Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χ. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 2525/07, 28.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2525/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χ. Γ. Ημερομηνία: 28.9.
- Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ξενοφώντος. Για τον κατηγορούμενο: κ. Φωτίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Λόγω του ότι η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης σύμφωνα με οδηγίες του Δικαστηρίου) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες. Στο στάδιο όμως διάγνωσης απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στη κατηγορία
- Έτσι αντιμετωπίζει πλέον μόνο την κατηγορία 1, η οποία αφορά το αδίκημα της διαφθοράς γυναίκας ηλίθιας ή μειωμένου νοητικού, κατά παράβαση του άρθρου 155 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2006 στην Πάφο ενώ γνώριζε ότι η Σ.Ζ. (στο εξής η παραπονούμενη) από την Πάφο είναι γυναίκα με μειωμένο νοητικό, παράνομα ήρθε σε συνουσία μαζί της κάτω από περιστάσεις που δεν ανάγονται σε βιασμό. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία 1 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 2588 Αντρέας Παπακλεοβούλου. Οι ενέργειες του μάρτυρα σε σχέση με την παρούσα περιορίστηκαν στη λήψη, καθ' υπόδειξη του Αστ.3070, των φωτογραφιών των τεκμηρίων 1 και 2. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε εφόσον αυτός δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της. Ως Μ.Κ.2 κατάθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 3070 Αντρέας Τσεκκούρας. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε και στις καταθέσεις που έλαβε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Έτσι μεταξύ άλλων κατέθεσε ως τεκμήρια τις 2 ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορούμενου ημερομηνίας 29.4.06 και 30.4.06 (τεκμήρια 5 και 6), την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (τεκμήριο 7) καθώς και τις τρεις καταθέσεις της παραπονούμενης ημερομηνίας 22.4.06, 22.4.06 και 27.4.06 (τεκμήρια 10-12). Σε ερώτηση στην αντεξέταση του εάν από τα πρώτα λεπτά συνομιλίας με την παραπονούμενη μπορείς να αντιληφθείς κατά πόσο αυτή έχει ένα φυσιολογικό νοητικό επίπεδο απάντησε ότι εμφανισιακά δεν μπορείς να αντιληφθείς το πρόβλημα της κάτι που μπορείς όμως να αντιληφθείς συνομιλώντας ελάχιστα μαζί της. Συμφώνησε δε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο των καταθέσεων της παραπονούμενης ο κατηγορούμενος με ψυχολογική και σωματική βία έκαμπτε την βούληση της και έτσι αυτή τελικά αποδεχόταν να κάνει έρωτα μαζί του. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τις ενέργειες του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Από τη μαρτυρία του όμως δεν μπορεί να γίνουν δεκτά τα όσα ανέφερε σε σχέση με το τι αδίκημα στοιχειοθετείται με βάση τις καταθέσεις της παραπονούμενης εφόσον αυτό αποτελεί νομικό θέμα τελικός κριτής του οποίου είναι μόνο το Δικαστήριο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Δρ Μαρία Πίττα, ψυχίατρος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η μάρτυρας εξέτασε την παραπονούμενη στις 27.4.06 κατόπιν αιτήματος του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου για υπόθεση που διερευνούσε το Τ.Α.Ε. Πάφου και κατήρτισε σχετική ιατρική βεβαίωση ημερ. 1.6.06 (τεκμήριο 13) όπου αναφέρει ότι από την ψυχιατρική εξέταση που διενήργησε διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έπασχε από μετατραυματική διαταραχή και παρουσίαζε κάποιου βαθμού νοητική στέρηση και υποβολιμότητα. Εξήγησε ότι μετατραυματική διαταραχή παρουσιάζει κάποιος όταν βιώσει ένα έντονο ψυχοτραυματικό γεγονός και ότι υποβολιμότητα σημαίνει διαταραχή της ελεύθερης βούλησης, μειωμένη βούληση δηλ. βούληση που επηρεάζεται εύκολα. Εξήγησε επίσης ότι τα παιδιά με νοητική στέρηση πολύ συχνά επηρεάζονται εύκολα από τις επιθυμίες ή τις γνώμες των άλλων. Ήταν, ως ανέφερε περαιτέρω, εμφανές από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η συνομιλία τους ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε νοητική στέρηση. Δεν μπορούσε να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις ούτε να αντιληφθεί εύκολα τι την ρωτούσε ενώ ήταν μονολεκτική στις απαντήσεις της. Οπτικά δεν υπάρχει κάτι που να υποδηλεί ότι η παραπονούμενη έχει νοητική στέρηση όμως με τις πρώτες κουβέντες οποιοσδήποτε χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις μπορεί να το διαπιστώσει. Αφού διαπίστωσε τα πιο πάνω η μάρτυρας παρέπεμψε την παραπονούμενη σε κλινικό ψυχολόγο για να διαπιστωθεί η βαρύτητα της νοητικής της στέρησης. Στην αντεξέταση όταν της υπεδείχθη η κατάθεση της παραπονούμενης τεκμήριο 10 και της ζητήθηκε να τη διαβάσει και να πει κατά πόσο ο τρόπος περιγραφής των γεγονότων εκεί χαρακτηρίζουν ένα πρόσωπο με νοητική στέρηση ανέφερε ότι η εν λόγω κατάθεση γράφεται σαν έκθεση και η ίδια εικάζει ότι έγιναν στην παραπονούμενη ερωτήσεις και απαντούσε. Απέκλεισε, γνωρίζοντας την παραπονούμενη, αυτή να έδωσε υπό τύπο έκθεσης την εν λόγω κατάθεση. Τέλος είπε ότι όταν ανάφερε στην κυρίως εξέταση ότι οποιοσδήποτε μπορεί να αντιληφθεί την κατάσταση της παραπονούμενης εννοεί οποιοδήποτε χωρίς εξειδικευμένης γνώσεις με μέση νοημοσύνη δηλαδή ένας καθημερινός άνθρωπος. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Νίκος Αγαθοκλέους κλινικός ψυχολόγος Α' στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Ο μάρτυρας εξέτασε την παραπονούμενη στις 9, 11 και 18 Μαίου 2006 και στις 6.6.06 και ετοίμασε σχετική έκθεση ημερομηνίας 14.6.06 (τεκμήριο 9). Από την κλινική ψυχολογική εξέταση της παραπονούμενης διαπίστωσε ότι «από πλευράς νοημοσύνης αυτή βρίσκεται κάτω του φυσιολογικού σε σχέση με το γενικό πληθυσμό της ίδιας ηλικίας (με ένδειξη βαθμού νοητικής επάρκειας «νοητική στέρηση-ελαφριάς μορφής»). Η αφαιρετική και κριτική της ικανότητα όπως και οι άλλες ανώτερες ψυχικές λειτουργίες (σκέψη, μνήμη, προσοχή αντίληψη, σύνθεση, ανάλυση) λειτουργούν κάτω του φυσιολογικού.... Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζει δυσκολίες υψηλότατου βαθμού σε ότι αφορά την ικανότητα συγκέντρωσης της, την ικανότητα της άμεσης ακουστικής μνήμης και την ικανότητα της να αναπαριστά νοητικά τον κόσμο που την περιβάλλει.....Ο μηχανισμός σκέψης παρουσιάζεται με περιορισμένες δυνατότητες (βραδύτητα στην σκέψη, στο λόγο, μειωμένη ικανότητα στον ειρμό ιδεών)...». Ως εκ των άνω ο μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη πρόκειται για άτομο που παρουσιάζει έκπτωση στις νοητικές και ψυχικές του λειτουργίες (κάτω του φυσιολογικού). Έκρινε επίσης ότι έχει μειωμένη επίγνωση των πράξεων της και των συνεπειών που απορρέουν από αυτές, οι δε ικανότητες της να παρακολουθήσει και να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία είναι μειωμένες. Στην κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας εξηγώντας το περιεχόμενο της έκθεσης του ανέφερε ότι η παραπονούμενη έχει καθηλωθεί σε ένα επίπεδο παιδικό δηλαδή η ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση δεν έχει προχωρήσει ώστε να φτάσει στην ενήλικη ωρίμανση και ανάπτυξη. Λειτουργεί ως ένα παιδάκι που έχει άμεση ανάγκη προστασίας. Αντιλαμβάνεται τα πράγματα με τρόπο παιδικό. Έτσι δεν αντιλαμβάνεται το σεξ ως ένας ενήλικας αλλά όπως αντιλαμβάνεται τη λέξη ένα παιδάκι. Έχει μεγάλη δυσκολία να περιγράψει από μόνη της πράξεις και γεγονότα. Μπορεί να πει μονολεκτικά κάποια πράγματα. Θα μπορούσε ένας ενήλικας να την βάλει να κάνει οτιδήποτε χωρίς να είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό της και να αντιδράσει. Τα όσα του ανέφερε κατά τις εξετάσεις που της έκανε ήταν συνεχώς μέσα από ενθάρρυνση και από ερωτήσεις. Για να καταθέσει στο Δικαστήριο χρειάζεται κάποιο πρόσωπο να την ενθαρρύνει, κάποιο ενήλικα που εμπιστεύεται για να αισθανθεί ένα μίνιμουμ ασφάλειας. Στην αντεξέταση του όταν του διαβάστηκε απόσπασμα από την κατάθεση της παραπονούμενης τεκμήριο 12 ανάφερε ότι όπως ακούει την περιγραφή το πρόσωπο που την κάνει έχει βιώσει ένα επεισόδιο βίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι πρέπει κάποιος να είναι κλινικός ψυχολόγος με μετεκπαίδευση στην κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία για να αποφανθεί εάν κάποιος έχει νοητική στέρηση. Στην επανεξέταση του δε ανέφερε ότι εξωτερικά δεν θα μπορούσε κάποιος χωρίς ειδικές γνώσεις να αντιληφθεί την κατάσταση της παραπονούμενης. Αλλά από την στιγμή που κάποιος συνδέεται, έχει πάρε δώσε μαζί της θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι κάτι δεν πάει καλά. Τόσο η Μ.Κ.3 όσο και ο Μ.Κ.4 μου έκαναν καλή εντύπωση. Περιέγραψαν με απλότητα και σαφήνεια τις διαπιστώσεις τους από την εξέταση της παραπονούμενης και δεν άφησαν καμία αμφιβολία ως προς τα προσόντα τους, τις γνώσεις τους αλλά και την αντικειμενικότητα τους. Άλλωστε η μαρτυρία τους συνάδει μεταξύ τους και δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η αναφορά του Μ.Κ.4 ότι πρέπει κάποιος να είναι κλινικός ψυχολόγος με μετεκπαίδευση στην κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία για να αποφανθεί εάν κάποιος έχει νοητική στέρηση δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.3 ότι οποιοσδήποτε δηλ. ένας μέσης νοημοσύνης άνθρωπος χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις μπορεί να αντιληφθεί την κατάσταση της παραπονούμενης. Το ότι στην ουσία ο Μ.Κ.4 συμφωνεί με τη Μ.Κ.3 φαίνεται από την απάντηση που έδωσε στην επανεξέταση του ενώ προφανώς η σχετική απάντηση στην αντεξέταση του δόθηκε υπό το φως της μαρτυρίας του ως εμπειρογνώμονα ο οποίος με βάση τις γνώσεις του και την πείρα του μπορεί ασφαλώς να αποφανθεί επιστημονικά επί του θέματος μετά από τη διενέργεια των απαιτούμενων τέστ τα οποία σκοπό έχουν να καταδείξουν επιστημονικά όχι μόνο την ύπαρξη νοητικής στέρησης αλλά και τη σοβαρότητα της. Άλλωστε εάν κρινόταν ότι η απαραίτητη για στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 155 γνώση ότι «γυναίκα είναι ηλίθια ή μειωμένου νοητικού» είναι αυτή που έχει ένας καταρτισμένος για την περίπτωση αυτή επιστήμονας θα καταλήγαμε στο παράλογο αποτέλεσμα τέτοια αδικήματα να στοιχειοθετούνται μόνο όταν διαπράττονται από τέτοια πρόσωπα, κάτι που ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει το πνεύμα και το σκοπό του νομοθέτη. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 5 ανάφερε βασικά τα ακόλουθα: Λίγες μέρες μετά τις 14.2.05 η παραπονούμενη τον φίλησε και λίγες ημέρες μετά συναντήθηκαν ξανά και τα έφτιαξαν. Είχαν σχέση για περίπου τρεις εβδομάδες. Κατά την διάρκεια αυτής όποτε βρίσκονταν έκαναν έρωτα. Τις περισσότερες φορές αυτό γινόταν στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου και τρεις φορές στο αυτοκίνητο του. Πάντα το άρχιζε η παραπονούμενη. Πάντα έκαναν κολπικό έρωτα και ποτέ πρωκτικό ή στοματικό. Μετά που διέκοψαν τη σχέση τους συναντήθηκαν αρκετές φορές και σε 5 με 6 περιπτώσεις έκαναν έρωτα. Αυτό γινόταν με τη συγκατάθεση και των δύο πάντα στο δωμάτιο του κατηγορούμενου. Άλλοτε ξεκινούσε η παραπονούμενη και άλλοτε ο κατηγορούμενος. Τράβηξε με το κινητό του, το οποίο αργότερα έχασε, βίντεο την παραπονούμενη γυμνή, (δύο με τρεις εβδομάδες πριν την 1.2.06). Εκείνη την ημέρα έκαναν έρωτα κολπικά στο δωμάτιο του και ζήτησε από την παραπονούμενη να την τραβήξει βίντεο κάτι που αυτή δέχθηκε. Δεν την χτύπησε απλά στο τέλος την έσπρωξε με το χέρι του στο κρεβάτι. Το βίντεο το αποθήκευσε στο κινητό του αλλά δεν του έδωσε ονομασία. Ποιο κάτω στην κατάθεση του ανάφερε ότι δεν θυμάται αν αποθήκευσε το μήνυμα με την ονομασία «! PALAV!». Δεν κατάλαβε ότι η παραπονούμενη είχε ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα όπως μειωμένη αντίληψη. Η συμπεριφορά της απέναντι του ήταν όπως μιας κανονικής κοπέλας 19 χρόνων. Ούτε την ημέρα που τράβηξε το βίντεο ούτε σε άλλη περίπτωση ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη πρωκτικά και στοματικά αφού προηγουμένως της άσκησε σωματική και ψυχολογική βία. Ότι ζητούσε από την παραπονούμενη εκείνη το έκαμνε. Στην κατάθεση του τεκμήριο 6 ο κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι σχετικά με τα προβλήματα της παραπονούμενης το μόνο που εκείνη του ανάφερε ήταν ότι είχε δυσλεξία. Τέλος όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς ότι ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη ενώ γνώριζε ότι αυτή ήταν μειωμένου νοητικού αφού πρώτα της άσκησε σωματική και ψυχολογική βία απάντησε «Δεν το ήξερα ότι είχε πρόβλημα». Η παραπονούμενη δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Για το θέμα αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν έδωσε κάποια δικαιολογία. Φαίνεται όμως ότι σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο οποίος στην έκθεση του τεκμήριο 9 αναφέρει ότι η παραπονούμενη έχει μειωμένη επίγνωση των πράξεων της και των συνεπειών που απορρέουν από αυτές και οι ικανότητες της να παρακολουθήσει και να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία είναι μειωμένες. Περαιτέρω ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι για να καταθέσει η παραπονούμενη στο Δικαστήριο χρειάζεται κάποιο πρόσωπο να την ενθαρρύνει, κάποιο ενήλικα που εμπιστεύεται. Παρά τη μη προσέλευση της παραπονούμενης η κατηγορούσα αρχή κατέθεσε μέσω του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.2 τις 3 καταθέσεις της παραπονούμενης (τεκμήρια 10-12) όπου σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα αναφέρει τα ακόλουθα: Στην κατάθεση της τεκμήριο 10: «... Εγώ πήγα στο σπίτι του για να μιλήσουμε όπως μου είχε πει. Εκείνη την ημέρα ο Χ. ήταν μόνος του στο σπίτι. Όταν μπήκα μέσα ο Χ. άρχισε διάφορα δηλαδή με χάιδευε και με χούφτωνε στα οπίσθια, στο στήθος, με φιλούσε και εγώ δεν ήθελα, του έλεγα να σταματήσει αλλά αυτός επέμενε. Με οδήγησε στο κρεβάτι του στο υπνοδωμάτιο και αφού με πίεσε φραστικά με έριξε στο κρεβάτι του. Εγώ του έλεγα να σταματήσει και ότι δεν ήθελα αλλά αυτός με πίεσε και έβγαλα τα ρούχα μου. Έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και μου το έκανε δηλαδή έβαλε το πέος του στον κόλπο μου και μπαινόβγαινε μέχρι που εκσπερμάτωσε. Ενώ εγώ βρισκόμουν τελείως γυμνή στο κρεβάτι του, πήρε το κινητό του τηλέφωνο και με φωτογράφησε. Δεν θυμάμαι τι μάρκα ήταν το κινητό του τηλέφωνο. Τον παρακάλεσα όμως και έσβησε από το τηλέφωνο του την φωτογραφία αυτή. Εγώ άρχισα να ντύνομαι και προτού ντυθώ μου ζήτησε και ξαναέβγαλα τα ρούχα μου και μου το ξανάκανε. Εγώ πάλι δεν ήθελα αλλά αυτός μου το έκανε. Όταν εκσπερμάτωσε και πάλι εγώ ντύθηκα για να φύγω. Πριν φύγω από το υπνοδωμάτιο του μου ζήτησε να βγάλω και πάλι τα ρούχα μου. Εγώ δεν ήθελα να τα βγάλω αλλά τελικά τα έβγαλα και αυτός με φωτογράφισε πάλι με το κινητό του τηλέφωνο ενώ ήμουν τελείως γυμνή όρθια στο υπνοδωμάτιο του. Του ζητούσα να σβήσει την φωτογραφία αυτή από το κινητό του αλλά αυτός δεν την έσβηνε. Έφυγα από το σπίτι του και πήγα στο δικό μου και δεν είπα σε κανένα τίποτα. Πρόσφατα και αφού μετακομίσαμε στο σπίτι που μένουμε σήμερα μου τηλεφώνησε και πάλι ο Χ. και ήθελε να συναντηθούμε πεισματικά για να μιλήσουμε. Τελικά του είπα και ήρθε και με πήρε από το σπίτι μου με ένα παλιό άσπρο αυτοκίνητο που έχει αλλά δεν θυμάμαι την μάρκα και τους αριθμούς εγγραφής του. Με πήρε σε ένα απόμερο ανοιχτό χώρο που δεν θυμάμαι και εκεί μου ζητούσε επίμονα να το κάνουμε. Εγώ πάλι δεν ήθελα αλλά τελικά επειδή αυτός επέμενε έβγαλα τελείως τα ρούχα μου και μου έβαλε το πέος του στον κόλπο μου. Το έβαζε και το έβγαζε μέχρι που εκσπερμάτωσε. Μετά φόρησα τα ρούχα μου και με πήρε στο σπίτι μου και με άφησε εκεί. Κάθε φορά που βρεθόμουν με τον Χ. μου το έκανε και από τον πρωκτό δηλαδή έβαζε το πέος του στον πρωκτό μου. Εγώ επειδή πονούσα πολύ του ζητούσα να σταματήσει αλλά αυτός συνέχιζε κάνοντας με να κλαίω από τον πόνο. Αυτό συνέβηκε και τις δύο τελευταίες φορές που σου ανάφερα». Στην κατάθεση της τεκμήριο 11: «....Το παράπονο που έχω για τον Χ. και θέλω να τιμωρηθεί από το Δικαστήριο είναι για το ότι μου το έκανε τόσο από τον κόλπο όσο και από τον πρωκτό χωρίς εγώ να το θέλω». Τέλος στην κατάθεση της τεκμήριο 12: «Συμπληρωματικά προηγούμενων μου καταθέσεων σας αναφέρω ότι δεν θυμάμαι εάν ο Χ. την ώρα που βρισκόμουν στο σπίτι του και με τραβούσε κάμερα γυμνή με κτύπησε. Τόσο όμως εκείνη την ημέρα όσο και την ημέρα που ο Χ. με πήρε με το αυτοκίνητο του με ανάγκασε τόσο φραστικά όσο και με την χρήση βίας να του κάνω στοματικό έρωτα. Δηλαδή με τραβούσε με τα χέρια του, μου φώναζε και με έκανε να φοβάμαι γι΄ αυτό έκανα αυτό που έκανα μαζί του. Όπως σας είπα και στις προηγούμενες μου καταθέσεις εγώ δεν ήθελα να κάνω τίποτα μαζί του απλά μου έλεγε ότι ήθελε να μιλήσουμε και εγώ πήγαινα. Η συμπεριφορά του και στις δύο περιπτώσεις ήταν πολύ άσχημη». Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η τελική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το επίδικο αδίκημα συναρτάται άμεσα με τη αποδεικτική αξία που θα δοθεί στις καταθέσεις της παραπονούμενης και στο κατά πόσο οι καταθέσεις του κατηγορούμενου αποτελούν ομολογία και αν ναι κατά πόσο αυτές μπορούν να στηρίξουν καταδίκη του. Ξεκινώντας από τις καταθέσεις της παραπονούμενης πρέπει να λεχθεί ότι αυτές αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που έκανε τις αρχικές δηλώσεις ήτοι η παραπονούμενη, ως έχει προαναφερθεί, δεν κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο δε των υπό αναφορά καταθέσεων εμφανώς δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του, όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική εκδοχή. Ως φαίνεται από τις εν λόγω καταθέσεις ενώ σε αυτές της παραπονούμενης περιγράφονται γεγονότα που δείχνουν ότι η συνουσία επήλθε με την εκ μέρους του κατηγορούμενου χρήση βίας εναντίον της παραπονούμενης, σε αυτές του κατηγορούμενου περιγράφονται γεγονότα που δείχνουν ότι η συνουσία έγινε με τη συναίνεση της παραπονούμενης και χωρίς ο κατηγορούμενος να γνωρίζει ότι αυτή ήταν γυναίκα μειωμένου νοητικού. Πέραν τούτου τίθεται και ένα άλλο θέμα σε σχέση με τις καταθέσεις της παραπονούμενης. Συγκεκριμένα οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, οι οποίοι εξέτασαν ως ειδικοί την παραπονούμενη ανέφεραν ότι αυτή είχε μεγάλη δυσκολία στο να περιγράψει από μόνη της πράξεις και γεγονότα, δεν μπορούσε να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις, ούτε να αντιληφθεί εύκολα τι ερωτάτο ενώ οι απαντήσεις της ήταν μονολεκτικές. Η Μ.Κ.3 μάλιστα διαβάζοντας την κατάθεση της παραπονούμενης τεκμήριο 10 και για τους λόγους που εξήγησε απέκλεισε η παραπονούμενη να έδωσε κατάθεση υπό τέτοια μορφή. Είναι λοιπόν προφανές ότι από την ίδια τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δημιουργείται αμφιβολία ως προς το κατά πόσο τα γεγονότα που περιγράφονται στις καταθέσεις της παραπονούμενης τα ανέφερε η ίδια. Η απουσία λοιπόν της παραπονούμενης στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα, μέσα από τη μαρτυρία της και ιδίως μέσα από τη δοκιμασία της αντεξέτασης, να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στα τεκμήρια 10-12 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι με βάση κανόνα πρακτικής, σε αδικήματα όπως το επίδικο το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των σεξουαλικών αδικημάτων, υπάρχει ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Είναι βέβαια παγίως νομολογημένο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη παρά την έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας αφού προηγουμένως αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους τέτοιου εγχειρήματος. Σε κάθε όμως περίπτωση η μαρτυρία στην οποία θα στηριχθεί αποκλειστικά το Δικαστήριο ή για την οποία θα αναζητήσει ενίσχυση πρέπει να είναι αξιόπιστη. Στην παρούσα όχι μόνο δεν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία αλλά ως έχει αναφερθεί δεν μπορεί να κριθεί ούτε το αξιόπιστο της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι θα ήταν επικίνδυνο ιδίως λόγω και της φύσης της υπόθεσης να δοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία των τεκμηρίων 10-12 οποιαδήποτε βαρύτητα. Ήταν άλλωστε τελικά και η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν πρέπει να ληφθούν υπόψην. Από την άλλη ήταν η θέση της κας Ξενοφώντος ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον κατηγορούμενο με βάση τις ανακριτικές του καταθέσεις, οι οποίες σύμφωνα με την ίδια εισήγηση συνιστούν ομολογία για τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Από το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορούμενου φαίνεται ότι αυτός παραδέχεται μόνο ότι ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη. Ισχυρίζεται όμως ότι αυτό έγινε με τη συναίνεση της και χωρίς τη χρήση βίας καθώς και ότι δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν μειωμένου νοητικού. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτές αποτελούν ομολογία διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Ακόμη όμως και αν, με δεδομένο και σε συνδυασμό με το ότι έχει γίνει δεκτή η μαρτυρία ότι οποιοσδήποτε μέσης νοημοσύνης άνθρωπος χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις θα μπορούσε απλά συνομιλώντας με την παραπονούμενη να αντιληφθεί ότι αυτή ήταν μειωμένου νοητικού, εθεωρείτο ότι οι καταθέσεις του κατηγορούμενου συνιστούν ομολογία πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Abdebraouf Ben Abdallah Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 134 λέχθηκε επίσης ότι η κρίση πως μια ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία δεν σημαίνει αυτόματα και αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου της. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός την αποδεικτική αξία μιας κατάθεσης και γενικά το κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχτεί σε μια εξωδικαστική ομολογία. Τέλος στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας
(2)
(1994)2 Α.Α.Δ 65 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μια κατάθεση - ομολογία δόθηκε θεληματικά το Δικαστήριο προχωρεί να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί. Η υιοθέτηση της αρχής αυτής γίνεται για αυταπόδεικτους λόγους προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. (βλ. επίσης Ιακωβίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ 110, Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 204 και Ιακωβίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 110). Στην παρούσα η μόνη μαρτυρία που έχει τελικά απομείνει για να στηρίξει τεκμηρίωση του επίδικου αδικήματος είναι οι καταθέσεις του κατηγορούμενου. Δυνατότητα σύγκρισης του περιεχομένου τους με άλλο αποδεικτικό υλικό δεν υπάρχει λόγω ανυπαρξίας τέτοιου. Κατά συνέπεια όσο θεληματικές και αν είναι οι εν λόγω καταθέσεις και όσο αυθεντικοί και αν κριθούν οι εκεί τιθέμενοι ισχυρισμοί δεν υπάρχει τίποτα πέραν αυτών για να εξακριβωθεί η αλήθεια τους. Κατά συνέπεια κρίνω λαμβάνοντας υπόψην τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές αλλά και τη φύση της υπόθεσης ότι δεν είναι ασφαλές το Δικαστήριο να βασίσει καταδίκη του κατηγορούμενου στις καταθέσεις αυτού. Πέραν των πιο πάνω υπάρχει ακόμη ένα θέμα το οποίο με οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Αυτό έχει να κάνει με τη γραμμή που επέλεξε να ακολουθήσει η κατηγορούσα αρχή. Για να γίνουν όμως καλύτερα αντιληπτά τα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια πρέπει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στη νομική πτυχή του υπό εξέταση αδικήματος. Το αδίκημα της διαφθοράς γυναίκας ηλίθιας ή μειωμένου νοητικού προβλέπεται από το άρθρο 155 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος, γνωρίζει ότι γυναίκα είναι ηλίθια ή μειωμένου νοητικού, έρχεται σε παράνομη συνουσία ή αποπειράται παράνομη συνουσία μαζί της κάτω από περιστάσεις που δεν ανάγονται σε βιασμό είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα χρόνια». Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Ο κατηγορούμενος να γνωρίζει ότι γυναίκα είναι ηλίθια ή μειωμένου νοητικού,
- Και να έρχεται σε παράνομη συνουσία ή να αποπειράται παράνομη συνουσία με τη γυναίκα αυτή.
- Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος έρχεται σε τέτοια συνουσία με την εν λόγω γυναίκα να μην ανάγονται σε βιασμό. Εδώ να σημειωθεί ότι ενόψει του τρίτου πιο πάνω συστατικού στοιχείου θα πρέπει να γίνει αναφορά και στο αδίκημα του βιασμού, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεση της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός». Αποτελεί λοιπόν βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος του βιασμού η έλλειψη συναίνεσης του θύματος ή η συναίνεση να λήφθηκε με τη χρήση βίας ή με το φόβο χρήσης βίας. Η κατηγορούσα αρχή επέλεξε στην παρούσα να προσάψει στον κατηγορούμενο την κατηγορία του άρθρου 155 του Ποινικού Κώδικα. Τα γεγονότα όμως που περιγράφονται στις καταθέσεις της παραπονούμενης τεκμήρια 10-12, ως έχει προαναφερθεί, καταδεικνύουν την εκ μέρους της έλλειψη συναίνεσης στο να έλθει σε συνουσία με τον κατηγορούμενο και στην εκ μέρους του τελευταίου χρήση βίας για να επιτύχει τη συνουσία αυτή. Εάν λοιπόν η υπό αναφορά μαρτυρία γινόταν δεκτή τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα θα οδηγούσαν προφανώς σε συμπέρασμα ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος ήλθε σε συνουσία ανάγονται σε βιασμό. Συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να κριθεί ένοχος για το αδίκημα του άρθρου 155 αφού αυτό ρητά αναφέρει ότι δεν περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου η συνουσία επιτυγχάνεται υπό περιστάσεις που ανάγονται σε βιασμό. Το δε Δικαστήριο δεν θα είχε εξουσία στο στάδιο αυτό να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δια της προσθήκης κατηγορίας βιασμού με δεδομένο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου αφού το εν λόγω αδίκημα όχι μόνο επισύρει μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης από το επίδικο αλλά και γιατί προς εκδίκαση του από το παρόν Δικαστήριο, συνοπτικά δηλ. απαιτείται η εκ του νόμου προβλεπόμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία ασφαλώς δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια εάν η παραπονούμενη προσερχόταν στο Δικαστήριο, κατέθετε σύμφωνα με τις καταθέσεις της τεκμήρια 10-12 και η μαρτυρία της γινόταν δεκτή ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να κριθεί ένοχος στο αδίκημα που αντιμετωπίζει στην παρούσα. Πριν καταλήξω στο τελικό μου συμπέρασμα θα ήθελα να σχολιάσω τον χειρισμό της παρούσας από την κατηγορούσα αρχή. Ενώ είχε τη μαρτυρία της παραπονούμενης και ενώ δεν προσήψε στον κατηγορούμενο την κατηγορία του βιασμού, η οποία ενδεχομένως θα ήταν η ορθή με βάση τη μαρτυρία αυτή, επέλεξε να εισάξει ως εξ ακοής την εν λόγω μαρτυρία και όχι μόνο δεν κάλεσε την παραπονούμενη στο Δικαστήριο για να κριθεί η αξιοπιστία των όσων αναφέρονται στις καταθέσεις της αλλά ζήτησε η μαρτυρία αυτή να μην ληφθεί υπόψη, δηλ. με άλλα λόγια να αγνοηθεί και να ληφθούν υπόψην μόνο οι καταθέσεις του κατηγορούμενου. Ο τρόπος όμως αυτός που επέλεξε η κατηγορούσα αρχή να προωθήσει στο Δικαστήριο και να χειριστεί την υπόθεση κάθε άλλο παρά βοήθησε στη διάγνωση της αλήθειας σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στην παρούσα, η οποία αλήθεια αποτελεί την ουσία και τη βάση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν κατακλείδι κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την κατηγορία 1 εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην εν λόγω κατηγορία. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Διαφθορά γυναίκας ηλίθιας ή μειωμένου νοητικού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο