Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μαρία Τσαγγαρίδου, Αρ. Υπόθεσης: 20279/09, 10 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20279/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή - ν - Μαρία Τσαγγαρίδου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μανώλη (κος Ερωτοκρίτου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Κατηγορούμενη: κος Μυτίδης και κα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη σύμφωνα με το Κατηγορητήριο αντιμετωπίζει κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος και χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π 66/84, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 24/99 και του νόμου 166/87 και του άρθρου 19, του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Αστυφύλακα 836, Παναγιώτη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1). Ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του ανάφερε ότι κατά την 14/7/2009 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας και περί ώρα 17.35 ευρισκόταν εντός του υπηρεσιακού του αυτοκινήτου το οποίο ήταν σταθμευμένο παρά το κέντρο «Νάμος» στον κόλπο των Κοραλλίων. Στο κέντρο «Νάμος» είχε μεταβεί μετά από καταγγελία για εκπομπή ψηλής έντασης και ήχου, μουσικής και αφού τελείωσε τις εξετάσεις του μπήκε στο υπηρεσιακό του όχημα για να αναχωρήσει. Καθώς ετοιμαζόταν να ξεκινήσει είδε ένα αυτοκίνητο χρώματος κίτρινου που έρχετο προς το μέρος του και την οδηγό του να μιλά στο κινητό της τηλέφωνο το οποίο κρατούσε με το δεξί της χέρι δίπλα από το δεξιό της αυτί. Το σημείο του δρόμου που είδε το όχημα αυτό ήταν κατηφορικός, αυτός ήταν παράδρομος της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων, δεν είχε ονομασία και οδηγούσε στο χώρο στάθμευσης της παραλίας του Κόλπου των Κοραλλίων και του κέντρου «Νάμος». Μόλις διαπίστωσε την παράβαση της οδηγού η οποία ήταν η Κατηγορούμενη και την οποία υπέδειξε στο ειδώλιο, της έκανε σχετική παρατήρηση και την ενημέρωσε ότι απαγορεύεται να χρησιμοποιεί το κινητό της τηλέφωνο και να οδηγεί. Τότε αυτή γύρισε προς το μέρος του και του ανέφερε ότι μιλά με την αδελφή της και χωρίς να διακόψει την συνομιλία της συνέχισε να οδηγά. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή της Κατηγορούμενης στον νόμο, την κατηγόρησε και εξέδωσε και της επέδωσε εξώδικο παραδίδοντας της το αντίτυπο του εξωδίκου που είχε χρώμα ροζ. Το συγκεκριμένο εξώδικο είχε αριθμό ΑΑ086131 και αντίγραφο του χρώματος κίτρινου, κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Το τρίτο αντίτυπο χρώματος άσπρου παραμένει σαν στέλεχος στο βιβλιάριο εξωδίκων και χρησιμοποιείται από τον καταγγέλλοντα αστυφύλακα για να αναγραφούν τα προσωπικά στοιχεία του παραβάτη. Το δε κίτρινο αντίτυπο είναι ακριβές αντίγραφο του ροζ που δίνεται στον παραβάτη. Σε ερωτήσεις και υποβολές κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης απάντησε ότι οι εξετάσεις που έκανε στο κέντρο «Νάμος» ήταν μετά από παράπονο για την ένταση της μουσικής. Από τις εξετάσεις που έκανε δεν διαπίστωσε ότι ήταν δυνατή η μουσική και αφού τις ολοκλήρωσε επέστρεψε στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητο το οποίο ήταν παρκαρισμένο στο χώρο στάθμευσης που ευρίσκετο, όχι στη βάση του κατηφορικού δρόμου που οδηγούσε στο χώρο στάθμευσης, αλλά στο χώρο στάθμευσης έξω από το κέντρο «Νάμος». Ο Μ.Κ.1 κατόπιν σχετικής υπόδειξης αναγνώρισε σε φωτογραφία που του επιδείχθηκε από τον Συνήγορο Υπεράσπισης την πρόσβαση που οδηγά στην παραλία του Κόλπου των Κοραλλίων, φωτογραφία η οποία κατατέθηκε σαν Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Στην εν λόγω δε φωτογραφία σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν φαίνεται ο χώρος στάθμευσης δίπλα από το κέντρο «Νάμος» φαίνεται απλά ο κατηφορικός δρόμος που οδηγεί σε αυτόν. Σε υποβολή ότι το σημείο που είχε σταθμεύσει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο ήταν δίπλα από το αυτοκίνητο που φαίνεται στην δεξιά κάτω γωνία της φωτογραφίας που του υποδείχθηκε, διαφώνησε επιμένοντας ότι δεν ήταν εκεί αλλά σε σημείο του χώρου στάθμευσης του κέντρου «Νάμος» και σε απόσταση 15 - 20 μέτρα από αυτό. Την οδηγό του κίτρινου αυτοκινήτου την είδε αρχικά να μιλά στο κινητό τηλέφωνο ενώ αυτός ευρισκόταν μέσα στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητο και μετά που του ζητήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, σημείωσε το σημείο που την είδε για πρώτη φορά με το γράμμα Χ1 στην φωτογραφία Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση. Επίσης σημείωσε με το γράμμα Χ2 το σημείο που αυτή σταμάτησε και της έκανε παρατήρηση, διευκρινίζοντας ότι αυτή συνέχισε να ομιλεί από το Χ1 μέχρι το Χ2 (με μπλε δε συνεχόμενη γραμμή σημείωσε στην φωτογραφία Τ.Α για Αναγνώριση την πορεία που αυτή ακολούθησε από το Χ1 μέχρι το Χ2). Διευκρίνισε ακόμα ότι με τον τρόπο που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του είχε τον κατηφορικό δρόμο που οδηγούσε προς τον χώρο στάθμευσης, ακριβώς απέναντι του και μπορούσε από την θέση του οδηγού που καθόταν να ελέγχει καθαρά το συγκεκριμένο δρόμο που φαίνεται στο Τ.Α προς Αναγνώριση. Συγκεκριμένα διευκρίνισε ότι το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο, ήταν σε θέση παράλληλη με τον δρόμο αυτό και τούτο του επέτρεψε, με το που γύρισε να ελέγξει τον συγκεκριμένο δρόμο προτού ξεκινήσει για να αποχωρήσει από το μέρος, να δει την Κατηγορούμενη στο σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας να οδηγά με το κινητό της τηλέφωνο στο χέρι και να συνεχίζει να οδηγά με τον ίδιο τρόπο μέχρι και το σημείο Χ2 οπόταν και σταμάτησε, αφού προηγουμένως της είχε φωνάξει για να της κάνει την σχετική παρατήρηση. Μάλιστα η Κατηγορούμενη ακόμα και μετά που της έκανε την σχετική παρατήρηση και του είπε ότι μιλά με την αδελφή της, έβαλε ξανά το τηλέφωνο στο αυτί της και συνέχισε να οδηγά. Την παρατήρηση προς την Κατηγορούμενη και την συζήτηση που είχε μαζί της την έκανε ενόσω η Κατηγορούμενη είχε το παράθυρο της ανοιχτό. Συμφώνησε επίσης ότι το σημείο Χ1 που για πρώτη φορά είδε την Κατηγορούμενη να μιλά στο κινητό της, είχε από το σημείο που ήταν σταθμευμένο το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο υψομετρική διαφορά. Ο λόγος δε που δεν περίμενε την Κατηγορούμενη να κατέβει τον κατηφορικό δρόμο και να ακινητοποιήσει το όχημα της και μετά να της κάνει παρατήρηση, είναι διότι αυτή εκινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και δημιουργούσε πρόβλημα στην κυκλοφορία. Ο λόγος δε που στο εξώδικο που εξέδωσε έγραψε πως η Κατηγορούμενη μιλούσε με το κινητό της τηλέφωνο στο δρόμο Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων και όχι στον παράδρομο, είναι διότι στο σύστημα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών που καταχωρούνται τα εξώδικα πρέπει να καταχωρούνται οι οδοί και οι λεωφόροι με τις ονομασίες τους γιατί δεν αναγνωρίζει το σύστημα παράδρομους χωρίς ονομασία. Αυτό για να μπορεί να καθορίζεται που έγινε η καταγγελία και διότι αν κάποιος δρόμος δεν είναι καταχωρημένος δεν μπορεί το σύστημα να δεχτεί την καταχώρηση. Σε υποβολή δε ότι όταν είδε την Κατηγορούμενη να μιλά στο κινητό της τηλέφωνο και της επέδωσε το εξώδικο αυτή ήταν σταθμευμένη στο κατηφορικό δρόμο - παράδρομο της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων, απάντησε ότι αυτή όταν της εξέδωσε το εξώδικο είχε παρκάρει στο χώρο στάθμευσης αφού μετά πού της έκανε παρατήρηση στο σημείο Χ2 αυτή ξανάβαλε το τηλέφωνο στο αυτί της και συνέχισε την πορεία της μιλώντας στο τηλέφωνο. Σε υποβολή ότι όταν είπε στην Κατηγορούμενη ότι θα καταγγελθεί αυτή του είπε ότι δεν διέπραξε αδίκημα γιατί ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητο της όταν σήκωσε το κινητό της τηλέφωνο για να μιλήσει, απάντησε ότι δεν του είπε τίποτα. Επίσης αρνήθηκε ότι όταν είδε την Κατηγορούμενη να παίρνει το τηλέφωνο για να μιλήσει και της έκανε παρατήρηση αυτή ήταν παρκαρισμένη. Διευκρίνισε δε ότι της είπε να κλείσει το κινητό της μετά που η Κατηγορούμενη σταμάτησε στον χώρο στάθμευσης του κέντρου «Νάμος» και της είπε ότι θα καταγγελθεί και αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο. Τούτο δε διότι αυτή συνέχισε να μιλά. Σε σχετική ερώτηση και υποβολή ότι όταν η Κατηγορουμένη είδε πάνω στο εξώδικο που της επέδωσε ότι έγγραφε σαν τόπο διάπραξης του αδικήματος την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων αυτή διαμαρτυρήθηκε, απάντησε ότι αυτό έγινε από κάποιον κύριο που του είπε πως ήταν Δικηγόρος κι όχι από την ίδια. Το πρόσωπο αυτό είπε στην Κατηγορούμενη ότι το μέρος που καταγγέλθηκε είναι ιδιωτικός δρόμος και γι αυτό δεν διέπραξε το αδίκημα και τότε διαμαρτυρήθηκε και η ίδια. Δεν πήρε δε τα στοιχεία του προσώπου αυτού γιατί δεν είχε να κάνει τίποτα με το συμβάν. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας την ίδια ημέρα και μετά την καταγγελία της Κατηγορούμενης, μετέβη ο πατέρας της κι όχι αυτή, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στον σταθμάρχη κον Σάββα Σάββα, για το ότι η καταγγελία έγινε σε ιδιωτικό δρόμο και όχι στην Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων και γι αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί. Το παράπονο αυτό του πατέρα της Κατηγορούμενης εξέτασε ο σταθμάρχης και 1-2 μέρες αργότερα είπε στον Μ.Κ.1 ότι το διερεύνησε και η καταγγελία της Κατηγορούμενης καλώς έγινε και είναι έγκυρη. Τέλος σε υποβολές ότι όσα είπε στο Δικαστήριο ήταν ψέματα και ότι δεν είχε δικαίωμα να διατυπώσει την καταγγελία όπως την έκανε, απάντησε ότι είπε την αλήθεια και το έγκυρο η μη της καταγγελίας θα το κρίνει το Δικαστήριο. Μετά που η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Περαιτέρω κάλεσε τον κον Παναγιώτη Νεοφύτου σαν Μ.Υ
- Η Κατηγορούμενη στην κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι στις 14/7/2009 βρισκόταν στην Πέγεια και είχε μεταβεί στην παραλία του Κόλπου των Κοραλλίων με το αυτοκίνητο της για να πάρει την αδελφή της και να την μεταφέρει στο σπίτι. Μετάβαση στην παραλία από την κύρια Λεωφόρο γίνεται από μια πρόσβαση από χώμα η οποία χρησιμοποιείται επίσης και σαν χώρος στάθμευσης. Η ίδια μπήκε στην πρόσβαση για να κατέβει στην παραλία με το αυτοκίνητο της όπου θα παραλάμβανε την αδελφή της και για το σκοπό αυτό έπρεπε να κατέβει χρησιμοποιώντας την πρόσβαση που ήταν και κατηφορική. Στην μέση της κατηφορικής πρόσβασης σταμάτησε, μιας και αυτή χρησιμοποιείται και σαν χώρος στάθμευσης, τράβηξε το χειρόφρενο του αυτοκινήτου της, πήρε το κινητό τηλέφωνο της στα χέρια της και κάλεσε την αδελφή της, όμως ο ήχος που ακουγόταν ήταν ότι το τηλέφωνο της αδελφής της ήταν κλειστό. Ακολούθως αναγνώρισε την φωτογραφία Τ.Α για Αναγνώριση σαν την φωτογραφία που η ίδια έβγαλε και που απεικονίζει την κατηφορική πρόσβαση που είχε σταματήσει το αυτοκίνητο της για να πάρει τηλέφωνο την αδελφή της. Το Τ.Α για Αναγνώριση η Κατηγορούμενη κατέθεσε ενώπιον μου χωρίς ένσταση από την Κατηγορούσα Αρχή σαν Τ.
- Όταν εισήλθε στην πρόσβαση από τη σημείο Χ1 του Τ.2 που ήταν το πιο ψηλό σημείο, είδε ένα αστυφύλακα να φεύγει από το κέντρο Νάμος» ο οποίος προχωρούσε προς μια κατεύθυνση και η ίδια αντελήφθηκε πως ο Αστυφύλακας αυτός δεν την είχε δει. Η δε συγκεκριμένη κατηφορική πρόσβαση ενώνει τον πάνω χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων με τον κάτω χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων και η διαφορά των δυο χώρων στάθμευσης είναι ότι το μεν πάνω είναι όλο χώμα το δε κάτω μέχρι κάποιο σημείο είναι από κουγκρί (τσιμέντο). Ακολούθως σημείωσε με το γράμμα Α στο Τ.2 το σημείο που είχε σταθμεύσει στην κατηφορική πρόσβαση. Ακολούθως ανέφερε ότι όταν σταμάτησε στο συγκεκριμένο σημείο και αφού δοκίμασε να μιλήσει με την αδελφή της στο τηλέφωνο κοίταξε κάτω αριστερά και είδε τον Αστυφύλακα που είχε αντιληφθεί προηγουμένως, να ευρίσκεται μέσα στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητο και να της κάμνει νόημα με τα χέρια του το οποίο η ίδια εξέλαβε σαν νόημα για να προχωρήσει διότι ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο ήταν στενός και χωρούσε μόνο ένα αυτοκίνητο. Όταν δε αντελήφθηκε αυτό το νόημα άφησε το κινητό της τηλέφωνο στα πόδια της και προχώρησε προς τα κάτω όπου και πάρκαρε στον χώρο στάθμευσης σε ένα σημείο που βρήκε ελεύθερο. Προσπάθησε ακολούθως να ξανακαλέσει στο τηλέφωνο την αδελφή της όμως ήταν και πάλι κλειστό το τηλέφωνο της οπόταν και είδε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της τον Αστυφύλακα να της κάνει και πάλι νόημα. Επειδή δε δεν κατάλαβε τι την ήθελε κατέβασε το παράθυρο του αυτοκινήτου της και με το χέρι της του έκανε νόημα για να της εξηγήσει τι έγινε οπόταν αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, ήρθε προς το μέρος της και της είπε να κλείσει το κινητό της τηλέφωνο και ότι θα την καταγγείλει. Η απάντηση της Κατηγορούμενης ήταν ότι αφού ήταν σταματημένη την ώρα που προσπαθούσε να πάρει τηλέφωνο γιατί να την καταγγείλει, οπόταν ο Αστυφύλακας πήρε το δευτεράκι με τα εξώδικα και αφού την πλησίασε ξανά της ζήτησε τα στοιχεία της τα οποία και του έδωσε. Όταν δε αντελήφθηκε πως πάνω στο εξώδικο που της είχε δώσει έγραψε σαν τόπο που διέπραξε το αδίκημα την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων του φώναξε να επιστρέψει γιατί το σημείο που την κατήγγειλε δεν ήταν η Λεωφόρος Κόλπου των Κοραλλίων πλην όμως αυτός μπήκε στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητο και έφυγε. Τέλος σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι την πρώτη φορά που της έκανε νόημα να σταματήσει ο Αστυφύλακας δεν της φώναξε οτιδήποτε διότι αυτό ήταν αδύνατο να γίνει αφού ευρισκόταν σε υψομετρική διαφορά από το σημείο που βρισκόταν αυτός, σε κάποια απόσταση από την ίδια και τα παράθυρα του αυτοκινήτου της ήταν κλειστά, γι' αυτό της έκανε μόνο νόημα. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η κατηφορική πρόσβαση που οδηγεί στην παραλία χρησιμοποιείται από πολλούς οδηγούς, διαφώνησε ότι η συγκεκριμένη πρόσβαση δεν χρησιμοποιείται σαν χώρος στάθμευσης, όπως επίσης διαφώνησε και με την υποβολή ότι μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο ενώ το αυτοκίνητο της βρισκόταν σε κίνηση. Επίσης διαφώνησε ότι όταν ο Αστυνομικός της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο συνέχισε να μιλά με την αδελφή της από το κινητό της τηλέφωνο. Τέλος επέμενε ότι ο Αστυνομικός όταν την σταμάτησε δεν της είπε ότι απαγορεύεται η χρήση κινητού τηλεφώνου αλλά μόνο ότι θα την καταγγείλει και γι' αυτό και διαμαρτυρήθηκε. Σε ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι όταν είπε ότι στάθμευσε σε χώρο που βρήκε ελεύθερο στο πάρκιγκ (χώρο στάθμευσης), ήταν διότι αυτό ήταν γεμάτο από άλλα αυτοκίνητα σταθμευμένα. Ο Μ.Υ.1 κύριος Παναγιώτης Νεοφύτου, στην κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι στις 14/7/2009 πήγε να παρακολουθήσει διαγωνισμό D.J. στο Coral Beach. Βρισκόταν σε μια πρόσβαση προς την θάλασσα που δεν ήταν δρόμος. Μόλις σταμάτησε με το αμάξι του στην παραλία είδε ένα αμάξι πάνω στον δρόμο (πρόσβαση) σταματημένο. Ακολούθως το αμάξι αυτό ήρθε δίπλα από το δικό του αμάξι σταμάτησε και εκεί η οδηγός του πήρε το κινητό της τηλέφωνο και τηλεφωνούσε. Ενώ τηλεφωνούσε στο σημείο εκείνο ήρθε ένας Αστυνομικός και της ζήτησε την άδεια της και την κατήγγειλε γιατί τηλεφωνούσε και τούτο ενώ ήταν σταματημένη. Τότε ρώτησε ο ίδιος τον Αστυνομικό γιατί κατήγγειλε την κοπέλα αφού αυτή ήταν σταθμευμένη όταν μιλούσε στο κινητό. Ο ίδιος στάθμευσε το αμάξι του δίπλα από την άμμο της παραλίας όπου υπήρχε πρόσβαση προς την θάλασσα και ο δρόμος προχωρά όλο άμμο και βγαίνεις προς το πάνω πάρκιγκ (χώρος στάθμευσης). Ακολούθως αναγνώρισε από την φωτογραφία Τ.2 τον κατηφορικό δρόμο όπως επίσης αναγνώρισε και υπέδειξε σαν το σημείο που ήταν σταματημένο το αμάξι της κοπέλας το σημείο Χ.2 επί του Τ.
- Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η πρόσβαση αυτή συνδέει μια μεγάλη χωράφα που έκαμαν χώρο στάθμευσης ο δε δρόμος προχωρεί κάτω στην παραλία χωματόδρομος και ενώνεται με το πάρκιγκ (χώρος στάθμευσης) πάνω. Στη συνέχεια απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι είχε σταθμεύσει το δικό του αυτοκίνητο απέναντι από το σημείο Χ.2 που φαίνεται στη φωτογραφία Τ.2 εκεί που είναι η όχθη του λοφίσκου, σημείωσε δε με μπλε μελάνι και με οριζόντια γραμμή το συγκεκριμένο σημείο. Τέλος ανάφερε ότι δεν θυμόταν να έγινε τίποτα άλλο μετά που προσέγγισε ο Αστυνομικός την Κατηγορούμενη. Στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι δεν γνώριζε την Κατηγορούμενη πριν το συμβάν και ότι στο συγκεκριμένο σημείο βρέθηκε κατά τον επίδικο χρόνο επειδή ο γιος του με άλλα πέντε άτομα διαγωνιζόταν στο διαγωνισμό D.J. Ο εν λόγω διαγωνισμός είχε αρχίσει και συνεχιζόταν. Ακόμη διευκρίνισε ότι η απόσταση του ιδίου από τον Αστυνομικό ήταν μισό μέτρο και ότι δεν είχε κατέβει από το αυτοκίνητο του αφού μόλις είχε σταματήσει είδε το συμβάν και ρώτησε τον Αστυνομικό αν απαγορευόταν να σταθμεύσει εκεί που άφησε το αυτοκίνητο του και πήρε την απάντηση ότι δεν απαγορευόταν. Ο Μ.Υ. 1 σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν θυμόταν τι είπε ο Αστυνομικός και ο ίδιος μίλησε μαζί με τον Αστυνομικό μετά που ζήτησε την άδεια της Κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα είχε σταματήσει το αυτοκίνητο της η Κατηγορούμενη, μετά ήρθε ο Αστυνομικός και αφού ζήτησε την άδεια της τότε τον ρώτησε ο ίδιος αν απαγορευόταν να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του εκεί που το ακινητοποίησε. Την δε Κατηγορούμενη την είδε να μιλάει στο κινητό της τηλέφωνο αφού σταμάτησε δίπλα του οπόταν και πήρε το τηλέφωνο της για να τηλεφωνήσει πριν και προτού μιλήσει αυτή με τον Αστυνομικό. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο απάντησε ότι η Κατηγορούμενη στάθμευσε το αυτοκίνητο της απέναντι από το σημείο που είχε σταθμεύσει ο ίδιος το δικό του, σημείο το οποίο τοποθέτησε στη φωτογραφία Τ.2, ο δε Αστυνομικός στο σημείο αυτό για να καταγγείλει την Κατηγορούμενη ήρθε περπατητός. Τόσο ο συνήγορος της Κατηγορούμενης όσο και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στις αγορεύσεις τους, που για σκοπούς διευκόλυνσης του Δικαστηρίου τις ετοίμασαν γραπτώς και αφού τις διάβασαν κατέθεσαν στο Δικαστήριο Έγγραφα Α και Β αντίστοιχα, αναφέρθησαν στην ενώπιον μου μαρτυρία και στα σημεία, που κατά την άποψή τους, υποστήριζαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Στην αγόρευσή της η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 πρέπει να γίνει αποδεκτή σαν αξιόπιστη και τούτο διότι όχι μόνο δεν έχει κλονισθεί από την αντεξέταση αλλά και ταυτόχρονα είναι συνυφασμένη με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί. Συνακόλουθα είναι εισήγηση της ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης στη δική του αγόρευση, εξέφρασε τη θέση ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή καθ' ότι επί του εξωδίκου ανέγραψε σαν τον τόπο στον οποίο διέπραξε η Κατηγορούμενη το αδίκημα, την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων ενώ στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του ανέφερε ότι ήταν σε παράδρομο αυτόν που δείχνει το Τ.
- Επίσης διότι ήταν αδύνατον με τον τρόπο που είχε σταθμεύσει, να έβλεπε την Κατηγορούμενη να μιλά στο κινητό της τηλέφωνο και ενώ αυτός βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του. Αυτές οι ανακρίβειες είναι εισήγηση του συνηγόρου ότι θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να απορρίψει την μαρτυρία του Μ.Κ.1 σαν αναξιόπιστη. Tα λοιπά που αναφέρουν για υποστήριξη των θέσεων τους οι δύο συνήγοροι αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Σχετικές δε αναφορές θα γίνονται στην συνέχεια όπου κρίνω σκόπιμο κατά την εξέταση των διαφόρων ζητημάτων στην απόφαση μου. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Παρακολούθησα τόσο τον Μ.Κ.1 όσο και την Κατηγορούμενη και τον Μ.Υ.1 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία και συμπεριφορά κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με βάση την πηγή γνώσεων τους και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος. Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων. Είμαι κατά συνέπεια σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Ο Αστυφύλακας, 836 Παναγιώτη Χριστοδούλου Μ.Κ.1, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και παρέμεινε σταθερός στην θέση του παρά την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη. Περαιτέρω δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Το ότι ανέγραψε επί του Τ.1 σαν τόπο διάπραξης του αδικήματος την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων, και έχοντας υπόψη τις απαντήσεις και εξηγήσεις που έδωσε γιατί το έκανε, κρίνω ότι αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του αφού σε τελική ανάλυση αποτελεί κοινό έδαφος ότι το κατ΄ ισχυρισμό αδίκημα διεπράχθηκε σε παράδρομο της εν λόγω λεωφόρου. Ακόμη το τι αναγράφεται επί του Τ.1 που ειρήσθω εν παρόδω διαπίστωσα ότι περιέχει ακόμη μία ανακρίβεια, ήτοι σαν ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος αναγράφεται η 12/7/2009 κι όχι η 14/7/2009 που επίσης είναι αποδεκτή και αποτελεί κοινό έδαφος σαν η ημερομηνία που έλαβαν χώραν τα επίδικα γεγονότα, δεν επηρεάζει καθόλου την Κατηγορούμενη αφού αρνήθηκε ενοχή. Τούτο αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αχιλλέα Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 45. Ο Δικαστής Κραμβής στην εν λόγω απόφαση στην σελίδα 49 επισημαίνει τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση, η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ήταν ολοσχερώς λανθασμένη. Από τη στιγμή που ο εφεσίβλητος αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετώπιζε, το αντικείμενο της δίκης ήταν μόνο η διαπίστωση της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου στη συγκεκριμένη κατηγορία δηλαδή, κατά πόσο υπήρξε ή όχι υπέρβαση του ανώτατου ορίου ταχύτητας. Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το θέμα της συνταγματικότητας του άρθρου 5 του νόμου χωρίς αυτό να είχε εγερθεί από τους διαδίκους και χωρίς τούτο να ήταν ουσιώδες για τη διάγνωση της ενώπιον του δικαστηρίου υπόθεσης, συνέτεινε στον εκτροχιασμό της δίκης. Ο σκοπός της εξώδικης ρύθμισης είναι η προσφορά ευκαιρίας στον αδικοπραγούντα να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το αδίκημα διά της πληρωμής εξώδικου προστίμου Βλ. Λάρης Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα υπόθεση η προσφορά τέτοιας ευκαιρίας στον εφεσίβλητο δεν θα είχε αντικείμενο αφού αρνήθηκε ενοχή και έγινε η δίκη. Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και διατάσσεται η επαναδίκαση του εφεσίβλητου από το Δικαστή που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ο οποίος, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία να αποφασίσει περί της ενοχής ή αθωότητας του εφεσίβλητου στην κατηγορία που ο τελευταίος αντιμετωπίζει.» Επίσης δεν αποδέχομαι την εισήγηση ότι από το όχημα του και από την θέση που ευρισκόταν δεν μπορούσε να δεί την Κατηγορούμενη στο σημείο Χ
- Η ίδια η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι από το σημείο Χ1 έβλεπε τον Μ.Κ.1 και συνακόλουθα σαν συμπέρασμα κοινής λογικής και ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να την βλέπει κι αυτός. Τέλος από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα και αποδεικτική αξία στο Τ.1 και το περιεχόμενο του (για δε την δυνατότητα μου να λάβω υπόψη μου μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψω μέρος, οποιουδήποτε μάρτυρα έχω αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 391). Επισημαίνω τέλος ότι από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν απετέλεσε αντίκειμενο αντεξέτασης αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε στα όσα ανέφερε σε σχέση με την παρουσία στο σημείο της καταγγελίας και επίδοσης του εξωδίκου στην Κατηγορούμενη, τρίτου προσώπου που του συστήθηκε σαν δικηγόρος. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με αντικειμενικό και σαφή τρόπο, και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να μολύνει την μαρτυρία του με στοιχείο εξυπηρέτησης οποιουδήποτε συμφέροντος η επηρεασμού της αμεροληψίας του. Άλλωστε ούτε και του υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα την μαρτυρία του, πλήν του περιεχομένου του Τ.1, την αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Η Κατηγορούμενη δεν με έπεισε ως προς την εκδοχή που προέβαλε. Συγκεκριμένα κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της ήταν φανερή και έντονη η προσπάθεια της να αποδώσει στον Μ.Κ.1 στοιχεία ότι δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει σωστά τα καθήκοντα του τόσο όσον αφορά τις πρόνοιες της νομοθεσίας για τον τόπο που την κατήγγειλε ότι διέπραξε το αδίκημα αλλ΄ώς επίσης και για τον τρόπο που της έκανε συστάσεις και την καταγγελία. Είναι χαρακτηριστική δε η απάντηση της σε σχετική ερώτηση ότι ο Μ.Κ.1 είναι με νοήματα που της έδωσε να καταλάβει ότι παρανομούσε και με νοήματα που ή ίδια ζήτησε διευκρινήσεις. Ακόμη η μαρτυρία της έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τον Μ.Υ.1 τον οποίο η ίδια κάλεσε. Συγκεκριμένα αυτή ανέφερε ότι η καταγγελία από τον Μ.Κ.1 έγινε αφού είχε σταθμεύσει το όχημα της στον χώρο στάθμευσης και αφού διήλθε από τον κατηφορικό παράδρομο, ο Μ.Υ.1 είπε ότι ο Μ.Κ.1 την κατήγγειλε ενώ το όχημα της ήταν σταματημένο στο σημείο Χ2 επί του παράδρομου που ήταν απέναντι από το σημείο που σταμάτησε το δικό του. Επίσης ενώ ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είχε σταθμεύσει το δικό του όχημα απέναντι από το όχημα της Κατηγορούμενης, ήτοι απέναντι από το σημείο Χ2 επί του Τ.2, η ίδια η Κατηγορούμενη δεν ανέφερε τίποτα περί τούτου αλλά ούτε και για την παρουσία στο συγκεκριμένο σημείο ή για οποιαδήποτε συνομιλία του Μ.Υ.1 με τον Μ.Κ.1, η του αυτοκινήτου του. Επίσης η Κατηγορούμενη δεν ανέφερε οτιδήποτε περί παρουσίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου στο μέρος της καταγγελίας. Ακόμη ενώ η Κατηγορούμενη είπε ότι ο παράδρομος ήταν στενός και χωρούσε μόνο ένα αυτοκίνητο να περάσει, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι πάρκαρε το όχημα του απέναντι από το δικό της πλησίον του χωμάτινου όχθου και ότι όταν ρώτησε τον Μ.Κ.1 αν εμπόδιζε, αυτός του είπε ότι ήταν εντάξει εκεί που πάρκαρε. Αν αυτό ευσταθούσε τότε σαν το μόνο συμπέρασμα κοινής λογικής που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι είτε η Κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια είτε ότι ο Μ.Υ.1 δεν βρισκόταν τουλάχιστον στο συγκεκριμένο σημείο αφού αν όντως ο παράδρομος ήταν τόσο στενός, με το να παρκάρει στο συγκεκριμένο σημείο θα έκλεινε τελείως την πρόσβαση. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη από την μαρτυρία της Κατηγορούμενης, η παντελής έλλειψη αναφοράς από αυτήν της παρουσίας του Μ.Υ.1 στο μέρος πού έλαβαν χώραν τα επίδικα συμβάντα. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία και την εκδοχή της σε σχέση με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Ο Μ.Υ.1 κος Παναγιώτης Νεοφύτου, επίσης δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής και από τις αντιφάσεις που περιέπεσε με την Κατηγορούμενη, είναι φανερό ότι τα όσα κατέθεσε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Επίσης περιέπεσε σε αντιφάσεις με μέρος των όσων αρχικά ανέφερε στην κυρίως εξέταση του τα οποία διαφοροποίησε στην συνέχεια, συγκεκριμένα: · Ενώ αρχικά ανέφερε ότι το αμάξι του το στάθμευσε στην παραλία δίπλα από τον άμμο και ήρθε και σταμάτησε δίπλα του και το αμάξι της Κατηγορούμενης, στην συνέχεια τοποθέτησε το σημείο που το στάθμευσε επί του παράδρομου απέναντι από το σημείο Χ2 του Τ.
- · Στην αντεξέταση του σε αντίφαση με τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση του για το τι είπε ο Μ.Κ.1 στην Κατηγορούμενη, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς της είχε πεί. · Ενώ αρχικά ανέφερε ότι ρώτησε τον Μ.Κ.1 γιατί κατήγγειλε την Κατηγορούμενη αφού όταν μιλούσε στο τηλέφωνο ήταν σταματημένη στον χώρο στάθμευσης, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το μόνο που ρώτησε τον Μ.Κ.1 όταν η Κατηγορούμενη σταμάτησε το αυτοκίνητο της και της ζητήθηκε η άδεια οδήγησης, ήταν για το κατά πόσο εκεί που στάθμευσε το αμάξι του επιτρεπόταν. Επίσης ο Μ.Υ.1 ενώ κατέθεσε ότι η απόσταση πού τον χώριζε από τον Μ.Κ.1 και την Κατηγορούμενη όταν της έκανε την καταγγελία ήταν μισό μέτρο περίπου, σε ερώτηση αν άκουσε η αντιλήφθηκε οτιδήποτε άλλο, απάντησε όχι. Ακόμη δεν έκανε καμία αναφορά στα όσα η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι ακολούθησαν και είπε μετά που την κατήγγειλε ο Μ.Κ.
- Ούτε για την απάντηση που αυτή έδωσε στον Μ.Κ.1 αλλά ούτε και ότι όταν της επέδωσε το εξώδικο και ενώ ο Μ.Κ.1 απομακρυνόταν, αυτή του φώναξε να επιστρέψει γιατί στο εξώδικο έγραψε σαν τόπο της διάπραξης του αδικήματος την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις που επισημαίνω πιο πάνω ότι περιέπεσε ο Μ.Υ.1 με την μαρτυρία της Κατηγορούμενης, με οδηγούν στο να απορρίψω την μαρτυρία του σαν πλήρως αναξιόπιστη και αποσκοπούσα μόνο στο να ενισχύσει την εκδοχή της Κατηγορούμενης ότι όταν μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο αυτή είχε ακινητοποιήσει το όχημα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι κατά την 14/7/2009 ο Μ.Κ.1 οποίος υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας, περί ώρα 17.35 ευρισκόταν εντός του υπηρεσιακού του αυτοκινήτου το οποίο ήταν σταθμευμένο παρά το κέντρο «Νάμος», σε απόσταση 15-20 μέτρων από αυτό, στον κόλπο των Κοραλλίων. Στο κέντρο «Νάμος» είχε μεταβεί μετά από καταγγελία για εκπομπή ψηλής έντασης και ήχου, μουσικής και αφού τελείωσε τις εξετάσεις του μπήκε στο υπηρεσιακό του όχημα για να αναχωρήσει. Καθώς ετοιμαζόταν να ξεκινήσει και έκανε προς τούτο σχετικό έλεγχο, είδε ένα αυτοκίνητο χρώματος κίτρινου που εκινείτο στον κατηφορικό παράδρομο της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων που την ενώνει με την παραλία και τον χώρο στάθμευσης του κέντρου «Νάμος», να κατευθύνεται προς τον εν λόγω χώρο στάθμευσης και πρός το μέρος του. Ο παράδρομος ήταν απέναντι του και το αυτοκίνητο του ήταν σταθμευμένο παράλληλα με αυτόν και μπορούσε να δεί το εν λόγω όχημα και την οδηγό. Η οδηγός του οχήματος αυτού, πού ήταν η Κατηγορούμενη, όταν την αντιλήφθηκε μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο το οποίο κρατούσε με το δεξί της χέρι δίπλα από το δεξιό της αυτί. Το σημείο του παράδρομου που είδε το όχημα αυτό για πρώτη φορά ήταν το σημείο Χ1 επί του Τ.2 και η Κατηγορούμενη συνέχισε να ομιλεί με τον τρόπο αυτό μέχρι που της φώναξε για να της κάνει παρατήρηση. Το σημείο Χ1 είχε υψομετρική διαφορά από εκεί που βρισκόταν ο Μ.Κ.1 αφού ήταν το πιο ψηλό σημείο του παράδρομου όπως φαίνεται και από το Τ.
- Όταν η Κατηγορούμενη αντελήφθηκε τον Μ.Κ.1 ακινητοποίησε το όχημα της στο σημείο Χ2 επί του Τ.2 αφού προηγουμένως διέγραψε την διαδρομή πού σημειώνεται στο Τ.2 με μπλέ γραμμή. Στο συγκεκριμένο σημείο ο Μ.Κ.1 της έκανε σχετική παρατήρηση και την ενημέρωσε ότι απαγορεύεται να χρησιμοποιεί το κινητό της τηλέφωνο και να οδηγεί. Τότε αυτή γύρισε προς το μέρος του και του ανέφερε ότι μιλά με την αδελφή της και χωρίς να διακόψει την συνομιλία της έθεσε σε κίνηση το όχημα της και συνέχισε να οδηγά. Στην συνέχεια η Κατηγορούμενη στάθμευσε το όχημα της σε χώρο που βρήκε ελεύθερο στον χώρο στάθμευσης, οπόταν ο Μ.Κ.1 την πλησίασε της επέστησε την προσοχή της στον νόμο, την κατηγόρησε και εξέδωσε και της επέδωσε από το ανοικτό της παράθυρο παραδίδοντας της το ροζ αντίτυπο, το εξώδικο υπ΄αριθμό ΑΑ
- Το αντίτυπο του εξωδίκου χρώματος άσπρου παρέμεινε σαν στέλεχος στο βιβλιάριο εξωδίκων το δε κίτρινο αντίτυπο, που είναι ακριβές αντίγραφο του ροζ, κατατέθηκε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.1 για υπηρεσιακούς λόγους και για διευκόλυνση του συστήματος Ηλεκτρονικών Υπολογιστών που καταχωρούνται τα εξώδικα, στο εξώδικο και επειδή ο παράδρομος δεν είχε ονομασία, ανέγραψε σαν τόπο διάπραξης του αδικήματος την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων. Τούτο διότι αν κάποιος δρόμος δεν είναι καταχωρημένος δεν μπορεί το σύστημα να δεχτεί την καταχώρηση. Η Κατηγορούμενη μετά που της επέδωσε ο Μ.Κ.1 το αντίτυπο του Τ.1, ήτοι ενώ είχε παρκάρει στο χώρο στάθμευσης, απάντησε σε αυτόν ότι δεν ήταν δρόμος το μέρος που χρησιμοποιούσε το κινητό της τηλέφωνο και τούτο μετά που τρίτο πρόσωπο πού βρέθηκε στο σημείο της καταγγελίας, ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι ιδιωτικός δρόμος. Η Κατηγορούμενη ακόμη και μετά που καταγγέλθηκε συνέχισε να χρησιμοποιεί το κινητό της τηλέφωνο χωρίς να προσθέσει ή να αναφέρει οτιδήποτε άλλο στον Μ.Κ.1 η σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Εύρημα μου επίσης αποτελεί ότι στο σημείο της καταγγελίας που έγινε στον χώρο στάθευσης του κέντρου «Νάμος» δεν ήταν παρών ο Μ.Υ.
- Στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας την ίδια ημέρα και μετά την καταγγελία της Κατηγορούμενης, μετέβη ο πατέρας της κι όχι αυτή, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στον σταθμάρχη κον Σάββα Σάββα, για το ότι η καταγγελία έγινε σε ιδιωτικό δρόμο και όχι στην Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων και γι αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί. Το παράπονο αυτό του πατέρα της Κατηγορούμενης εξέτασε ο σταθμάρχης και 1-2 μέρες αργότερα είπε στον Μ.Κ.1 ότι το διερεύνησε και η καταγγελία της Κατηγορούμενης καλώς έγινε και είναι έγκυρη. Τέλος αποτελεί εύρημα ότι η διακίνηση οχημάτων και του κοινού στον παράδρομο και στον χώρο που οδηγεί σε αυτόν και από αυτόν στον χώρο στάθμευσης του κέντρου «Νάμος» και της παραλίας του Κόλπου των Κοραλλίων, γινόταν ελεύθερα και χωρίς όρους, περιορισμούς η εμπόδια. Ακόμη κατά τον επίδικο χρόνο στον παράδρομο και στον χώρο στάθμευσης διακινούντο και υπήρχαν σταθμευμένα πολλά οχήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Ο Κανονισμός 58
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως ετροποποιήθει και αναριθμήθει, αναφέρει τα ακόλουθα: «58
(1).Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος επί οιασδήποτε οδού, έχει υποχρέωση όπως : ........................................ Ο δε Κανονισμός 58
(5)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 188/99, αναφέρει τα ακόλουθα: «
(5)(α) Ο οδηγός κάθε μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει να διατηρεί το όχημα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου και για το σκοπό αυτό- (i)............................... (ii)............................................................................................................... (β) Ο οδηγός κάθε μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει- (i)................................................................................................................ (ii)............................................................................................................... (iii).............................................................................................................. (γ) Απαγορεύεται η οδήγηση χωρίς εύλογη αιτία πάνω σε φυσικό εμπόδιο, χαραγμένη νησίδα ή γραμμή που διαχωρίζουν κατευθύνσεις ή λωρίδες κυκλοφορίας. (δ) Απαγορεύεται η χωρίς εύλογη αιτία αλλεπάλληλη αλλαγή λωρίδων με σκοπό προφανώς την εξασφάλιση κάποιας θέσης πιο μπροστά κατά τρόπο που μπορεί να δημιουργήσει εκνευρισμό, αμηχανία ή δυσφορία σε άλλους οδηγούς.» Ο δε Κανονισμός 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 188/99, αναφέρει τα ακόλουθα: «
(14). Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια.» Για τα αδικήματα που θεσμοθετούνται από παραβάσεις των πιο πάνω αναφερομένων κανονισμών, ο Κανονισμός 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/1984, ως ετροποποιήθεισαν, αναφέρει ότι οιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις των εν λόγω Κανονισμών ή οποιονδήποτε όρο χορηγηθείσας άδειας δυνάμει τούτων, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλακίσεως μη υπερβαίνουσας το ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο ποινές. Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης έχει δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Σε τέτοια αδικήματα η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας,
(2005)2, Α.Α.Δ 249. Δεν ενδιαφέρει και δεν εξετάζεται η νοητική κατάσταση του οδηγού και οι οποιεσδήποτε ειδικές αιτιάσεις που μπορεί να επικαλεστεί, εκτός φυσικά αν αυτές εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της ποινικής ευθύνης δυνάμει των γενικών αρχών δικαίου ή ειδικών προνοιών της Νομοθεσίας. Στην περίπτωση του Κανονισμού 58
(14)προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται όταν κατά την οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος ο οδηγός του δεν λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε κατά την διάρκεια της οδήγησης τα χέρια του να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ο Νομοθέτης δε εξειδικεύει σαν μία από τις περιπτώσεις αυτές την χρήση τηλεφώνου με τα χέρια. Είναι δε ενδεικτικό ότι το θέμα διασαφηνίζεται πλήρως με την τελευταία πρόταση του σχετικού Κανονισμού. Συνεπώς, από το λεκτικό του Κανονισμού εξάγεται ως συμπέρασμα ότι το αδίκημα διαπράττεται όταν γίνεται χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση, και το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Τα δε συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος, επι οδού, κατά την διάρκεια της οδήγησης τα χέρια του οδηγού να μην είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος και ειδικότερα, όταν ο οδηγός χρησιμοποιεί τηλέφωνο με τα χέρια. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που στοιχειοθετείται από τον Κανονισμό 58
(14), το μηχανοκίνητο όχημα να είναι εγγεγραμμένο και να φέρει αριθμούς εγγραφής. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά παρατίθενται πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη, στις 14/7/2009 και περί ώρα 17.35, ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα κίτρινου χρώματος σε παράδρομο της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων στην Πέγεια, της Επαρχίας Πάφου, που οδηγούσε στην παραλία και σε χώρο στάθμευσης οχημάτων της παραλίας του Κόλπου των Κοραλλίων και του κέντρου «Νάμος», χρησιμοποιούσε με το δεξί της χέρι κινητό τηλέφωνο. Συνακόλουθα εφόσον έχω αποδεχθεί τα πιο πάνω κρίνω ότι θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο η οδήγηση του οχήματος της Κατηγορούμενης έγινε σε οδό, κάτι που επί τη βάση των όσων εισηγείται ο συνήγορος της δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα ο συνήγορος της Κατηγορούμενης στην αγόρευση του Έγγραφο Α, εισηγείται ότι επειδή η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο συγκεκριμένος δρόμος ήταν παράδρομος και/ή κατήφορος, αυτός δεν εμπίπτει στην έννοια της λέξεως «οδός» που περιέχεται στο άρθρο 2 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/1972. Στο άρθρο 2 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/1972αναφέρονται τα εξής: «οδός σημαίνει οιανδήποτε οδόν, δρόμον, πλατείαν, ατραπόν, ανοικτόν χώρον ως και πάντα χώρον προσιτόν εις το κοινόν, περιλαμβάνει δε πάσαν γέφυραν, γεφύριον, ρείθρον, ανάχωμα, αύλακα, λιθόστρωτον ή τοίχωμα υποστηρίξεως, χρησιμοποιούμενον αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν». Είναι δε διαπίστωση μου ότι η έννοια του όρου «οδός» στο άρθρο 2 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/1972είναι πανομοιότυπη με την ερμηνεία που δίδει της ίδιας λέξης η Αγγλική νομοθεσία. Στο σύγγραμμα WILKINSON´S Road Traffic Offences, 10η έκδοση στις σελίδες 29 μέχρι και 37 οι έγκριτοι συγγραφείς πραγματεύονται την έννοια του όρου «δρόμος (Road)» όπου αυτός απαντάται στον Περί Τροχαίας Νόμο του 1972 της Αγγλικής Νομοθεσίας. Όπως αναφέρεται δρόμος είναι οποιαδήποτε λεωφόρος και οποιοσδήποτε δρόμος στον οποίο το κοινό έχει πρόσβαση και περιλαμβάνει γέφυρες επί των οποίων διέρχεται δρόμος. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 32 κάτω από τον τίτλο της παραγράφου «Public Access»(σε μετάφραση δημόσια πρόσβαση), οι συγγραφείς του πραγματεύονται το ζήτημα και ερμηνεία της φράσης που χρησιμοποιά ο νομοθέτης «στον οποίο το κοινό έχει πρόσβαση». Συνακόλουθα οι αναφορές των συγγραφέων στο πιο πάνω σύγγραμμα και η πραγματεία του όρου που γίνεται σε αυτό κρίνω ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στο καίριο ερώτημα που αφορά και την παρούσα υπόθεση, ήτοι στο κατά πόσον η Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο που κατ' ισχυρισμό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα και χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο με το δεξί της χέρι, ήταν δρόμος ή όχι. Επίσης το συγκεκριμένο ζήτημα εξετάστηκε και στην υπόθεση Ioannis Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R 134, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας αναφορές από αποσπάσματα αποφάσεων των Αγγλικών Δικαστηρίων ταυτίζεται πλήρως με τα όσα εκθέτουν οι εν λόγω συγγραφείς στο πιο πάνω σύγγραμμα τους. Συγκεκριμένα ο Δικαστής Στυλιανίδης στις σελίδες 139-141 αναφέρει τα εξής: The question that poses is whether the place the appellant was driving on was a road within the meaning of this section. This is a question of mixed law and fact. The place where the accident occurred was not a road in the ordinary sense of the word. A provision with regard to "public access" in exactly similar terms was considered in the Scottish case of Harrison v. Hill
(1932)S.C. (J.) 13. In the course of his judgment the Lord Justice-General, Lord Clyde, said at p. 16:- "It is plain, from the terms of the definition, that the class of road intended is wider than the class of public roads to which the public has access in virtue of a positive right belonging to the public, and flowing either from statute or from prescriptive user. A road may therefore be within the definition
(1)although it belongs to the class of private roads, and
(2)although all that can be said with regard to its availability to the public is that the public 'has access' to it. I think that, when the statute speaks of 'the public' in this connection, what is meant is the public generally, and not the special class of members of the public who have occasion for business or social purposes to go to the farmhouse or to any part of the farm itself; were it otherwise, the definition might just as well have included all private roads as well as all public highways. I think also that, when the statute speaks of the public having 'access' to the road, what is meant is neither (at one extreme) that the public has a positive right of its own to access, nor (at the other extreme) that there exists no physical obstruction, of greater or less impenetrability, against physical access by the public; but that the public actually and legally enjoys access to it. It is, I think, a certain state of use or possession that is painted to. There must be; as matter or fact, walking or driving by the public on the road, and such walking or driving must be lawfully performed—that is to say, must be permitted or allowed, either expressly or implicitly, by the person or persons to whom the road belongs. I include in permission or allowance the state of matters known in right of way cases as the tolerance of a proprietor". Lord Sands said at p. 17:- "In my view, any road may be regarded as a road to which the public have access upon which members of the public are to be found who have not obtained access either by overcoming a physical obstruction or in defiance of prohibition express or implied". This similar question was considered and the aforesaid dicta of the Scottish Judges were applied by the English Courts for the last 40 years, starting from the case of Bugge v. Taylor, [1941] 1 K.B. 198. In Buchanan v. Motor Insurers' Bureau, [1955] 1 All E.R. 607, McNair, J., pointed out that the public for this purpose is the general public rather than people who have a specific concern with walking on the area in question. (See also Houghton v. Schofield, [1973] R.T.R. 239 (Q.B.D.): Regina v. Shaw, [1974] R.T.R. 225 (C.A.); Deacon v. A.T. (a minor), [1976] R.T.R. 244; Cox v. White, [1976] R.T.R. 248). The best way of showing that a member of the general public has access to a road with at least the tolerance of the owner of the property is to show that a member of the public does in fact so use it. In the end it comes down to a simple question of fact as the law is quite plain. It is irrelevant whether the area is private land. It is sufficient if it is an open space or place to which the public, but not a particular class or section of the public, have access not by leave but either by tolerance or habitually or without express prohibition and without having to overcome physical obstacles placed by the owner or the person entitled to possession. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τα ευρήματα μου εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος παράδρομος χρησιμοποιείτο ελεύθερα και χωρίς κανένα εμπόδιο ή περιορισμό από το κοινό για να μεταβαίνει από την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων στην παραλία και στον χώρο στάθμευσης της παραλίας και του κέντρου «Νάμος». Δεν υπήρχαν περιορισμοί για τον αριθμό ή ιδιότητα των προσώπων που τον χρησιμοποιούσαν και αδιαμφισβήτητο είναι επίσης ότι μεγάλος αριθμός οχημάτων διακινείτο σε αυτόν. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει ότι ο συγκεκριμένος κατηφορικός παράδρομος είναι οδός, εντός της έννοιας που αποδίδει στην λέξη αυτή η σχετική νομοθεσία. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούμενη την 14/7/2009 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χρώματος κίτρινου και κατά την διάρκεια της οδήγησης χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο με το δεξί της χέρι, σε οδό. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η Κατηγορούμενη διέπραξε αδίκημα κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 188/99 και όχι κατά παράβαση του κανονισμού 58
(5)που είναι η νομοθετική βάση επί της οποίας στηρίζεται η κατηγορία. Ακόμη το όχημα το οποίο οδηγούσε η Κατηγορούμενη δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον μου ότι έφερε αριθμούς εγγραφής ΚUG 501 αποτελεί όμως κοινό έδαφος ότι αυτό ήταν χρώματος κίτρινου και οδηγείτο όχι στη Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων αλλά στον παράδρομο που αναφέρεται πιο πάνω. Για τον λόγο αυτό θα εξετάσω κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο με βάση το νόμο και τη σχετική νομολογία να προβώ στην προσθήκη δεύτερης κατηγορίας εναντίον της Κατηγορουμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ.
- Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι ο συνήγορος της Κατηγορούμενης στην γραπτή του αγόρευση Έγγραφο Α εισηγείται ότι δεν μπορεί να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο αφού τούτο δεν μπορεί να γίνει στο στάδιο που ευρίσκεται η υπόθεση και συνακόλουθα δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των άρθρων 83 και 84 του Περί Ποινικής Δικονομία Νόμου Κεφ.
- Όπως και πιο πάνω αναφέρω αυτό το οποίο προτίθεμαι να εξετάσω είναι η προσθήκη δεύτερης κατηγορίας εναντίον της Κατηγορουμένης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 και όχι να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο δυνάμει των άρθρων 83 και 84. Η διακριτική μου ευχέρεια για τον σκοπό αυτό κρίνω ότι στο στάδιο που ευρίσκεται η παρούσα υπόθεση δύναται να εξασκηθεί τόσο επί τη βάση των όσων προνοούνται στο άρθρο 85
(4)καθώς επίσης και επί τη βάση των αρχών που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία. Συνακόλουθα η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορουμένης δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε σχέση με το άρθρο 85
(4). Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αυτού και τις υποθέσεις Φουρής ν. Αστυνομίας
(1980)2 CLR 152 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, για την εφαρμογή του πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
- Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, και
- Η μεταβολή του κατηγορητήριου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Εξετάζοντας το θέμα στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο η ορθή νομοθετική βάση για την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος στο συγκεκριμένο χρόνο και συνακόλουθα η καταδίκη της Κατηγορουμένης για το αδίκημα αυτό είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου η δε ποινή που μπορεί να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη δεν είναι μεγαλύτερη αλλά είναι η ίδια με εκείνη που θα μπορούσε να επιβληθεί βάσει της κατηγορίας στο αρχικό κατηγορητήριο. Τέλος εξετάζοντας την υπόθεση στο σύνολο της κρίνω ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την Κατηγορούμενη στην υπεράσπιση της, εφόσον το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε και υπεράσπισε τον εαυτό της είναι αυτό του κανονισμού 58
(14)και όχι του κανονισμού 58
(5)τα δε γεγονότα που αφορούν το εν λόγω αδίκημα ήταν γνωστά της από την αρχή και είναι επί τη βάση τούτων που παρατέθηκε η μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή και διεξήγε η Κατηγορούμενη την υπεράσπιση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο τροποποιείται με την προσθήκη της ακόλουθης ως δεύτερης κατηγορίας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Οδήγηση Μηχανοκίνητου Οχήματος και χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά παράβαση των Καν. 58
(14)και 72 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Καν. Του 1984 όπως τροποποιήθηκαν από την Κ.Δ.Π.24/99 και Νόμου 166/87 και το Άρθρο 19 του Νόμου 86/72. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη, την 14 Ιουλίου 2009 σε παράδρομο της Λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων στην Πέγεια, της Επαρχίας Πάφου, που οδηγεί στην παραλία του Κόλπου των Κοραλλίων και στον χώρο στάθμευσης της παραλίας αλλά και του κέντρου με την ονομασία «Νάμος», οδηγούσε αυτοκίνητο χρώματος κίτρινου και χρησιμοποιούσε με το δεξί της χέρι κατά την διάρκεια της οδήγησης κινητό τηλέφωνο. Ενόψει όλων των ανωτέρω και υπαγάγοντας τα ευρήματα μου στην νομική πτυχή της υπόθεσης κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η κατηγορία. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην δεύτερη κατηγορία. Σε σχέση με την 1η κατηγορία είναι διαπίστωση μου ότι η νομοθετική βάση στην οποία βασίζεται δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν ενώπιον μου αφού ο κανονισμός 58
(5)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π 66/84, όπως τροποποιήθηκαν από την Κ.Δ.Π 24/99 και του νόμου 166/87, όπως πιο και πάνω αναφέρεται, θεσμοθετεί αδίκημα που καμία σχέση έχει με τις λεπτομέρειες που παρατίθενται σε αυτήν αλλά και με τα γεγονότα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου που προέκυψαν από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσαν μαρτυρία. Συνακόλουθα εφαρμόζοντας την αρχή που το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει αλλά και την γνωστή Λατινική ρήση «nullum crimen, nulla poena sine lege», ήτοι κανένα έγκλημα καμιά ποινή χωρίς νόμο, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. ........................................... Τάσος Κατσικίδης Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο