Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Τσίβικου, Αρ. Υπόθεσης: 3407/07, 23 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. ΛΙΜΝΑΤΙΤΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3407/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Εναντίον Αντρέα Τσίβικου Κατηγορούμενου ---------------------- Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Χ"Νεοφύτου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στηρίζεται στο άρθρο 117(α) του Κεφ. 5 και η Κατηγορούσα Αρχή καλείται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 30.10.91 εξασφάλισε πίστωση από τη Χρυστάλλα Σιέπη ύψους £5.400 που αφορούσε οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από 1.10.2006 - 1.1.2007 χωρίς να την πληροφορήσει ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη γνώριζε εξ αρχής ότι ήταν πτωχεύσας αφού την ενημέρωσε ο ίδιος και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τον κατήγγειλε στην Αστυνομία ήταν γιατί μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε τα καταστήματα και ο κατηγορούμενος ζητούσε την αποκατάσταση τους για να πληρώσει τα ενοίκια, η παραπονούμενη δεν το αποδεχόταν και επιθυμούσε την έξωση του από τα καταστήματα. Η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελείται από τα όσα οι δυο μάρτυρες της Κατηγορούσα Αρχή ανέφεραν αλλά και από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο Μ.Κ.1 αστ. 3795 Γιώργος Μέρτας κατέθεσε τα Τεκμήρια Α έως Ι και δεν προσέθεσε οτιδήποτε στην ουσία της υπόθεσης αφού η μαρτυρία του ήταν τυπική και τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε αφορούσαν τις δικές του ενέργειες μέσα στα πλαίσια των εξετάσεων της υπόθεσης μετά την καταγγελία της παραπονούμενης στην Αστυνομία. Ουσιαστική μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν αυτή της παραπονούμενης Μ.Κ.2 Χρυστάλλας Σιέπη. Η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης στην Αστυνομία, η οποία έγινε Τεκμήριο ΣΤ στην οποία αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια οκτώ συνεχόμενων καταστημάτων τα οποία από την 1.4.2002 τα ενοικίασε στον κατηγορούμενο με βάση το Τεκμήριο Η. Το ενοικιαστήριο συμβόλαιο κάθε τέλος του χρόνου ανανεωνόταν και η αρχική ενοικίαση από £1.100 μηνιαίως ανήλθε στις £1.
- Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τα ενοίκια από τον Οκτώβριο του 2006 και καθυστέρησε την πληρωμή τεσσάρων ενοικίων συνολικού ύψους £5.
- Λόγω της παράλειψης πληρωμής των ενοικίων από τον κατηγορούμενο, επισκέφθηκε δικηγόρο, ο οποίος μετά από έρευνα που έκαμε την πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας από το
- Η ίδια δεν γνώριζε αυτό το γεγονός και ο κατηγορούμενος ουδέποτε την ενημέρωσε γι΄ αυτό. Αν το γνώριζε όπως ισχυρίζεται δεν θα δεχόταν σε καμιά περίπτωση να του ενοικιάσει τα καταστήματα. Μετά από αυτό έγινε μέσω του δικηγόρου της καταγγελία στην Αστυνομία και όπως αναφέρει στην γραπτή κατάθεση της Τεκμήριο ΣΤ, επιθυμεί να προσαχθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου για να πάρει πίσω την περιουσία της και τα ενοίκια που της οφείλει. Στη δική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος επανέλαβε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεση στην Αστυνομία Τεκμήριο Δ, και ανέφερε ότι από την αρχή, πριν από το 2002, όταν για πρώτη φορά το 1998 ενοικίασε τα καταστήματα πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι ήταν πτωχεύσας Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δυο πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους και θα σταθώ ιδιαίτερα στη θέση της κας Χ"Νεοφύτου η οποία εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί ούτε το συστατικό στοιχείο της πίστωσης ούτε και της γνώσης. Πίστωση σύμφωνα με το Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας του Γεωργοπαπαδάκου είναι: παροχή χρημάτων δανείου, παροχή εμπορευμάτων που θα πληρωθούν αργότερα, εγγραφή χρέους και εγγραφή ποσού σε κρατικό προϋπολογισμό, διαθέσιμο ποσό. Σύμφωνα επίσης με το ίδιο λεξικό: Χρέος σημαίνει κάθε τι που χρωστά καθένας σε άλλο, κάθε οφειλή. Με βάση τις πιο πάνω ερμηνείες είναι σαφές κατά την κρίση μου ότι η οφειλή των καθυστερημένων ενοικίων από τον κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη θεωρείται πίστωση και η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει το συστατικό στοιχείο της πίστωσης. Εκείνο που θα πρέπει επίσης να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι η παραπονούμενη δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Η Μ.Κ.2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν γνώριζε το γεγονός αυτό και μάλιστα αν το γνώριζε δεν θα ενοικίαζε τα καταστήματα της στον κατηγορούμενο. Έχω εξετάσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης αλλά έχω παρακολουθήσει και τη μάρτυρα κατά τον ουσιώδη χρόνο όταν αυτή κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν η συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα τέτοια που κατά την κρίση μου έδειχνε πρόσωπο που δεν έλεγε την αλήθεια. Η μάρτυρας επανειλημμένα σε ερωτήσεις της κας Χ"Νεοφύτου κόμπιαζε και δεν απαντούσε με τη σαφήνεια που αναμενόταν από αυτή και ιδιαίτερα στην ερώτηση και τη θέση της Υπεράσπισης ότι η ίδια γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Περαιτέρω όμως, εξετάζοντας το πρακτικό ημερομηνίας 27.2.2007 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ι, φαίνεται ότι η παραπονούμενη μαζί με τον κατηγορούμενο και τους δικηγόρους τους προέβησαν σε συμφωνία διευθέτησης των καθυστερημένων ενοικίων και μεταξύ των υποχρεώσεων που η κάθε πλευρά θα αναλάμβανε, η Μ.Κ.2 ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώσει την Αστυνομία ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο και αν απαιτείτο, να δώσει συμπληρωματική κατάθεση για το σκοπό αυτό. Η υποχρέωση που ανέλαβε με το Τεκμήριο Ι η Μ.Κ.2 σε συσχετισμό με τα όσα η ίδια ανέφερε στην κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο ΣΤ, ότι δηλαδή έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο που τη ξεγέλασε και επιθυμεί όπως προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να πάρει πίσω την περιουσία και τα ενοίκια που της οφείλει και περαιτέρω σε σχέση με την ημερομηνία της επιστολής προς την Αστυνομία η οποία έχει ημερομηνία 19.1.2007, οδηγούν κατά την κρίση μου με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της παραπονούμενης στην Αστυνομία για το ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, δεν ξεκίνησε από την πραγματική της επιθυμία να τον καταγγείλει γιατί την εξαπάτησε και δεν γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας, αλλά γιατί δεν είχε καταβληθεί σ΄ αυτήν το οφειλόμενο ποσό των ενοικίων. Είναι σαφές ότι όταν κάποιος γνωρίζει ότι έχει διαπραχθεί ένα αδίκημα και ότι ένας άνθρωπος όπως είναι ο κατηγορούμενος στην ουσία ενεργεί κατά παράβαση του Νόμου δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώσει την Αστυνομία ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από αυτόν και μάλιστα να δώσει για το σκοπό αυτό συμπληρωματική κατάθεση και ως δια μαγείας η ευαισθησία του για την παράβαση του Νόμου να εξαφανίζεται. Ιδιαίτερα δε όταν την υποχρέωση αυτή η παραπονούμενη την αναλαμβάνει στις 27.2.2007 ημερομηνία που είχαν διευθετηθεί τα οφειλόμενα ενοίκια. Η παραπονούμενη παρέλειψε επίσης να αναφέρει τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρόβλημα στην καθυστέρηση των ενοικίων προέκυψε από το γεγονός ότι το κτήριο είχε καεί και τα καταστήματα είχαν καταστραφεί. Η παράλειψη της να αναφέρει το λόγο για τον οποίο δεν είχαν πληρωθεί τα ενοίκια σε συσχετισμό με τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταδεικνύουν κατά την κρίση μου ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν ειλικρινής στα όσα ανέφερε και δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Ενόψει της κατάληξης αυτής κατά συνέπεια δεν υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετηθεί ουσιαστικό στοιχείο της κατηγορίας. Ως εκ τούτου, η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο