26.7.02 για το εξεταστικό κέντρο Πάφου (τεκμήριο 6) όπου περιλαμβάνεται το όνομα του Χρύσανθου Πισσαρίδη δίπλα από αυτό στις στήλες «Υπογραφή Εξεταζομένου» και «Αποτέλεσμα εξέτασης» αναγράφονται χειρόγραφα τα αρχικά «F.T.A.» δηλ. ως εξηγήθηκε «Failed to attend» και σε μετάφραση ότι δεν παρουσιάσθηκε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.13 η κατάσταση αυτή ετοιμάστηκε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή από τον Μ.Κ.13 και δόθηκε στο γραφείο των εξεταστών. Τέτοιες δε καταστάσεις ετοιμάζονται για να γνωρίζουν τη συγκεκριμένη ημερομηνία ποιος θα εξεταστεί και σε ποια ώρα καθώς και το κατά πόσο εμφανίσθηκε και το αποτέλεσμα της εξέτασης. Στο τεκμήριο 6 λοιπόν ήταν συμπληρωμένες και τυπωμένες μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή από το Μ.Κ.13 οι στήλες «Ώρα Εξέτασης», «Α.Δ. Ταυτότητας», «Όνομα», «Επώνυμο» και «Κατηγορία Άδειας». Όσον αφορά τις υπόλοιπες στήλες «Αποτελέσματα εξέτασης» και «Υπογραφή Εξεταστή» αυτές σύμφωνα με το Μ.Κ.13 ήταν καθήκον του εξεταστή να τις συμπληρώσει κατά την ημερομηνία εξέτασης ενώ στη στήλη «Υπογραφή Εξεταζόμενου» υπέγραφε ο εξεταζόμενος αν παρουσιαζόταν ή αν δεν παρουσιαζόταν κατέγραφε ο εξεταστής τα αρχικά «F.T.A.». Στο τεκμήριο 6 στη στήλη «Υπογραφή Εξεταστή» δίπλα από το όνομα του Πισσαρίδη υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου σύμφωνα με το Μ.Κ.13 ενώ στο κάτω μέρος της κατάστασης αναγράφεται χειρόγραφα ότι ο κλήρος έγινε από τον κατηγορούμενο και παρατηρητής ήταν ο Γιαννάκης Αντωνίου. Συνεπώς το τεκμήριο 6 δείχνει ότι ο Πισσαρίδης δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση.
- Το γεγονός ότι για την έκδοση της άδειας τεκμήριο 8 παρουσιάσθηκε μεταξύ άλλων το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης στο όνομα του Μ.Κ.7 (τεκμήριο 4). Το πιστοποιητικό αυτό σύμφωνα με τη μαρτυρία εκδιδόταν σε περίπτωση επιτυχίας του εξεταζόμενου, από τον εξεταστή που τον υπέβαλε προηγουμένως σε σχετική προφορική και πρακτική εξέταση για σκοπούς έκδοσης άδειας οδηγού. Περαιτέρω το πιστοποιητικό αυτό πλην της χειρόγραφης υπογραφής και της σφραγίδας δίπλα από τη θέση «Εξεταστής» εκδόθηκε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και φέρει ημερομηνία 26.7.
- Η υπό αναφορά χειρόγραφη υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο. Αυτό προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου (Μ.Κ.16) αλλά και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
- Περαιτέρω η υπογραφή αυτή βρίσκεται πάνω από σφραγίδα με το επίθετο του κατηγορούμενου.
- Το γεγονός ότι για να εκδοθεί η άδεια τεκμήριο 8 έπρεπε απαραίτητα το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ να ενημερωθεί προηγουμένως για την επιτυχία του εξεταζόμενου και την κατηγορία της επιτυχίας. Αυτή η ενημέρωση γινόταν από τον εξεταστή που εξέταζε το συγκεκριμένο πρόσωπο. Περαιτέρω ο κάθε εξεταστής οδηγών για μπει στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ και να κάνει οποιαδήποτε καταχώρηση σε αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσει κωδικό πρόσβασης και κάθε εξεταστής είχε διαφορετικό δικό του κωδικό. Όσον αφορά τον Αντώνη Παύλου (Μ.Κ.12) από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή μετά από την αξιολόγηση της εντοπίζονται τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία σωρευτικά τείνουν ουσιωδώς να ενισχύσουν τη μαρτυρία του καταδεικνύοντας ότι όχι μόνο διαπράχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και 9 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αλλά και ότι ήταν αυτός που τα διέπραξε:
- Το γεγονός ότι εκδόθηκε στο όνομα της LIU YAN η άδεια οδηγού κατηγορίας Δ τεκμήριο
- Το γεγονός ότι για να εκδοθεί η άδεια τεκμήριο 9 η LIU YAN, η οποία κατείχε Κυπριακή μαθητική άδεια, έπρεπε να παρουσιασθεί στο ΤΟΜ Πάφου σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα και να επιτύχει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση στην οποία θα υποβαλλόταν από εξεταστή οδηγών του Τμήματος, ο οποίος επιλέγετο με κλήρο. Όμως στην ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ημερ. 29.7.02 για το εξεταστικό κέντρο Πάφου (τεκμήριο 7) όπου περιλαμβάνεται το όνομα της LIU YAN δίπλα από αυτό στις στήλες «Υπογραφή Εξεταζομένου» και «Αποτέλεσμα εξέτασης» αναγράφονται χειρόγραφα τα αρχικά «F.T.A.» δηλ. ως εξηγήθηκε «Failed to attend» και σε μετάφραση ότι «δεν εμφανίσθηκε». Και αυτή η κατάσταση ετοιμάστηκε, όπως και το τεκμήριο 6 που αναφέρθηκε για τον Μ.Κ.7 από τον Μ.Κ.13 μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή για τον ίδιο σκοπό και δόθηκε στο γραφείο των εξεταστών. Ήταν συμπληρωμένες και τυπωμένες μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή από το Μ.Κ.13 οι ίδιες στήλες, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω για το τεκμήριο 6, και οι υπόλοιπες έπρεπε να συμπληρωθούν κατά την ημερομηνία της εξέτασης με τον ίδιο τρόπο με το τεκμήριο
- Στη στήλη «Υπογραφή Εξεταστή» δίπλα από το όνομα της LIU YAN υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου σύμφωνα με το Μ.Κ.13 ενώ στο κάτω μέρος της κατάστασης αναγράφεται χειρόγραφα ότι ο κλήρος έγινε από το Γιαννάκη Αντωνίου και παρατηρητής ήταν ο κατηγορούμενος. Συνεπώς το τεκμήριο 7 δείχνει ότι η LIU YAN δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση.
- Το γεγονός ότι για την έκδοση της άδειας τεκμήριο 9 παρουσιάσθηκε μεταξύ άλλων το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης στο όνομα της LIU YAN (τεκμήριο 2). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω για το Μ.Κ.7 το πιστοποιητικό αυτό εκδιδόταν σε περίπτωση επιτυχίας του εξεταζόμενου, από τον εξεταστή που τον υπέβαλε προηγουμένως σε σχετική προφορική και πρακτική εξέταση για σκοπούς έκδοσης άδειας οδηγού. Το πιστοποιητικό αυτό πλην της χειρόγραφης υπογραφής και της σφραγίδας δίπλα από τη θέση «Εξεταστής» εκδόθηκε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και φέρει ημερομηνία 29.7.
- Η υπό αναφορά χειρόγραφη υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο. Αυτό προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου (Μ.Κ.16) αλλά και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
- Περαιτέρω η υπογραφή αυτή βρίσκεται πάνω από σφραγίδα με το επίθετο του κατηγορούμενου.
- Το γεγονός ότι για να εκδοθεί η άδεια τεκμήριο 9 έπρεπε απαραίτητα το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ να ενημερωθεί προηγουμένως για την επιτυχία του εξεταζόμενου και την κατηγορία της επιτυχίας. Αυτή η ενημέρωση γινόταν από τον εξεταστή που εξέταζε το συγκεκριμένο πρόσωπο. Περαιτέρω ο κάθε εξεταστής οδηγών για μπει στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ και να κάνει οποιαδήποτε καταχώρηση σε αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσει κωδικό πρόσβασης και κάθε εξεταστής είχε διαφορετικό δικό του κωδικό. Όσον αφορά τον Αδάμο Κούντουρο (Μ.Κ.11) από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή μετά από την αξιολόγηση της εντοπίζονται τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία σωρευτικά τείνουν ουσιωδώς να ενισχύσουν τη μαρτυρία του καταδεικνύοντας ότι όχι μόνο διαπράχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 21, 23, 24, 25 και 27 αλλά και ότι ήταν ο κατηγορούμενος που τα διέπραξε:
- Το γεγονός ότι σύμφωνα με το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ ο Valentin Valev (Μ.Κ.14) παρουσιάζεται ως κάτοχος κανονικής Κυπριακής αδείας οδηγού κατηγορίας Δ από τις 15.4.
- Το γεγονός ότι για να εκδοθεί η πιο πάνω άδεια έπρεπε, με δεδομένο ότι το πρόσωπο αυτό ήταν κάτοχος Βουλγαρικής άδειας οδηγού, η οποία δεν μπορούσε να ανταλλαχθεί με Κυπριακή άδεια, να παρουσιασθεί στο ΤΟΜ Πάφου σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα και να επιτύχει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση στην οποία θα υποβαλλόταν από εξεταστή οδηγών του Τμήματος, ο οποίος επιλέγετο με κλήρο. Όμως στην ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ημερ. 15.4.02 για το εξεταστικό κέντρο Πάφου (τεκμήριο 22) δεν περιλαμβάνεται πουθενά το όνομα του Valentin Valev. Η κατάσταση αυτή ετοιμάσθηκε όπως και τα τεκμήρια 6 και 7 από το Μ.Κ.13 και ισχύουν ως προς την κατάρτιση και συμπλήρωση της τα ίδια με τα υπό αναφορά τεκμήρια με μια μόνο διαφοροποίηση. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το Μ.Κ.13 οι αλλοδαποί, οι οποίοι δεν είχαν Κυπριακή μαθητική άδεια οδηγού και η άδεια που είχαν της χώρας του δεν ανταλλασσόταν με Κυπριακή δεν ήταν καταχωρημένοι στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ και έτσι το ονοματεπώνυμο τους, ο αρ. του δελτίου ταυτότητας τους και η ώρα εξέτασης συμπληρώνονταν από το Μ.Κ.13 χειρόγραφα στο τέλος της κατάστασης. Συνεπώς το τεκμήριο 22 δείχνει ότι ο Valentin Valev δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση.
- Περαιτέρω το όνομα του Valentin Valev δεν είναι καταχωρημένο πουθενά στο τεκμήριο 20 δηλ. στο μητρώο εξέτασης αλλοδαπών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία το μητρώο αυτό τηρείτο για αλλοδαπούς που ήθελαν να αποκτήσουν Κυπριακή άδεια οδηγού και δεν είχαν μαθητική Κυπριακή άδεια ούτε η άδεια που κατείχαν στην χώρα τους ανταλλασσόταν με Κυπριακή. Στο βιβλίο δε αυτό στο πίσω-δεύτερο μέρος ο Μ.Κ.13 για τον επίδικο χρόνο σημείωνε τα ονόματα και τις ημερομηνίες και ώρες εξέτασης των προσώπων αυτών ενώ στο μπροστινό-πρώτο μέρος οι εξεταστές οδηγών συμπλήρωναν στις ανάλογες στήλες την ταυτότητα, ημερομηνία εξέτασης, όνομα, κατηγορία, διεύθυνση, χώρα προέλευσης, αποτέλεσμα, εξεταστή, όχημα και υπέγραφαν. Συνεπώς το τεκμήριο 20 δείχνει ότι ο Valentin Valev δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση.
- Το γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Valentin Valev (Μ.Κ.14) αυτός ουδέποτε μετέβηκε στο ΤΟΜ Πάφου για εξέταση και δεν γνώριζε για την έκδοση στο όνομα του της υπό αναφορά άδειας.
- Το γεγονός ότι στο ΤΟΜ εντοπίσθηκε το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης στο όνομα του Valentin Valev ημερ. 15.4.02 (τεκμήριο 13). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω για τους Μ.Κ.7 και Μ.Κ.12 τέτοιο πιστοποιητικό εκδίδεται σε περίπτωση επιτυχίας του εξεταζόμενου, από τον εξεταστή που τον υπέβαλε προηγουμένως σε σχετική προφορική και πρακτική εξέταση για σκοπούς έκδοσης άδειας οδηγού. Το πιστοποιητικό αυτό όσον αφορά τον «Αρ. Ταυτότητας», «Ονοματεπώνυμο», «Κέντρο», «Ημερομηνία», χειρόγραφη υπογραφή και σφραγίδας δίπλα από τη θέση «Εξεταστής» εκδόθηκε στο χέρι. Αυτό συμπληρωνόταν στο χέρι σε περιπτώσεις προσώπων όπως το Valev αφού ως λέχθηκε δεν ήταν καταχωρημένος στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ. Η υπό αναφορά χειρόγραφη υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο. Αυτό προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου (Μ.Κ.16) αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Περαιτέρω η υπογραφή αυτή βρίσκεται πάνω από σφραγίδα με το επίθετο του κατηγορούμενου.
- Το γεγονός ότι στα αρχεία του ΤΟΜ βρέθηκαν αντίγραφο της Βουλγάρικης άδειας οδηγού του Μ.Κ.14 (τεκμήριο 15), μετάφραση αυτής στα ελληνικά από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (τεκμήριο 16), αντίγραφο του Βουλγαρικού διαβατηρίου του (τεκμήριο 17) καθώς και στην αίτηση για άδεια οδηγού (τεκμήριο 14) μια φωτογραφία του Μ.Κ.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.11 αυτός έδωσε στον κατηγορούμενο μετά που αυτός του τα ζήτησε τη Βουλγαρική αδεία οδηγού, το Βουλγαρικό διαβατήριο και φωτογραφίες του Valev. Επιπλέον κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους οι Μ.Κ.7, Μ.Κ.11 και Μ.Κ.12 απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα, περιέγραψαν απλά τα γεγονότα όπως τα βίωσαν, δεν περιέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις τους ήταν σταθερές και συνεπείς, χαρακτηρίζονταν από συνοχή και λογική, βρίσκουν έρεισμα και στην υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ενώ και η συνολική εικόνα που άφησαν στο Δικαστήριο δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση τους. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω καθώς και την ύπαρξη της ενισχυτικής μαρτυρίας που προαναφέρθηκε δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι μάρτυρες αυτοί είπαν την αλήθεια και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Πρέπει επίσης να αναφερθεί για σκοπούς πληρότητας της απόφασης ότι λαμβάνοντας υπόψην την όλη εικόνα των εν λόγω μαρτύρων στο Δικαστήριο και αφού προσέγγισα τη μαρτυρία εκάστου ξεχωριστά, προσεκτικά και εξοχυνιστικά εξετάζοντας την πάντα στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και έχει γίνει δεκτή και αφού έχω αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που παραμονεύουν στο να στηριχθώ στη μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση καταλήγω χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι στην παρούσα θα μπορούσα να στηριχθώ σε αυτή με απόλυτη ασφάλεια και σιγουριά ακόμη και αν δεν υπήρχε η προαναφερθείσα ενισχυτική μαρτυρία. Τέλος όσον αφορά τη LIU YAN, η οποία περιλαμβάνεται ως μάρτυρας στο κατηγορητήριο της υπόθεσης, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι μετά από έρευνες που έγιναν από την Αστυνομία αυτή δεν βρίσκεται στην Κύπρο, την οποία εγκατέλειψε περί το
- Βρίσκεται στην Κίνα και για αυτό δεν παρουσιάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Η ουσία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου φαίνεται να είναι ότι σήμερα λόγω των προβλημάτων υγείας του και ιδίως ότι πάσχει από προγεροντική άνοια δεν μπορεί να θυμηθεί ούτε και τα πιο στοιχειώδη σημεία «με σκοπό να βοηθήσει το Δικαστήριο». Δεν προσκομίσθηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο το πρόβλημα αυτό υπάρχει, από πότε και ποιες οι συνέπειες του σε σχέση πάντα με τον κατηγορούμενο και την παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρθηκε στην ύπαρξη σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού χωρίς όμως αυτό να κατατεθεί ως τεκμήριο και να κληθεί το πρόσωπο που το συνέταξε ούτως ώστε να εξετασθεί και να αντεξετασθεί σχετικά. Μάλιστα στη ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου υπάρχει αντίφαση σε σχέση με το πότε άρχισαν τα προβλήματα προγεροντικής άνοιας του. Συγκεκριμένα ενώ στην αρχή της δήλωσης του αναφέρει ότι αυτά τα είχε κατά το 2002, στη συνέχεια κάνοντας αναφορά στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 21.9.09 αναφέρεται ότι το πρόβλημα αυτό άρχισε να αναπτύσσεται πρόσφατα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στη ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενο οποιαδήποτε βαρύτητα. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο Χρύσανθος Πισσαρίδης (Μ.Κ.7) είναι χρυσοχόος και διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο κατάστημα στη Λευκωσία. Ένα χρόνο περίπου πριν τις 11.11.02 πήγε στο κατάστημά του σαν πελάτης ο κατηγορούμενος και αγόρασε κάποια χρυσαφικά. Από τότε ο κατηγορούμενος σε αραιά διαστήματα επισκεπτόταν το χρυσοχοείο του Μ.Κ.7 κυρίως Σάββατα όταν δεν εργαζόταν εφόσον ως είπε στο μάρτυρα εργαζόταν ως εξεταστής οδηγών στην Αρχή Αδειών. Περί τα τέλη Ιουνίου με μέσα Ιουλίου 2002 όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο κατάστημα του Μ.Κ.7 ο τελευταίος του ζήτησε να του ανανεώσει τη μαθητική άδεια οδηγού για μοτοσικλέτα, την οποία κατείχε από τις 30.9.
- Ο κατηγορούμενος του ανέφερε τότε ότι θα του έκοβε τεστ για να βγάλει κανονική άδεια οδηγού μοτοσικλέτας (δηλ. κατηγορίας Η). Ο Μ.Κ.7 γνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν στο ΤΟΜ Πάφου είπε στον κατηγορούμενο «Που να κόψω να πάω στην Πάφο για τεστ;» και εκείνος του απάντησε «Άισε τζαι εν να σε ειδοποιήσω». Επίσης είπε στο Μ.Κ.7 να του δώσει την άδειά του κι εκείνος του την έδωσε. Ο Μ.Κ.7 μέχρι τότε είχε μαθητική άδεια οδηγού κατηγορίας Η και από τις 12.1.95 κανονική άδεια οδηγού κατηγορίας Δ (δηλ. για σαλούν αυτοκίνητο). Μετά από 2 με 3 εβδομάδες περίπου ο κατηγορούμενος πήγε ξανά στο κατάστημα του Μ.Κ.7 και του πήρε πίσω την άδεια οδηγού του (τεκμήριο 8) στην οποία είχε προστεθεί και άδεια οδηγού κατηγορίας Η. Ο Μ.Κ.7 ρώτησε τότε τον κατηγορούμενο αν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα που δεν πήγε για τεστ και εκείνος του είπε ότι για άδεια μοτοσικλέτας δεν υπάρχει πρόβλημα. Περαιτέρω ο Μ.Κ.7 ρώτησε τον κατηγορούμενο τι του χρωστά για την άδεια και εκείνος του είπε «Θα πάρω κάτι από το μαγαζί και είναι εντάξει». Έτσι ο Μ.Κ.7 άνοιξε τη βιτρίνα και έβγαλε ένα σταντ με φτηνά δαχτυλίδια από τα οποία ο κατηγορούμενος διάλεξε και πήρε ένα, αξίας περίπου Λ.Κ.
- Ο Μ.Κ.7 ουδέποτε συμπλήρωσε ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε χαρτί ή αίτηση σχετικά με την έκδοση της άδειας τεκμήριο
- Δεν είδε ποτέ του προηγουμένως το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης τεκμήριο 4 ούτε την αίτηση για άδεια οδηγού τεκμήριο 5 στην οποία τα γράμματα δεν ήταν δικά του και ποτέ δεν πήγε ούτε στη Λευκωσία ούτε στην Πάφο για τεστ μοτοσικλέτας. Ο Valentin Georgiev Valev (Μ.Κ.14) ήλθε στην Κύπρο στις 14.12.01 και εργαζόταν ως σφαγέας στον Αδάμο Κούντουρο (Μ.Κ.11) στη Λευκωσία. Επειδή ο Μ.Κ.11 είχε ένα μικρό αυτοκίνητο βαν κι επειδή ο υπάλληλος του που το οδηγούσε προηγουμένως έφυγε, ο Μ.Κ.14, ο οποίος κατείχε Βουλγαρική άδεια οδηγού, οδηγούσε κάποτε το αυτοκίνητο αυτό για να παραδίδει παραγγελίες. Από τον καιρό που ο Μ.Κ.14 ήλθε στην Κύπρο έδωσε όλα του τα έγγραφα δηλ. το διαβατήριό του, το δελτίο εγγραφής αλλοδαπού του καθώς και το συμβόλαιο του στο Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.11 γνώρισε τον κατηγορούμενο ένα χρόνο περίπου πριν τις 21.11.02 σε ένα κατάστημα «TAKE AWAY» και εκεί έμαθε ότι ήταν εξεταστής οδηγών. Συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο εκεί μερικές φορές γιατί ο κατηγορούμενος σύχναζε σε διπλανή μπυραρία. Περί τον Μάρτιο του 2002 σε μια από τις συναντήσεις τους αυτές επειδή ο Μ.Κ.11 ήθελε να βγάλει άδεια οδηγού στο Μ.Κ.14 ρώτησε τον κατηγορούμενο τι χρειαζόταν για να μετατραπεί η Βουλγαρική άδεια οδηγού του υπαλλήλου του σε Κυπριακή. Ο κατηγορούμενος του είπε να μεταφράσει τη Βουλγαρική άδεια οδηγού του Μ.Κ.14 στα ελληνικά και να του πάρει τη μετάφραση, τη Βουλγαρική αδεία, το διαβατήριο και δύο πρόσφατες φωτογραφίες του Μ.Κ.14 και θα τα κανόνιζε. Έτσι ο Μ.Κ.11 έδωσε λεφτά και έστειλε το Μ.Κ.14 σε φωτογραφείο και εκείνος έβγαλε μικρές αυτόματες φωτογραφίες. Ο Μ.Κ.11 δεν είπε στο Μ.Κ.14 για ποιο λόγο ήθελε τις φωτογραφίες, ούτε είχε σκοπό να του πει ότι θα του έβγαζε άδεια οδηγού για να μην παίρνει συχνά το αυτοκίνητα του και κάνει κανένα δυστύχημα. Αφού ο Μ.Κ.14 πήρε στον Μ.Κ.11 τις φωτογραφίες, ο τελευταίος του ζήτησε και πήρε και την Βουλγαρική άδεια του χωρίς και πάλι να του πει τον λόγο. Ο Μ.Κ.11 στη συνέχεια στις 20.3.02 πήρε την Βουλγάρικη άδεια του Μ.Κ.14 και την πήρε στο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών όπου και ζήτησε να μεταφραστεί στα ελληνικά. Εκεί πλήρωσε για το σκοπό αυτό το ποσό των Λ.Κ.10 και μετά από μια περίπου εβδομάδα ξαναπήγε και πήρε την άδεια και τη μετάφραση αυτής στα ελληνικά δηλ. το τεκμήριο
- Μετά από 2 με 3 ημέρες συναντήθηκε ξανά με τον κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατάστημα «TAKE AWAY» και του είπε ότι είχε έτοιμα τα χαρτιά και την άδεια του Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα πήγαινε στο μαγαζί του Μ.Κ.11 να τα πάρει. Επίσης το ίδιο βράδυ ο κατηγορούμενος είπε στο Μ.Κ.11 ότι χρειάζονται και κάποια χρήματα για να βγει η άδεια αλλά δεν του είπε πόσα. Ο Μ.Κ.11 του είπε ότι θα του έδινε τα χρήματα μόλις του έπαιρνε την άδεια. Μετά από 3 με 4 μέρες περίπου ο κατηγορούμενος πήγε στο μαγαζί του Μ.Κ.11 και εκείνος του έδωσε όλα τα έγγραφα που του ζήτησε και τις φωτογραφίες του Μ.Κ.
- Περίπου μια βδομάδα μετά ο κατηγορούμενος ξαναπήγε στο μαγαζί του Μ.Κ.11 και του πήρε Κυπριακή άδεια οδηγού κατηγορίας Δ στο όνομα του Μ.Κ.14 με μια φωτογραφία από εκείνες που του έδωσε. Όταν ο Μ.Κ.11 πήρε την άδεια ρώτησε τον κατηγορούμενο ποσά ήθελε κι εκείνος του είπε ότι ήθελε Λ.Κ.150, ποσό που ο μάρτυρας του έδωσε σε μετρητά. Αυτή την άδεια οδηγού ο Μ.Κ.11 δεν την έδωσε στο Μ.Κ.14 γιατί δεν ήθελε να παίρνει συχνά το αυτοκίνητο της δουλειάς. Περί τις 24.5.02 ο Μ.Κ.14 έφυγε από την Κύπρο και επέστρεψε στη χώρα του. Ένα μήνα περίπου μετά επειδή ο Μ.Κ.11 δεν είχε πρόθεση να ξαναεργοδοτήσει το Μ.Κ.14 έσχισε την προαναφερόμενη άδεια οδηγού και την πέταξε. Ο Αντώνης Παύλου (Μ.Κ.12) εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στο Υπουργείο Οικονομικών στο Γενικό Λογιστήριο. Η γυναίκα του ήταν μέτοχος στην εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων «MOTORWAYS», η οποία διατηρούσε μάντρα στον Αρχάγγελο στη Λευκωσία. Συνέταιρος στην επιχείρηση αυτή ήταν και ο αδελφός του Μ.Κ.
- Μετά το πέρας της εργασίας του στο Υπουργείο ο Μ.Κ.12 πήγαινε στην εν λόγω μάντρα αυτοκινήτων και βοηθούσε στην εξυπηρέτηση πελατών. Ένα απόγευμα 5 περίπου μήνες πριν τις 11.11.02 πήγε στη μάντρα μια Κινέζα η οποία συστήθηκε στο Μ.Κ.12 ως Άντζελα και είπε σε αυτόν ότι είναι φοιτήτρια στο «Cyprus College» στη Λευκωσία και ενδιαφερόταν να αγοράσει αφορολόγητο αυτοκίνητο. Αργότερα ο Μ.Κ.12 είδε από το διαβατήριο και την μαθητική άδεια οδηγού της κοπέλας αυτής ότι λεγόταν LIU YAN. Ο Μ.Κ.12 της εξήγησε ότι για να αγοράσει τέτοιο αυτοκίνητο έπρεπε να κατέχει άδεια οδηγού, ασφάλεια και άλλα έγγραφα. Τότε εκείνη έφυγε. Ξαναεπισκέφθηκε τη μάντρα αυτοκινήτων αργότερα και έδειξε ενδιαφέρον για συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ανέφερε όμως στο Μ.Κ.12 ότι δεν είχε κανονική αλλά είχε μαθητική Κυπριακή άδεια οδηγού και τον ρώτησε που θα μπορούσε να πάει να βγάλει κανονική άδεια. Ο Μ.Κ.12 γνωρίζοντας για πολλά χρόνια, λόγω της δουλειάς του, τον κατηγορούμενο, ως εξεταστή οδηγών, της είπε ότι θα ρωτούσε να μάθει τι χρειαζόταν για το σκοπό αυτό. Έτσι ο Μ.Κ.12 πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο, του εξήγησε τα πιο πάνω κι εκείνος του ανέφερε ότι μπορούσε να βοηθήσει να βγει η άδεια της YAN. Παράλληλα ο κατηγορούμενος του είπε «Αν μου δώσεις λεφτά εγώ θα το κανονίσω». Ο Μ.Κ.12 του είπε ότι θα ρωτούσε την YAN αν θέλει να πληρώσει και θα του απαντούσε. Αφού στη συνέχεια ρώτησε την YAN αυτή του είπε ότι ήθελε να πληρώσει για να πάρει την άδεια οδηγού. Έτσι ο Μ.Κ.12 ξαναπήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε πόσα ήθελε για να βγάλει την άδεια. Αρχικά ο κατηγορούμενος του ζήτησε το ποσό των Λ.Κ.100 για να βοηθήσει την YAN στο τεστ. Μετά από αυτό ο Μ.Κ.12 ρώτησε την YAN κατά πόσο είναι διατεθειμένη να πληρώσει το πιο πάνω ποσό και εκείνη συμφώνησε. Με την πάροδο λίγων ημερών ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο Μ.Κ.12 και του είπε ότι μπορούσε να διευθετήσει την YAN και να της εξασφαλίσει άδεια χωρίς να της κάνει καν εξέταση νοουμένου ότι αυτή θα του έδινε ακόμα Λ.Κ.200 δηλαδή σύνολο Λ.Κ.
- Ο Μ.Κ.12 επικοινώνησε εκ νέου με την YAN στο κινητό της τηλέφωνο και της ανέφερε τα πιο πάνω κι εκείνη συμφώνησε να πληρώσει για να εξασφαλίσει την άδεια χωρίς να πάει για εξέταση. Η YAN έδωσε στο Μ.Κ.12, στη μάντρα αυτοκινήτων, συνολικά το ποσό των Λ.Κ.300 σε μετρητά, με δύο φωτογραφίες της, αντίγραφο του διαβατηρίου της και τη μαθητική της άδεια. Τα πιο πάνω ο Μ.Κ.12 τα έβαλε σε φάκελο, τον οποίο σφράγισε και έδωσε στο Μιχάλη Παπαναστασίου, ο οποίος εργαζόταν παλαιότερα στη μάντρα και έτυχε να περνάει εκείνη τη μέρα από εκεί και του ζήτησε φεύγοντας στο δρόμο του να αφήσει τον φάκελο, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε άλλο, σε ένα περίπτερο που βρισκόταν μέσα σε λούνα παρκ στα φώτα Αθαλάσσας και Νίκης. Την παράδοση των πιο πάνω στον εν λόγω χώρο ζήτησε ο κατηγορούμενος. Από την πρώτη μέρα που επισκέφθηκε η YAN στη μάντρα τον Μ.Κ.12 μέχρι τη μέρα που αυτός παρέδωσε το σχετικό φάκελο πέρασε περίπου ένας μήνας. Μια εβδομάδα μετά που παρέδωσε το φάκελο τηλεφώνησε στο Μ.Κ.12 ο κατηγορούμενος και του είπε να βρεθούν έξω από το κτίριο που βρίσκεται η «Χειροτεχνία» στη Λεωφόρο Αθαλάσσας για να του δώσει την άδεια της YAN. Έτσι την ίδια μέρα μετά από πάροδο λίγων ωρών αφού συναντήθηκαν στον προαναφερόμενο χώρο ο κατηγορούμενος έδωσε στο Μ.Κ.12 την άδεια τεκμήριο
- Αφού ο Μ.Κ.12 πήρε την άδεια και βεβαιώθηκε ότι ανήκε στην YAN πήγε στην μάντρα αυτοκινήτων και αφού τηλεφώνησε στην YAN αυτή την ίδια ή την επόμενη μέρα πήγε εκεί και παρέλαβε την άδεια της προσωπικά από τον Μ.Κ.
- Σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο ΤΟΜ κατά τους επίδικους χρόνους διαδικασίες: · Τόσο οι αλλοδαποί κάτοχοι αδειών οδηγού της χώρας τους, οι οποίες δεν μπορούσαν να ανταλλαχθούν με Κυπριακή άδεια (για περιπτώσεις που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είχε σύμβαση αναγνώρισης αδειών των οδηγών των χωρών αυτών - Για τις χώρες που υπήρχε τέτοια σύμβαση εφόσον ο αλλοδαπός παρουσίαζε την άδεια του στο ΤΟΜ μπορούσε αμέσως να του εκδοθεί Κυπριακή άδεια χωρίς εξέταση) όσο και οι Κύπριοι και αλλοδαποί που ήταν κάτοχοι Κυπριακής μαθητικής αδείας οδηγού, οι οποίοι επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν κανονική άδεια οδηγού έπρεπε μετά από αίτηση να παρουσιασθούν στα κατά τόπους γραφεία του ΤΟΜ σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα που τους οριζόταν, να εξεταστούν από εξεταστή οδηγών του ΤΟΜ, ο οποίος επιλεγόταν με κλήρο και να πετύχουν στη σχετική θεωρητική και πρακτική εξέταση. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι κάτοχοι Κυπριακής μαθητικής άδειας οδηγού είτε Κύπριοι είτε αλλοδαποί ήταν λόγω της ύπαρξης τέτοιας άδειας ήδη καταχωρημένοι στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ ενώ οι αλλοδαποί που δεν κατείχαν τέτοια άδεια αλλά άδεια της χώρας τους δεν ήταν καταχωρημένοι. Όσον αφορά τους κατόχους Κυπριακής μαθητικής άδειας οδηγού καταχωρείτο η ημερομηνία εξέτασης τους στο σύστημα. Όσον αφορά τους αλλοδαπούς που κατείχαν άδεια της χώρας τους, η οποία δεν μπορούσε να ανταλλαχθεί με Κυπριακή, το ραντεβού τους για εξέταση καταχωρείτο στο δεύτερο-πίσω μέρος του Μητρώου Εξέτασης Αλλοδαπών (όπως το τεκμήριο 20) όπου καταγραφόταν η ημερομηνία, το ονοματεπώνυμο, ο Α.Δ.Ταυτότητας και η ώρα. · Για κάθε ημερομηνία εξέτασης ετοιμαζόταν ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ώστε να γνωρίζουν ποιος θα εξεταστεί, σε ποια ώρα καθώς και το κατά πόσο παρουσιάσθηκε και το αποτέλεσμα της εξέτασης. Η εν λόγω ημερήσια κατάσταση ετοιμαζόταν πριν την ημερομηνία εξέτασης από τον αρμόδιο υπάλληλο του ΤΟΜ, ο οποίος συμπλήρωνε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή, για τα άτομα που ήταν καταχωρημένα στο σύστημα και χειρόγραφα για αυτά που δεν ήταν καταχωρημένα, τις στήλες «Ώρα Εξέτασης», «Α.Δ. Ταυτότητας», «Όνομα», «Επώνυμο» και «Κατηγορία Άδειας» και στη συνέχεια η κατάσταση διδόταν στους εξεταστές οδηγών, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για τη συμπλήρωση κατά την ημερομηνία εξέτασης των στηλών της κατάστασης «Αποτελέσματα εξέτασης» και «Υπογραφή Εξεταστή», ενώ στη στήλη «Υπογραφή Εξεταζόμενου» υπέγραφε ο εξεταζόμενος αν παρουσιαζόταν ή αν δεν παρουσιαζόταν κατέγραφε ο εξεταστής τα αρχικά «F.T.A.» που είναι τα αρχικά των λέξεων «Failed to attend» και καταδείκνυαν ότι ο εξεταζόμενος δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση. Το γεγονός ότι ο εξεταζόμενος δεν παρουσιάστηκε καταχωρείτο επίσης από τον εξεταστή στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ όταν επρόκειτο για πρόσωπα που ήταν καταχωρημένα ή στην στήλη «Αποτέλεσμα» στο Μητρώο Εξέτασης Αλλοδαπών όταν επρόκειτο για πρόσωπα που καταχωρούνταν στο μητρώο αυτό. · Όταν ο αιτητής-εξεταζόμενος παρουσιαζόταν την ημέρα που του είχε ορισθεί για εξέταση υπέγραφε στην ανάλογη στήλη της ημερήσιας κατάστασης ότι παρουσιάστηκε. Ακολούθως ο εξεταζόμενος τραβούσε κλήρο για το ποιος εξεταστής θα τον εξέταζε. Αφού διάβαζε το όνομα του εξεταστή ο εξεταστής έλεγχε την ταυτότητά του εξεταζόμενου, την ασφάλεια του οχήματος που θα χρησιμοποιείτο για την εξέταση και αν ήταν εκπαιδευτικό ως επίσης και τις άδειες του εκπαιδευτή αν ήταν σε ισχύ. Αν το όχημα ήταν ιδιωτικό τότε ελεγχόταν μόνο η ασφάλειά του και η άδεια κυκλοφορίας του. Στη συνέχεια ο εξεταζόμενος υποβαλλόταν σε θεωρητική εξέταση κι εφόσον ο εξεταστής ικανοποιείτο τότε ο αιτητής υποβαλλόταν και σε πρακτική εξέταση οδήγησης. · Εάν ο εξεταζόμενος επιτύγχανε ο εξεταστής οδηγών σημείωνε αυτό στην ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων και υπέγραφε στην αντίστοιχη στήλη. Επίσης στην περίπτωση προσώπου που ήταν καταχωρημένο στο σύστημα ο εξεταστής καταχωρούσε στο σύστημα δηλ. στον ηλεκτρονικό υπολογιστή το αποτέλεσμα της εξέτασης και την κατηγορία και εκτυπωνόταν αμέσως πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης το οποίο ο εξεταστής επίσης υπέγραφε. Στη περίπτωση δε προσώπων που δεν ήταν καταχωρημένα στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ ο εξεταστής συμπλήρωνε στο μητρώο εξέτασης αλλοδαπών στο μπροστινό-πρώτο μέρος στις ανάλογες στήλες την «ταυτότητα, ημερομηνία εξέτασης, όνομα, κατηγορία, διεύθυνση, χώρα προέλευσης, αποτέλεσμα, εξεταστή, όχημα» και υπέγραφε και στη συνέχεια εξέδιδε χειρόγραφα, συμπληρώνοντας ανάλογα, σε υφιστάμενα για το σκοπό αυτό έντυπα, πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης, το οποίο επίσης υπέγραφε. · Όταν στη συνέχεια παρουσιαζόταν στον υπεύθυνο για την έκδοση αδειών το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης μαζί με αίτηση για άδεια οδηγού και μαθητική άδεια και αφού πληρώνονταν τα νενομισμένα τέλη που ήταν Λ.Κ.35, (δεν απαιτείτο η πληρωμή τέτοιων τελών όταν κάποιος είχε ήδη κανονική άδεια οδηγού κατηγόριας Δ και επιθυμούσε την έκδοση άδειας επιπρόσθετης κατηγορίας), εκδιδόταν από το ΤΟΜ, μέσω του συστήματος των ηλεκτρονικών υπολογιστών του, η κανονική άδεια οδηγού, η οποία σφραγιζόταν στο μέρος της φωτογραφίας του αιτητή-εξεταζόμενου και υπογραφόταν για «Αν. Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων». Τα πιο πάνω έγγραφα για την έκδοση της άδειας δεν απαιτείτο να τα παρουσιάσει ο ίδιος ο αιτητής για να του εκδοθεί και να παραδοθεί η άδεια. Πέραν της παρουσίασης των υπό αναφορά εγγράφων για να εκδοθεί από το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ η άδεια οδηγού, στην περίπτωση των προσώπων που ήταν ήδη καταχωρημένα στο σύστημα, έπρεπε απαραίτητα ο εξεταστής που εξέτασε τον αιτητή να καταχωρήσει, ως έχει ήδη προαναφερθεί, στο σύστημα του ΤΟΜ, την επιτυχία και τη σχετική κατηγορία. Σε αντίθετη περίπτωση το σύστημα δεν προχωρούσε στην έκδοση της άδειας. Όσον αφορά τον Χρύσανθο Πισσαρίδη (Μ.Κ.7): · Ο Χρύσανθος Πισσαρίδης είναι κάτοχος κανονικής άδειας οδήγησης κατηγορίας Δ από τις 12.1.
- Στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ είναι καταχωρημένο ότι αυτός στις 26.7.02 και ώρα 13:45 πέτυχε σε εξέταση οδήγησης κατηγορίας Η. · Στις 26.7.02 εκδόθηκε στο όνομα του ίδιου προσώπου η άδεια οδηγού τεκμήριο 8, μέσω του συστήματος των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ από τη Μ.Κ.10 μετά που της παρουσιάσθηκαν τα απαραίτητα έγγραφα και αφού αυτή πέρασε τα στοιχεία στο σύστημα του ΤΟΜ, όπου ήταν ήδη καταχωρημένο ότι ο Πισσαρίδης πέτυχε στην κατηγορία Η. Η Μ.Κ.10 έθεσε στην άδεια αυτή σφραγίδα στη φωτογραφία και υπέγραψε για «Αν. Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων». Στη συνέχεια η Μ.Κ.10 παρέδωσε την άδεια σε άτομο που της παρουσίασε τα απαραίτητα έγγραφα το οποίο δεν ήταν σε θέση να πει ποιος ήταν. Στην άδεια αυτή φαίνεται ότι προστέθηκε, πέραν της άδειας οδηγού κατηγορίας Δ που κατείχε ο Μ.Κ.7 από το 1995, η άδεια οδηγού κατηγορίας Η δηλ. για μοτοσικλέτα. Για την έκδοση της άδειας αυτής δεν πληρώθηκαν οποιαδήποτε τέλη καθότι επρόκειτο για έκδοση άδειας επιπρόσθετης κατηγορίας. · Ως έχει αναφερθεί για να εκδοθεί τέτοια άδεια στον Πισσαρίδη, ο οποίος ήταν κάτοχος Κυπριακής μαθητικής άδειας οδηγού κατηγορίας Η, αυτός έπρεπε να παρουσιασθεί στο ΤΟΜ Πάφου στις 26.7.02 και να επιτύχει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση στην οποία θα υποβαλλόταν από εξεταστή οδηγών του Τμήματος. Πέραν δε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 ότι αυτός δεν πήγε ποτέ για εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου, από τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα τα οποία υπήρχαν στο ΤΟΜ, παραδόθηκαν στην Αστυνομία και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο φαίνονται τα ακόλουθα: · Η ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ημερ. 26.7.02 για το εξεταστικό κέντρο Πάφου (τεκμήριο 6) συμπληρώθηκε όσον αφορά τις στήλες «Ώρα Εξέτασης», «Α.Δ. Ταυτότητας», «Όνομα», «Επώνυμο» και «Κατηγορία Άδειας» και τυπώθηκε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή από το Μ.Κ.13 και στη συνέχεια δόθηκε στο γραφείο των εξεταστών. Στο τεκμήριο αυτό, όπου περιλαμβάνεται το όνομα του Χρύσανθου Πισσαρίδη, δίπλα από αυτό, στις στήλες «Υπογραφή Εξεταζομένου» και «Αποτέλεσμα εξέτασης» που συμπληρώνονταν από τους εξεταστές κατά την ημερομηνία εξέτασης αναγράφονται χειρόγραφα τα αρχικά «F.T.A.» δηλ. ως εξηγήθηκε «Failed to attend» και σε μετάφραση ότι δεν εμφανίσθηκε. Περαιτέρω στη στήλη «Υπογραφή Εξεταστή» δίπλα από το όνομα του Πισσαρίδη υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου ενώ στο κάτω μέρος της κατάστασης αναγράφεται χειρόγραφα ότι ο κλήρος έγινε από τον κατηγορούμενο και παρατηρητής ήταν ο Γιαννάκης Αντωνίου. Συνεπώς το τεκμήριο 6 δείχνει ότι ο Πισσαρίδης δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση. · Για να εκδοθεί η εν λόγω άδεια έπρεπε μεταξύ άλλων να παρουσιασθεί και πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης. Την ίδια ημερομηνία δηλ. στις 26.7.02 στο όνομα του Χρύσανθου Πισσαρίδη εκδόθηκε το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης τεκμήριο
- Το πιστοποιητικό αυτό εκδιδόταν σε περίπτωση επιτυχίας του εξεταζόμενου, από τον εξεταστή που τον υπέβαλε προηγουμένως σε σχετική προφορική και πρακτική εξέταση για σκοπούς έκδοσης άδειας οδηγού. Το πιστοποιητικό αυτό πλην της χειρόγραφης υπογραφής και της σφραγίδας δίπλα από τη θέση «Εξεταστής» εκδόθηκε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και φέρει ημερομηνία 26.7.
- Η υπό αναφορά χειρόγραφη υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω η υπογραφή αυτή βρίσκεται πάνω από σφραγίδα με το επίθετο του κατηγορούμενου. · Για να εκδοθεί η άδεια τεκμήριο 8 έπρεπε απαραίτητα το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ να ενημερωθεί προηγουμένως για την επιτυχία του εξεταζόμενου και την κατηγορία της επιτυχίας. Αυτή η ενημέρωση γινόταν από τον εξεταστή που εξέταζε το συγκεκριμένο πρόσωπο και χωρίς αυτήν το σύστημα δεν μπορούσε να προχωρήσει στην έκδοση της εν λόγω άδειας. Περαιτέρω ο κάθε εξεταστής οδηγών για μπει στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ και να κάνει οποιαδήποτε καταχώρηση σε αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσει κωδικό πρόσβασης και κάθε εξεταστής είχε διαφορετικό δικό του κωδικό. · Σύμφωνα με το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ ως όχημα εξέτασης στην περίπτωση του Πισσαρίδη καταχωρήθηκε το με αρ. εγγραφής CL156 που είναι ένα Land Rover Pick up εγγεγραμμένο στην Αστυνομία και όχι μοτοσικλέτα. Για να εξασφαλίσει δε κάποιος άδεια οδηγού κατηγορίας Η δηλ. για μοτοσικλέτα έπρεπε στην εξέταση να χρησιμοποιηθεί μοτοσικλέτα πάνω από 50cc. Όσον αφορά την LIU YAN: · Σύμφωνα με το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ και τα αρχεία που τηρούνται εκεί: Η LIU YAN από την Κίνα με αρ. δελτίου εγγραφής αλλοδαπού 5387547 απέκτησε στις 19.12.01 Κυπριακή μαθητική άδεια οδηγού κατηγορίας Δ μέσω του Επαρχιακού Γραφείου ΤΟΜ Λευκωσίας. Το πρόσωπο αυτό είχε οριστεί για εξέταση για απόκτηση κανονικής αδείας οδηγού κατηγορίας Δ στις 26.1.
- Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η YAN παρουσιάσθηκε για εξέταση και απέτυχε. Την εξέταση έκανε ο Δημήτρης Χαρούς, ο οποίος καταχώρησε το γεγονός αυτό στην ημερησία κατάσταση εξεταζόμενων και στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ. Συγκεκριμένα αυτός έγραψε δίπλα από το όνομα της YAN «Failed» δηλ. ότι απέτυχε. Η LIU YAN είχε οριστεί για εξέταση για απόκτηση κανονικής αδείας οδηγού κατηγορίας Δ και στις 27.2.
- Κατά την πιο πάνω ημερομηνία αυτή δεν παρουσιάσθηκε. Επίσης το ίδιο πρόσωπο ορίστηκε και πάλι για την ίδια εξέταση στις 12.6.02 όμως και πάλι δεν παρουσιάστηκε. Για τα γεγονότα αυτά έκανε σχετική καταχώρηση στην ημερησία κατάσταση εξεταζόμενων και στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του Τμήματος ο εξεταστής Ιωάννης Χριστοφή. Συγκεκριμένα αυτός έγραψε δίπλα από το όνομα της YAN «FTA» που σημαίνει «Fail to attend» δηλ. ότι αυτή δεν παρουσιάστηκε για εξέταση. Στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ είναι καταχωρημένο ότι η LIU YAN στις 29.7.02 και ώρα 13:45 πέτυχε σε εξέταση οδήγησης κατηγορίας Δ. · Στις 30.7.02 εκδόθηκε στο όνομα της LIU YAN η άδεια οδηγού τεκμήριο 9, μέσω του συστήματος των ηλεκτρονικών υπολογιστών ΤΟΜ, από τη Μ.Κ.10 μετά που της παρουσιάσθηκαν τα απαραίτητα έγγραφα και πληρώθηκαν τα νενομισμένα τέλη ήτοι Λ.Κ.35 και αφού αυτή πέρασε τα στοιχεία στο σύστημα του ΤΟΜ, όπου ήταν ήδη καταχωρημένο ότι η LIU YAN πέτυχε στην κατηγορία Δ για σαλούν αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.10 έθεσε στην άδεια αυτή σφραγίδα στη φωτογραφία και υπέγραψε για «Αν. Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων». Στη συνέχεια η Μ.Κ.10 παρέδωσε την άδεια στο άτομο που της παρουσίασε τα απαραίτητα έγγραφα το οποίο δεν ήταν σε θέση να πει ποιος ήταν. · Ως έχει αναφερθεί για να εκδοθεί τέτοια άδεια στο όνομα της LIU YAN, η οποία ήταν κάτοχος Κυπριακής μαθητικής άδειας οδηγού κατηγορίας Δ, αυτή έπρεπε να παρουσιασθεί στο ΤΟΜ Πάφου στις 29.7.02 και να επιτύχει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση στην οποία θα υποβαλλόταν από εξεταστή οδηγών του Τμήματος. Πέραν από τη μαρτυρία του Μ.Κ.12 από την οποία συνάγεται ότι η YAN δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου, από τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα τα οποία υπήρχαν στο ΤΟΜ, παραδόθηκαν στην Αστυνομία και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο φαίνονται τα ακόλουθα: · Η ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ημερ. 29.7.02 για το εξεταστικό κέντρο Πάφου (τεκμήριο 7) συμπληρώθηκε όσον αφορά τις στήλες «Ώρα Εξέτασης», «Α.Δ. Ταυτότητας», «Όνομα», «Επώνυμο» και «Κατηγορία Άδειας» και τυπώθηκε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή από το Μ.Κ.13 και στη συνέχεια δόθηκε στο γραφείο των εξεταστών. Στο τεκμήριο αυτό, όπου περιλαμβάνεται το όνομα της LIU YAN, δίπλα από αυτό, στις στήλες «Υπογραφή Εξεταζομένου» και «Αποτέλεσμα εξέτασης» που συμπληρώνονταν από τους εξεταστές κατά την ημερομηνία εξέτασης αναγράφονται χειρόγραφα τα αρχικά «F.T.A.» δηλ. ως εξηγήθηκε «Failed to attend» και σε μετάφραση ότι δεν εμφανίσθηκε. Περαιτέρω στη στήλη «Υπογραφή Εξεταστή» δίπλα από το όνομα της LIU YAN υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου ενώ στο κάτω μέρος της κατάστασης αναγράφεται χειρόγραφα ότι ο κλήρος έγινε από τον Γιαννάκη Αντωνίου και παρατηρητής ήταν ο κατηγορούμενος. Συνεπώς το τεκμήριο 7 δείχνει ότι η LIU YAN δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση. · Για να εκδοθεί η εν λόγω άδεια έπρεπε μεταξύ άλλων να παρουσιασθεί και πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης. Στις 29.7.02 στο όνομα της LIU YAN εκδόθηκε το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης τεκμήριο
- Το πιστοποιητικό αυτό εκδιδόταν σε περίπτωση επιτυχίας του εξεταζόμενου, από τον εξεταστή που τον υπέβαλε προηγουμένως σε σχετική προφορική και πρακτική εξέταση για σκοπούς έκδοσης άδειας οδηγού. Το πιστοποιητικό αυτό πλην της χειρόγραφης υπογραφής και της σφραγίδας δίπλα από τη θέση «Εξεταστής» εκδόθηκε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και φέρει ημερομηνία 29.7.
- Η υπό αναφορά χειρόγραφη υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω η υπογραφή αυτή βρίσκεται πάνω από σφραγίδα με το επίθετο του κατηγορούμενου. · Για να εκδοθεί η άδεια τεκμήριο 9 έπρεπε απαραίτητα το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ να ενημερωθεί προηγουμένως για την επιτυχία του εξεταζόμενου και την κατηγορία της επιτυχίας. Αυτή η ενημέρωση γινόταν από τον εξεταστή που εξέταζε το συγκεκριμένο πρόσωπο και χωρίς αυτήν το σύστημα δεν μπορούσε να προχωρήσει στην έκδοση της εν λόγω άδειας. Περαιτέρω ο κάθε εξεταστής οδηγών για μπει στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ και να κάνει οποιαδήποτε καταχώρηση σε αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσει κωδικό πρόσβασης και κάθε εξεταστής είχε διαφορετικό δικό του κωδικό. · Σύμφωνα με το σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ ως όχημα εξέτασης στην περίπτωση της LIU YAN καταχωρήθηκε το με αρ. εγγραφής όχημα BBG415 που είναι ανυψωτικό μηχάνημα πολλαπλής χρήσεως (multi purpose High Lifter 4X4) εγγεγραμμένο σε εργοληπτική εταιρεία που δραστηριοποιείτο στη Λάρνακα. Το όχημα αυτό χρησιμοποιείτο από την εταιρεία αυτή αποκλειστικά για τις εργασίες της δηλ. στα εργοτάξια της και το μετέφεραν για το σκοπό αυτό από δουλειά σε δουλειά. Από τη μέρα δε που αγοράστηκε ουδέποτε διαπιστώθηκε αυτό να λείπει από το χώρο που αφήνετο στα εργοτάξια. Ουδέποτε η εν λόγω εταιρεία δάνεισε ή έδωσε άδεια για να χρησιμοποιηθεί το όχημα εκτός των εργοταξίων της. Σε καμία δε περίπτωση δόθηκε άδεια από την εταιρεία σε οποιοδήποτε να το χρησιμοποιήσει για έκδοση άδειας οδηγού. Για να εξασφαλίσει δε κάποιος άδεια οδηγού κατηγορίας Δ δηλ. για σαλούν αυτοκίνητο έπρεπε να παρουσιάσει στην εξέταση είτε τέτοιο αυτοκίνητο είτε ελαφρύ φορτηγό. Όσον αφορά τον Valentin Valev (Μ.Κ.14): · Στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ φαίνεται ότι αυτός είναι κάτοχος κανονικής Κυπριακής αδείας οδηγού κατηγορίας Δ από τις 15.4.
- · Ως έχει προαναφερθεί για να εκδοθεί τέτοια άδεια, με δεδομένο ότι το εν λόγω πρόσωπο καταγόταν από τη Βουλγαρία και ήταν κάτοχος Βουλγαρικής άδειας οδηγού, η οποία ενέπιπτε στις άδειες εκείνες που δεν μπορούσαν να ανταλλαχθούν με Κυπριακή άδεια, έπρεπε να παρουσιασθεί στο ΤΟΜ Πάφου σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα και να επιτύχει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση, στην οποία θα υποβαλλόταν από εξεταστή οδηγών του Τμήματος. Πέραν από τη μαρτυρία του Μ.Κ.11 από την οποία συνάγεται ότι ο Valev δεν παρουσιάσθηκε στο ΤΟΜ Πάφου για εξέταση, από την υπόλοιπη μαρτυρία και από τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα τα οποία υπήρχαν στο ΤΟΜ, παραδόθηκαν στην Αστυνομία και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο φαίνονται τα ακόλουθα: · Στην ημερήσια κατάσταση εξεταζομένων ημερ. 15.4.02 για το εξεταστικό κέντρο Πάφου (τεκμήριο 22) δεν περιλαμβάνεται πουθενά το όνομα του Valentin Valev. Η κατάσταση αυτή ετοιμάσθηκε όπως και τα τεκμήρια 6 και 7 από το Μ.Κ.13 και δόθηκε στα γραφεία των εξεταστών. Συνεπώς το τεκμήριο 22 δείχνει ότι ο Valentin Valev δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση. · Περαιτέρω το όνομα του Valentin Valev δεν είναι καταχωρημένο πουθενά στο τεκμήριο 20 δηλ. στο μητρώο εξέτασης αλλοδαπών όπου έπρεπε σύμφωνα με τα όσα έχουν προαναφερθεί να υπάρχει σχετική καταχώρηση για ραντεβού για εξέταση του στο πίσω-δεύτερο μέρος και σχετική συμπλήρωση στο μπροστινό-πρώτο μέρος από τον εξεταστή αναφορικά με το κατά πόσο παρουσιάσθηκε για εξέταση και το αποτέλεσμα αυτής. Συνεπώς το τεκμήριο 20 δείχνει ότι ο Valentin Valev όχι μόνο δεν παρουσιάσθηκε για εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου αλλά ούτε καν είχε ορισμένο ραντεβού για το σκοπό αυτό. · Για να εκδοθεί η εν λόγω άδεια έπρεπε μεταξύ άλλων να παρουσιασθεί και πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης. Στις 15.4.02 στο όνομα του Valentin Valev εκδόθηκε το πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης τεκμήριο
- Το πιστοποιητικό αυτό εκδιδόταν σε περίπτωση επιτυχίας του εξεταζόμενου, από τον εξεταστή που τον υπέβαλε προηγουμένως σε σχετική προφορική και πρακτική εξέταση για σκοπούς έκδοσης άδειας οδηγού. Το πιστοποιητικό αυτό όσον αφορά τον «Αρ. Ταυτότητας», «Ονοματεπώνυμο», «Κέντρο», «Ημερομηνία», τη χειρόγραφη υπογραφή και τη σφραγίδα δίπλα από τη θέση «Εξεταστής» εκδόθηκε στο χέρι. Αυτό συμπληρωνόταν στο χέρι, σε περιπτώσεις προσώπων όπως ο Valev αφού ως λέχθηκε δεν ήταν καταχωρημένος στο σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών του ΤΟΜ. Η υπό αναφορά χειρόγραφη υπογραφή ανήκει στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω η υπογραφή αυτή βρίσκεται πάνω από σφραγίδα με το επίθετο του κατηγορούμενου. · Σύμφωνα με το Valentin Valev (Μ.Κ.14) αυτός δεν γνώριζε τίποτα αναφορικά με την Κυπριακή άδεια οδηγού που εκδόθηκε στο όνομα του. Έμαθε από την Αστυνομία ότι εκδόθηκε η άδεια αυτή την ίδια μέρα που του λήφθηκε κατάθεση (δηλ. στις 21.11.02). Ο Μ.Κ.14 ποτέ δεν έκανε μαθήματα οδήγησης στην Κύπρο, ούτε πήγε για εξέταση οδήγησης στην Κύπρο. Δεν πήγε ποτέ σε κανένα ΤΟΜ της Κύπρου ούτε και της Πάφου. Επίσης δεν υπέγραψε κανένα χαρτί για το σκοπό έκδοσης Κυπριακής άδειας οδηγού. Τον κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει και το όνομά του το άκουσε για πρώτη φορά από την Αστυνομία. · Στα αρχεία του ΤΟΜ βρέθηκαν αντίγραφο της Βουλγάρικης άδειας οδηγού του Μ.Κ.14 (τεκμήριο 15), μετάφραση αυτής στα ελληνικά από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (τεκμήριο 16), αντίγραφο του Βουλγαρικού διαβατηρίου του (τεκμήριο 17) καθώς και στην αίτηση για άδεια οδηγού (τεκμήριο 14) μια φωτογραφία του Μ.Κ.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.11 αυτός έδωσε στον κατηγορούμενο μετά που αυτός του τα ζήτησε τη Βουλγαρική αδεία οδηγού, το Βουλγαρικό διαβατήριο και φωτογραφίες του Valev. Σύμφωνα με το προσωπικό φακέλου του κατηγορουμένου με αριθμό 250, ο οποίος τηρείται στο ΤΟΜ, αυτός από το 1964 μέχρι το 1979 εργάστηκε ως αστυνομικός. Την 1.12.86 με απόφαση της Ε.Δ.Υ. διορίστηκε ως Τεχνικός Β΄ Τάξης στο ΤΟΜ. Στις 6.4.87 τοποθετήθηκε στον Κλάδο εξέτασης οδηγών Λευκωσίας. Στις 18.1.88 μετατέθηκε στον ίδιο κλάδο στη Λάρνακα. Στις 13.8.90 μετατέθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Οχημάτων στη Λευκωσία. Ακολούθως στις 15.5.95 μετατέθηκε στο Γραφείο Εξέτασης Οδηγών Λεμεσού. Στις 11.11.96 μετατέθηκε στο ΚΕΜΟ / Επαρχιακό Γραφείο Εξέτασης Οδηγών Λευκωσίας. Στη συνέχεια στις 5.3.01 μετατέθηκε και πάλι στο Επαρχιακό Γραφείο Εξέτασης Οδηγών Λάρνακας και στις 18.2.02 στο ΚΕΜΟ και Επαρχιακό Γραφείο Εξέτασης Οδηγών Πάφου όπου υπηρετούσε μέχρι και τις 23.10.
- Στις 13.9.02 με επιστολή του ζήτησε όπως αφυπηρετήσει πρόωρα μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2003 αίτημα το οποίο απέσυρε με επιστολή του ημερομηνίας 3.10.
- Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος αυτό βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά ετών ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία.Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004 παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για καταδολίευσης αυτό βασίζεται στο άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα το οποίο, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, προβλέπει τα ακόλουθα: «302. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολίευση το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Σε σχέση με το αδίκημα αυτό ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 στην παράγραφο Α6.25: «CONSPIRACY TO DEFRAUD - Definition A6.25 The common-law offence of conspiracy to defraud is expressly preserved by the Criminal Law Act 1977, s. 5
(2). There are two principal variants of this offence, although these are not mutually exclusive. The first is defined in the leading case of Scott v Metropolitan Police Commissioner [1975] AC 819, where Viscount Dilhorne said: . . . an agreement by two or more [persons] by dishonesty to deprive a person of something which is his or to which he is or would be or might be entitled [or] an agreement by two or more by dishonesty to injure some proprietary right of his suffices to constitute the offence . . . There may or may not be an intent to deceive in such cases, and there may or may not be an intent to cause economic or financial loss to the proposed victim or victims, but it suffices if there is a dishonest agreement to expose the proposed victim to some form of economic risk or disadvantage to which he would not otherwise be exposed. The second variant was also recognised in Scott, but has been more fully considered by the Privy Council in Wai Yu-tsang v The Queen [1992] AC
- In this variant, there must be a dishonest agreement by two or more persons to 'defraud' another, by deceiving him into acting contrary to his duty. There is some doubt as to the exact scope of this offence. It was suggested (obiter) in DPP v Withers [1975] AC 842 that the person deceived must be a public official, and this was also the view of Lord Diplock in Scott, but the opinion of the Privy Council in Wai Yu-tsang was that it suffices if any person is deceived into acting contrary to the duty he owes to his clients or employers. The Privy Council approved and adopted the concept of 'intent to defraud' previously expounded by Lord Denning and Lord Radcliffe in Welham v DPP [1961] AC
- Welham involved an alleged offence under the Forgery Act 1913, s. 6 (since repealed), rather than an alleged conspiracy, but the concept of 'intent to defraud' appears to be similar in each case. Lord Denning held in Welham that to defraud means 'to practise a fraud' and need not necessarily involve causing any form of economic loss or prejudice. Either variant of conspiracy to defraud is capable of overlapping with the offence of statutory conspiracy under the Criminal Law Act 1977, s. 1 (see A6.10 et seq.). Such overlap will occur wherever the course of action agreed on would necessarily involve the commission of any offence or offences by one or more of the parties to the conspiracy if carried out in accordance with their intentions and would also involve a fraud being practised on another person. In such circumstances, the prosecution has a choice as to which kind of charge to prefer (CJA 1987, s. 12
(1)). A charge of conspiracy to defraud may be advantageous from the prosecution viewpoint in cases where there is doubt as to which, if any, substantive offences would be involve ........................................................................................................................................... Actus Reus A6.27 As in cases of statutory conspiracy, there must always be an agreement (see A6.14). The agreement may however be wider in certain respects than that required in respect of the statutory offence. It need not be an agreement that would necessarily involve the commission of a substantive offence if carried out (Scott v Metropolitan Police Commissioner [1975] AC 819; Cooke [1986] AC 909) and it need not necessarily be envisaged that the fraud will be perpetrated by the conspirators themselves. ............................................................................................................................................ Mens Rea A6.28 To be guilty of conspiracy to defraud, D must be dishonest (in the Ghosh sense, as to which see B4.37) and must intend to defraud the proposed victim, in one or other of the senses explained at A6.25; but an intent to deceive is necessary only in respect of the second of the two variants of the offence. In A-G's Ref (No. 1 of 1982) [1983] QB 751, it was held that there can be no conspiracy to defraud where the defrauding would be a mere side-effect (rather than the 'true object') of the scheme agreed to, but this is now generally thought to be wrong, and has not been followed in subsequent cases. The correct position must be that D intends to defraud V wherever he is aware that the successful implementation of his plan will result in V being defrauded (cf. McPherson [1985] Crim LR 508)». Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2, 11 και 20 στην παρούσα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας του κατηγορουμένου με άλλο ή άλλα πρόσωπα, η οποία γίνεται με σκοπό την καταδολίευση άλλου προσώπου. Προκύπτει επίσης ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας μπορεί να είναι πολύ ευρύτερο αυτού του αδικήματος του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα εφόσον δεν χρειάζεται να περιορίζεται σε συμφωνία διάπραξης αδικήματος. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670 και Georghiou ν. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Όσον αφορά στην παρούσα τις κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 1, 10 και 19) πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι σε καμία από αυτές δεν προσδιορίζεται ποίο είναι το αδίκημα στο οποίο αφορά η ισχυριζόμενη συνομωσία για να διαπιστωθεί περαιτέρω και το κατά πόσο αυτό είναι κακούργημα. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι η συνομωσία αφορούσε το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις εφόσον οι λεπτομέρειες των αδικημάτων αυτών στο κατηγορητήριο ομοιάζουν σε κάποιο βαθμό (κατηγορίες 3, 12 και 21 αντίστοιχα) πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν συνιστά κακούργημα αλλά πλημμέλημα. Πέραν όμως των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά τις κατηγορίες 10 και 19 δεν έχει αποδειχθεί ούτε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου και των Μ.Κ.7 και Μ.Κ.11 αντίστοιχα να εξασφαλίσει ο κατηγορούμενος τις εν λόγω άδειες οδηγού χωρίς οι δικαιούχοι να παρακαθίσουν στη νενομισμένη εξέταση. Συγκεκριμένα όσον αφορά το Μ.Κ.7 από τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή φαίνεται ότι αυτός ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του ανανεώσει τη μαθητική άδεια οδηγού για μοτοσικλέτα και ο κατηγορούμενος του ανέφερε τότε ότι θα του έκοβε τεστ για να βγάλει κανονική άδεια. Όταν δε ο Μ.Κ.7 είπε στον κατηγορούμενο «Που να κόψω να πάω στην Πάφο για τεστ;» εκείνος του απάντησε «Άισε τζαι εν να σε ειδοποιήσω» και του είπε να του δώσει την άδεια του όπως και έπραξε. Μετά από 2 με 3 εβδομάδες περίπου ο κατηγορούμενος πήγε ξανά στο κατάστημα του Μ.Κ.7 και του πήρε πίσω την άδεια οδηγού του (τεκμήριο 8) στην οποία είχε προστεθεί στην κανονική άδεια οδηγού αυτή της κατηγορίας Η. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ κατηγορούμενου και Μ.Κ.
- Άλλωστε από τα όσα ο Μ.Κ.7 ανέφερε φαίνεται ότι αυτός είχε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος θα τον ειδοποιούσε να πάει για εξέταση και αντιλήφθηκε ως είπε ότι έγινε κάτι «παράνομο» μετά που του πήρε την άδεια. Όσον δε αφορά το Μ.Κ.11 από τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή φαίνεται ότι επειδή ο μάρτυρας αυτός ήθελε να βγάλει άδεια οδηγού στο Μ.Κ.14 ρώτησε τον κατηγορούμενο τι χρειαζόταν για να μετατραπεί η Βουλγαρική άδεια οδηγού του σε Κυπριακή και ο κατηγορούμενος του είπε να μεταφράσει τη Βουλγαρική άδεια οδηγού στα ελληνικά και να του πάρει τη μετάφραση, τη Βουλγαρική άδεια, το διαβατήριο και δύο πρόσφατες φωτογραφίες του Μ.Κ.14 και θα τα κανόνιζε. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.11 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα πιο πάνω και εκείνος αργότερα του πήρε την άδεια οδηγού στο όνομα του Μ.Κ.
- Είναι λοιπόν εμφανές ότι δεν υπήρξε συμφωνία ούτε στην περίπτωση αυτή για έκδοση της άδειας χωρίς ο δικαιούχος να πάει για εξέταση. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από το ότι ο Μ.Κ.11 όταν κατηγορήθηκε σχετικά γραπτώς απάντησε ότι δεν συνωμότησε με τον κατηγορούμενο, δεν γνώριζε τη διαδικασία έκδοσης άδειας και νόμιζε ότι θα γινόταν ανταλλαγή της άδειας του υπαλλήλου του, όπως γινόταν και έπραξε στο παρελθόν. Η πιο πάνω αναφερόμενη έλλειψη συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου και των Μ.Κ.7 και Μ..Κ.11 σε σχέση με τις κατηγορίες 10 και 19 σφραγίζει μοιραία και την τύχη των αντίστοιχων κατηγοριών συνομωσίας προς καταδολίευση (κατηγορίες 11 και 20) εφόσον τέτοια συμφωνία αποτελεί συστατικό στοιχείο για την απόδειξη και αυτών των κατηγοριών, οι οποίες στηρίζονται αντίστοιχα στα ίδια γεγονότα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1, 10, 11, 19 και
- Όσον αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση της κατηγορίας 2 από τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή φαίνεται ότι έγινε κάποια διαπραγμάτευση μεταξύ του κατηγορούμενου, του Μ.Κ.12 και της LIU YAN, η οποία στο τέλος κατέληξε σε συμφωνία όπως ο κατηγορούμενος εξασφαλίσει στην YAN την άδεια οδηγού χωρίς αυτή να παρακαθίσει στη νενομισμένη εξέταση, νοουμένου μάλιστα ότι αυτή θα του έδινε το ποσό των Λ.Κ.300 για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω είναι εμφανές ότι η συμφωνία αυτή αποσκοπούσε στην καταδολίευση της αρμόδιας για την έκδοση αδειών αρχής ή των υπαλλήλων αυτής (δηλ. του ΤΟΜ) εφόσον θα εκδιδόταν άδεια χωρίς η YAN να παρακαθίσει στη νενομισμένη εξέταση μέσω της οποίας θα διαπιστωνόταν αν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα για να εξασφαλίσει την υπό του Νόμου απαιτούμενη άδεια για να οδηγεί σαλούν αυτοκίνητο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία
- Όσον αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις αυτό βασίζεται στο άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα το οποίο ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει η αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή για άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα,
- Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση,
- Να εξασφαλίζει για άλλο πρόσωπο, άδεια δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού, Απαιτείται λοιπόν για την απόδειξη αυτού του αδικήματος η στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή (βλ. άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα). Όσον αφορά το αδίκημα του καταρτισμού εγγράφων άνευ εξουσίας αυτό βασίζεται στο άρθρο 343(α) του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος με σκοπό καταδολίευσης- (α) χωρίς νόμιμη εξουσία ή δικαιολογία, καταρτίζει, υπογράφει ή εκτελεί εκ μέρους, στο όνομα, ή για λογαριασμό άλλου, είτε με εξουσιοδότηση είτε με άλλο τρόπο, οποιοδήποτε έγγραφο ή γραπτό· ..................................................................................................................................... είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να καταρτίζει έγγραφο,
- Στο όνομα ή για λογαριασμού άλλου, είτε με εξουσιοδότηση είτε με άλλο τρόπο,
- Ο καταρτισμός να γίνεται χωρίς νόμιμη εξουσία ή δικαιολογία και με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά στην παρούσα τις κατηγορίες εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 3, 12 και 21) και καταρτισμού εγγράφων άνευ εξουσίας (κατηγορίες 7, 16 και 25) από τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή φαίνονται τα ακόλουθα: Όσον αφορά τις κατηγορίες 3 και 7 ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η LIU YAN δεν είχε παρουσιασθεί και άρα δεν υποβλήθηκε ούτε και πέτυχε στη νενομισμένη εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου για έκδοση άδειας οδηγού κατηγορίας Δ (συμφώνησε άλλωστε για αυτό πριν) έκδωσε υπογράφοντας στη θέση «Εξεταστή» πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης στο όνομα αυτής (τεκμήριο 2) το οποίο παρουσιάστηκε στη συνέχεια στη Μ.Κ.10 μαζί με τα υπόλοιπα απαιτούμενα έγγραφα και εκδόθηκε στο όνομα της YAN η άδεια οδηγού κατηγορίας Δ (τεκμήριο 9). Σίγουρα δεν είναι γνωστό ποιος παρουσίασε το τεκμήριο 2 και τα άλλα έγγραφα, προς έκδοση της άδειας, στη Μ.Κ.10 αλλά έχει αποδειχθεί ότι η άδεια τεκμήριο 9 από κάποιο τουλάχιστον σημείο και μετά ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου αφού αυτός ήταν που την παρέδωσε στο Μ.Κ.12 και ο τελευταίος με τη σειρά του στη ΥΑΝ. Είναι δε προφανές ότι ο κατηγορούμενος ως εξεταστής οδηγών στο ΤΟΜ δεν είχε εξουσία να εκδίδει πιστοποιητικά ικανότητας οδήγησης αν δεν ακολουθείτο η νενομισμένη διαδικασία που απαιτούσε την εξέταση εκ μέρους του του αιτητή και την κρίση του ότι ο αιτητής πέτυχε στην εξέταση. Περαιτέρω έχει καταδειχθεί ότι ο καταρτισμός του πιστοποιητικού ικανότητας οδήγησης τεκμήριο 2 αποσκοπούσε στην καταδολίευση της αρμόδιας για την έκδοση αδειών αρχής ή των υπαλλήλων αυτής (δηλ. του ΤΟΜ) εφόσον βάση αυτού του εγγράφου θα εκδιδόταν άδεια χωρίς η YAN να παρακαθίσει στη νενομισμένη εξέταση μέσω της οποίας θα διαπιστωνόταν αν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα για να εξασφαλίσει την υπό του Νόμου απαιτούμενη άδεια για να οδηγεί σαλούν αυτοκίνητο. Όσον αφορά τις κατηγορίες 12 και 16 ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Χρύσανθος Πισσαρίδης (Μ.Κ.7) δεν είχε παρουσιασθεί και άρα δεν υποβλήθηκε ούτε και πέτυχε στη νενομισμένη εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου για έκδοση άδειας οδηγού κατηγορίας Η έκδωσε υπογράφοντας στη θέση «Εξεταστή» πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης στο όνομα αυτού (τεκμήριο 4) το οποίο παρουσιάστηκε στη συνέχεια στη Μ.Κ.10 μαζί με τα υπόλοιπα απαιτούμενα έγγραφα και εκδόθηκε στο όνομα του Μ.Κ.7 άδεια οδηγού κατηγορίας Η (τεκμήριο 8). Σίγουρα δεν είναι γνωστό ποιος παρουσίασε το τεκμήριο 4 και τα άλλα έγγραφα, προς έκδοση της άδειας, στη Μ.Κ.10 αλλά έχει αποδειχθεί ότι η άδεια τεκμήριο 8 από κάποιο τουλάχιστον σημείο και μετά ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου αφού αυτός ήταν που την παρέδωσε στο Μ.Κ.
- Ως έχει λεχθεί και για την κατηγορία 7 ανωτέρω ο κατηγορούμενος ως εξεταστής οδηγών στο ΤΟΜ δεν είχε εξουσία να εκδίδει πιστοποιητικά ικανότητας οδήγησης αν δεν ακολουθείτο η νενομισμένη διαδικασία που απαιτούσε την εξέταση εκ μέρους του του αιτητή και την κρίση του ότι ο αιτητής πέτυχε στην εξέταση. Περαιτέρω έχει καταδειχθεί και για την κατηγορία 16 ότι ο καταρτισμός του πιστοποιητικού ικανότητας οδήγησης τεκμήριο 4 αποσκοπούσε στην καταδολίευση της αρμόδιας για την έκδοση αδειών αρχής ή των υπαλλήλων αυτής (δηλ. του ΤΟΜ) εφόσον βάση αυτού του εγγράφου θα εκδιδόταν άδεια χωρίς ο Πισσαρίδης να παρακαθίσει στη νενομισμένη εξέταση μέσω της οποίας θα διαπιστωνόταν αν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα για να εξασφαλίσει την υπό του Νόμου απαιτούμενη άδεια για να οδηγεί μοτοσικλέτα. Όσον αφορά τις κατηγορίες 21 και 25 ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Valentin Valev (Μ.Κ.14) δεν είχε παρουσιασθεί και άρα δεν υποβλήθηκε ούτε και πέτυχε στη νενομισμένη εξέταση στο ΤΟΜ Πάφου για έκδοση άδειας οδηγού κατηγορίας Δ έκδωσε υπογράφοντας στη θέση «Εξεταστή» πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης στον όνομα αυτού (τεκμήριο 13). Βάσει αυτού του πιστοποιητικού εκδόθηκε στο όνομα του Μ.Κ.14 άδεια οδηγού κατηγορίας Δ. Σίγουρα δεν είναι γνωστό ποιος παρουσίασε το τεκμήριο 13 και τα άλλα έγγραφα προς έκδοση της άδειας αλλά έχει αποδειχθεί ότι η υπό αναφορά άδεια οδηγού από κάποιο τουλάχιστον σημείο και μετά ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου αφού αυτός ήταν που την παρέδωσε στο Μ.Κ.
- Ως έχει λεχθεί και για τις κατηγορίες 7 και 16 ανωτέρω ο κατηγορούμενος ως εξεταστής οδηγών στο ΤΟΜ δεν είχε εξουσία να εκδίδει πιστοποιητικά ικανότητας οδήγησης αν δεν ακολουθείτο η νενομισμένη διαδικασία που απαιτούσε την εξέταση εκ μέρους του του αιτητή και την κρίση του ότι ο αιτητής πέτυχε στην εξέταση. Περαιτέρω έχει καταδειχθεί και για την κατηγορία 25 ότι ο καταρτισμός του πιστοποιητικού ικανότητας οδήγησης τεκμηρίου 13 αποσκοπούσε στην καταδολίευση της αρμόδιας για την έκδοση αδειών αρχής ή των υπαλλήλων αυτής (δηλ. του ΤΟΜ) εφόσον βάση αυτού του εγγράφου θα εκδιδόταν άδεια χωρίς ο Valev να παρακαθίσει στη νενομισμένη εξέταση μέσω της οποίας θα διαπιστωνόταν αν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα για να εξασφαλίσει την υπό του Νόμου απαιτούμενη άδεια για να οδηγεί σαλούν αυτοκίνητο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 3, 7, 12, 16, 21 και
- Όσον αφορά το αδίκημα της διαφθοράς δημόσιου λειτουργού αυτό ως είναι διατυπωμένο στο κατηγορητήριο βασίζεται στην ουσία στο άρθρο 3(α) του περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Αν- (α) οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος δέχεται ή λαμβάνει ή συμφωνεί να δεχτεί η αποπειράται να λάβει από οποιοδήποτε πρόσωπο, κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά, για τον εαυτό του ή για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οποιοδήποτε δώρο, ή αντιπαροχή ως κίνητρο ή αμοιβή για την τέλεση ή αποχή από τέλεση οποιασδήποτε πράξης, ή για την τέλεση ή αποχή από τέλεση οποιασδήποτε πράξης που έλαβε χώρα μετά τη θέσπιση του Νόμου αυτού, η οποία αφορά υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του, ή για την επίδειξη ή αποχή από επίδειξη εύνοιας ή δυσμένειας σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με τις υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του. ή ..................................................................................................................................... είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου» Στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου δίδονται επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί: «αντιπαροχή» περιλαμβάνει αντιπαροχή αξίας οποιουδήποτε είδους. «αντιπρόσωπος» περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που εργοδοτείται ή ενεργεί για άλλο και οποιοδήποτε πρόσωπο που υπηρετεί τη Δημοκρατία ή οποιοδήποτε δημόσιο οργανισμό. «προϊστάμενος» περιλαμβάνει εργοδότη. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να είναι «αντιπρόσωπος», έννοια που περιλαμβάνει και πρόσωπο που υπηρετεί τη Δημοκρατία,
- Να λαμβάνει από οποιοδήποτε πρόσωπο, για τον εαυτό του ή για άλλο,
- Κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά,
- Οποιοδήποτε δώρο, ή αντιπαροχή ως κίνητρο ή αμοιβή για την τέλεση οποιασδήποτε πράξης, η οποία αφορά υποθέσεις ή εργασίες του εργοδότη του. Το πιο πάνω αδίκημα είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα του άρθρου 1 του αγγλικού Prenention of Corruption Act
- Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Archbold 2002 παρ. 31-129 - 31-154 όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «31-139 Ingredients of the offence "corruptly" The word "corruptly" means not "dishonestly" but purposely doing an act which the law forbids as tending to corrupt: Cooper v. Slade
(1857)6 H.L.Cas. 746; R. v. Wellburn 69 Cr.App.R. 254, CA; and R. v. Harvey [1999] Crim.L.R. 70, CA (post, § 31-149). Where, therefore, in a case in which the defendant claimed to have offered a bribe with a view to exposing corruption, the judge's direction that "corruptly" meant with intention to corrupt and motive was irrelevant, was correct: R. v. Smith (John) [1960] 2 Q.B. 423, 44 Cr.App.R. 55, CCA. 31-140 "reward" The word "reward" can be given its natural meaning of a "post facto" gift for a past favour without there having been any agreement beforehand; any payment will be covered provided it is related to something done or omitted by the recipient in respect of any matter or transaction in which the public body, of which he is a member, officer or servant, is concerned: R. v. Andrews-Weatherfoil Ltd, ante; R. v. Parker (K. R.), 82 Cr.App.R. 69, CA (in which the direction of Pain J. to the jury (set out at pp. 72-73) was described as "impeccable ... without fault of any kind"). .............................................................................................................................................. 31-148 "agent" The question in determining whether a person is "serving under the Crown" is not whether he is employed by the Crown but whether the duties he performs are performed by him on behalf of the Crown, it being necessary for the Crown to exercise its functions through human agency: R. v. Barrett, 63 Cr.App.R. 174, CA (additional superintendent registrar). A police officer serves under the Crown: Fisher v. Oldham Corporation [1930] 2 K.B.
- 31-149 "corruptly" See generally, ante, § 31-
- In R. v. Harvey [1999] Crim.L.R. 70, CA, it was held that dishonesty is not an element of the offence; and that the word "corruptly" for the purposes of the section is to be construed as meaning deliberately offering money or other favours, with the intention that it should operate on the mind of the offeree, so as to encourage him to enter into a corrupt bargain. In R. v. Godden-Wood, The Times, June 27, 2001, CA, it was held that Harvey could not be distinguished on the ground that it concerned a public institution; the test for corruption was the same in the private as in the public domain. As to a presumption of corruption, see the Prevention of Corruption Act 1916, s.2 (»»text) (post, § 31-152). The prosecution have merely to prove that the defendant received a gift as an inducement to show favour; they are not required to prove that he did actually show favour in consequence of having received the gift: R. v. Carr, 40 Cr.App.R. 188, Ct-MAC. Thus, a person who accepts a gift knowing that it is intended as a bribe enters into a corrupt bargain even if he makes a private mental reservation not to carry out his side of the bargain: R. v. Mills, 68 Cr.App.R. 154, CA (obiter). If the money was received in order to entrap the giver or to provide evidence for police listening or making a tape recording and the acceptor did not intend to keep it, it plainly would not be corrupt: ibid. see also Lord Goddard in R. v. Carr at p.
- Cf. R. v. Smith (John), ante, § 31-
- The words of section 1 (»»text) are by design very wide. If a person uses his position to get commission corruptly it does not matter whether the work in respect of which he gets commission is work to which his duties relate or not: R. v. Dickinson and De Rable, 33 Cr.App.R. 5, CCA. "consideration" The meaning of the term (which includes "valuable consideration of any kind", see s.1
(2)of the 1906 Act) was considered in R. v. Braithwaite, 77 Cr.App.R. 34, CA. The meaning of the word must be the legal meaning: see Currie v. Misa
(1875)L.R. 10 Exch. 153 at 162: "A valuable consideration, in the sense of the law, may consist either in some right, interest, profit or benefit accruing to the one party, or some forbearance, detriment, loss or responsibility, given, suffered or undertaken by the other ... ". The word connotes the existence of something in the shape of a contract or a bargain between the parties». Περαιτέρω στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 στην παράγραφο Β.15.7 αναφέρεται σχετικά το εξής: «Corruptly' means purposefully doing an act which the law forbids as tending to corrupt (Wellburn
(1979)69 Cr App R 254). Any improper and unauthorised gift, payment or other inducement offered to a councillor or other such officer is likely to be considered corrupt. D need not be proved to have acted dishonestly, as long as he knew that the gift or bribe was connected with the performance of public duties, whether by way of reward for past performance, or of inducement to secure future performance. No bargain need be struck between the parties involved (Andrews-Weatherfoil Ltd [1972] 1 WLR 118), and it is no defence for the recipient to prove that his acceptance of a corrupt gift failed to influence him in the performance of his duties. See Parker
(1985)82 Cr App R 69». Η φράση λοιπόν «κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά» σημαίνει σκοπίμως κάνοντας κάτι που ο νόμος απαγορεύει ως τείνον να διαφθείρει. Περαιτέρω το δώρο ή η αντιπαροχή ή η αμοιβή μπορεί να λαμβάνεται για μια πράξη που τελέστηκε χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική συμφωνία αλλά περιλαμβάνει κάθε τέτοια λήψη με την προϋπόθεση ότι αυτή συνδέεται με μια πράξη ή παράλειψη από τον λήπτη σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα ή συναλλαγή η οποία αφορά τον οργανισμό του οποίου αυτός είναι μέλος ή υπάλληλος ή αξιωματούχος. Όσον αφορά το αδίκημα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού αυτό βασίζεται στο άρθρο 100 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος- (α) είναι δημόσιος λειτουργός κι είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος λόγω του λειτουργήματός του, με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό ζητά, δέχεται ή παίρνει ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλο, για χάρη εκτέλεσης ή μελλοντικής ενεργείας ή παράλειψης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του· ή (β) με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, δίνει παρέχει ή προμηθεύει, ή υπόσχεται ή προσφέρεται να δώσει ή να παρέχει ή να προμηθεύει ή να αποπειραθεί να προμηθεύσει, σε δημόσιο λειτουργό ή σε άλλο, περιουσία, ή ωφελήματα οποιουδήποτε είδους για χάρη τέτοιας ενέργειας ή παράλειψης από τέτοιο δημόσιο λειτουργό, είναι ένοχος αδικήματος υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια και σε χρηματική ποινή μέχρι δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές, η δε περιουσία του, αντικείμενο του δεκασμού, υπόκειται σε δήμευση σύμφωνα με τον περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός επιφορτισμένος με την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος λόγω του λειτουργήματός του, και
- Με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό,
- Να παίρνει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλο,
- Για χάρη εκτέλεσης ενεργείας ή παράλειψης που έγινε ή θα γίνει στο μέλλον, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του. Όσον αφορά το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας αυτό βασίζεται στο άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξεις που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος για τους σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, και
- Κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του,
- Να ενεργεί οποιαδήποτε αυθαίρετη πράξη,
- Η πράξη αυτή να παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου.
- Η πράξη αυτή να απέβλεπε σε κέρδος. Όσον αφορά στην παρούσα τις κατηγορίες διαφθοράς δημόσιου λειτουργού (κατηγορίες 5, 14 και 23), δεκασμού δημόσιου λειτουργού (κατηγορίες 6, 15 και 24) και κατάχρησης εξουσίας (κατηγορίες 9, 18 και 27) από τη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή φαίνονται τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος την 1.12.86 με απόφαση της Ε.Δ.Υ. διορίστηκε ως Τεχνικός Β΄ Τάξης στο ΤΟΜ και έκτοτε μέχρι και τους επίδικους στην παρούσα χρόνους υπηρέτησε σε διάφορα επαρχιακά γραφεία του ΤΟΜ. Από δε τις 18.2.02 και μέχρι και τους επίδικους χρόνους υπηρετούσε ως Εξεταστής Οδηγών στο ΤΟΜ Πάφου. Επρόκειτο λοιπόν για δημόσιο λειτουργό που υπηρετούσε δηλ. τη Δημοκρατία, ήταν επιφορτισμένος με την εξέταση αιτητών για απόκτηση αδειών οδήγησης και είχε στα πλαίσια αυτά εξουσία σε περίπτωση που έκρινε τον εξεταζόμενο ως επιτυχόντα να εκδώσει σε αυτόν σχετικό πιστοποιητικό ικανότητας οδήγησης με βάση το οποίο θα αποκτούσε άδεια οδηγού από την αρμόδια αρχή δηλ. το ΤΟΜ. Φυσικά ως έχει προαναφερθεί για να ασκήσει την πιο πάνω εξουσία του ο κατηγορούμενος έπρεπε ο αιτητής να παρουσιασθεί σε καθορισθέντα σε αυτόν χρόνο στο ΤΟΜ και να υποβληθεί από τον κατηγορούμενο και να πετύχει σε προφορική και πρακτική εξέταση. Ως έχει επίσης προαναφερθεί ο κατηγορούμενος έκδωσε στα ονόματα των Μ.Κ.7, LIU ΥAN και Μ.Κ.14 πιστοποιητικά ικανότητας οδήγησης (τεκμήρια 4, 2 και 13) αντίστοιχα γνωρίζοντας ότι αυτοί δεν παρουσιάσθηκαν και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν και δεν πέτυχαν στη νενομισμένη εξέταση από αυτόν και στη συνέχεια παρέδωσε τις άδειες οδηγού που εκδόθηκαν στα ονόματα των πιο πάνω με βάση τα εν λόγω πιστοποιητικά στους Μ.Κ.7, Μ.Κ.12 και Μ.Κ.
- Συνεπώς είναι εμφανές ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε όλες τις πιο πάνω πράξεις, οι οποίες αφορούσαν υποθέσεις του ΤΟΜ και άρα της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ήταν επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματός του. Οι πράξεις δε αυτές ήταν αυθαίρετες και κατά κατάχρηση της εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντα του και παράβλαπταν τα δικαιώματα της Δημοκρατίας να διασφαλίζει ότι άδεια οδηγού θα κατείχαν πρόσωπα που κρίθηκαν ικανά και κατάλληλα για το σκοπό αυτό μετά από εξέταση από αρμόδιο λειτουργό. Φαίνεται επίσης από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε σε σχέση με την έκδοση των αδειών στο όνομα του Μ.Κ.7 και του Μ.Κ.14 μετά που παρέδωσε τις άδειες αυτές ένα δακτυλίδι αξίας Λ.Κ.40 από τον Μ.Κ.7 και το ποσό των Λ.Κ.150 από τον Μ.Κ.
- Εδώ να σημειωθεί ότι για την έκδοση της άδειας τεκμήριο 8 στο όνομα του Μ.Κ.7 δεν πληρώθηκε στο ΤΟΜ οποιοδήποτε τέλος ενώ για την άδεια στο όνομα του Μ.Κ.14 δεν υπάρχει μεν μαρτυρία κατά πόσο πληρώθηκε τέτοιο αλλά εν πάση περιπτώσει το προβλεπόμενο τέλος ήταν Λ.Κ.35 και όχι Λ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος έλαβε λοιπόν την πιο πάνω περιουσία για χάριν εκτέλεσης ενεργειών που έκανε εσκεμμένα κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του και που συναφώς αφορούσαν υποθέσεις του ΤΟΜ και άρα της Δημοκρατίας, κατά τρόπο που υποδήλωνε διαφθορά αλλά και δεκασμό. Σίγουρα όσον αφορά αυτές τις δυο περιπτώσεις δεν προηγήθηκε συμφωνία με τους Μ.Κ.7 και Μ.Κ.11 σε σχέ