Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Costas Papaioannou Developers Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13220/07, 2.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13220/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Costas Papaioannou Developers Ltd
- Κώστας Παπαιώαννου Ημερομηνία: 2.9.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενους: κ. Φλουρέντζος με κα Φλουρέντζου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στην παρούσα κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1) και απάτης κατά την πώληση περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 303(γ) και 20 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 1, ως έχουν τροποποιηθεί με άδεια του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 1.2.04 και 21.7.04 στην Πάφο, με ψεύτικες παραστάσεις και με σκοπό καταδολιεύσεως απέσπασαν από τους Roy Thomas Taylor και Dean Barbara Ann Taylor Dean από την Αγγλία, το ποσό των Λ.Κ.40,
- Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν με τους παραπονούμενους να τους πωλήσουν ένα διαμέρισμα στην πολυκατοικία «Pantheon Appartments» στη Χλώρακα, το οποίο θα διαθέτει όλες τις πολεοδομικές άδειες, παροχή ρεύματος, νερού και τίτλο ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο, παρόλο που γνώριζαν ότι δεν είχαν τις πιο πάνω άδειες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, ως έχουν επίσης τροποποιηθεί με άδεια του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την κατηγορία 1 ενώ ήταν πωλητές στους Roy Thomas Taylor και Dean Barbara Ann Taylor Dean από την Αγγλία, ενός διαμερίσματος στην πολυκατοικία «Pantheon Appartments» στη Χλώρακα, με σκοπό την καταδολίευση απέκρυψαν από τους αγοραστές ότι για το πιο πάνω διαμέρισμα δεν είχαν κατατεθεί οι αναγκαίες αιτήσεις για να μπορεί να εκδοθεί πολεοδομική άδεια για να εξασφαλισθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1-6 και 11 καθώς και τα ακόλουθα:
- Από τον κατηγορούμενο 2 πήραν καταθέσεις ο Αστ. 2495 Α. Τσαππής στις 23.10.06 και ο Αστ. 3281 στις 12.12.
- Κατά το 2004 ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης
- Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως ενώ κλήθηκαν και δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο των μαρτύρων όσο και του κατηγορούμενου 2 βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 3070 Αντρέας Τσεκούρας. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα, περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη καθώς και όλα όσα γνώριζε αναφορικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε στην ουσία. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η παραπονούμενη Barbara Ann Taylor Dean, της οποίας η εκδοχή ως προς τα γεγονότα ήταν η ακόλουθη: Το Φεβρουάριο του 2004 αυτή με το σύζυγο της γνώρισαν στην Κύπρο, μέσω κάποιων Μάικλ και Βικτόριας, τον κατηγορούμενο 2 επειδή ήθελαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα. Τον Μάρτιο του 2004 μετέβηκαν με τον κατηγορούμενο 2 σε ένα τεμάχιο γης στην Χλώρακα και εκείνος τους είπε ότι εκεί θα ήταν το συγκρότημα διαμερισμάτων «Pantheon Apartments». Εκεί τους έδειξε σχέδια και τους είπε ότι όλο το συγκρότημα θα αποτελείται από 6 διαμερίσματα. Τους είπε επίσης ότι το διαμέρισμα τους θα έχει θέα την θάλασσα και τον κύριο δρόμο καθώς και ότι είχε όλες τις οικοδομικές άδειες για αυτό. Τους άρεσε το μέρος και αποφάσισαν να προχωρήσουμε με την συμφωνία. Έτσι μετά από λίγες μέρες στις 24.3.04 στο ξενοδοχείο CORAL BAY στην παρουσία των Μάικλ και Βικτόριας πλήρωσαν Λ.Κ.1,000 ως ντεπόζιτο για να τους κρατήσει το διαμέρισμα. Το ποσό αυτό το έδωσαν στον γιο του κατηγορούμενου 2 και εκείνος τους έδωσε απόδειξη ίδιας ημερομηνίας (βλ. στο τεκμήριο 14Β). Το πωλητήριο συμβόλαιο τεκμήριο 15Β για αγορά του διαμερίσματος 101 στο εν λόγω συγκρότημα το υπέγραψαν στην παρουσία των Μάικλ και Βικτόριας στο ξενοδοχείο CORAL BAY στον Κόλπο των Κοραλλίων όταν τους το έδωσε εκεί ο γιος του κατηγορούμενου
- Το συμβόλαιο αυτό ετοιμάστηκε από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Εάν γνώριζαν ότι δεν είχε τις οικοδομικές άδειες δεν θα αγόραζαν το διαμέρισμα. Στις 22.5.04 έδωσαν στον κατηγορούμενο 2 ακόμη Λ.Κ.5,000 και εκείνος τους έδωσε απόδειξη (βλ. στο τεκμήριο 14Β). Στις 10.7.04 μετακόμισαν μόνιμα στην Κύπρο. Στις 21.7.04 συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο 2 στο CORAL BAY και του έδωσαν ακόμη Λ.Κ.34,000 και εκείνος τους έδωσε απόδειξη (βλ. στο τεκμήριο 14Β). Εκείνη τη μέρα όταν τον ρώτησαν πότε θα ήταν έτοιμο το διαμέρισμα τους είπε ότι θα υπήρχε λίγη καθυστέρηση, όχι περισσότερη από τέσσερις εβδομάδες. Μετά επισκέφθηκαν ορισμένες φορές το εν λόγω συγκρότημα διαμερισμάτων και είδαν ότι τα διαμερίσματα ήταν στην ίδια κατάσταση για μήνες. Προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον κατηγορούμενο 2 αλλά εκείνος δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα τους. Έτσι επικοινώνησαν με τους Μάικλ και Βικτόρια και τους ζήτησαν πίσω τα χρήματα τους αλλά εκείνοι τους είπαν ότι ο κατηγορούμενος 2 έφυγε στην Ελλάδα. Μετά αποφάσισαν με το σύζυγο της να πάρουν νομική συμβουλή και έδωσαν την υπόθεση σε δικηγόρο από την Πάφο. Στις 5.5.05 έστειλαν επιστολή στον κατηγορούμενο 2 για ακύρωση του συμβολαίου και περίμεναν να τους στείλει μια ακυρωτική αίτηση για να συμπληρώσουν αλλά δεν το έκανε ποτέ. Τα χρήματα που έδωσαν για αγορά του διαμερίσματος μέχρι σήμερα δεν τα πήραν πίσω. Η πιο πάνω εκδοχή έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση όχι όσον αφορά την υπογραφή του συμβολαίου τεκμήριο 15Β και την καταβολή των ποσών που η παραπονούμενη ανέφερε αλλά όσον αφορά τον τόπο υπογραφής του συμβολαίου, το ποιος ετοίμασε το συμβόλαιο, το ότι συναντήθηκαν πριν την υπογραφή του συμβολαίου με τον κατηγορούμενο 2 οπόταν εκείνος τους διαβεβαίωσε ότι είχε όλες τις οικοδομικές άδειες καθώς και το ότι αν γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν άδειες δεν θα αγόραζαν το διαμέρισμα. Όσον αφορά λοιπόν τα θέματα που αμφισβητήθηκαν πρέπει να λεχθεί ότι η παραπονούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η σχετική μαρτυρία της διαψεύδεται σε ουσιώδες σημείο της από το ίδιο το συμβόλαιο τεκμήριο 15Β ενώ σε κάποια άλλα σημεία της δεν είναι πειστική και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά τον τόπο υπογραφής του συμβολαίου τεκμήριο 15Β στην πρώτη κατάθεση της τεκμήριο 17Α ημερ. 28.11.06, την οποία να σημειωθεί ότι την έδωσε αφού την κάλεσε η Αστυνομία, ανέφερε ότι αυτό το υπέγραψαν με το σύζυγο της στο ξενοδοχείο HILTON στο Κέντ στην Αγγλία μετά που τους τηλεφώνησαν οι Μάικλ και Βικτόρια για να συναντηθούν εκεί και τους έδωσαν το συμβόλαιο. Στην κατάθεση της όμως τεκμήριο 18Α αναφέρει ότι λίγες μέρες μετά που έδωσαν την κατάθεση τεκμήριο 17Α συνειδητοποίησαν ότι το συμβόλαιο το υπέγραψαν μεν στην παρουσία των Μάικλ και Βικτόριας όχι όμως στην Αγγλία αλλά στο ξενοδοχείο CORAL BAY στον Κόλπο των Κοραλλίων όταν τους το πήρε ο γιος του κατηγορούμενου
- Πέραν του ότι δημιουργεί εύλογα ερωτήματα το γιατί ενώ αναφέρει ότι συνειδητοποίησαν αυτό λίγες μέρες μετά την πρώτη κατάθεση πήγαν για την κατάθεση τεκμήριο 18Α ενάμιση μήνα αργότερα ήτοι στις 11.1.07, η θέση της δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική. Αυτό γιατί ενώ δεν ισχυρίστηκε ότι με το γιο του κατηγορούμενου 2 συναντήθηκαν δύο φορές ή έστω ότι τη μοναδική φορά που συναντήθηκαν υπέγραψαν το συμβόλαιο και έδωσαν και την προκαταβολή των Λ.Κ.1,000 φαίνεται από τη μαρτυρία ότι συναντήθηκαν με το Μ.Υ.1 στο εν λόγω ξενοδοχείο όταν του έδωσαν το πιο πάνω ποσό στις 24.3.04 (βλ. απόδειξη στο τεκμήριο 14Β) ενώ το επίδικο συμβόλαιο φέρει ημερομηνία 11.5.
- Πέραν τούτου στην αντεξέταση της ανέφερε ότι το συμβόλαιο τους δόθηκε για να το διαβάσουν και να το υπογράψουν από τους Μάικλ και Βικτόρια όπως ανέφερε στην κατάθεση της τεκμήριο 17Α. Όσον αφορά το ότι ο κατηγορούμενος 2 τους ανέφερε τον Μάρτιο του 2004, όταν κατ' ισχυρισμό τους έδειξε το τεμάχιο όπου θα ανεγειρόταν το συγκρότημα, ότι είχε όλες τις οικοδομικές άδειες για αυτό καθώς και το ότι αν γνώριζαν ότι δεν είχε τις εν λόγω άδειες δεν θα αγόραζαν το διαμέρισμα, αυτά και πάλι δεν τα ανέφερε στην πρώτη κατάθεση της. Όταν ρωτήθηκε το λόγο που δεν τα ανέφερε είπε ότι δεν ήξεραν ότι δεν υπήρχε τέτοια άδεια μέχρι που επικοινώνησε μαζί τους η Αστυνομία και τότε προσπαθούσαν να πάρουν πίσω τα χρήματά τους και νόμιζαν ότι αυτή ήταν η υπόθεση στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω θέση της όμως διαψεύδεται από το ίδιο το συμβόλαιο τεκμήριο 15Β στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι οι πωλητές εγγυώνται ότι θα (μιλώντας δηλ. σε μελλοντικό χρόνο) εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής. Ως έχει αναφερθεί το συμβόλαιο αυτό φέρει ημερομηνία 11.5.04 δηλ. δύο μήνες μετά την κατ' ισχυρισμό συνάντηση της παραπονούμενης και του συζύγου της με τον κατηγορούμενο 2 και την εκ μέρους του τελευταίου διαβεβαίωση ότι υπήρχαν οι εν λόγω άδειες. Δεν είναι λοιπόν λογικό ο κατηγορούμενος 2 να διαβεβαίωσε για κάτι τέτοιο την παραπονούμενη το Μάρτιο του 2004 και ενώ αυτή δηλώνει ότι αν γνώριζε ότι δεν υπήρχαν οι άδειες δεν θα αγόραζε το διαμέρισμα να υπογράφει με το σύζυγο της το επίδικο συμβόλαιο από το οποίο συνάγεται ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχαν τέτοιες άδειες. Όταν δε της υπεδείχθη το πιο πάνω αυτή έδωσε τη μη πειστική δικαιολογία ότι δεν διάβασαν όλο το συμβόλαιο αλλά απλώς του έριξαν μια ματιά. Το ότι όμως εν πάση περιπτώσει η μη ύπαρξη της άδειας οικοδομής δεν ήταν σημαντικό για την παραπονούμενη σε σχέση με την υπογραφή του συμβολαίου φαίνεται και από το ότι έκανε αναφορά για αυτό στη δεύτερη της κατάθεση μόνο όταν ρωτήθηκε σχετικά από την Αστυνομία και μάλιστα στην αντεξέταση της ανέφερε ότι αν δεν ερωτάτο σχετικά μάλλον δεν θα το έλεγε, επειδή δεν θα το σκεφτόταν και ότι κάποιος όταν του παρουσιάζουν σχέδια νομίζει ή υπολογίζει ότι έχουν άδεια οικοδομής για να κτίσουν. Περαιτέρω το πιο πάνω φαίνεται και από το τεκμήριο 19 επιστολή ημερ. 5.5.05 και τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2 ότι δηλ. έστειλαν την εν λόγω επιστολή στον κατηγορούμενο 2 και τον πληροφορούσαν ότι ήθελαν να ακυρώσουν το επίδικο συμβόλαιο γιατί δεν είχε καν πλησιάσει να τελειώσει το διαμέρισμα καθώς και γιατί είχαν οικονομικά προβλήματα και δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν το υπόλοιπο και στην οποία επιστολή δεν γίνεται καθόλου λόγος για το θέμα της άδειας. Όσον δε αφορά το ποιος ετοίμασε το συμβόλαιο τεκμήριο 15Β ενώ στην κατάθεση της τεκμήριο 18Α ανέφερε ότι αυτό ετοιμάσθηκε από την κατηγορούμενη 1 στην αντεξέταση της όταν ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε αρχικά ότι υποθέτει ότι το ετοίμασε ο κατηγορούμενος 2 ενώ στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει ποιος το ετοίμασε. Ανέφερε επίσης ότι όταν τους δόθηκε το συμβόλαιο για υπογραφή δεν υπήρχαν σε αυτό άλλες υπογραφές. Αυτά συνάδουν με τη θέση του κατηγορούμενου 2 ότι το συμβόλαιο ετοιμάσθηκε από το Μάικλ και αφού του δόθηκε και το είδε μετά το έδωσε στο Μάικλ μαζί με τα σχέδια και ο τελευταίος το έδωσε στους παραπονούμενους, οι οποίοι το υπέγραψαν στην Αγγλία και στη συνέχεια το έστειλε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος και το υπέγραψε. Ως εκ των άνω οι υπό αναφορά θέσεις της παραπονούμενης δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς περιστροφές, πάντα σύμφωνα με τη μνήμη του, η οποία να σημειωθεί ότι δεν ήταν και πολύ καλή ενώ και τα όσα ανέφερε είναι λογικά, υποστηρίζονται από την υπόλοιπη μαρτυρία και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δέχθηκε ότι υπέγραψε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τεκμήριο 15Β ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι έτσι συμφωνούσε με το περιεχόμενο του καθώς και ότι έλαβε από την παραπονούμενη και το σύζυγο της τα ποσά που αναφέρονται στις αποδείξεις του τεκμηρίου 14Β. Η δε θέση του σε σχέση με το ποιος ετοίμασε το συμβόλαιο αυτό, πού υπογράφτηκε και πότε, αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Υποστήριξε επίσης ότι ποτέ δεν διαβεβαίωσε την παραπονούμενη και το σύζυγο της ότι υπήρχε άδεια οικοδομής για το επίδικο συγκρότημα διαμερισμάτων. Το μόνο σημείο στη μαρτυρία του το οποίο φαίνεται να παρουσιάζει αντίφαση είναι ότι για πρώτη φορά συνάντησε την παραπονούμενη και το σύζυγο της τον Ιούλιο του
- Αυτό όμως δεν μπορεί να ευσταθήσεί γιατί ως και ο ίδιος δέχθηκε έλαβε από τα πρόσωπα αυτά το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη με αρ. 0112 του τεκμηρίου 14Β, την οποία έκδωσε ο ίδιος και φέρει ημερομηνία 22.5.
- Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας του και κυρίως το ότι, ως διαφάνηκε από αυτήν και ο ίδιος ανέφερε, η μνήμη του δεν ήταν καλή κρίνω ότι η αντίφαση αυτή δεν είναι ουσιώδης και δεν πλήττει την αξιοπιστία του σε βαθμό που η μαρτυρία του να απορριφθεί στο σύνολο της ως αναληθής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απόρριψη της θέσης του αυτής δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι συναντήθηκε με τα εν λόγω πρόσωπα το Μάρτιο του 2004, ως ήταν ο ισχυρισμός της Μ.Κ.2, αλλά το μόνο που δείχνει είναι ότι συναντήθηκαν τον Μάιο του έτους αυτού. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Γιάννης Παπαιωάννου υιός του κατηγορούμενου
- Ήταν εμφανές από την όλη μαρτυρία αυτού ότι πέραν των όσων ανέφερε στην κατάθεση του ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση για τα υπόλοιπα επίδικα θέματα στην παρούσα αφού ως ο ίδιος ανέφερε, σε αρκετές ερωτήσεις, κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε γνώση για τις ενέργειες της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Από τη μαρτυρία του λοιπόν γίνεται δεκτό ότι η μόνη φορά που συναντήθηκε με την παραπονούμενη και το σύζυγο της ήταν στο ξενοδοχείο CORAL BAY όπου στην παρουσία των Μάικλ και Βικτόριας του έδωσαν το ποσό των Λ.Κ.1,000 ως προκαταβολή για την αγορά διαμερίσματος από την εταιρεία του πατέρα του και ο μάρτυρας τους έδωσε την απόδειξη με αρ. 0092 ημερ. 24.3.
- Ο λόγος που πήγε αυτός να εισπράξει το εν λόγω ποσό ήταν ότι του το ζήτησε ο πατέρας του επειδή εκείνη τη μέρα απουσίαζε στο εξωτερικό. Τα όσα δε ανέφερε ο μάρτυρας για την εξασφάλιση μέχρι σήμερα πολεοδομικής άδειας αλλά και για την περάτωση του επίδικου διαμερίσματος δεν είναι ουσιώδη για την παρούσα εφόσον κρίσιμος χρόνος, ως θα διαφανεί κατωτέρω, είναι ο χρόνος σύναψης του συμβολαίου τεκμήριο 15Β. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Αίγλη Κοκκινόφτα λειτουργός του Επαρχιακού Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου. Η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με σαφήνεια, λεπτομέρεια και αμεροληψία στις αιτήσεις της κατηγορούμενης 1 σε σχέση με την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για το επίδικο συγκρότημα καθώς και για την τύχη αυτών. Η δε μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Πρέπει και για αυτή τη μάρτυρα να λεχθεί ότι οι λόγοι απόρριψης της πρώτης αίτησης για πολεοδομική άδεια που κατέθεσε η κατηγορούμενη 1 στις 31.3.05 αλλά και οι όροι τέτοιας άδειας που χορηγήθηκε στις 13.11.08 δεν είναι ουσιώδεις εφόσον αυτά έγιναν αρκετό χρόνο μετά τον κρίσιμο χρόνο, που ως προαναφέρθηκε είναι αυτός της σύναψη του συμβολαίου τεκμήριο 15Β. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή μετά την πάνω αξιολόγηση της καταλήγω στα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ιδρύθηκε το 1982 και ασχολείτο με την ανάπτυξη γης και οικοδομών. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν από την ίδρυση της κατηγορούμενης 1 και μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 2006 διευθυντής αυτής. Περί το 2004 η κατηγορούμενη 1 σχεδίασε την ανέγερση συγκροτήματος 6 διαμερισμάτων με την ονομασία «Pantheon Apartments», στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 6760, τεμάχιο 466 του Φ./Σχ. XLV/50, στη τοποθεσία Κάμπος του χωριού Χλώρακα (στο εξής το επίδικο τεμάχιο). Τα αρχιτεκτονικά σχέδια του συγκροτήματος ετοιμάσθηκαν από αρχιτεκτονικό γραφείο. Η Μ.Κ.2 και ο σύζυγος της (στο εξής οι παραπονούμενοι) ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν διαμέρισμα στο προαναφερόμενο συγκρότημα μέσω κάποιου Μάικλ που ήταν μεσίτης. Έτσι στις 24.3.04 οι παραπονούμενοι στην παρουσία του Μάικλ και κάποιας Βικτόριας, στο ξενοδοχείο CORAL BAY, έδωσαν στο Μ.Υ.1 γιο του κατηγορούμενου 2 το ποσό των Λ.Κ.1,000 ως προκαταβολή για να τους κρατήσουν το διαμέρισμα. Ο Μ.Υ.1 έλαβε το ποσό και εξέδωσε και παρέδωσε στους παραπονούμενους την απόδειξη είσπραξης της κατηγορούμενης 1 ημερ. 24.3.04 με αρ. 0092 (βλ. στο τεκμήριο 14Β). Στη συνέχεια ο Μάικλ ετοίμασε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τεκμήριο 15Β, το οποίο έδωσε στον κατηγορούμενο 2 και αφού εκείνος το είδε του το επέστρεψε μαζί με τα σχέδια. Ο Μάικλ πήρε το εν λόγω συμβόλαιο στην Αγγλία όπου βρίσκονταν οι παραπονούμενοι, οι οποίοι και το υπέγραψαν εκεί. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τους παραπονούμενους σε αυτό δεν υπήρχαν άλλες υπογραφές. Στη συνέχεια ο Μάικλ έστειλε το υπογραμμένο από τους παραπονούμενους συμβόλαιο στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος και το υπέγραψε στις 11.5.04 για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και του Λοίζου Χαραλάμπους. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρονται ως πωλητές η κατηγορούμενη 1 και ο Λοίζος Χαραλάμπους και αγοραστές οι παραπονούμενοι. Επίσης αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη 1 αγόρασε από τον Χαραλάμπους το επίδικο ακίνητο με συμβόλαιο ημερ. 17.1.04 και θα γίνουν οι εγγεγραμμένοι και μοναδικοί ιδιοκτήτες αυτού και ότι στο ακίνητο θα αναγερθεί το συγκρότημα «Pantheon Apartments» αποτελούμενο από 6 διαμερίσματα. Με το εν λόγω συμβόλαιο πωλείται στους παραπονούμενους το διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων με αρ. 101 στον πρώτο όροφο του προαναφερόμενου συγκροτήματος, με χώρο στάθμευσης, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.73,950, η πληρωμή του οποίου θα γίνεται ως ακολούθως: Λ.Κ.1,000 ως προκαταβολή, Λ.Κ.5,000 στις 22.5.04, Λ.Κ.34,000 στις 20.7.04 και Λ.Κ.32,950 στις 31.5.05 που είναι και η ημερομηνία της προβλεπόμενης παράδοσης του διαμερίσματος στους αγοραστές. Περαιτέρω με το εν λόγω συμβόλαιο οι πωλητές «δηλώνουν και εγγυώνται ότι θα εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής και ότι έχουν αιτηθεί για τέτοια με την αίτηση αριθμός ......... ημερ. ........ για την ανέγερση της εν λόγω ιδιοκτησίας από το Τμήμα Πολεοδομίας της Πάφου και τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τους ισχύοντες Κανονισμούς». Στις 22.5.04 οι παραπονούμενοι έδωσαν στον κατηγορούμενο 2 το ποσό των Λ.Κ.5,000 και εκείνος τους έκδωσε απόδειξη της κατηγορούμενης 1, ίδιας ημερομηνίας με αρ. 0112 (βλ. στο τεκμήριο 14Β). Επίσης στις 21.7.04 οι παραπονούμενοι έδωσαν στον κατηγορούμενο 2 το ποσό των Λ.Κ.34,000 και εκείνος τους έκδωσε απόδειξη της κατηγορούμενης 1, ίδιας ημερομηνίας με αρ. 0113 (βλ. στο τεκμήριο 14Β). Την ίδια μέρα οι παραπονούμενοι ρώτησαν τον κατηγορούμενο 2 πότε θα ήταν έτοιμο το διαμέρισμα και εκείνος τους είπε ότι θα υπήρχε λίγη καθυστέρηση όχι πέραν των 4 εβδομάδων. Στη συνέχεια οι παραπονούμενοι επισκέφθηκαν το ανεγειρόμενο συγκρότημα ορισμένες φορές και διαπίστωσαν ότι οι εργασίες δεν προχωρούσαν. Προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον κατηγορούμενο 2 αλλά εκείνος δεν απαντούσε στα τηλέφωνα τους. Έτσι επικοινώνησαν με τους Μάικλ και Βικτόρια, οι οποίοι τους είπαν ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε μεταβεί στην Ελλάδα. Στη συνέχεια αποφάσισαν να πάρουν νομική συμβουλή και περί το Μάιου του 2005 ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο. Στις 5.5.05 οι παραπονούμενοι με επιστολή που έστειλαν στον κατηγορούμενο 2 τον πληροφορούσαν ότι ήθελαν να ακυρώσουν το επίδικο συμβόλαιο γιατί δεν είχε καν πλησιάσει να τελειώσει το διαμέρισμα καθώς και γιατί είχαν οικονομικά προβλήματα και δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν το υπόλοιπο. Αναφορικά με το επίδικο τεμάχιο κατατέθηκε στις 31.3.05 από την κατηγορούμενη 1 αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας με αρ. φακέλου ΠΑΦ/550/2005, η οποία αφορούσε την ανέγερση 6 διαμερισμάτων. Την αίτηση αυτή υπέγραψε ο κατηγορούμενος
- Η αίτηση αυτή μετά από επί τόπου εξέταση της ανεγειρόμενης οικοδομής απορρίφθηκε στις 20.2.06 με επιστολή-έντυπο γνωστοποίησης άρνησης χορήγησης πολεοδομικής άδειας προς την κατηγορούμενη 1 ίδιας ημερομηνίας. Όταν λοιπόν συνήφθη το συμβόλαιο τεκμήριο 15Β δεν υπήρχε ούτε πολεοδομική άδεια ούτε άδεια οικοδομής. Από έλεγχο που έγινε στα Αρχεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου στις 23.10.06 διαπιστώθηκε ότι ιδιοκτήτης του πιο πάνω ακινήτου ήταν τότε η κατηγορούμενη 1 και προηγούμενος ιδιοκτήτης ήταν ο Λοίζος Χαραλάμπους. Για το εν λόγω τεμάχιο δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Πάφου το αγοραπωλητήριο έγγραφο τεκμήριο 15Β ούτε και οποιαδήποτε αίτηση διαχωρισμού. Για την καταχώρηση δε τέτοιας αίτησης απαιτείτο η προσκόμιση του τίτλου, αρχιτεκτονικού σχεδίου και πολεοδομικής άδειας καθώς και άδειας οικοδομής. Μέχρι τις 24.10.06 δεν υποβλήθηκε για το επίδικο συγκρότημα στην ΑΗΚ καμία αίτηση για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα θα εξετάσω στη συνέχεια αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα κατηγορείται προφανώς με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν γίνει δεκτά φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας και όχι προσωπικά. Κατηγορείται στην ουσία για παροχή συνδρομής στη διάπραξή των υπό εξέταση αδικημάτων. Η ιδιότητα όμως ενός φυσικού προσώπου ως διευθυντή ενός νομικού προσώπου δεν είναι αφ' εαυτής και δίχως άλλο αρκετή για να οδηγήσει στην εναντίον του διευθυντή στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης από τη διάπραξη αδικήματος από το νομικό πρόσωπο (βλ. Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Ο διευθυντής ενός νομικού προσώπου μπορεί να έχει ποινική ευθύνη για αδικήματα που τελούνται από το νομικό πρόσωπο ως συνεργός του νομικού προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έχει δε νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του πιο πάνω άρθρου (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία κατά τον επίδικο χρόνο δηλ. το 2004 είχαν ως ακολούθως: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα φαίνονται τα ακόλουθα: Σίγουρα περί το Μάρτιο αλλά και Μάιο του 2004 το επίδικο συγκρότημα δεν διέθετε άδεια οικοδομής. Αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, η οποία προηγείται και προαπαιτείται για την εξασφάλιση άδειας οικοδομής, δεν καταχωρήθηκε από την κατηγορούμενη 1, μέσω του κατηγορούμενου 2, παρά μόνο στις 31.3.05 και μάλιστα αυτή απορρίφθηκε στις 20.2.
- Η θέση όμως της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος 2 περί το Μάρτιο του 2004 τους διαβεβαίωσε ότι το επίδικο συγκρότημα είχε άδεια οικοδομής δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί έστω ότι κατά το Μάρτιο του 2004 οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ψευδή παράσταση. Ακόμη όμως και αν γινόταν αυτό δεκτό η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε, ως άλλωστε φαίνεται και από τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 1, ότι η ψευδής παράσταση έγινε από τους κατηγορούμενους με τη συμφωνία δηλ. το συμβόλαιο τεκμήριο 15Β και όχι με τον πιο πάνω τρόπο ως ήταν η θέση της παραπονούμενης. Στο δε συμβόλαιο αυτό δεν αναφέρεται εν πάση περιπτώσει ότι υπάρχει άδεια οικοδομής. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος η παράσταση αυτή συνίστατο στο ότι το πωληθέν στους παραπονούμενους διαμέρισμα θα διαθέτει όλες τις πολεοδομικές άδειες, παροχή ρεύματος, νερού και τίτλο ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. Στο συμβόλαιο τεκμήριο 15Β δεν γίνεται καμία αναφορά ότι το διαμέρισμα θα διαθέτει πολεοδομικές άδειες, παροχή ρεύματος, νερού και τίτλο ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. Ακόμη όμως και υπήρχε τέτοια πρόνοια είναι εμφανές ότι αυτό ήταν μια υπόσχεση αφού αναφέρεται σε μελλοντικό χρόνο. Συνεπώς δεν θα υπήρχε η απαιτούμενη για στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος παράσταση γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος αφού δεν αναφέρεται ότι το διαμέρισμα τότε διέθετε τα πιο πάνω. Άλλωστε στο συμβόλαιο τεκμήριο 15Β αυτό που αναφέρεται από την κατηγορούμενη 1 μέσω του κατηγορούμενου 2 είναι ότι το διαμέρισμα θα διαθέτει άδεια οικοδομής, η οποία ως προαναφέρθηκε διαφέρει από την πολεοδομική άδεια, της οποίας την έκδοση προϋποθέτει. Αλλά και πάλι αυτό αποτελεί υπόσχεση και όχι παράσταση ύπαρξης τέτοιας άδειας. Αυτό που μπορεί να συναχθεί χωρίς αμφιβολία από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου συμβολαίου η κατηγορούμενη 1 δεν είχε αιτηθεί άδειας οικοδομής, σε αντίθεση με το τι αναφέρεται στο συμβόλαιο. Ως φαίνεται τέτοια αίτηση για έκδοση τέτοιας άδειας δεν υποβλήθηκε τότε ενώ η αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας κατατέθηκε αργότερα και συγκεκριμένα στις 31.3.
- Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η θέση της υπεράσπισης ότι υπάρχει αμφιβολία κατά πόσο υπήρξε τέτοια παράσταση γεγονότος μέσω του συμβολαίου, η οποία στηρίχθηκε στο ότι σε αυτό είναι ασυμπλήρωτος ο αρ. της αίτησης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η μη αναφορά αριθμού της αίτησης δεν μπορεί να εξουδετερώνει τη δήλωση ότι κατατέθηκε τέτοια, η οποία είναι ρητή. Το συμβόλαιο τεκμήριο 15Β είναι άλλωστε η καλύτερη αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με τα συμφωνηθέντα και ως έχει νομολογηθεί όταν μια συμφωνία διατυπώνεται γραπτώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που διατυπώθηκαν στο έγγραφο (βλ. Πολύφημος Χοτέλς Λτδ. ν. Μούτση
(2000)2 Α.Α.Δ. 1809). Άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι υπογράφοντας το συμβόλαιο αποδέχθηκε το περιεχόμενο του ως είχε. Όμως ως έχει αναφερθεί η ψευδής παράσταση στην οποία στηρίζεται η πρώτη κατηγορία είναι ότι το διαμέρισμα θα διέθετε πολεοδομικές άδειες και όχι ότι είχε υποβληθεί αίτηση για άδεια οικοδομής ενώ δεν είχε υποβληθεί τέτοια, θέμα το οποίο ασφαλώς και είναι διαφορετικό. Η κατηγορούσα αρχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με άδεια του Δικαστηρίου τροποποίησε και τις δύο κατηγορίες και αν και γνώριζε την πιο πάνω λεπτομέρεια ότι δηλ. σε αυτό συνίστατο η ψευδής παράσταση δεν προέβη και σε αυτή την τροποποίηση. Ως έχει λεχθεί ανωτέρω όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται, αν η κατηγορούσα αρχή δεν προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου. Ακόμη όμως και αν γινόταν τέτοια τροποποίηση τότε θα αποδεικνυόταν μεν ψευδής παράσταση αλλά όμως και πάλι δεν θα στοιχειοθετείτο το αδίκημα εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι τέτοια παράσταση επέδρασε στο μυαλό των παραπονούμενων, είχε δηλ. ως αποτέλεσμα την απόσπαση των χρημάτων. Αυτό γιατί η θέση της Μ.Κ.2, που μάλιστα δεν έγινε δεκτή, ήταν ότι αν γνώριζαν ότι δεν υπήρχε άδεια οικοδομής δεν θα αγόραζαν το διαμέρισμα και σε καμία περίπτωση δεν ανέφερε ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα και αν γνώριζε ότι δεν είχε καταχωρηθεί σχετική αίτηση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία 1 εναντίον των κατηγορουμένων. Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 2 αυτό εδράζεται στο άρθρο 303(α)(γ) το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο είχε ως ακολούθως: «
- Όποιος, είναι πωλητής περιουσίας ή ενυπόθηκος οφειλέτης, ή είναι δικηγόρος, ή αντιπρόσωπος αυτών, με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο ο οποίος του προσφέρθηκε ή ο οποίος προσκομίστηκε και με σκοπό καταδολίευσης- ................................................................................................................... (α) αποκρύβει από τον αγοραστή ή από τον ενυπόθηκο δανειστή ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος (γ) προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποσιωπά ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Από το λεκτικό λοιπόν της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ή ο δικηγόρος, ή ο αντιπρόσωπος αυτών,
- Με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο, ο οποίος του προσφέρθηκε ή ο οποίος προσκομίστηκε,
- Και με σκοπό καταδολίευσης,
- Να προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποσιωπά ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο ή αποκρύβει ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. Είναι λοιπόν βασικό συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος η ύπαρξη τίτλου. Ερχόμενος στην κατηγορία 2 στην παρούσα στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από τους αγοραστές του επίδικου διαμερίσματος ότι δεν είχαν κατατεθεί οι αναγκαίες αιτήσεις για να εκδοθεί πολεοδομική άδεια για να εξασφαλισθεί ξεχωριστός τίτλος. Η δε θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι το αδίκημα αυτό διαπράχθηκε από τους κατηγορούμενους με την υπογραφή του συμβολαίου τεκμήριο 15Β. Στο εν λόγω συμβόλαιο όμως δεν γίνεται πουθενά αναφορά για την έκδοση, πόσο μάλλον για την ύπαρξη τίτλου σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα. Από δε τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε τέτοιος τίτλος. Πέραν τούτου και από τις λεπτομέρειες του αδικήματος φαίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή δέχεται ότι δεν υπήρχε τέτοιος τίτλος εφόσον γίνεται αναφορά σε ενέργειες που θα οδηγούσαν στην εξασφάλιση τέτοιου. Συνεπώς κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο διαμέρισμα, ούτε και προσφέρθηκε τέτοιος στους παραπονούμενους αλλά ούτε και απεκρύφθη οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τέτοιον. Ακόμη και η Μ.Κ.2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε αναφέρθηκε σε τίτλο ιδιοκτησίας. Είναι λοιπόν εμφανές ότι ακόμη και αν πράγματι οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν ότι δεν κατέθεσαν τις αναγκαίες αιτήσεις, που σημειωτέον ως φαίνεται στο τεκμήριο 15Β, δεν αναφέρονται στην έκδοση πολεοδομικών αδειών ως κατηγορούνται αλλά στην έκδοση άδειας οικοδομής, αυτό δεν ήταν ουσιώδες γεγονός το οποίο ήταν σε συνάφεια με υφιστάμενο τίτλο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ούτε η κατηγορία
- Παρά τα πιο πάνω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα προχωρήσω στην εξέταση των θέσεων της υπεράσπισης ότι όσον αφορά τις επίδικες κατηγορίες εγείρεται το δόγμα του autrefois acquit καθώς και ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας με δεδομένο ότι οι κατηγορούμενοι δικάστηκαν και αθωώθηκαν στις 11.6.08 στην ποινική υπόθεση 14039/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Όσον αφορά την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου στην υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 με αναφορά στον Archbold 1995 και στην αγγλική νομολογία (βλ. Connelly v. D.P.P. [1964] A.C. 1254) λέχθηκαν τα ακόλουθα:
- Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου) και ότι οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων.
- Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της πρώτης κατηγορίας δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος του autrefois.
- Το δόγμα αυτό είναι διαθέσιμο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες αυτός θα μπορούσε να καταδικαστεί στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης.
- Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit ή convict μπορεί να γίνει για μια αθώωση ή καταδίκη σε προηγούμενη διαδικασία όταν το αδίκημα στη νέα διαδικασία είναι το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο με το προηγούμενο ή όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να είχε καταδικασθεί γι' αυτό στην προηγούμενη διαδικασία (βλ. Ηλιάδης, Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 100) Το δόγμα του autrefois acquit ή convict προβλέπεται στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 στα πλαίσια του οποίου προβάλλεται δικονομικά ως ειδική απάντηση. Οι πρόνοιες του όμως βρίσκουν και συνταγματική κάλυψη στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, στο οποίο δεν τίθεται περιορισμός ως προς το στάδιο στο οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού. Ενόψει αυτού του νομικού πλαισίου κρίνω ότι το θέμα μπορεί να εγερθεί και να αποφασισθεί και στο παρόν στάδιο, της έκδοσης δηλ. τελικής απόφασης. Ως συνάγεται από τα πιο πάνω για να κριθεί στην κατά πόσο ισχύει στην παρούσα το δόγμα του autrefois acquit πρέπει να εξετασθεί εάν τα αδικήματα σε αυτήν είναι τα ίδια με τα αδικήματα στην υπόθεση 14039/06 με την έννοια ότι προκύπτουν από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια. Στην ποινική υπόθεση 14039/06, οι κατηγορούμενοι στην παρούσα, αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες 1-2 και 7-8 που αφορούσαν αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απάτης κατά την πώληση περιουσίας σε σχέση με το ίδιο οικοδομικό συγκρότημα που αφορούν οι κατηγορίες 1-2 στην παρούσα. Όμως οι κατηγορίες στην υπόθεση εκείνη αφορούσαν την πώληση άλλων διαμερισμάτων, είχαν άλλους παραπονούμενους και στηρίζονταν σε διαφορετικά συμβόλαια που προφανώς δεν συνήφθησαν κατά τον ίδιο χρόνο με το τεκμήριο 15Β στην παρούσα. Η δε θέση της υπεράσπισης ότι το ταυτόσημο των γεγονότων στηρίζεται στο ότι είχαν, κατά τη θέση της κατηγορούσας αρχής, την ίδια γενεσιουργό αιτία που ήταν η έλλειψη πολεοδομικής άδειας, η οποία ήταν κοινή και αφορούσε όλα τα διαμερίσματα του ίδιου συγκροτήματος, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό γιατί μπορεί κάποια από τα γεγονότα των δύο υποθέσεων να ήταν κοινά όπως το θέμα της ύπαρξης πολεοδομικής άδειας αλλά δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρχε η απαιτούμενη, για το υπό εξέταση θέμα, ταύτιση αυτών αφού ως έχει αναφερθεί αφορούσαν την κατάρτιση διαφορετικών συμβολαίων, με διαφορετικούς αγοραστές, για διαφορετικά διαμερίσματα, σε διαφορετικούς χρόνους. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι τα γεγονότα που τέθηκαν στις δύο υποθέσεις δεν είναι ταυτόσημα γεγονότα ή έστω ουσιαστικά τα ίδια και συναφώς το δόγμα του autrefois acquit δεν ισχύει στην παρούσα. Μετά την εξέταση των ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση της εισήγησης της υπεράσπισης ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση. Ήταν σχετικά η θέση αυτή ότι η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να περιλάβει τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης σε εκείνες της υπόθεσης 14039/06 ούτως ώστε να εκδικασθούν ταυτόχρονα και ότι η καταχώρηση και προώθηση δύο ξεχωριστών υποθέσεων αντί μιας απολήγει σε κατάχρηση διαδικασίας, η οποία πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή των κατηγορουμένων. Το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας εξετάστηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 με αναλυτική αναφορά τόσο στη σχετική αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση εκείνη λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.» Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στη αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Περαιτέρω η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου τονίστηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Μετά από επισκόπηση της αγγλική νομολογίας η Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) καταλήγει ότι την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια κάνοντας αναφορά στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, όπου διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και ο σκοπός που τη διαπνέει ως εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην N.C.P. DIAMONDS CO. LTD v. Ιωαννίδη κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 162 από την οποία συνάγεται ότι η καταχώριση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αριθμό αδικημάτων δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε ακυρότητα καμιά δίκη αλλά η σχετική εισήγηση μπορεί και πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Εξετάζοντας στην παρούσα τα γεγονότα αυτής φαίνονται τα ακόλουθα: Αν και οι κατηγορούμενοι στην παρούσα είναι οι ίδιοι και τα αδικήματα είναι της ίδιας φύσης με αυτά στην ποινική υπόθεση 14039/06, τα συμβόλαια στα οποία στηρίζει τις κατηγορίες η κατηγορούσα αρχή δεν καταρτίστηκαν κατά τον ίδιο χρόνο και αφορούν διαφορετικά διαμερίσματα, με διαφορετικούς αγοραστές. Η καταγγελία της παρούσας υπόθεσης από τους παραπονούμενους στην παρούσα έγινε στις 28.11.06 δηλ. μετά την καταχώρηση της υπόθεσης 14039/06, η οποία ορίσθηκε για πρώτη φορά στις 31.10.
- Η παρούσα καταχωρήθηκε στις 27.12.07 περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες (η κατηγορία 3 στην παρούσα έχει ανασταλεί) που αναφέρονται στην ίδια πώληση ενώ η υπόθεση 14039/06 περιλαμβάνει 18 κατηγορίες που αναφέρονται σε 6 περιπτώσεις πώλησης, δύο εκ των οποίων για άλλα διαμερίσματα του ίδιου συγκροτήματος με την παρούσα. Η παρούσα περιλαμβάνει στο κατηγορητήριο 11 μάρτυρες ενώ η υπόθεση 14039/06,
- Από τους μάρτυρες αυτούς 6 είναι κοινοί και η μαρτυρία τους αφορά κάποια από τα γεγονότα που ήταν κοινά και στις δύο υποθέσεις όπως τα όσα προέκυψαν από την έρευνα στο Κτηματολόγιο για το επίδικο ακίνητο. Η ακρόαση της υπόθεσης 14039/06 άρχισε περί τις αρχές του 2008 και η υπόθεση περατώθηκε με την τελική αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 11.6.
- Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι με δεδομένο ότι η καταγγελία στην παρούσα έγινε μετά την καταχώρηση της υπόθεσης 14039/06 οι κατηγορίες της παρούσας δεν μπορούσαν να περιληφθούν αρχικά στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 14039/
- Περαιτέρω από τα γεγονότα που έχουν τεθεί δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι δύο υποθέσεις έχουν τους ίδιους μάρτυρες και τεκμήρια και ότι στηρίζονται στα ίδια γεγονότα έστω και αν υπάρχει ως ένα σημείο κοινή μαρτυρία εφόσον αυτή αφορά κάποια και μόνο από τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου δεν είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που θα πρέπει να διεξαχθεί δύο φορές δικαστική διαδικασία όπου θα ακουστούν οι ίδιοι μάρτυρες επί των ίδιων γεγονότων και τεκμηρίων. Η κατηγορούσα αρχή είχε μεν τη δικονομική δυνατότητα με βάση το άρθρο 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, πριν την ακρόαση της υπόθεσης 14039/06 να προσθέσει τις κατηγορίες της παρούσας στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 14039/
- Όμως ως έχει αναφερθεί στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, όπου εξετάσθηκε και πάλι θέμα κατάχρησης του δικαιώματος της κατηγορούσας αρχής σε ποινική υπόθεση, οι δικονομικοί κανόνες για τη διαμόρφωση ενός κατηγορητηρίου στην Κυπριακή έννομη τάξη δεν είναι πανομοιότυποι με τους αντίστοιχους αγγλικούς. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί, όπως στην αγγλική νομολογία, ότι αποτελεί λόγο, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση διαδικασίας, η παράλειψη από την κατηγορούσα αρχή χρήσης των δικονομικών κανόνων διαμόρφωσης ενός κατηγορητηρίου, βάσει των οποίων κατηγορίες που έχουν συνάφεια μεταξύ τους να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Κατ' επέκταση η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να προσθέσει στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 14039/06 όλες τις κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται και στις δύο υποθέσεις, σε συνδυασμό με το ότι ως έχει προαναφερθεί, η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που θα πρέπει να διεξαχθεί δύο φορές δικαστική διαδικασία με την ίδια μαρτυρία επί των ίδιων γεγονότων, δεν οδηγεί από μόνη της σε κατάχρηση της διαδικασίας. Επίσης δεν μπορεί να λεχθεί, ενόψει των υπό αναφορά δεδομένων των δύο υποθέσεων, ότι οι κατηγορούμενοι είναι αναγκασμένοι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους δύο φορές, προβάλλοντας την ίδια ακριβώς υπεράσπιση στηριζόμενη στα ίδια γεγονότα. Δεν υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο να εκδοθούν στα πλαίσια των υποθέσεων αυτών αντικρουόμενες αποφάσεις επί της μαρτυρίας ίδιων γεγονότων και κατ' επέκταση να προκληθεί στους κατηγορούμενους αίσθημα αδικίας και έτσι να κλονισθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης στη δικαστική διαδικασία και να πληγεί η αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω το ότι οι κατηγορούμενοι θα υποστούν διπλά έξοδα καθώς και ταλαιπωρία αλλά και την αγωνία που επισύρει από άποψη χρόνου αλλά και εκ των πραγμάτων η εκδίκαση δύο ποινικών υποθέσεων, δεν αποτελεί αχρείαστη ταλαιπωρία εφόσον όλες οι ποινικές δίκες από τη φύση τους εμπερικλείουν τέτοια ταλαιπωρία για κάθε κατηγορούμενο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η καταχώρηση και προώθηση των δύο υπό αναφορά υποθέσεων δεν προκάλεσε στους κατηγορούμενους αχρείαστη ταλαιπωρία και καταπίεση και δεν απολήγει αναμφίβολα σε κατάχρηση διαδικασίας ώστε να δικαιολογείται η καταστολή αυτής. Ως εκ τούτου και αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Εν κατακλείδι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απόσπαση χρημάτων με ψ/π - Απάτη κατά την πώληση περιουσίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο