← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Janbali Saoud, Αρ. Υπόθεσης: 11972/08, 22 Σεπτεμβρίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Janbali Saoud, Αρ. Υπόθεσης: 11972/08, 22 Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τ.Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11972/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή ν Janbali Saoud Κατηγορούμενος (Χρέη μεταφραστή από Κούρδικα στα Ελληνικά και αντίστροφα εκτελεί ο κος Γιώργος Λεϊλής) Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη προσωπικά και για κον Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κος. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος: Παρόν ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα που εκτίθενται στις Κατηγορίες 2 και 3 επί του Κατηγορητηρίου, ήτοι τις Κατηγορίες: 2η Κατηγορία: Χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας υπέρ τρίτου 3η Κατηγορία: Απείθειας κατά νομίμων διαταγών, και συγκεκριμένα ότι απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην υπόθεση 10457/07 το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για περίοδο 6 μηνών από τις 22.2.2008 μέχρι 21.8.

  1. Σημειώνω στο στάδιο αυτό ότι η Κατηγορία αριθμός 1 επί του Κατηγορητηρίου διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δυνάμει του άρθρου 154 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στις 18.3.
  2. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και για τις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 2716 Λοΐζο Λοΐζου, Μ.Κ.1, την Γ/Αστ 3381 Νάσω Χαραλάμπους, Μ.Κ. 2 και τη κα Χρύσω Κάιζερ Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Μ.Κ.
  3. Οι Μ.Κ. 1 και 2 υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους τις καταθέσεις τους Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, απάντησαν σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου. Επίσης η Μ.Κ. 2 κατέθεσε ενώπιον μου το Τεκμήριο
  4. Η Μ.Κ. 3 έδωσε μαρτυρία, απάντησε σε ερωτήσεις από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, αντεξετάστηκε από τοn συνήγορο του Κατηγορουμένου και κατέθεσε ενώπιον μου το Τεκμήριο
  5. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει Ένορκη μαρτυρία και να μην καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Περαιτέρω δηλώθηκαν σαν παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου: (α) Στις 9.7.2010 το περιεχόμενου του Τ.4 (β) Στις 23.8.2010 το περιεχόμενο του Καλυπτικού Ασφαλιστικού Σημειώματος υπ αριθμό VPR-CN-000001541, που κατατέθηκε σαν Έγγραφο Α. O Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε σαν μέρος αυτής το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1) και περαιτέρω απάντησε σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως ανέφερε στις 2.6.2008 υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας. Την 2.6.2008 ανέλαβε υπηρεσία την 07:00 και περί ώρα 10:00 στη Λεωφόρο Ελλάδος ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΚΚ 541 το οποίο διαπίστωσε ότι οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο τον οποίο και υπέδειξε στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Από τον έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα ενώ του είχε επιβληθεί στέρηση του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης από το Δικαστήριο από 22.2.2008 μέχρι 21.8.2008 και χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια υπέρ κινδύνων τρίτου. Πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί για τα συγκεκριμένα αδικήματα και αυτός απάντησε «Εντάξει». Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι: · Η απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος με τη λέξη «Εντάξει» δόθηκε από αυτόν όταν τον πληροφόρησε ο Μ.Κ. 1 για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή της οδήγησης με στερημένη άδεια οδηγού και χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια υπέρ κινδύνων τρίτου. · Τα Ελληνικά του Κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της συνομιλίας που είχε μαζί του αντιλήφθηκε ότι ήταν πολύ καλά αφού με τον τρόπο του αυτός έδειξε να αντιλαμβάνεται όλα όσα του είχε πει. Ακόμη όταν του υπέδειξε το έντυπο του ηλεκτρονικού υπολογιστή που αναφέρετο ότι είχε στερηθεί την άδεια οδήγησης του, αυτός απάντησε «εντάξει» αντιλαμβανόμενος το τι αναγράφετο. Ακόμα όταν προσήλθε σε άλλη ημέρα στην τροχαία Πάφου για να κατηγορηθεί από άλλο Αστυνομικό ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι μιλούσε και αντιλαμβανόταν πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα. · Ο έλεγχος που έκαμε για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διέπραττε οποιοδήποτε αδίκημα κατά τη διάρκεια της οδήγησης ήταν μέσω κινητού ηλεκτρονικού υπολογιστή που είχε στην κατοχή του. · Ο Κατηγορούμενος του υπέδειξε ασφαλιστήριο έγγραφο που είχε εκδοθεί και κάλυπτε τον ίδιο με ημερομηνία έκδοσης πριν την ημερομηνία που το Δικαστήριο του είχε επιβάλει την ποινής της αποστέρησης της άδειας οδήγησης του. Ο Κατηγορούμενος δεν του επέδειξε την άδεια οδήγησης του αλλά το δελτίο ταυτότητας το οποίο εκδίδεται από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, από τον αριθμό του οποίου διενήργησε τον σχετικό έλεγχο μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή. · Στο μέρος της καταγγελίας του Κατηγορούμενου ήρθε κάποιο πρόσωπο το οποίο όπως αναφέρεται και στο Τεκμήριο 1 παρέλαβε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Το πρόσωπο αυτό του είπε όπως και ο Κατηγορούμενος, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και καλυπτόταν από ασφάλεια. Το εν λόγω πρόσωπο μιλούσε πολύ καλά Ελληνικά και εξηγούσε και στον Κατηγορούμενο τι ο Μ.Κ. 1 τον είχε πληροφορήσει. Σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές επέμενε ότι όταν ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί για τα συγκεκριμένα αδικήματα απάντησε «Εντάξει» και αρνήθηκε ότι είναι μέσω του τρίτου προσώπου που αφίχθηκε στη σκηνή που του απάντησε πως είχε και άδεια και ασφάλεια. Το συγκεκριμένο πρόσωπο αφίχθηκε στη σκηνή μετά που πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και του απάντησε «Εντάξει», με σκοπό να παραλάβει και να οδηγήσει το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. · Επίσης απαντώντας σε σχετική υποβολή αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του ανέφερε πως το Δικαστήριο του είχε επιβάλει μόνο πρόστιμο ύψους €360 και τίποτε άλλο, επιμένοντας ότι αν του έλεγε κάτι τέτοιο θα το κατέγραφε στη κατάθεση του Τεκμήριο
  1. · Σε σχετική ερώτηση για το κατά πόσο κατέγραψε στην κατάθεση του τα όσα είχαν συζητηθεί μεταξύ του ιδίου και του τρίτου προσώπου που έφτασε στη σκηνή, απάντησε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήρθε για να παραλάβει το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου και όταν του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε άδεια οδηγού και ασφάλεια του εξήγησε τους λόγους που θα καταγγελλόταν ο Κατηγορούμενος. Γι' αυτό και στην κατάθεση του καταγράφει την απάντηση του Κατηγορουμένου ο οποίος δεν ανέφερε τίποτε παραπάνω μέσω του τρίτου αυτού προσώπου αφού και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και ασφάλειας. Δεν κατέγραψε δε τίποτα σε σχέση με τα όσα συζήτησε με το τρίτο αυτό πρόσωπο αφού δεν θεώρησε πως είναι ορθό να καταγράφονται οι απαντήσεις τρίτων προσώπων για υπό διερεύνηση αδικήματα που αφορούν άλλα πρόσωπα. Εκείνο το οποίο κατάγραψε στην κατάθεση του - Τεκμήριο 1, είναι την απάντηση του Κατηγορούμενου. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου παραλήφθηκε από το τρίτο πρόσωπο από το μέρος όπου έγινε η καταγγελία. Η Μ.Κ. 2 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Επαρχίας Πάφου στο Τμήμα Τροχαίας. Αναγνώρισε και κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο 2 τη γραπτή της κατάθεση την οποία διάβασε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της. Ακόμη κατέθεσε ενώπιον μου τελικά χωρίς ένσταση, σαν Τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που απήγγειλε στον Κατηγορούμενο. Απαντώντας δε σε ερώτηση γιατί κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο στην Ελληνική γλώσσα αυτή ανέφερε ότι προτού τον κατηγορήσει είχε συνομιλία μαζί του στην Ελληνική γλώσσα και κατάλαβε ότι την αντιλαμβανόταν πολύ καλά και γι' αυτό δεν έκρινε αναγκαίο να καλέσει διερμηνέα, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος μιλούσε Ελληνικά καλύτερα και από διερμηνέα. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.2 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι: · Το Τεκμήριο 3 είναι συμπληρωμένο με πέννα χειρόγραφα από την ίδια εκτός από το σημείο που έχει ο Κατηγορούμενος θέσει την υπογραφή του. · Συμφώνησε ότι η απάντηση του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που του απαγγέλθηκε, ήταν η μη παραδοχή των κατηγοριών αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει τους λόγους που δεν παραδέχθηκε. · Η συνομιλία που είχε μαζί με τον Κατηγορούμενο διάρκεσε περίπου είκοσι λεπτά και δεν θυμόταν να της είχε αναφέρει ότι την ημέρα που είχε πάει Δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε ότι του είχε στερηθεί η άδεια οδήγησης και γι' αυτό δεν παραδεχόταν. · Ο λόγος που δεν κάλεσε διερμηνέα ήταν διότι ο Κατηγορούμενος καταλάβαινε την Ελληνική γλώσσα πλήρως και γι' αυτό είναι απόλυτα σίγουρη αφού και έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου που είχε συναντηθεί μαζί του αρκετές φορές, μιλούσε με αυτόν Ελληνικά και αντιλαμβανόταν πλήρως την Ελληνική γλώσσα. Συμπλήρωσε δε ότι ο ίδιος την είχε προσεγγίσει μιλώντας Ελληνικά. · Σε σχετική ερώτηση αν ήταν σίγουρη ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν πλήρως την Ελληνική γλώσσα επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος αν και αλλοδαπός αντιλαμβανόταν πλήρως την Ελληνική γλώσσα. · Της είχε ανατεθεί η εξέταση των αδικημάτων και όταν κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο και αυτός δεν παραδέχθηκε, δεν τον ρώτησε το λόγο της μη παραδοχής του αφού πολλά άτομα όταν κατηγορηθούν δεν παραδέχονται και απαντούν πως ότι έχουν να πουν θα το αναφέρουν στο Δικαστήριο. · Δεν εξέτασε το ζήτημα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος όταν κατηγορήθηκε στην υπόθεση που του αποστερήθηκε η άδεια οδήγησης είχε διερμηνέα, αφού από την εμπειρία της ενώπιον των Δικαστηρίων γνωρίζει ότι όλοι οι αλλοδαποί που δεν κατανοούν την Ελληνική γλώσσα τους προσφέρονται υπηρεσίες διερμηνέα. Η Μ.Κ.3 κα Χρύσω Κάϊζερ, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είχε υπό την κατοχή της το φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ΄αριθμό 10457/
  2. Από το φάκελο τον οποίο είχε στην κατοχή της, η Μ.Κ.2 κατέθεσε πιστό αντίγραφο των αποστενογραφημένων πρακτικών και απόφασης για την ποινή στην εν λόγω υπόθεση, ημερ. 22.2.2008 (Τεκμήριο 4). Το περιεχόμενο του Τ.4 κατόπιν δήλωσης από κοινού και έγκρισης υπό του Δικαστηρίου έγινε αποδεκτό γεγονός. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.3 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι πριν την 22.2.2008 στην υπόθεση 10457/07 υπήρξε ακόμη μία δικάσιμος, ήτοι στις 14.11.2007, στην οποίαν ο Κατηγορούμενος παρά το ότι του επιδόθηκε το Κατηγορητήριο δεν εμφανίστηκε, με επακόλουθο να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση να οριστεί στις 28.2.
  3. Το ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε στις 22.2.2008 οπόταν ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και αφού κατηγορήθηκε παραδέχτηκε. Στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα εξής: · Ότι στις 22.2.2008 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και σε ερώτηση του Δικαστηρίου απάντησε ότι γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Την απάντηση αυτή την έδωσε διότι για πρώτη φορά παρουσιαζόταν ενώπιον Δικαστηρίου και κάποιοι Σύριοι που ήταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου του είπαν ότι δεν χρειάζεται να διορίσει δικηγόρο αλλά ούτε και μεταφραστή. Όταν δε φωνάχθηκε το όνομα του στην αίθουσα του Δικαστηρίου μπήκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου και μετά το Δικαστήριο του επέβαλλε πρόστιμο €370 και αυτός είπε εντάξει και στη συνέχεια πλήρωσε το πρόστιμο και έφυγε. · Ότι μετά από πάροδο δυόμισι μηνών οδηγούσε στο δρόμο εκεί που είναι του Παπαντωνίου οπόταν και τον σταμάτησαν για έλεγχο δύο - τρία άτομα, αστυνομικοί. Ένας εξ αυτών του ζήτησε την άδεια οδηγού και την ασφάλεια του οπόταν μετά από έλεγχο που έκανε στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή του είπε πως υπήρχε πρόβλημα. Μετά που του αναφέρθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα είπε στον αστυνομικό ότι είχε και ασφάλεια και άδεια οδηγού και γι' αυτό διαμαρτυρόταν και ρώτησε γιατί πρέπει να κατέβει από το αυτοκίνητο αφού ήταν εντάξει όλα τα χαρτιά του. Ακολούθως όταν του ανέφερε ο αστυνομικός κάτι περί Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον αστυνομικό ότι είχε πάει Δικαστήριο και πλήρωσε και ένα πρόστιμο οπόταν ο αστυνομικός τον πληροφόρησε πως υπήρχε και άλλο πρόβλημα που δεν του επέτρεπε να οδηγά μηχανοκίνητο όχημα. · Ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια και επειδή τα όσα του ελέχθησαν ήταν στα Ελληνικά και δεν αντιλαμβανόταν, τηλεφώνησε σε κάποιο Σωτήρη που είναι Κούρδος και του ζήτησε να κάνει τον μεταφραστή οπόταν μίλησε μαζί με τον αστυνομικό. Ακολούθως έδωσε το τηλέφωνο στον αστυνομικό για να μιλήσει μαζί με τον μεταφραστή, Σωτήρη, για να του εξηγήσει ποιο ήταν το συγκεκριμένο πρόβλημα οπόταν ο Nidal, ο μεταφραστής, εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι ο αστυνομικός του είχε πει πως δεν έπρεπε να οδηγά αυτοκίνητο. · Στο μέρος της σκηνής που του έγινε η καταγγελία ακολούθως αφίχθηκε ο μεταφραστής οπόταν οδήγησε αυτός το αυτοκίνητο του και ο ίδιος πήγε στο σταθμό τροχαίας μαζί με τον αστυνομικό. · Σε ερώτηση πόσο καλά καταλαβαίνει τα Ελληνικά απάντησε ότι στην εργασία του που είναι αυτή του καλουψιή μιλά με τους εργάτες στα Ελληνικά χρησιμοποιώντας λέξεις που έχουν σχέση με την εργασία του. Ακόμα παίρνει μαζί του στην εργασία του και τα μωρά του για να του εξηγούν. · Τέλος ανέφερε ότι ορκίστηκε στο Κοράνι να πει την αλήθεια και αν δεν υπήρχε στην υπόθεση αυτή ο κ. Λεϊλής να μεταφράζει τα όσα λέγονται από τα Ελληνικά στα Κούρδικα μόνο ημερομηνίες και αριθμούς αυτοκινήτων θα καταλάβαινε από το εδώλιο όπου εβρισκόταν. Όλα τα άλλα που αναφέρθηκαν για ασφάλειες και για στερημένη άδεια δεν τα καταλάβαινε και ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι δεν πρέπει να οδηγήσει. Στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε τα πιο κάτω. · Ότι στην Κύπρο βρίσκεται από το 1999 σαν εγγεγραμμένος στον κατάλογο των Κούρδων του Ρ.Κ.Κ. η δε σύζυγος του είναι Κούρδη από τη Συρία. · Ότι είναι εργολάβος και οι εργασίες που αναλαμβάνει αφορούν Κύπριους και για το σκοπό αυτό κάνουν προσφορές. Διευκρίνισε δε ότι τις προσφορές αυτές τις κάνει ο γιος του ο οποίος τώρα είναι 21 χρονών. Επειδή δε είναι ο γιος του που κάνει τις προσφορές δεν χρειάζεται να μιλά ο ίδιος αφού τα Ελληνικά του είναι λίγα. Ο ίδιος εκτελεί την δουλειά που τους ανατίθεται και μιλά ο γιος του με τους ιδιοκτήτες για τους οποίους κάνουν διάφορες εργασίες. · Ότι αφού βρίσκεται στην Κύπρο 12 χρόνια είναι φυσιολογικό να μιλά λίγα Ελληνικά διότι αν έλεγε το αντίθετο θα εψεύδετο. · Ότι στο προσωπικό της δουλειάς του περιλαμβάνονται και δύο Ρουμάνοι με τους οποίους συνεννοείται με τα λίγα Ελληνικά που γνωρίζει ο ίδιος και τα λίγα Ελληνικά που μιλούν οι Ρουμάνοι. · Στο σημείο της καταγγελίας η συνομιλία που είχε με τον αστυνομικό ήταν στα Ελληνικά και είναι και στα Ελληνικά που μίλησε ο ίδιος του αστυνομικού όμως δεν καταλάβαινε τη φράση «στερημένη άδεια». · Ότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ήταν ότι δεν είχε άδεια σε ισχύ και το κατηγορητήριο το οποίο του επιδόθηκε νόμιζε ότι ήταν για να πληρώσει πρόστιμο και όχι για να πάει Δικαστήριο. Το ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο το πληροφορήθηκε μετά. · Ότι την πρώτη φορά που πήγε Δικαστήριο στην υπόθεση 10457/07 κατηγορήθηκε στα Ελληνικά για το ότι οδηγούσε χωρίς ασφάλεια. · Ότι έχει Κυπριακή άδεια οδηγού την οποία έβγαλε επειδή είχε διεθνή άδεια οδηγού Συριακή. Οι ερωτήσεις που του έκαναν για να βγάλει άδεια οδηγού στην εξέταση προς τούτο, ήταν για διάφορα σήματα τροχαίας ήτοι τον ρώτησαν τι έδειχνε κάποιο σήμα για το Νοσοκομείο και ένα σήμα για μονόδρομο. · Σε ερώτηση αν αντιλαμβανόταν και καταλάβαινε τις ερωτήσεις που του έκαναν κατά τη διάρκεια της εξέτασης που ήταν στα Ελληνικά, απάντησε ότι για το μονόδρομο τους είπε «όχι» δηλαδή ότι δεν πρέπει να πηγαίνεις μονόδρομο και ακολούθως πήγαν με το αυτοκίνητο στην πόλη. Σε σχετική δε ερώτηση σε ποια γλώσσα του έκαναν τις ερωτήσεις απάντησε ότι ήταν στα Ελληνικά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος απαντούσε στα Ελληνικά και με νοήματα με τα χέρια του. · Σε υποβολή ότι όταν έδωσε εξετάσεις για την άδεια οδηγού μιλούσε πολύ καλά Ελληνικά απάντησε ότι, αυτό που ήξερε τότε στα Ελληνικά ήταν το ναι, το όχι, το καληνύχτα και το καλημέρα. · Σε υποβολές ότι συνομιλεί με τους ιδιοκτήτες των σπιτιών που χτίζει και με τους υπαλλήλους του στην Ελληνική γλώσσα, αποφεύγοντας να απαντήσει, απάντησε ότι εδώ και δυόμισι χρόνια δουλεύει σαν εργολάβος ενώ προηγουμένως εργαζόταν σαν εργάτης. · Σε υποβολή ότι όταν κατηγορήθηκε στο Δικαστήριο στην υπόθεση 10457/07 ότι δεν είχε σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο στην Ελληνική γλώσσα κατάλαβε πολύ καλά την κατηγορία καθώς επίσης και την ποινή και το νόημα της στέρησης της άδειας οδήγησης που του επεβλήθη για έξι μήνες, απάντησε ότι δεν γνώριζε και το μεγάλο του λάθος ήταν ότι συμφώνησε να μη ζητήσει μεταφραστή μετά που συνομίλησε με κάποιους Άραβες έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου. · Σε υποβολή ότι λόγω της παραμονής του στην Κύπρο για 9 χρόνια είχε μάθει να μιλά και να καταλαβαίνει την Ελληνική γλώσσα και γι αυτό ανέφερε τούτο στην Μ.Κ.2, απάντησε ότι συμφωνεί ότι μιλά λίγα Ελληνικά αλλά όχι για τις διαδικασίες του Δικαστηρίου και στους γιατρούς. Γι αυτό και δεν μπορεί να πεί τι σημαίνει η λέξη «στερημένη». · Σε ερώτηση δε αν του εξηγήθηκε έννοια της λέξης «στερημένη» από τον δικηγόρο του απάντησε ότι τα δύο τελευταία χρόνια ναι μεν του την εξήγησε ο δικηγόρος του και ο μεταφραστής, όμως ο ίδιος δεν μπορεί να την πει. · Σε υποβολή ότι γνωρίζει και πολύ καλά Ελληνικά αλλά και τι σημαίνει η λέξη «στερημένη» απάντησε ότι γνωρίζει μόνο τις απαραίτητες λέξεις μέσα στην δουλειά του. · Σε ερώτηση αν όταν τον κατηγόρησε η Μ.Κ.2 της είπε ότι καταλάβαινε Ελληνικά, απάντησε ότι δεν τον ρώτησε και ότι η Μ.Κ.2 όταν ήρθε στο Δικαστήριο ορκίστηκε και είπε πως ο ίδιος ξέρει Ελληνικά καλύτερα από αυτήν, κάτι πού δεν σωστό. · Σε υποβολή ότι ο λόγος που δεν ζήτησε διερμηνέα όταν κατηγορήθηκε στην υπόθεση 10457/07 είναι διότι γνώριζε πολύ καλά Ελληνικά, απάντησε ότι λόγω του ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα επειδή τότε ήτανε εργάτης δεν διόρισε δικηγόρο. · Τέλος αρνήθηκε υποβολή ότι όσα είπε στο Δικαστήριο είναι ψέματα. Τόσο ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής όσο και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιον του μαρτυρία και στα σημεία, που κατά την άποψή τους, υποστήριζαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Όλα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Επισημαίνω από τα όσα ανέφεραν τα πιο κάτω: Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγείται ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Επίσης είναι η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τόσο της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και του ιδίου του Κατηγορούμενου εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για το αν γνωρίζει και αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Επικαλούμενος δε το Τ.4, του οποίου το περιεχόμενο έγινε και εγκρίθηκε σαν αποδεκτό γεγονός, αλλά και την δήλωση του ιδίου του Κατηγορούμενου στο Τ.3 που κατατέθηκε χωρίς ένσταση, εισηγείται ότι αποδεικνύεται χωρίς ίχνος αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε, γνωρίζει και κατανοεί την Ελληνική γλώσσα. Προς περαιτέρω δε ενίσχυση της θέσης του ότι ο Κατηγορούμενος κατανοούσε την ελληνική γλώσσα, επισημαίνει στην αγόρευση του τα εξής σημεία από την μαρτυρία του Κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του: · Ότι ενώ ήταν στην Κύπρο για 9 χρόνια μιλούσε ελάχιστα Ελληνικά, · ότι κλείνει δουλειές σαν εργολάβος και συμφωνίες με Κύπριους ιδιοκτήτες, · ότι έχει υπαλλήλους Ρουμάνους υπήκοους και μιλά μαζί τους Ελληνικά, · ότι απέκτησε Κυπριακή άδεια οδήγησης μετά από εξετάσεις που του έγιναν στην Ελληνική γλώσσα από Κύπριους εξεταστές. Επίσης εισηγήθηκε ότι τυχόν αποδοχή της θέσης του Κατηγορούμενου, ότι δήθεν δεν αντελήφθηκε το νόημα της ποινής που του επεβλήθηκε και μάλιστα με μεταγενέστερους ισχυρισμούς, θα έθετε το Δικαστικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κίνδυνο καταστρατήγησης του. Τέλος εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου και στις δύο Κατηγορίες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου στην δική του αγόρευση επαναλαμβάνοντας και υιοθετώντας αρχικά τα όσα ανέφερε στην αγόρευση του επί του ζητήματος κατά πόσο είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εισηγήθηκε ότι επειδή υπήρξε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του Κατηγορουμένου να τύχει των υπηρεσιών διερμηνέα από Ελληνικά στα Κούρδικα και αντίστροφα, στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 10457/07 και επειδή δεν αντιλήφθηκε τα όσα διημείφθησαν στις 22.2.2008 όταν του επεβλήθη η ποινή και εξεδόθη διάταγμα αποστέρησης του δικαιώματος του να αποκτά ή κατέχει άδεια οδήγησης για έξι μήνες, ελλείποντος ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, αυτός θα πρέπει να αθωωθεί. Ούτε και είναι αρκετό εισηγείται ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, ότι επειδή αυτός δήλωσε στο Δικαστήριο πώς καταλάβαινε Ελληνικά στην υπόθεση 10457/07 να γίνει τούτο αποδεκτό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Θα πρέπει δε εισηγείται, να διαχωριστεί η περίπτωση που ένας κατηγορούμενος εκπροσωπείται από δικηγόρο από την περίπτωση που εμφανίζεται μόνος του. Στην τελευταία δε περίπτωση είναι εισήγηση του ότι το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ενημερώσει το ίδιο τον Κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του. Είναι δε εισήγηση του ότι η μη παροχή προς τον Κατηγορούμενο υπηρεσιών διερμηνέα στην υπόθεση 10457/07 Ε. Δ. Πάφου, παραβίαζε το άρθρο 65 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Ήταν εισήγηση επίσης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 12.5(ε) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αναπαλλοτρίωτο και δεν δύναται να αποποιηθεί με σχετική δήλωση ενός κατηγορουμένου όπως φαίνεται ότι έγινε στην υπόθεση 10457/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Ακόμη εισηγήθηκε ότι επειδή όταν ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε η κατηγορία του απαγγέλθηκε στην Ελληνική γλώσσα και πάλι χωρίς τις υπηρεσίες διερμηνέα παραβιάστηκε το δικαίωμα του δυνάμει και της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παραπέμποντας με στην υπόθεση Panovits ν. Κύπρου στην οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δικαίωσε τον αιτητή αφού διαπιστώθηκε παραβίαση των δικαιωμάτων του. Ακόμη με παρέπεμψε στην υπόθεση Χριστόδουλος Πίγγουρας ν. Αστυνομίας
(1987)2 C.L.R. 1, αναφορικά με την εισήγηση του ότι δεν μπορεί να αποποιηθεί κάποιος συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του. Επίσης για το ζήτημα της παροχής υπηρεσιών διερμηνέως σε άτομα για τα οποία η χρησιμοποιούμενη στο Δικαστήριο γλώσσα δεν είναι κατανοητή με παρέπεμψε στην υπόθεση Σίμον Γεωργιάδου ν. Δήμου Λευκωσίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Επίσης αναφορά ο συνήγορος του Κατηγορούμενου έκαμε στο σύγγραμμα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Δαγτόγλου με τον τίτλο «Σύνταγμα» ως επίσης και στο σύγγραμμα του καθηγητή Δημητρόπουλου με τον τίτλο «Συνταγματικά Δικαιώματα» από τα οποία και οι δύο σε σχετικά αποσπάσματα έχουν τη θέση ότι τα συνταγματικά δικαιώματα ενός ατόμου δεν μπορούν να απαλλοτριωθούν. Εισήγηση του ήταν επίσης ότι ο Κατηγορούμενος ενόψει της αδυναμίας του να κατανοήσει την Ελληνική γλώσσα η δίκη που έγινε στην υπόθεση 10457/07 δεν ήταν δίκαιη γι' αυτόν. Αναγνώρισε όμως ότι σε σχέση με τη εισήγηση του αυτή, ότι το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί και γι αυτό δεν καλείται να κρίνει την απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση αλλά η επίκληση των όσων ανέφερε έγινε και γίνεται για να καταδείξει ότι ο πελάτης του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τους όρους του διατάγματος με το οποίο αποστερείτο το δικαίωμα να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών, ήτοι από 22.2.2008 μέχρι 21.8.
  2. Τέλος εισηγήθηκε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ότι ενόψει της μη προσαγωγής μαρτυρίας που να πείθει ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε και είχε γνώση του περιεχομένου του διατάγματος που εξεδόθη στην υπόθεση 10457/07 Ε.Δ. Πάφου δεν θα πρέπει να καταδικαστεί διότι δεν μπορεί να υπάρξει εν όψει της άγνοιας του περιεχομένου του διατάγματος, το στοιχείο του ηθελημένου της παρακοής. Σε σχέση δε με την 2η Κατηγορία είναι εισήγηση του ότι εφόσον ο Κατηγορούμενος κριθεί αθώος στην 3η Κατηγορία, θα πρέπει να αθωωθεί και στην κατηγορία αυτή. Πρόσθετα δε των παραπομπών του σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σε συγγράμματα των καθηγητών Δαγτόγλου και Δημητρόπουλου που επικαλέστηκε στην αγόρευση του για το ζήτημα της Εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεσης, με παρέπεμψε και στην Αίτηση Αναφορικά με την Εξασφάλιση άδειας για Καταχώρησης Εντάλματος Certiorari και/ή Prohibition και /ή Mandamus, 2003 (1Β) Α.Α.Δ.
  3. Στην τελευταία υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη κατανοητή στο δηλούντα δεν είναι ανεκτή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολούθησα με προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας όσο και τον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία και συμπεριφορά κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με βάση την πηγή γνώσεων τους και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος. Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων και από την αντιπαραβολή τους με τα τεκμήρια τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου. Κρίνω κατά συνέπεια ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η πεποίθησή μου είναι ότι εξέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως τα γνώριζε με απλότητα και ειλικρίνεια. Είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και ότι αυτό έπραξε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν σταθερός και σίγουρος για τις απαντήσεις του, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, άλλωστε δεν ετέθη τέτοιο θέμα από την υπεράσπιση και αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Άλλωστε τα όσα ανέφερε δεν κλονίστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Η Μ.Κ.2 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η πεποίθησή μου είναι ότι εξέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως τα γνώριζε με απλότητα και ειλικρίνεια. Είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και ότι αυτό έπραξε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της και αυτή ήταν σταθερή και σίγουρη για τις απαντήσεις της, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, άλλωστε δεν ετέθη τέτοιο θέμα από την υπεράσπιση και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Άλλωστε τα όσα ανέφερε δεν κλονίστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της. Η μαρτυρία της Μ.Κ.3 ήταν τυπική και κατά την άποψή μου δεν τίθεται θέμα αξιολόγησής της. Ουσιαστικά η μάρτυρας αυτή κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει το Τεκμ. 4 και ουσιαστικά δεν αντεξετάσθηκε. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Επισημαίνω τέλος σε σχέση με τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας ότι σε κανένα στάδιο δεν ηγέρθηκε θέμα παραβίασης των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου αναφορικά με το οικειοθελές των δηλώσεων και απαντήσεων που έδωσε τόσο στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 αλλά και στην ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση 10457/2007 Ε.Δ Πάφου, διαδικασία στις 22.2.
  4. Ακόμη όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκαν χωρίς ένσταση το δε περιεχόμενο των Τ.4 και Εγγράφου Α έγινε αποδεκτό γεγονός. Συνακόλουθα το περιεχόμενο των Τ.1, Τ.2, Τ.3 και Τ.4 παραμένει αδιαμφισβήτητο. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η όλη του προσπάθεια επικεντρώθηκε στο να πείσει το Δικαστήριο ότι στις 22.2.2008 όταν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στην υπόθεση 10457/07 παρά τη ρητή δήλωση του ότι μιλούσε και αντιλαμβανόταν την Ελληνική γλώσσα, δεν κατάλαβε τελικά την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία του επιβλήθηκε εκτός από την ποινή του προστίμου και αποστέρηση του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών ήτοι από 22.2.2008 μέχρι 21.8.
  5. Ακόμη στο να πείσει το Δικαστήριο ότι η δήλωση του που έκανε όταν πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί στον Μ.Κ. 1 αλλά και η απάντηση που έδωσε όταν κατηγορήθηκε στη Μ.Κ. 2, δόθηκαν χωρίς να αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα και τούτο παρά το ότι σε όλες τις περιπτώσεις μίλησε ο ίδιος στα Ελληνικά, απάντησε στα όσα του είχαν καταμαρτυρηθεί χωρίς να ζητήσει διερμηνέα ή έστω κάποιες διευκρινήσεις είτε για το νόημα του συνόλου των όσων του ελέχθησαν και άκουσε είτε για κάποιες ή κάποια λέξη από αυτά. Επισημαίνω δε ότι σε ερώτηση κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του γιατί δε ζήτησε διερμηνέα όταν κατηγορήθηκε αλλά αντιθέτως δήλωσε πως γνωρίζει πολύ καλά Ελληνικά, αποφεύγοντας να απαντήσει, επικαλέστηκε οικονομικά προβλήματα γιατί ήταν εργάτης και δεν διόρισε δικηγόρο για το λόγο αυτό. Ακόμα επισημαίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε ότι στη Μ.Κ. 2 έκανε τη δήλωση την οποία αυτή κατέγραψε στα Τεκμήρια 2 και 3, ότι δηλαδή μιλούσε και καταλάβαινε καλά τα Ελληνικά. Εν πάση περιπτώσει τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του διαψεύδονται από τις ίδιες τις δικές του δηλώσεις γραπτές και ενυπόγραφες, τεκμήριο 3 καθώς επίσης και την δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση 10457/07, τεκμήριο
  6. Ακόμα η προσπάθεια του Κατηγορούμενου να πείσει ότι έλεγε την αλήθεια πως δεν αντιλαμβανόταν την Ελληνική γλώσσα πέφτει στο κενό και σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε σχέση με την εξέταση στην οποία υποβλήθηκε για την απόκτηση άδειας οδήγησης. Συνακόλουθα ενόψει του περιεχομένου των τεκμηρίων 1, 2, και 3 και εφόσον το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 παραμένει ως έχει, δεν έχω άλλη επιλογή από του να μην αποδεχτώ τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε. Θα πρέπει βεβαίως να τονίσω πως αυτό το οποίο έχει πρωτεύουσα σημασία είναι κατά πόσο στις 22.2.2008 που επιβλήθηκε η ποινή στο Κατηγορούμενο στην υπόθεση 10457/07 Ε.Δ. Πάφου, ο Κατηγορούμενος αντελήφθηκε και κατανόησε τα όσα είχαν διαμειφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Για το σκοπό αυτό κρίνω ότι είναι αρκετό το τι καταγράφεται στο τεκμήριο 4 και ότι τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση αποτελούν μεταγενέστερο κατασκεύασμα του στην προσπάθεια του να αποφύγει τις συνέπειες από τα όσα επακολούθησαν. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω και προτού προχωρήσω στα εξ' αυτής ευρήματα μου κρίνω ότι θα πρέπει να εξετάσω το ζήτημα πού επανέθεσε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου σε σχέση με την παραβίαση των δικαιωμάτων του, διότι δεν του παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες διερμηνέα στην υπόθεση 10457/07 Ε.Δ Πάφου. Θα πρέπει κατ' αρχάς να επισημάνω ότι παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων ενός Κατηγορούμενου μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης για την οποία γίνεται η σχετική επίκληση, όχι όμως άλλης διαδικασίας σε άλλη υπόθεση. Ως έχω αποφασίσει με την ενδιάμεση μου απόφαση ημερομηνίας 19.8.2010 με τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον μου μέχρι το στάδιο εκείνο της διαδικασίας, δεν ετίθετο θέμα παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος του Κατηγορούμενου είτε λόγω μη δίκαιης δίκης είτε λόγω μη παροχής σε αυτόν υπηρεσιών διερμηνέα. Από την στιγμή όμως πού επανετέθη το συγκεκριμένο ζήτημα θα προχωρήσω στην επανεξέταση του επί τη βάση πλέον του συνόλου της μαρτυρίας και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Τούτο όχι για να κρίνω την ορθότητα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση 10457/2007, αλλά για να αποφασίσω αν σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ο Κατηγορούμενος δεσμέυεται με την δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μιλούσε την Ελληνική γλώσσα και αντελήφθηκε πλήρως τα όσα διεμείφθησαν κατά την 22.2.2008 εντός της αιθούσης του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 4 ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 22.2.2008 στην υπόθεση 10457/07 Ε.Δ Πάφου, ότι κατανοεί την Ελληνική γλώσσα προτού το Δικαστήριο ακούσει οτιδήποτε σε σχέση με την υπόθεση. Ακόμη το συγκεκριμένο πρακτικό περιέχει την απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την ποινή που επέβαλε στο Κατηγορούμενο μετά από δική του παραδοχή, απόφαση η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί αλλά ούτε και ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο σε σχέση με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου πρακτικού. Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση Αναφορικά με την Εξασφάλιση άδειας για Καταχώρησης Εντάλματος Certiorari και/ή Prohibition και /ή Mandamus, 2003 (1Β) Α.Α.Δ. 1138, υπό του Δικαστή Καλλή, τα πρακτικά της δίκης αποτελούν τον αναντικατάστατο οδηγό για τα διαδραματισθέντα στη δίκη και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι αποδεκτό το Εφετείο να συμβουλευθεί οτιδήποτε έξω από τα πρακτικά της δίκης, εκτός βεβαίως εκεί που γίνονται διορθώσεις των πρακτικών κατόπιν διαδικαστικού διαβήματος ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συνακόλουθα δεν δύναμαι να λάβω υπόψη μου οτιδήποτε πέραν των όσων περιέχονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 22.2.2008 στην υπόθεση 10457/07 του Ε. Δ. Πάφου. Ακόμη ούτε και μπορώ καθότι δεν έχω τέτοια δικαιοδοσία, να ξεφύγω από την απόφαση του Δικαστηρίου και τις ποινές που επέβαλε στο Κατηγορούμενο. Παρά το ότι το εγερθέν θέμα κρίνω πως δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης θεωρώ ορθό από καθαρά ακαδημαϊκής σκοπιάς ότι θα πρέπει να παραθέσω την κρίση μου γι τα όσα έχουν προβληθεί σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρονται στό άρθρο 12
(5)(ε) του Συντάγματος και 65
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Στο άρθρο 12
(5)(ε) του Συντάγματος προνοούνται τα εξής: «5. Πας κατηγορούμενος δι αδίκημα τι θεωρείται αθώος, μέχρις ου αποδειχθή ένοχος συμφώνως προς τον νόμος. ........................................................ (ε) να έχη δωρεάν συμπαράστασιν διερμηνέως, εφ' όσον δεν δύναται να κατανοήση ή να ομιλή την εν τω δικαστηρίω χρησιμοποιουμένη γλώσσαν.» Το δε άρθρο 65
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «
(1)Όταν μαρτυρία δίνεται σε γλώσσα μη κατανοητή από τον κατηγορούμενο και αυτός είναι παρών, αυτή διερμηνεύεται σε αυτόν σε δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό και των δύο άρθρων, το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να έχει συμπαράσταση διερμηνέως προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα από μέρους του να κατανοήσει ή να ομιλεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα εκεί όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα δεν τίθεται ζήτημα να προσφερθούν υπηρεσίες διερμηνέως. Από το τεκμήριο 4 εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι μιλά την Ελληνική γλώσσα κάτι το οποίο διαπιστώνεται από τις απαντήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο αλλά και στα όσα ανέφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Σε κανένα σημείο δεν εισηγήθηκε ότι δεν κατανόησε το τι λάμβανε χώρα στο Δικαστήριο αλλά ούτε και αν μιλούσε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα ή έστω να εκφράσει οποιαδήποτε απορία ή να ζητήσει διευκρίνιση στα όσα διαμείβονταν ενώπιον του Δικαστηρίου στην Ελληνική γλώσσα. Οι δύο υποθέσεις Γεωργιάδη και Πίγκουρας που με παρέπεμψε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου στο στάδιο της Εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεσης, δεν μπορούν να παραλληλιστούν με την παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Γεωργιάδη τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά από την παρούσα υπόθεση αφού εκεί ήταν δεδομένο ότι η κατηγορούμενη δεν αντιλαμβανόταν την Ελληνική γλώσσα ως εκ τούτου εφόσον κατά την απαγγελία της απόφασης του Δικαστηρίου δεν υπήρχε διερμηνέας εκρίθη ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό της δικαίωμα. Όσον αφορά την υπόθεση Πίγκουρας επίσης κρίνω ότι καμία απολύτως σχέση δεν έχει με το εξεταζόμενο ζήτημα στην ενώπιον μου υπόθεση και τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορούν να υποστηρίξουν την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Η υπόθεση Panovits από τη μελέτη που της έχω πραγματοποιήσει διαπιστώνω ότι δεν μπορεί επίσης να παραλληλιστεί με τα γεγονότα αλλά και τα νομικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υποστηρίξει την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Τα διάφορα ζητήματα που απασχόλησαν το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχαν εντελώς διαφορετική νομική και πραγματική βάση. Τέλος σε σχέση με τις αναφορές στα συγγράμματα των καθηγητών Δαγτόγλου και Δημητρόπουλου κρίνω ότι επίσης δεν μπορούν να βοηθήσουν την εισήγηση του δικηγόρου του Κατηγορούμενου. Άλλωστε οι γενικές αρχές αναφορικά με τον τρόπο και στο βαθμό που διασφαλίζονται συνταγματικά δικαιώματα είναι ευρέως γνωστές και καλά καθιερωμένες και δεν διαφοροποιούν τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω συγγράμματα τις θέσεις που εκφράζω πιο πάνω. Περαιτέρω η παραπομπή μου στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar, Αίτηση 48/2003, όχι μόνο δεν υποστηρίζει την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου αλλά αντίθετα ενισχύει όλα τα πιο πάνω αφού στην περίπτωση του Αιτητή σε αυτήν, η ένορκος δήλωσης είχε συνταχθεί σε γλώσσα μη κατανοητή σε αυτόν κάτι πού ήταν παραδεκτό. Στην ενώπιον μου υπόθεση ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είναι που δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ε.Δ Πάφου 10457/07 ότι κατανοεί την Ελληνική γλώσσα και περαιτέρω μίλησε ο ίδιος στα ελληνικά για σκοπούς μετριασμού της ποινής δείχνοντας ότι κατανόησε πλήρως όχι μόνο την κατηγορία αλλά και την ερώτηση του Δικαστηρίου για ποίον λόγο δεν εμφανίστηκε σε προηγούμενη δικάσιμο. Προς μετριασμό δε της ποινής παρέθεσε ο ίδιος του μετριαστικούς παράγοντες που ήθελε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να διαφαίνεται από τα όσα ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοεί την Ελληνική γλώσσα. Συνακόλουθα η θέση που εξέφρασε ο συνήγορος του στην τελική του αγόρευση δεν συνάδει με το περιεχόμενο των όσων ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανάφερε στο Δικαστήριο. Με το να αναφερθεί δε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου σε μία φράση από τα όσα είπε, αυτό κρίνω ότι δεν αποδίδει την πλήρη εικόνα της δυνατότητας να κατανοεί και ομιλεί ο Κατηγορούμενος την Ελληνική γλώσσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στην υπόθεση Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 επισήμανε ότι η δήλωση δικηγόρου κατηγορουμένου πως ο πελάτης του αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα δέσμευε τον Κατηγορούμενο και συνακόλουθα δεν παραβιάστηκε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του για συμπαράσταση διερμηνέα έτσι ώστε να κατανοεί τα όσα διαμείβονται στο Δικαστήριο. Κατ' αναλογία κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση εφόσον από το πρακτικό του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος όχι απλά δήλωσε ότι κατανοεί την Ελληνική γλώσσα αλλά πρόσθετα όταν του δόθηκε ο λόγος απάντησε και μίλησε στα Ελληνικά, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του συγκεκριμένου δικαιώματος του. Επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Djemal Kasapoglou ν. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ 301, αναφέρονται στις σελίδες 307-309 τα εξής: «Το κατηγορητήριο προφανώς απαγγέλθηκε στον εφεσείοντα-κατηγορούμενο σε γλώσσα κατανοητή σε αυτόν και από την όλη διαδικασία και τα πρακτικά που έχουμε ενώπιον μας, ο εφεσείων-κατηγορούμενος, που εκπροσωπείτο και από Ελληνοκύπριο δικηγόρο, κατανόησε τη σημασία του, αρνήθηκε ενοχή και προχώρησε στη διεξαγωγή της υπεράσπισής του. Έτσι, πουθενά δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη, αναφορικά με το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου καταλήγουμε πως δεν υπήρξε ούτε και παράβαση του Άρθρου 30.3 του Συντάγματος.Ένα άλλο παράπονο του εφεσείοντα, σύμφωνα με το συνήγορο του, είναι ότι του απαγορεύτηκε από το Δικαστήριο να απευθυνθεί προς αυτό στη Τούρκικη γλώσσα κατ΄εφαρμογή του Άρθρου 3.8 του Συντάγματος. Παρατηρούμε πως ο ισχυρισμός αυτός παραμένει αόριστος και αιωρούμενος και δεν επισημάνθηκε πότε συνέβη κάτι τέτοιο. Από τα πρακτικά δεν προκύπτει τέτοιο γεγονός. Απλώς, ο εφεσείων-κατηγορούμενος, όταν αποφάσισε να συνεχίσει να διεξάγει μόνος του την υπεράσπισή του και απέλυσε το δικηγόρο του, δήλωσε ότι, παρόλο ότι καταλάβαινε ελληνικά, προτιμούσε όπως του επιτραπεί να χρησιμοποιεί την Αγγλική γλώσσα κατά την εξέταση των μαρτύρων και κατά την κατάθεσή του, την οποία κατά τον ισχυρισμό του κατείχε καλά, και το Δικαστήριο του το επέτρεψε, προσφέροντάς του υπηρεσίες μεταφραστή της διαδικασίας στην Αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, σχετικά με το θέμα των υπηρεσιών μεταφραστή, μεταξύ των παραπόνων του εφεσείοντα είναι και ο ισχυρισμός ότι σε επτά δικάσιμους δεν του δόθηκαν οι υπηρεσίες διερμηνέα. Στην απόφαση Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405, μεταξύ άλλων, τονίστηκε πως στην ποινική δίκη τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου ασκούνται μέσω του δικηγόρου του και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτο εκτροχιασμό της διαδικασίας να εναποτίθεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιούται σε κάθε περίπτωση πως εκείνο που δηλώνει ή κάμνει ο δικηγόρος βρίσκεται εντός των πλαισίων της εντολής του. .............................. Προκύπτει από τα ενώπιον μας πρακτικά ότι ο εφεσείων-κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι καταλαβαίνει Ελληνικά και μπορεί να παρακολουθεί, ισχυρίστηκε όμως πως μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα στα Αγγλικά. Σε κάποιο άλλο σημείο των πρακτικών φαίνεται να έχει αναφέρει πως δεν χρησιμοποιεί την Τουρκική γλώσσα και πάντοτε χρησιμοποιεί την Αγγλική για οτιδήποτε «νομικό ή επίσημο» και στη σελίδα 172 των πρακτικών δήλωσε πως δεν μπορούσε να διαβάζει ούτε στα Τούρκικα, ούτε στα Ελληνικά μέρος της κατάθεσής του. Είναι σαφές από τα όσα αναφέραμε και από τα πρακτικά της δίκης που έχουμε ενώπιον μας ότι ουδέποτε, είτε ο εφεσείων-κατηγορούμενος προσωπικά είτε μέσω του δικηγόρου του ζήτησε στις επτά δικάσιμους, κατά τις οποίες δεν υπήρχαν υπηρεσίες μεταφραστή, να διεξάγεται μετάφραση σε οποιαδήποτε γλώσσα άλλη από την Ελληνική. Μόνο, όπως επισημάναμε, μετά την αποχώρηση του δικηγόρου του και κατόπιν δικού του αιτήματος, η διαδικασία συνεχίστηκε με μεταφραστή στην Αγγλική γλώσσα. ............................. Καταλήγουμε επί των θεμάτων αυτών πως δεν παραβιάστηκε κανένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του εφεσείοντα-κατηγορούμενου και υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης δεν παραβιάστηκαν τα εχέγγυα για δίκαιη δίκη. Όπως ήδη αναφέραμε, τα θέματα αυτά ποτέ δεν ηγέρθηκαν κατά την πρωτόδικη διαδικασία, ο δε εφεσείων-κατηγορούμενος ποτέ δεν παραπονέθηκε για μη ύπαρξη διερμηνέα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, κάθε δε επιθυμία του για μετάφραση σε γλώσσα που ο ίδιος ζητούσε ικανοποιήθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου οι λόγοι που αφορούν τη γλώσσα διεξαγωγής της διαδικασίας, όπως εξετέθηκαν πιο πάνω, θα πρέπει να απορριφθούν.» Αυτό το οποίο προκύπτει από όλα τα πιο πάνω είναι ότι εκείνο που κατοχυρώνεται συνταγματικά είναι ο κατηγορούμενος να κατανοεί τα όσα λέγονται στο Δικαστήριο και όχι η συμπαράσταση διερμηνέα. Με την δική του δε δήλωση είναι αναντίλεκτο και ανέλεγκτο επίσης, ότι κατανόησε πλήρως τα όσα ελέχθησαν στο Δικαστήριο στην δημόσια συνεδρία του ημερομηνίας 22.2.2008 στην υπόθεση 10457/
  1. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3 και στη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στο Κατηγορούμενο το οποίο επισημαίνω ότι κατατέθηκε χωρίς καμία ένσταση και πάλι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος σε πλήρη συνάφεια των όσων ανέφερε και κατά την 22.2.2008 στο Δικαστήριο, απάντησε ότι μιλά και καταλαβαίνει καλά τα Ελληνικά και δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Είναι κατάληξη μου εν όψει όλων των πιο πάνω ότι ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση 10457/07, αλλά και μετέπειτα όχι απλά δεν αποποιήθηκε οποιοδήποτε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του αλλά αντίθετα αυτό εξάσκησε όπου και όποτε του δόθηκε η ευκαιρία, ρητά και κατηγορηματικά με το να δηλώνει ότι μιλά και κατανοεί την Ελληνική γλώσσα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω και έχοντας κατά νου την πιο πάνω κρίση μου για την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας και του Κατηγορούμενου και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω στα εξής ευρήματα: Όπως φαίνεται από την απόφαση-πρακτικό Τεκμ. 4, ο Κατηγορούμενος στις 22.2.2008 κρίθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση 10457/2007 Ε.Δ Πάφου, σε κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να καλύπτεται με ασφάλεια υπέρ κινδύνων τρίτου και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €320.00 και επίσης του αποστερήθηκε το δικαίωμα να λαμβάνει η να κατέχει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα 6 μηνών, ήτοι από 22.2.2008 μέχρι 21.8.
  2. Από το πρακτικό του Δικαστηρίου Τεκμ. 4, φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε ρητά ότι μιλούσε Ελληνικά και μάλιστα αντιλαμβανόμενος πλήρως την κατηγορία αγόρευσε ο ίδιος για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Επίσης απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις του Δικαστηρίου χωρίς ποτέ να θέσει οποιοδήποτε ζήτημα για την γλώσσα που χρησιμοποιείτο η ότι δεν αντελήφθηκε οτιδήποτε του είχε λεχθεί. Μετά την καταδίκη του ο Κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον μου και συγκεκριμένα στις 2.6.2008 και περί ώρα 10.00, στην Λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, ανεκόπη από τον Μ.Κ.1 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΚΚ 541 για τροχονομικό έλεγχο. Κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησε ο Μ.Κ.1 μέσω του φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή του, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα εντός της περιόδου που του είχε αποστερηθεί το δικαίωμα να κατέχει η να αποκτά άδεια οδήγησης με διάταγμα του Δικαστηρίου στην υπόθεση 10457/2007 Ε.Δ Πάφου. Ο Μ.Κ.1 τότε επέστησε του Κατηγορούμενου την προσοχή του στον νόμο και τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για τα αδικήματα της οδήγησης με στερημένη την άδεια οδήγησης και της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια έναντι κινδύνων τρίτου. Ο Κατηγορούμενος τότε απάντησε «Εντάξει». Η συνομιλία που είχε ο Μ.Κ.1 με τον Κατηγορούμενο έγινε στα Ελληνικά και ο Κατηγορούμενος επέδειξε στον Μ.Κ.1 όταν πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί, ένα ασφαλιστήριο έγγραφο το οποίο ισχυρίστηκε ότι τον κάλυπτε, ήτοι το Έγγραφο Α. Στο μέρος στην συνέχεια έφτασε κάποιο τρίτο πρόσωπο το οποίο επίσης μιλούσε Ελληνικά για να παραλάβει και οδηγήσει το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Το πρόσωπο αυτό επίσης ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος είχε και άδεια και ασφάλεια όμως ο Μ.Κ.1 του εξήγησε όπως και στον Κατηγορούμενο, ότι το πρόβλημα υφίστατο λόγω του διατάγματος του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος στις 3.6.2008 κατηγορήθηκε γραπτώς από την Μ.Κ.2 για τα πιο πάνω αδικήματα και απάντησε «Δεν παραδέχομαι μιλώ και καταλαβαίνω καλά Ελληνικά, είμαι στην Κύπρο εννέα χρόνια». Η Μ.Κ.2 συνομιλούσε με τον Κατηγορούμενο την ημέρα της καταγγελίας για 20 περίπου λεπτά στην Ελληνική γλώσσα και ο Κατηγορούμενος όχι μόνο αντιλαμβανόταν πλήρως τα όσα του έλεγε αλλά και ίδιος της μιλούσε με πολύ καλά Ελληνικά. Μετά πού κατηγορήθηκε γραπτώς, εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση και σε διάφορες ημερομηνίες η Μ.Κ.2 με τον Κατηγορούμενο στον χώρο του Ε.Δ Πάφου συνομιλούσε με τον Κατηγορούμενο στα Ελληνικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στην κατηγορία 3 για τη διάπραξη του αδικήματος της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Όπως προνοείται στο εν λόγω άρθρο: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  4. Η ύπαρξη διατάγματος, εντάλματος ή διαταγής που εκδόθηκε από Δικαστήριο.
  5. Η ανυπακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Στη Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου». Στη συνέχεια στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, συμφωνώντας με το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε ότι το στοιχείο του ηθελημένου, τόσο της παρακοής, όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Για να επιτύχει η Κατηγορούσα Αρχή τη στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της 3ης Κατηγορίας θα πρέπει να αποδείξει: 1. Ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και 2. Ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλ. να αποδείξει την ένοχη διάνοια του (mens rea). Για το αδίκημα δε της δεύτερης κατηγορίας, το άρθρο 3 του Νόμου 96
(1)/2000 αναφέρει: «3.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να (α) χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. ...............................
(3)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα.» Ως εκ των πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας είναι:
  1. Χρήση μηχανοκινήτου οχήματος.
  2. Η χρήση του μηχανοκινήτου οχήματος να γίνει σε οδό.
  3. Να μην βρίσκεται σε ισχύ κατά τη διάρκεια της χρήσης του μηχανοκινήτου οχήματος ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος της απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Με βάση τα πιο πάνω και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα θα προχωρήσω να εξετάσω, εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα μου είναι φανερό ότι αποδείχτηκε η ύπαρξη διατάγματος αποστέρησης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.2.2008 στην υπόθεση Ε.Δ. Πάφου 10457/
  4. Η δε ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό του Κατηγορούμενου αποδεικνύεται από τα εξής:
  5. Ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος της αποστέρησης ή κατοχής της άδειας οδήγησης του, εφόσον όπως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου Τεκμ. 4, το οποίο αποτελεί τη μόνη αυθεντική εικόνα δικαστικής διαδικασίας (βλ. Αντώνης Μορφίτης ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινικές Εφέσεις 7207 και 7208, ημερ. 24.07.2002 και Αίτηση Αναφορικά με την Εξασφάλιση άδειας για Καταχώρησης Εντάλματος Certiorari και/ή Prohibition και /ή Mandamus, 2003 (1Β) Α.Α.Δ. 1138) το διάταγμα αυτό εκδόθηκε στην παρουσία του και σε κατανοητή σε αυτόν γλώσσα. Επίσης γνώριζε επακριβώς ποία ήταν η χρονική περίοδος που είχε αποστερηθεί το τοιούτο δικαίωμα του ήτοι από τις 22.2.2008 μέχρι και 21.8.
  6. Ότι με πρόθεση καταστρατήγησε το διάταγμα αυτό αφού γνωρίζοντας ότι τον επίδικο χρόνο ήτοι στις 2.6.2008 δεν είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα που ίσχυε το εν λόγω διάταγμα και παρά ταύτα οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα επί της Λεωφόρου Ελλάδος στην Πάφο. Κατά συνέπεια με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω βρίσκω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στη τρίτη κατηγορία. Ως εκ τούτου κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο στην τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σε σχέση δε με την κατηγορία 2 επί του κατηγορητηρίου και εφόσον έχω καταλήξει ως ανωτέρω σε σχέση με τη κατηγορία 3, κρίνω ότι αφού ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν και ή δεν εδικαιούτο να ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης δεν καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιον μου σαν έγγραφο Α. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αυτός κρίνεται ένοχος και στη κατηγορία
  7. (Υπ.) ............. Τάσος Κατσικίδης Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.