Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Αριστοφάνους κ.α., Αρ. Υπόθ: 18582/09, 13.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθ: 18582/09 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Εναντίον
- Αντρέα Αριστοφάνους από την Πάφο
- Abtulftah Al Hamid από τη Συρία και τώρα στην Πάφο
- Moustafa Ahmad Alhammadi από τη Συρία και τώρα στην Πάφο
- Faysal Hamadi από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Κατηγορουμένων ---------------------------- Ημερομηνία: 13.9.2010 Για την Κατηγορούσα Αρχή κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο 1 κ. Ζαννούπας Για τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, και 4 παρόντες Για σκοπούς μετάφρασης από τα Ελληνικά στα Αραβικά και αντίστροφα ορκίζεται να εκτελέσει ο κ. Γιώργος Λαϊηλής ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 1 στις 20.10.09 στη Γεροσκήπου εργοδοτούσε παράνομα τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 σε ανεγειρόμενη οικοδομή και οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 ενώ είναι αλλοδαποί από τη Συρία εργάζονταν παράνομα στη Γεροσκήπου για λογαριασμό του κατηγορούμενου
- Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αντιμετωπίζουν επίσης κατηγορίες παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι κατηγορούμενοι 2 και 4 αντιμετωπίζουν και κατηγορία που αφορά παράνομη είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες και κατέθεσε σωρεία Τεκμηρίων. Ο κατηγορούμενος 1 .όπως είχε δικαίωμα προέβηκε σε ανόμωτη δήλωση, οι δε κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 όπως επίσης είχαν δικαίωμα επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Δεν θα προχωρήσω σε εκτενή καταγραφή της δοθείσας μαρτυρίας, έργο αχρείαστο και αντιπαραγωγικό αφού αυτή βρίσκεται καταγραμμένη με κάθε λεπτομέρεια στα πρακτικά αλλά θα αναφερθώ στη μαρτυρία στο στάδιο της αξιολόγησης της και στα σημεία που κατά την κρίση μου είναι σημαντικά και ουσιαστικά για την υπόθεση όπως και στα σχετικά Τεκμήρια (βλέπε Al Watani κ. ά. ν. Παπαδοπούλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας τόσο η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ανέπτυξαν τις θέσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2, 5 και 7 η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 είναι αλλοδαποί και ανέλαβαν εργασία προς όφελος του κατηγορούμενου 1. Το τρίτο συστατικό των κατηγοριών αυτών ότι δηλαδή δεν είναι κάτοχοι της απαιτούμενης άδειας εργασίας δεν οφείλει να το αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή αλλά να το καταρρίψει η υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των κατηγορουμένων να αποδείξουν ότι κατέχουν την απαιτούμενη από το Νόμο και τους Κανονισμούς άδεια (Johy v. Humphreys
(1955)1 All E.R. 793 και Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220). Αυτό που πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι πως οι κατηγορούμενοι προέβαιναν σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία αλλά δεν χρειάζεται να αποδεικτεί συμφωνία εργοδότησης με όλες τις λεπτομέρειες που εξυπακούει μια τέτοια συμφωνία. (Βλέπε Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161). Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης και αυτό αναφέρεται σαν παράδειγμα στην υπόθεση Sea Island v. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. 196). Έχει τονιστεί επίσης ότι δεν έχει σημασία αν οι αλλοδαποί εργάζονται επί τακτικής και οργανωμένης βάσης ή αν δουλεύουν επί δοκιμαστικής βάσης. Ο κ. Ζαννούπας υπέβαλε στους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει καμιά σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και την εργοδότηση των κατηγορουμένων 2, 3 και
- Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η ομολογία του κατηγορούμενου 1 στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία και συνάδει με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 Αστ. 3491 Χ. Χρυσοστόμου και το περιεχόμενο της κατάθεση του Τεκμηρίου 1 ο ίδιος μαζί με συναδέλφους του μετέβηκαν σε ανεγειρόμενη οικοδομή στη Γεροσκήπου και παρακολούθησαν το χώρο για δέκα περίπου λεπτά. Εντόπισαν τρία άτομα να ασχολούνται με το καλούπωμα κολώνων. Αφού τους προσέγγισαν και τους απεκάλυψαν την ιδιότητα τους τα τρία πρόσωπα τους ανέφεραν τα ονόματα τους και είπαν ότι κατάγονται από τη Συρία. Σε ερώτηση αν είχαν άδεια να εργάζονται απάντησαν αρνητικά. Αφού τους επέστησαν την προσοχή στο Νόμο ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στο μάρτυρα ότι ο ίδιος και ο Faysal ξεκίνησαν την προηγούμενη να εργάζονται και ο Moustafa πήγε την ημέρα εκείνη να εργαστεί. Η δήλωση αυτή προς το μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο Μ.Κ.3, Αστυφ. 2140 Βάσος Αιμιλίου, η κατάθεση του οποίου έγινε Τεκμήριο 5, ανέφερε ότι πήρε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 οι οποίες κατατέθηκαν σαν Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6, Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 8). Στον μάρτυρα αυτό υποβλήθηκε ότι το περιεχόμενο των καταθέσεων πρώτα το έγραφε ο ίδιος αμφισβητώντας ουσιαστικά ότι αυτό προήλθε από τους κατηγορούμενους. Οι καταθέσεις έγιναν Τεκμήρια χωρίς ένσταση από την υπεράσπιση και ο ισχυρισμός που υποβλήθηκε στο μάρτυρα παρέμεινε μετέωρος. Στις καταθέσεις τους οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αναφέρουν ότι κατάγονται από τη Συρία και παραδέχονται ότι εργάζονταν στην οικοδομή στη Γεροσκήπου. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 αναφέρουν επίσης ότι γνώριζαν ότι εργάζονται παράνομα. Η σημασία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχει χαρακτηριστεί σαν η κορωνίδα της μαρτυρίας. Ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί με μόνο τη δική του ομολογία αφού το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Η παραδοχή των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 στις καταθέσεις τους συνάδει και ταυτίζεται με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι σαν αξιόπιστη και ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι και η Μ.Κ.7 Αντρούλα Χριστοφόρου, Λειτουργός του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, τη μαρτυρία της οποίας επίσης αποδέχομαι σαν αξιόπιστη, ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 δεν αποτάθηκαν για άδεια εργασίας αλλά μόνο υπέβαλαν αίτηση για πολιτικό άσυλο. Ούτε όμως όπως επίσης είπε φαίνεται από τους φακέλους που αφορούν τους αλλοδαπούς ο κατηγορούμενος 1 να αποτάθηκε για άδεια. Αν το έκανε θα φαινόταν σ΄ αυτούς τους φακέλους. Ήταν η θέση του κ. Ζανούπα ότι ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος αναφέρεται σαν ο εργοδότης των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 δεν έχει καμιά σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 4, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει τα εξής: «Είμαι ο εργολάβος της πιο πάνω ανεγειρόμενης οικοδομής που μου αναφέρεις, συγκεκριμένα ανέλαβα την εργολαβία των καλουπιών από την εταιρεία H. Ajami, δηλαδή του Haidar. Δεν έχω να αναφέρω οτιδήποτε άλλο. Σχετικά με τους αλλοδαπούς που μου αναφέρεις τους προσέλαβα εγώ στη δουλειά πριν δύο μέρες αφού μου είπαν ότι ήταν νόμιμοι και θα μου παρουσίαζαν τα χαρτιά τους για να κάνω τη διαδικασία για να τους γράψω και να εργάζονται νόμιμα.» Ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε ανόμωτη δήλωση στην οποία αρνείται ότι εργοδότησε τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δήλωσε στην αστυνομία ότι είναι ο εργοδότης τους για να βοηθήσει τον Haidar ο οποίος αντιμετώπιζε και άλλες παρόμοιες υποθέσεις για να μη χάσει τις υπεργολαβίες που του έδινε. Η σημασία της ανόμωτης δήλωσης είναι περιορισμένη και στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος 1 δεν αμφισβητεί ότι δήλωσε στην αστυνομία ότι είναι ο εργοδότης των αλλοδαπών και παραδέχεται ότι η κατάθεση του ήταν θεληματική. Οι λόγοι που προβάλλει γιατί το έκανε είναι εκ των υστέρων σκέψεις και το λιγότερο άξιοι απορίας. Η κατάθεση του κατηγορούμενου 1 κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την υπεράσπιση ενώ η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη δήλωση του κατηγορούμενου 1 προς το Μ.Κ.2 Αστ. 3486 Α. Μαλεκκίδη. Με την παραδοχή του κατηγορούμενου 1 στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ότι ο ίδιος προσέλαβε τους 3 αλλοδαπούς αλλά και με τη δική του επίσης παραδοχή ότι είναι ο εργολάβος των καλουπιών στην οικοδομή με την ονομασία DEL MANO COURT 2 στη Γεροσκήπου, πολυκατοικία την οποία επισκέφθηκε ο Μ.Κ.1 και εντόπισε τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου 1 ότι στις 20.10.09 εργοδοτούσε παράνομα τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 και τις κατηγορίες 2, 5 και 7 εναντίον των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 ότι στον ίδιο χρόνο εργάζονταν για λογαριασμού του κατηγορούμενου 1 χωρίς άδεια. Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αντιμετωπίζουν επίσης κατηγορία παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, το αίτημα του απορρίφθηκε, έκαμε έφεση η οποία απορρίφθηκε τελειωτικά στις 27.3.08 και έκτοτε διαμένει παράνομα στην Κύπρο. Στις λεπτομέρειες της 6ης κατηγορίας που αφορά τον κατηγορούμενο 3 αναφέρεται ότι ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, το αίτημα του απορρίφθηκε, στη συνέχεια έκαμε έφεση η οποία στις 14.9.09 απορρίφθηκε τελειωτικά και έκτοτε παραμένει παράνομα στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 4 όπως περιγράφεται στις λεπτομέρειες της 8ης κατηγορίας ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, το αίτημα του απορρίφθηκε στις 10.3.09 και έκτοτε διαμένει παράνομα στην Κύπρο. Για να αποδείξει τις κατηγορίες αυτές η Kατηγορούσα Αρχή κάλεσε τους M.K.5 Αρετή Μάρκου, Λειτουργό της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και Μ.Κ.6 Ντίνο Θεμιστοκλέους, Λειτουργό της Αρχής Ασύλου. Οι μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου για ότι γνώριζαν μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους και με βάση τους προσωπικούς φακέλους που η Υπηρεσία τους τηρεί για τους αλλοδαπούς κατηγορούμενους. Έτσι από πλευράς ειλικρίνειας αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η μαρτυρία τους σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατέθεσαν στοιχειοθετούν τις κατηγορίες της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα συστατικά στοιχεία που οφείλει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι οι κατηγορούμενοι είναι αλλοδαποί και στον ουσιαστικό χρόνο βρίσκονταν στην Κύπρο. Αν αυτό επιτευχθεί το βάρος μετατίθεται στους ώμους των κατηγορούμενων να αποδείξουν ότι έχουν σε ισχύ άδεια παραμονής. Η Κατηγορούσα Αρχή όμως με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3, 6 και 8 και την αναφορά σε αίτημα των κατηγορουμένων για πολιτικό άσυλο διαφοροποιεί την πιο πάνω υποχρέωση των κατηγορουμένων. Η υποβολή αίτησης για πολιτικό άσυλο δεν οδηγεί αυτόματα στην έκδοση άδειας παραμονής αλλά δίδει το δικαίωμα στον αιτητή να αποκτήσει μια τέτοια άδεια η οποία ισχύει μέχρι την τελική εξέταση της αίτησης του. Ο αιτητής για να κινείται στα πλαίσια της νομιμότητας οφείλει να υποβάλει αίτηση για να εξασφαλίσει την άδεια παραμονής που δικαιούται (άρθρο 8 του Περί Προσφύγων Νόμου). Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οτιδήποτε σχετικό από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά ούτε και στις λεπτομέρειες των αδικημάτων γίνεται σαφής αναφορά στην ύπαρξη προσωρινής άδειας παραμονής υπό την ιδιότητα τους σαν αιτητές πολιτικού ασύλου. Η Κατηγορούσα Αρχή καθορίζει όμως στις λεπτομέρειες των σχετικών αδικημάτων ημερομηνίες από τις οποίες έκτοτε θεωρεί ότι οι κατηγορούμενοι παραμένουν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και έτσι η παράνομη παραμονή τους συνδέεται όχι με την εξ υπαρχής μη έκδοση άδειας αλλά με την χρονική στιγμή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και συνεπώς από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι έχουν κατά κάποιο τρόπο αποσείσει το βάρος που τους είχε μετατεθεί για την ύπαρξη άδεια παραμονής. Εναπόκειται πλέον στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει το παράνομο της παραμονής των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στην Κύπρο. Η απόρριψη της αίτησης για πολιτικό άσυλο αποτελεί διοικητική πράξη που για να καταστεί εκτελεστή θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιηθεί προς τον ενδιαφερόμενο. Με την κοινοποίηση ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται για το δικαίωμα του να ασκήσει Διοικητική Προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής και Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο τότε καθίσταται τελική η απόφαση. Από την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι για τους κατηγορούμενους 2 και 3 είχε καταχωρηθεί έφεση στην Αναθεωρητική Αρχή η οποία για τον κατηγορούμενο 2 απορρίφθηκε στις 27.3.08 και για τον κατηγορούμενο 3 στις 17.9.
- Οι επιστολές με τις οποίες γνωστοποιείτο στους κατηγορούμενους 2 και 3 η απορριπτική απόφαση επιστράφησαν σαν αζήτητες ενώ αυτές στάληκαν στην τελευταία διεύθυνση που έδωσαν οι κατηγορούμενοι. Η Μ.Κ.5 ανέφερε επίσης ότι η απορριπτική επιστολή στάληκε με τηλεμοιότυπο στο δικηγόρο των κατηγορουμένων. Από την υπεράσπιση αμφισβητήθηκε η ορθότητα του αριθμού στον οποίο στάληκαν οι επιστολές και η μάρτυρας ανέφερε ότι ο αριθμός του φαξ αναγράφεται στην υποβολή της αίτησης από την νομική σύμβουλο και υπάρχει η πρωτότυπη επιστολή στο φάκελο της Υπηρεσίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως δεν τέθηκε και εφόσον η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι η επιστολή στάληκε στο σωστό αριθμό η Κατηγορούσα Αρχή είχε την υποχρέωση να το αποδείξει αυστηρά. Στον κατηγορούμενο 4 η απορριπτική επιστολή στάληκε με διπλοσυστημένη επιστολή στη διεύθυνση που ο ίδιος δήλωσε, όμως η επιστολή επίσης επιστράφηκε ενώ δεν υπήρξε καμία ενημέρωση για αλλαγή της διεύθυνσης του. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι διπλοσυστημένες επιστολές προς τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 επιστράφηκαν σαν αζήτητες και δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι οι επιστολές που αφορούν τους κατηγορουμένους 2 και 3 στάληκαν με τηλεμοιότυπο στον αριθμό που η δικηγόρος τους έδωσε στην Αναθεωρητική Αρχή. Εφόσον οι κατηγορούμενοι με βάση τα πιο πάνω δεν έλαβαν γνώση της απόρριψης του αιτήματος τους η διοικητική πράξη δεν κατέστη εκτελεστή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να προκύψει ποινική ευθύνη στη βάση μη εκτελεστής διοικητικής πράξης και η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 3, 6 και 8, οι κατηγορίες απορρίπτονται και στις κατηγορίες αυτές οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Οι κατηγορούμενοι 2 και 4 αντιμετωπίζουν επίσης κατηγορίες που αφορούν παράνομη είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δηλαδή εισήλθαν μέσω μη εγκεκριμένου λιμανιού μέσω των κατεχομένων χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης. Οι δύο κατηγορούμενοι παραδέχονται στις γραπτές τους καταθέσεις στην Αστυνομία ότι εισήλθαν στις ελεύθερες περιοχές μέσω των κατεχομένων και αναφέρουν επίσης ότι με την άφιξη τους υπέβαλαν αίτηση για πολιτικό άσυλο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Περί Προσφύγων Νόμου 6
(1)/00 άτομο το οποίο εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του. Με την παραδοχή των κατηγορουμένων όπως αυτή φαίνεται στις γραπτές τους καταθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τις κατηγορίες 4 και 9 εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 4. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι έχουν υποβάλει όπως φαίνεται από τα πιο πάνω αίτημα για πολιτικό άσυλο στα γεγονότα αυτών των κατηγοριών έχει εφαρμογή το άρθρο 7 του Περί Προσφύγων Νόμου και οι κατηγορούμενοι δεν υπόκεινται σε τιμωρία. (Υπ.) ................... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο