← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παύλου Παύλου, Αρ. Υπόθεσης: 9979/07, 7.9.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παύλου Παύλου, Αρ. Υπόθεσης: 9979/07, 7.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9979/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παύλου Παύλου Ημερομηνία: 7.9.2010 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Παναγιώτου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 8.10.06 στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου επιτέθηκε εναντίον του Δημήτρη Μιχαηλίδη και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος και άλλοι τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσων των μαρτύρων όσο και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Δρ. Γρηγόρης Τρύφωνος, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και εξέτασε τον παραπονούμενο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η ορθοπεδικός χειρουργός Δρ. Θεονίτσα Δαμασκηνού, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και επίσης εξέτασε τον παραπονούμενο μετά που κλήθηκε από το Μ.Κ.
  1. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες πρέπει να λεχθεί ότι μου έκαναν καλή εντύπωση. Απαντούσαν με σαφήνεια και λεπτομέρεια στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ήταν ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι. Άλλωστε η μαρτυρία τους στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο παραπονούμενος του ανέφερε άλγος στον αυχένα και παρουσίαζε ερυθρότητα στην τραχηλική χώρα στα αριστερά, χωρίς άλλες εξωτερικές κακώσεις. Αντικειμενική και νευρολογική εξέταση δεν έδειξαν παθολογικά ευρήματα. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης χωρίς να φανεί κάταγμα αλλά επειδή ο παραπονούμενος συνέχιζε να παραπονείται ότι πονούσε τον αυχένα κρατήθηκε μέχρι το πρωί και κλήθηκε η ορθοπεδικός Μ.Κ.
  2. Αν ο παραπονούμενος δεν ανέφερε ότι πονούσε δεν θα κρατείτο. Η διάγνωση του Μ.Κ.2 ήταν ότι ο παραπονούμενος υπέστη θλάση μαλακών μορίων δηλ. των μυών του αυχένα. Έτσι του συνεστήθη κολάρο και αναλγητικά. Τα αναλγητικά του χορηγήθηκαν γιατί ανέφερε ότι πονούσε. Ανέφερε δε ότι η θλάση αυτή μπορεί να προκληθεί από κάκωση ή ψύξη. Η δε κάκωση μπορεί να προκληθεί από αρκετούς λόγους όπως άμεσο τραύμα, από τροχαίο ατύχημα ή από πτώση. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο παραπονούμενος έπασχε από κάκωση αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Κλινικά εμφάνιζε ήπια ευαισθησία αυχενικής μοίρας δηλ. ανέφερε ότι πονούσε λίγο όταν του πίεζε τον αυχένα και μικρό περιορισμό κινήσεων του αυχένα δηλ. δεν μπορούσε με άνεση να εκτελέσει κάμψη, έκταση ή στροφή του αυχένα. Υπήρχε κλινική υποψία λόγω των πιο πάνω ότι μπορεί να αποκτούσε κάποιο σοβαρό πρόβλημα στο μέλλον. Αυτό όμως μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο σε επανεξέταση του. Του συνεστήθη τοποθέτηση αυχενικού κολάρου και επανεξέταση στα εξωτερικά ιατρεία και του χορηγήθηκε αναλγητική αγωγή για τον πόνο. Η κάκωση αυχένα μπορεί να προκληθεί από πολλούς λόγους όπως από χτύπημα, από πτώση, από τροχαίο ατύχημα αλλά και από απότομη κίνηση. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Κυριάκος Κυριάκου, εξεταστής της υπόθεσης. Ανέφερε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ήλθαν στην κατοχή του οι καταθέσεις του κατηγορούμενου, των δύο φίλων του παραπονούμενου που ήταν μαζί του κατά το επίδικο βράδυ πριν μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό, του Λοχ. 4749 Πέτρου Λούκα καθώς και του Ε/Αστ. 5479 Κυριάκου Νικολάου. Οι καταθέσεις δε αυτές κατατέθηκαν ως τεκμήρια 5 και τεκμήρια προς αναγνώριση Α, Β, Γ και Δ αντίστοιχα. Η μαρτυρία δε του μάρτυρα αυτού ήταν στην ουσία τυπική εφόσον πέραν των πιο πάνω ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του μόνο για το περιεχόμενο των καταθέσεων τεκμήρια προς αναγνώριση Α, Β, Γ και Δ. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι οι καταθέσεις τεκμήρια προς αναγνώριση Α, Β και Δ δεν έγιναν ποτέ κανονικά τεκμήρια και συνεπώς το περιεχόμενο τους και τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με αυτές από άλλους μάρτυρες δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο παραπονούμενος Δημήτρης Μιχαηλίδης. Η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα ήταν η ακόλουθη: Στις 8.10.06 και περί ώρα 00:30 βρισκόταν στο κατάστημα όπου εργαζόταν στην Λεωφ. Ποσειδώνος στην Κ. Πάφο μαζί με τους φίλους του Μάριο και Άκη. Αφού έκλεισε το κατάστημα αποφάσισαν να πάνε στο μπαρ «BLOUZ BROTHERS» που βρίσκεται στην οδό Αγ. Αντωνίου στην Κ. Πάφο. Πήγαν στο εν λόγω μπαρ με το αυτοκίνητο του Μάριου το οποίο στάθμευσε σε μια πάροδο της οδού Αγ. Αντωνίου πίσω από το κλαμπ «LOFT». Στο εν λόγω μπαρ ήπιε ο καθένας από δύο ποτά. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος ήπιε δυο ποτήρια βότκα με περιεχόμενο 30ml. Αφού ήπιαν τα ποτά αυτά και περί ώρα 01:30 - 02:00 αποφάσισαν να φύγουν. Όταν έφυγαν από το μπαρ αισθάνονταν όλοι καλά και δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Στη συνέχεια πήγαν σε κατάστημα που κάνει γύρο και έφαγαν. Μετά πήγαν προς το αυτοκίνητο για να φύγουν. Φθάνοντας στο αυτοκίνητο είδαν ότι ένα άλλο αυτοκίνητο τους είχε κλείσει και δεν μπορούσαν να φύγουν. Εκείνη την ώρα περνούσε από εκεί ένα περιπολικό της Αστυνομίας στο οποίο επέβαιναν δύο αστυνομικοί με οδηγό τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος έγνεψε με τα χέρια στο περιπολικό να σταματήσει όπως και έγινε και ζήτησε από τους δυο αστυνομικούς να τον βοηθήσουν. Ο κατηγορούμενος ρώτησε τον παραπονούμενο ποιος είναι και αυτός του απάντησε ότι είναι ένας πολίτης. Τότε ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο «Για μένα δεν είσαι τίποτα. Είσαι ένας πεθαμένος». Στη συνέχεια οι αστυνομικοί προχώρησαν λίγο με το περιπολικό και αφού έκαμαν επαναστροφή επέστρεψαν κοντά στον παραπονούμενο και τους φίλους του και αφού σταμάτησαν το όχημα κατέβηκαν κάτω. Τότε ο παραπονούμενος ζήτησε το λόγο από τον κατηγορούμενο γιατί να του μιλήσει με αυτό τον τρόπο και εκείνος του απάντησε «Για μένα είσαι ένα ρεμάλι με μακριά μαλλιά». Ο παραπονούμενος με τους αστυνομικούς δεν είπε τίποτε αλλά ούτε του ανέφεραν ότι είναι υπό σύλληψη και σε λίγο πήγε το άτομο που είχε το αυτοκίνητο που εμπόδιζε και αφού το μετακίνησε ο παραπονούμενος και οι φίλοι του έφυγαν. Τότε ο παραπονούμενος ζήτησε από το Μάριο και τον πήρε στο σπίτι του. Εκεί πήρε το αυτοκίνητο του και πήγε στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στον αξιωματικό υπηρεσίας για να του κάνει παράπονο για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Έκανε το παράπονο του και ο αξιωματικός υπηρεσίας κάλεσε τον κατηγορούμενο να πάει στο Σταθμό λέγοντας του παραπονούμενου ότι θα του έκανε παρατήρηση. Ενώ ο παραπονούμενος ήταν εκεί πήγε εκεί ο κατηγορούμενος και αφού ο παραπονούμενος βγήκε έξω ο κατηγορούμενος μίλησε με τον αξιωματικό υπηρεσίας. Μαζί με τον κατηγορούμενο ήταν και ο άλλος αστυνομικός που ήταν μαζί του πριν στο περιπολικό. Σε λίγο ο αξιωματικός υπηρεσίας φώναξε στον παραπονούμενο και μπήκε στο γραφείο. Εκεί ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο «Καλύτερα να λήξει το θέμα εδώ διαφορετικά θα σε κατηγορήσω και εγώ ότι σου είπα ότι ήσουν υπό σύλληψη και εσύ έφυγες». Ο παραπονούμενος δεν του απάντησε και όταν ο κατηγορούμενος πήγε να βγει από την πόρτα του γραφείου είδε τον παραπονούμενο να κρατά το τηλέφωνό του και χωρίς να του πει τίποτε όρμησε πάνω του και αφού τον έριξε κάτω του είπε να του δώσει το τηλέφωνό και ο παραπονούμενος αρνήθηκε. Τότε ο κατηγορούμενος τον πίεσε στο λαιμό με τον αγκώνα του και ο παραπονούμενος αναγκάστηκε να του δώσει το τηλέφωνο του. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι υπό σύλληψη γιατί έκανε με το τηλέφωνό του λήψη προσωπικών δεδομένων αστυνομικών. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος ζήτησε να πάει σε γιατρό και τον μετέφεραν με αστυνομικό όχημα στο νοσοκομείο όπου αφού έτυχε των Α΄ Βοηθειών τον μετέφεραν και πάλι στην Αστυνομία. Οι γιατροί του έδωσαν κολάρο και μυοχαλαρωτικά χάπια και χρησιμοποίησε το κολάρο για περίπου ένα μήνα. Η μαρτυρία του παραπονούμενου μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά τα όσα έλαβαν χώραν πριν πάει στον Αστυνομικό Σταθμό για να υποβάλει παράπονο και το δεύτερο μέρος αφορά τα όσα διαδραματίσθηκαν στον εν λόγω Σταθμό. Όσον αφορά το πρώτο μέρος πρέπει να λεχθεί ότι ο παραπονούμενος περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα όσα βίωσε, ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του οι οποίες χαρακτηρίζονταν από συνέχεια και λογική και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Το μέρος αυτό γίνεται λοιπόν δεκτό. Δεν μπορεί όμως να λεχθεί το ίδιο όσον αφορά το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του. Αναφορικά με αυτό ήταν εμφανής η υπερβολική προσπάθεια του να πείσει ότι απρόκλητα δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο μέσα στον Αστυνομικό Σταθμό με αποτέλεσμα να του προκληθεί σωματική βλάβη και συγκεκριμένα κάκωση του αυχένα. Πέραν όμως της υπερβολής του αυτής περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις σε σχέση με τον τρόπο που κατ' ισχυρισμό δέχτηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα: Ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι πρώτα ο κατηγορούμενος του όρμησε και τον έριξε κάτω και μετά τον πίεσε στο λαιμό στην αντεξέταση του σε ερώτηση πως χτυπήθηκε απάντησε ότι τον πίεσε με τον αγκώνα του στο λαιμό του με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κάκωση στον αυχένα. Σε επόμενη δε ερώτηση αν είναι σίγουρος ότι έτσι έγινε το χτύπημα απάντησε καταφατικά. Περαιτέρω στην αντεξέταση του δεν δέχτηκε ότι το τηλέφωνό του μπορούσε να ηχογραφήσει και να πάρει βίντεο. Όταν του υποβλήθηκε ότι ανεξαρτήτως αυτού είχε στραμμένο το τηλέφωνο του στο πρόσωπο του κατηγορουμένου απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος τον είδε να κρατά το τηλέφωνο του ήταν στην πόρτα έτοιμος να φύγει κι ακριβώς επειδή φοβήθηκε ότι μπορεί να ηχογραφεί όλα αυτά που έλεγε πήγε και τον χτύπησε. Είναι όμως προφανής η υπερβολική προσπάθεια του να πείσει ότι δέχθηκε απρόκλητα επίθεση από τον κατηγορούμενο φθάνοντας στο σημείο να πει, χωρίς να εξηγήσει πως κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα και χωρίς να είναι λογικό, ότι χωρίς ο ίδιος να κάνει οτιδήποτε ο κατηγορούμενος φοβήθηκε ότι τον ηχογραφούσε με το τηλέφωνο του. Όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε και πάλι αν όταν λέει τον χτύπησε εννοεί ότι έβαλε τον αγκώνα του στο λαιμό και πήρε το κινητό απάντησε καταφατικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τα χέρια για να πιάσει το κινητό του απάντησε αρνητικά και είπε ότι δεν του έπιασε τα χέρια αλλά τον χτύπησε στο λαιμό παραλείποντας να πει ότι πρώτα του όρμησε και τον έριξε κάτω. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη πριν κάνει οποιαδήποτε πράξη σχετικά με τη σύλληψη του απάντησε αρνητικά και είπε ότι ο κατηγορούμενος όρμησε πάνω του, τον έριξε κάτω και του ζήτησε να του δώσει το τηλέφωνο, όταν δεν του το έδωσε τον χτύπησε στο λαιμό χωρίς να του πει ότι είναι υπό σύλληψη. Όταν του υποδείχθηκε ότι πριν ανέφερε ότι το χτύπημα ήταν να βάλει τον αγκώνα στο λαιμό του ενώ τώρα λέει ότι τον έριξε κάτω απάντησε ότι τον έριξε κάτω και τον χτύπησε στο λαιμό. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είπε προηγουμένως ότι τον έριξε κάτω έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν του ζήτησε ο συνήγορος να του πει τι ακριβώς έγινε. Τα όσα ανέφεραν δε σχετικά οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 που τον εξέτασαν μετά το επεισόδιο δεν επιβεβαιώνουν αντικειμενικά τη θέση του όσον αφορά το χτύπημα στο λαιμό καθώς ήταν εμφανές από τη μαρτυρία των γιατρών ότι τα ευρήματα τους για κάκωση του αυχένα στηρίχθηκαν στο ότι ο παραπονούμενος τους είπε ότι πονούσε και επίσης έδειχνε ότι πονούσε όταν τον άγγιζαν στο σημείο και όταν έκανε κινήσεις και αυτά δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν αντικειμενικά. Πέραν τούτου η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η έκταση της οποιασδήποτε βλάβης δεν μπορούσε να διαπιστωθεί παρά μόνο μετά από μελλοντική εξέταση. Ενώ δε ο παραπονούμενος δήλωσε ότι φορούσε το κολάρο που του συνεστήθη από τους γιατρούς για ένα μήνα και ενώ του συστήθηκε να επισκεφθεί ξανά ορθοπεδικό για επανεκτίμηση στις 13.10.06 δηλ. σε 5 μέρες, ούτε ο ίδιος ανέφερε ότι έκανε τέτοια επίσκεψη αλλά ούτε και άλλη σχετική μαρτυρία προσκομίσθηκε ότι έγινε τέτοια και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο όσον αφορά το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο και δεν γίνεται δεκτό. Ως Μ.Υ.1 κλήθηκε ο Αρχιλοχίας 4749 Λούκας Πέτρου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Ουλαμό Άμεση Επέμβασης και ασκούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Η μαρτυρία αυτού θα αξιολογηθεί στη συνέχεια μαζί με την μαρτυρία του κατηγορούμενου για τους λόγους που θα διαφανούν. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ως την ανέφερε στη κατάθεση του την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ήταν η ακόλουθη: Είναι ο Αστ. 2896 και κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφoυ και ήταν τοποθετημένος στο ΟΥΛΑΕ. Στις 7.10.06 ανέλαβε καθήκον η ώρα 19:00 για συνεχές καθήκον μέχρι τις 07:00 της επόμενης ημέρας. Στις 8.10.06 και περί ώρα 02:30 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Ε/Αστ. 5479 στην οδό Kικέρωνoς στην Κ. Πάφο. Όταν έφτασαν στο αδιέξοδο της πιο πάνω οδού ένα άγνωστο πρόσωπο που συνοδευόταν από δεύτερο τους έγνεψε να πάνε προς το μέρος του. Αυτοί πλησίασαν με το υπηρεσιακό όχημα και ρώτησαν τον άγνωστο τι θέλει. Εκείνος τους είπε ότι κάποιο όχημα τους έκoψε την έξοδο και δεν μπορούσαν να φύγουν. Ο κατηγορούμενος ειδοποίησε αμέσως μέσω ασυρμάτου στο Κ.Ε.Μ και αφού έδωσε τους αριθμούς του οχήματος που εμπόδιζε του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να βγάλει ιδιοκτήτη λόγω προβλήματος του συστήματος. Τότε πήγαν στο κλάμπ «LOFT» βρήκαν τον ιδιοκτήτη και του ζήτησαν να κάνει ανακοίνωση μέσω μεγαφώνου για την ανεύρεση του ιδιοκτήτη. Εκείνος τους ανάφερε ότι δεν μπορεί να κάνει ανακοίνωση γιατί δεν είχε μικρόφωνο και ότι του το ζήτησε και κάποιος άλλος πολίτης. Τότε επέστρεψαν προς το μέρος του οχήματος που εμπόδιζε. Εκείνη τη στιγμή είδαν τον παραπονούμενο να έρχεται προς το μέρος τους παραπατώντας και κάνοντας χειρονομίες, δηλαδή κάνοντας το αεροπλανάκι. Έδειχνε να είναι μεθυσμένος. Αφού τον πλησίασαν τον ρώτησαν αν xρειάζεται βοήθεια. Aυτός απάντησε ότι κάπoιoς είχε σταθμεύσει το αυτoκίνητo του πίσω από το αυτoκίνητo του φίλου του και δεν μπορούσαν να φύγουν, από ιδιωτικό χώρο που βρίσκεται στην πιο πάνω οδό. Οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι γίνoνται προσπάθειες για εντοπισμό του ιδιoκτήτη του οχήματος. Τότε ο παραπονούμενος τους εξύβρισε δυνατά λέγοντας "Δεν έχετε υπόθεση ρε. Εγώ πληρώνω σας ρε μαλακισμένα να κάνετε τη δουλειά μου». Αμέσως ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη, δείχνοντας την πρόθεση του, αγγίζοντας τον και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ο παραπονούμενος τους απείλησε λέγοντας «Έχω πολύ μέσο με τον υπαστυνόμο τον Λεοντή της τρoχαίας και θα σας ξηλώσω τζιαι τώρα που μου μιλάς ηχογραφώ σε τζιαι εν να σου κάμω ότι εκάμαν τους Μαδίτες". Ο κατηγορούμενος του είπα «Τι νομίζεις ότι εν σε πεθαμένoυς που μιλάς;» και ο παραπονούμενος άρχισε να τρέχει και να εισέρχεται σε ισόγειο μπλοκ διαμερισμάτων. Ο κατηγορούμενος τον καταδίωξε με τα πόδια περίπου 50 μέτρα αλλά ο παραπονούμενος κατάφερε να διαφύγει και έτσι ο κατηγορούμενος επέστρεψε στον Ε/Αστ. 5479 και μαζί επέστρεψαν στο υπηρεσιακό όχημα. Στη συνέχεια ο Ε/Αστ. 5479 είπε ότι κάτι του θύμιζαν τα νούμερα του οχήματος που εμπόδιζε και έτσι τηλεφώνησε σε συνάδελφο του και τον ρώτησε αν ανήκει στον αδερφό του. Εκείνος απάντησε καταφατικά και ότι θα ειδοποιήσει τον αδελφό του να το μετακινήσει. Ο κατηγορούμενος και ο Ε/Αστ. 5479 παρέμειναν στο μέρος για να επιληφθούν ακόμα δύο επεισοδίων με συμπλοκές που έγιναν έξω από το κλαμπ «LOFT» και στη συνέχεια αφού είχαν τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του φίλoυ του προσώπου αυτού θα τον έβρισκαν. Έμειναν εκεί για 20-30 λεπτά ώσπου να ησυχάσουν τα πράγματα. Όταν τελείωσαν και ηρέμησαν τα πράγματα ξεκίνησαν για το Σταθμό. Τότε τους τηλεφώνησε ο αξιωματικός υπηρεσίας Λοχ.4749 και τους ζήτησε να πάνε στο γραφείο του. Αφού πήγαν εκεί είδαν ότι εκεί βρισκόταν και ο παραπονούμενος. Ο αξιωματικός υπηρεσίας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του αναφέρει το περιστατικό που έγινε και καθώς ο κατηγορούμενος του εξηγούσε, είδαν τον παραπονούμενο να έχει το κινητό του στο χέρι και να το επεξεργάζεται. Αφού ο κατηγορούμενος πλησίασε τον παραπονούμενο ρωτώντας τον αν ηχογραφούσε εκείνος τον έσπρωξε με τα χέρια προς τα πίσω. Αμέσως ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Παρέτα μας». Τότε ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον θέσει υπό περιορισμό αλλά ο παραπονούμενος αντιστεκόταν και με τη βοήθεια του Ε/Αστ. 5479 αυτό έγινε κατορθωτό. Σε σχέση με το πως εξελίχθηκε το όλο επεισόδιο στον Αστυνομικό Σταθμό στην κατάθεση του, την οποία ως λέχθηκε υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε μόνο ότι μετά που ο παραπονούμενος τον έσπρωξε και αφού τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο προσπάθησε να τον θέσει υπό περιορισμό αλλά αυτός αντιστεκόταν και με τη βοήθεια του Ε/Αστ. 5479 αυτό έγινε κατορθωτό. Στην κυρίως εξέταση του όμως για πρώτη φορά ανέφερε ότι μετά που επέστησε την προσοχή του παραπονούμενου στο νόμο του έπιασε και τα δύο χέρια του μαζί με το τηλέφωνο αλλά και ότι και ο Ε/Αστ. 5479 έπιασε τον παραπονούμενο με τα δύο του χέρια από πίσω και ότι στη συνέχεια ο παραπονούμενος έπεσε κάτω μόνος του και είπε «Δεν είμαι καλά». Με άλλα λόγια για πρώτη φορά στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος έπεσε κάτω ενώ τον κρατούσαν και οι δύο αστυνομικοί και μάλιστα ότι έπεσε μόνος του. Ανέφερε δε ότι πιστεύει ότι ο παραπονούμενος έπεσε κάτω από μόνος του για καθαρά εκδικητικούς λόγους και ότι ο ίδιος τον κρατούσε συνεχώς από τα χέρια και δεν τον έριξε κάτω. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του γιατί δεν ανέφερε τα πιο πάνω στην κατάθεση του απάντησε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. Αυτή του όμως η δικαιολογία δεν είναι πειστική γιατί δεν είναι λογικό ένας αστυνομικός να κατηγορείται ότι επιτέθηκε σε ένα πολίτη μέσα σε ένα Αστυνομικό Σταθμό και να μην αναφέρει στην κατάθεση του τα πιο πάνω με δεδομένο ότι κατηγορείται για το υπό εξέταση αδίκημα και τα πιο πάνω ήταν σημαντικά για την υπεράσπιση του. Είναι δε εμφανές ότι για πρώτη φορά ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος έπεσε κάτω ούτως ώστε αυτό να συνάδει και με την εκδοχή που έδωσε στην κατάθεση του ο Λοχ. 4749 τον οποίο κάλεσε στη συνέχεια ως μάρτυρα υπεράσπισης. Στο σημείο δε αυτό να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.1 στην κατάθεση του την οποία υιοθέτησε στο Δικαστήριο ανέφερε ότι στην προσπάθεια του κατηγορούμενου να θέσει υπό έλεγχο τον παραπονούμενο, ο οποίος αντιστεκόταν της σύλληψης, έπεσαν και οι δύο στο έδαφος και ότι τελικά με τη βοήθεια του Ε/Αστ. 5479 ο παραπονούμενος τέθηκε υπό έλεγχο. Αυτό δεν συνάδει με την εκδοχή του κατηγορούμενου που έδωσε στο Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος έπεσε κάτω μόνος του αλλά και ότι έπεσε μετά που τον έπιασε από πίσω και ο Ε/Αστ.
  3. Στο σημείο εδώ πρέπει να λεχθεί ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια του Μ.Υ.1 να βοηθήσει τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του αφού αν και στην κατάθεση του ανέφερε σχετικά τα πιο πάνω στην κυρίως εξέταση του για πρώτη φορά ανέφερε επεξηγώντας τι εννοούσε με τη φράση «με τη βοήθεια του Ε/Αστ. 5479 ο παραπονούμενος τέθηκε υπό έλεγχο» ότι ο Ε/Αστ. 5479 βοήθησε τον κατηγορούμενο με το να αγκαλιάσει τον παραπονούμενο, ο οποίος δεν δεχόταν τη σύλληψη και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να φύγει από τον κατηγορούμενο που του κρατούσε τα χέρια, από πίσω δηλ. περιγράφοντας κάτι πριν από τη πτώση. Στη δε αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 είπε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε τον παραπονούμενο από τους καρπούς και εκείνος προσπαθούσε να φύγει με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δύο στο έδαφος. Σε άλλη ερώτηση πως γίνεται να τον κρατά ο ένας από πίσω και ο άλλος από τα χέρια και ο παραπονούμενος να πέσει απάντησε ότι αυτό έγινε γιατί ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να τον περιορίσει και σε κάποια στιγμή έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν στο έδαφος. Δεν είναι όμως λογικό να κρατούσαν και οι δύο αστυνομικοί τον παραπονούμενο και αυτός να προσπαθούσε να ξεφύγει και ενώ ο Ε/Αστ. 5479 τον κρατούσε αγκαλιάζοντας τον από πίσω να πέσουν στο έδαφος μόνο ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση δε στο Μ.Υ.1 γιατί το ότι ο Ε/Αστ. 5479 αγκάλιασε τον παραπονούμενο από πίσω δεν το έγραψε στην κατάθεση του απάντησε ότι ανέφερε ότι ο Ε/Αστ. 5479 βοήθησε να τεθεί ο παραπονούμενος υπό περιορισμό. Αυτό όμως δεν είναι πειστικό γιατί ο τρόπος που ο Μ.Υ.1 περιέγραψε τα διαδραματισθέντα στην κατάθεση του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η βοήθεια του Ε/Αστ. 5479 ήλθε μετά την πτώση του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου. Πέραν των πιο πάνω η όλη εκδοχή του κατηγορούμενου όσον αφορά τα διαδραματισθέντα προηγουμένως ότι δηλ. ο παραπονούμενος στην ουσία τους εξύβρισε και ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι υπό σύλληψη, δείχνοντας την πρόθεση του να το συλλάβει αγγίζοντας τον αλλά ο παραπονούμενος διέφυγε τρέχοντας και παρά την καταδίωξη δεν κατέστη δυνατή η σύλληψη του δεν είναι λογική. Αυτό γιατί ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε όταν είδαν τον παραπονούμενο να έρχεται προς το μέρος τους αυτός έδειχνε να είναι μεθυσμένος και μάλιστα παραπατούσε και έκανε το αεροπλανάκι. Δεν είναι λοιπόν λογικό ο παραπονούμενος να ήταν σε αυτή την κατάσταση και να κατάφερε να διαφύγει με τον τρόπο που περιγράφηκε. Πέραν τούτου δεν είναι λογικό να γνώριζε ο παραπονούμενος ότι θα συλλαμβανόταν και εντούτοις αν και δεν γνώριζαν τα στοιχεία του να πάει μόνος του στο Σταθμό για να κάνει παράπονο εφόσον εκεί προφανώς θα συλλαμβανόταν. Εκτός όμως από αυτό η εκδοχή του κατηγορούμενου διαψεύδεται και από το ότι ενώ κατ' ισχυρισμό του συνέβησαν τα πιο πάνω όταν είδε τον παραπονούμενο στο Σταθμό όχι μόνο δεν τον συνέλαβε αμέσως αλλά ούτε και αργότερα τον συνέλαβε και για την εξύβριση. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Υ.1 δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά προσπάθησαν ανεπιτυχώς να προσαρμόσουν τη μαρτυρία τους τόσο ξεχωριστά όσο και συνολικά ώστε να συνάδει και ότι τα όσα ανέφεραν σχετικά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους που όχι μόνο αντιφάσκουν σε ουσιώδη σημεία αλλά δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε στη λογική. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους δεν γίνεται δεκτή. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Για του λόγους οι οποίοι έχουν εξηγηθεί ανωτέρω η εκδοχή του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.1 δεν έγινε δεκτή. Κάτι τέτοιο όμως γενικά δεν οδηγεί από μόνο του σε αποδοχή της εκδοχής της άλλης πλευράς. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω το πρώτο μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου έχει γίνει δεκτό. Όσον αφορά αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ως μέλους της Αστυνομίας και μάλιστα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, απέναντι σε ένα πολίτη που του ζήτησε κάποια βοήθεια δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί ως επιεικώς απαράδεκτη και ασύμβατη με την ιδιότητα του ως οργάνου τήρησης της τάξης που πρέπει πάντα να αντιμετωπίζει πρωτίστως με ευγένεια τους πολίτες που καλείται να προστατεύει. Παρόλα αυτά η εν λόγω συμπεριφορά δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει εφόσον αυτό έχει ως βάση γεγονότα που διαδραματίσθηκαν αργότερα στον Αστυνομικό Σταθμό. Σε σχέση δε με αυτά ως έχει προαναφερθεί, για τους λόγους που εξηγούνται, ούτε η εκδοχή του παραπονούμενου έγινε δεκτή. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.